Γυναίκες και φασισμός:
Πώς και γιατί γυναίκες αναλαμβάνουν την ηγεσία της ακροδεξιάς
της Sonja Pietiläinen
Για την έμφυλη πολιτική του φασισμού
Κατά την τελευταία δεκαετία, γυναίκες ηγέτιδες της ακροδεξιάς έχουν συμβάλει ουσιαστικά στην αυξανόμενη αποδοχή του φασισμού. Αν και η ακροδεξιά, που ανθεί παγκοσμίως, είναι αντιφεμινιστική και ανδροκρατούμενη, εκπροσωπείται ωστόσο όλο και περισσότερο από γυναίκες. Η Marine Le Pen (Μαρίν Λε Πεν, Εθνικός Συναγερμός –Γαλλία), η Riikka Purra (Ρίικα Πούρα, Κόμμα των Φινλανδών), η Alice Weidel (Άλις Βάιντελ, AfD: Εναλλακτική για τη Γερμανία), η Giorgia Meloni (Τζιόρτζια Μελόνι, Fratelli dÌtalia: Αδελφοί της Ιταλίας), η Pia Kjærsgaard (Πία Κιάρσγκαρντ, DF: Λαϊκό Κόμμα –Δανία), η Siv Jensen (Σιβ Τζένσεν, FrP: Κόμμα Προόδου –Νορβηγία) και η Beata Szydło (Μπεάτα Σζίντλο, PiS: Νόμος και Δικαιοσύνη –Πολωνία) είναι μόνο μερικά από τα πιο πρόσφατα παραδείγματα επιδραστικών γυναικών που ηγούνται στην ακροδεξιά1.
Αυτές κατέχουν ισχυρές θέσεις εντός των κομμάτων τους και σε διάφορους πολιτικούς θεσμούς, όπως τα εθνικά κοινοβούλια και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα πιο εμφανή παραδείγματα είναι η Τζιόρτζια Μελόνι, η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός της Ιταλίας, και η Μαρίν Λεπέν, η οποία έφτασε κοντά στη νίκη στις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2022.
Η ακροδεξιά, ισχυριζόμενη ότι υπερασπίζεται την Ευρώπη και την ετεροκανονική πυρηνική οικογένεια, προωθεί τον λευκό εθνικισμό, την πατριαρχία και τον αυταρχισμό. Ωστόσο, παρά το φανερό μισογυνισμό, το φύλο αποτελεί ένα λεπτό και περίπλοκο ζήτημα στην πολιτική των ηγετικών γυναικών της ακροδεξιάς. Αντλώντας από ορισμένες πτυχές της (φασιστικής) θηλυκότητας, αυτές οι γυναίκες έχουν διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στην κανονικοποίηση και νομιμοποίηση του ρατσισμού και του μισογυνισμού στην Ευρώπη.
Οι «Μητέρες του Έθνους»
Παρά τις πατριαρχικές βάσεις που θεωρούν τις γυναίκες απλώς φροντίστριες, οι γυναίκες ιστορικά έχουν διαδραματίσει σημαντικούς ρόλους στη φασιστική πολιτική. Πράγματι, ο φεμινισμός και η θηλυκότητα είναι αρκετά διαφορετικά πράγματα. Ακόμα κι αν οι ρόλοι των ακροδεξιών γυναικών ακτιβιστριών και πολιτικών συχνά υποτιμούνται και παραβλέπονται, αυτές οι γυναίκες προωθούν ενεργά το φασισμό στους ρόλους τους ως οργανώτριες, φροντίστριες και στρατολογήτριες.
Η ερευνήτρια Isabel Heinemann υποστηρίζει ότι, στη Γερμανία, το AfD έχει ενταχθεί στο κυρίαρχο ρεύμα φέρνοντας στην πολιτική συζήτηση θέματα όπως η ετεροκανονική πατριαρχική οικογένεια και οι σταθεροί ρόλοι των φύλων2. Η Heinemann θεωρεί τα θέματα οικογένειας και την υπεράσπιση της προστασίας της οικογένειας ως ασφαλές έδαφος για τα σύγχρονα φασιστικά κόμματα και ομάδες που ασκούν το ρατσισμό και φέρνουν ρατσιστική λογική (κρυμμένη σε μια φαινομενικά αβλαβή εμφάνιση) στο κυρίαρχο ρεύμα της πολιτικής.
Οι γυναίκες ηγέτιδες της ακροδεξιάς έχουν απαλύνει την εικόνα των κομμάτων, τοποθετώντας τα ζητήματα αναπαραγωγής και οικογένειας στο επίκεντρο της πολιτικής τους και εξισώνοντας την προστασία της πυρηνικής οικογένειας με την προστασία του λευκού εθνικισμού. Μέσω αλλαγών στη νομοθεσία, όπως στα δικαιώματα στην άμβλωση, η ακροδεξιά σε όλη την Ευρώπη προσπαθεί να υπονομεύσει τα δικαιώματα των γυναικών στη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και να εξαναγκάσει τις γυναίκες να γεννούν λευκά μωρά, έτσι ώστε «να αγωνιστούν για το λευκό έθνος».
Το ζήτημα της οικογένειας έχει ιδιαίτερη σημασία για την ευρωπαϊκή δεξιά σε μια εποχή ανησυχιών για τη μείωση του ποσοστού γεννήσεων λευκών μωρών, ανησυχιών για τον «υπερπληθυσμό» στον Παγκόσμιο Νότο και θεωριών συνωμοσίας για τη «Μεγάλη Αντικατάσταση». Η θεωρία της Μεγάλης Αντικατάστασης είναι μια θεωρία συνωμοσίας που προβάλλει την ιδέα ότι υπάρχει ένα συντονισμένο σχέδιο για τη μείωση της εξουσίας των λευκών, μέσω της μετανάστευσης μη λευκών και της μείωσης των ποσοστών γεννήσεων του λευκού πληθυσμού. Τις τελευταίες δεκαετίες, η ακροδεξιά κατηγορεί επίσης όλο και περισσότερο τις οικογένειες μεταναστών και τις γυναίκες από διάφορες φυλετικές/εθνικές ομάδες για την κλιματική κρίση, για παράδειγμα, ισχυριζόμενη με εξαιρετικά ρατσιστικό τρόπο ότι οι γυναίκες του Νότου «αναπαράγονται πολύ γρήγορα».
Στις δημόσιες εκστρατείες τους, η Μπέατα Σίντλο, η Μαρίν Λε Πεν, η Τζιόρτζια Μελόνι και η Φράουκε Πέτρι έχουν αυτο-ονομαστεί «μητέρες του έθνους».
Αυτός είναι ένας τρόπος να συνδεθεί η προάσπιση των παραδοσιακών οικογενειακών αξιών με το ιδανικό του εθνικού κράτους που ορίζεται με βάση τη φυλή. Η Μαρίν Λεπέν ισχυρίστηκε ότι ηγείται της Γαλλίας «όπως η μητέρα μιας οικογένειας, με κοινή λογική και συνέπεια»3. Η Φράουκε Πέτρι, η πρώην ηγέτιδα του AfD, ορίζοντας τον εαυτό της ως μητέρα και γυναίκα, πόζαρε σε ένα βίντεο της εκστρατείας της με το δικό της μωρό και ρωτώντας «Και ποιος είναι ο λόγος σου για να αγωνιστείς για τη Γερμανία;»4.
Όχι στο φεμινισμό
Ως επικεφαλής κομμάτων που κυριαρχούνται από άνδρες και τα οποία θεωρούν τις γυναίκες κατώτερες και ακατάλληλες για ηγετικές θέσεις, οι γυναίκες ηγέτιδες συνήθως αποστασιοποιούνται από τα παραδοσιακά γυναικεία χαρακτηριστικά ή τα φεμινιστικά ζητήματα. Παρά την κεντρική θέση των θεμάτων που σχετίζονται με το φύλο και την οικογένεια, οι ηγετικές γυναίκες της ακροδεξιάς βασίζονται σε έναν συνδυασμό αυτών των στενά προσδιορισμένων ιδανικών της θηλυκότητας και της αρσενικής εξουσίας. Σε αυτή τη μορφή ηγεσίας, δεν υπάρχει χώρος για συναισθήματα, ενσυναίσθηση, ευαισθησία -ή φεμινισμό.
Η ηγέτιδα του Κόμματος των Φινλανδών, Riikka Purra, έχει ισχυριστεί ότι τα διαρθρωτικά προβλήματα δεν επηρεάζουν σχεδόν καθόλου τις γυναίκες5. Κατά την άποψή της, αντίθετα, είναι οι άνδρες και τα αγόρια που βιώνουν διαρθρωτική ανισότητα στη σημερινή Φινλανδία. Στην Ιταλία, με τη σειρά της, η Meloni ήθελε να αποκαλείται il presidente δηλαδή με το αρσενικό άρθρο, ενώ η Susanna Ceccardi, που υπηρετεί ως δήμαρχος της Λέγκας του Βορρά, επέμενε να αποκαλείται sindaco, η αρσενική λέξη για δήμαρχο, σε αντίθεση με το θηλυκό sindaca6.
Η ερευνήτρια Ντορίτ Γκέβα σημειώνει ότι οι υποστηρικτές της Μαρίν Λε Πεν την επευφημούν ειδικά λόγω των αρσενικών χαρακτηριστικών της, όπως η εξουσία της7. Άλλα χαρακτηριστικά που επισημάνθηκαν ήταν τα «εξαιρετικά» στοργικά και θηλυκά της χαρακτηριστικά. Αποστασιοποιούμενες από την «αδύναμη» θηλυκότητα, αυτές οι γυναίκες παρουσιάζονται, από τις ίδιες και τα μέσα ενημέρωσης, ως δυναμικές επιζώσες και, ως εκ τούτου, κατάλληλες να ηγηθούν.
Η Μαρίν Λεπέν απεικονίζεται ως μια εξαιρετική γυναίκα: μια διαζευγμένη δυο φορές, ανύπαντρη μητέρα, που γέννησε τρία μωρά σε ένα χρόνο -μια κόρη, αμέσως ακολουθούμενη από δίδυμα. Η Ρίικα Πούρα, με τη σειρά της, έχει κερδίσει τη συμπάθεια του κοινού μιλώντας για τη δύσκολη παιδική της ηλικία, την οποία τα μέσα ενημέρωσης έχουν παρουσιάσει ως την «ιστορία μιας εξαιρετικά δυνατής γυναίκας και επιζώσας».
Αυτού του είδους οι παρουσιάσεις, όχι μόνο απομακρύνουν αυτές τις ηγέτιδες από τα παραδοσιακά γυναικεία χαρακτηριστικά, αλλά και εξαφανίζουν το φασιστικό τους υπόβαθρο, στρέφοντας την προσοχή στην (εξαιρετική) γυναικεία τους φύση, αντί να συζητούν κριτικά πώς η απάνθρωπη πολιτική τους επηρεάζει -για παράδειγμα- τις ανύπαντρες μητέρες που επαινούν.
Χρησιμοποιώντας φεμινιστικά ζητήματα στην ατζέντα τους
Ο ακροδεξιός αντιφεμινισμός δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι τα «φεμινιστικά» ζητήματα δεν είναι εμφανή στις αφηγήσεις της ακροδεξιάς. Η ερευνήτρια Sara R. Farris γράφει ότι οι γυναίκες της ακροδεξιάς αξιοποιούν ορισμένα φεμινιστικά ζητήματα στη φασιστική πολιτική τους, δικαιολογώντας την αντιμεταναστευτική στάση στο όνομα των δικαιωμάτων των γυναικών8. Οι ηγέτιδες της ακροδεξιάς μιλούν για την ισότητα των φύλων στο πλαίσιο των ισλαμοφοβικών ισχυρισμών τους που στιγματίζουν τους ανθρώπους από άλλες φυλές.
Η εργαλειοποίηση των φεμινιστικών ζητημάτων παρατηρείται ιδιαίτερα σε σχέση με την ενδυμασία και τη σεξουαλική βία. Για παράδειγμα, η Riikka Purra έχει κάνει απίστευτα προσβλητικές δηλώσεις σχετικά με τις γυναίκες που φορούν χιτζάμπ, παρουσιάζοντας το ρατσιστικό της μήνυμα ως ανησυχία για την κυριαρχία της «πατριαρχίας».
Η χρήση φεμινιστικών ζητημάτων είναι ιδιαίτερα έντονη μεταξύ της σκανδιναβικής ακροδεξιάς, καθώς οι σκανδιναβικές χώρες επαινούνται για την υψηλότερη ισότητα των φύλων. Οι παράγοντες της ακροδεξιάς ισχυρίζονται ότι οι «εισβολείς» φέρνουν την κουλτούρα του βιασμού στις «ισότιμες» και «πολιτισμένες» δυτικές και σκανδιναβικές χώρες.
Εν τω μεταξύ, στην υπεράσπισή τους για τη λευκή εθνότητα, η ακροδεξιά στιγματίζει το φεμινισμό και τις φεμινίστριες ως «παράλογες» και «αντιπατριωτικές». Για παράδειγμα, η Riikka Purra έχει ισχυριστεί με λαϊκιστικό και απλουστευτικό τρόπο ότι οι φεμινίστριες «υπερασπίζονται την υποδούλωση άλλων γυναικών» και είναι «ενάντια στην αποδοχή της ισότητας των φύλων»9.
Εκμεταλλευόμενοι τα φεμινιστικά αιτήματα, οι ακροδεξιοί στοχεύουν να συγκαλύπτουν την πολιτική τους με μια «οικογενειακή» και αποδεκτή μορφή. Αν και υποστηρίζουν ότι προσπαθούν να «προστατεύσουν» τις γυναίκες (για παράδειγμα, από μουσουλμάνους άνδρες και παράλογες φεμινίστριες), η πολιτική τους βασίζεται σε πατριαρχικές αξίες.
Αν και ορισμένες γυναίκες, όπως η Μαρίν Λε Πεν, έχουν μετριάσει τις προηγούμενες αυστηρές στάσεις τους απέναντι στην άμβλωση ή έχουν προτείνει πολιτικές που απευθύνονται στις οικογένειες, οι γυναίκες της ακροδεξιάς γενικά δεν έχουν δείξει σημάδια προώθησης των δικαιωμάτων των γυναικών. Για παράδειγμα, η Λε Πεν, ως βουλευτής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έχει ψηφίσει εναντίον νόμων που αποσκοπούν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας των γυναικών. Η Μπέατα Σζίντλο, με τη σειρά της, προσπάθησε να θεσπίσει πλήρη απαγόρευση της άμβλωσης10.
Ο ακροδεξιός νεοφιλελεύθερος αυταρχισμός και η πολιτική λιτότητας επηρεάζουν ιδιαίτερα τις γυναίκες της εργατικής τάξης και τις οικογένειες. Η Μελόνι, για παράδειγμα, έχει προτείνει διάφορες περικοπές και περιορισμούς στις κοινωνικές παροχές και αντιτίθεται σε μεταρρυθμίσεις που αφορούν τους μισθούς και τις συντάξεις και θα ωφελούσαν τις γυναίκες.
Η Ρίικα Πούρα είναι υπουργός Οικονομικών σε μια κυβέρνηση που έχει εφαρμόσει διάφορες περικοπές, στοχεύοντας ειδικά τις παροχές κοινωνικής ασφάλισης, και ταυτόχρονα ελαφρύνει τη φορολόγηση των υψηλόμισθων. Η κυβέρνηση Όρπο-Πούρα έχει εφαρμόσει μέτρα λιτότητας τύπου Θάτσερ, περικοπές στις κοινωνικές παροχές και επιθέσεις στα δικαιώματα των εργαζομένων11. Έχουν μειώσει τα επιδόματα ανεργίας και το επίδομα στέγασης, έχουν αποδυναμώσει την εργασιακή ασφάλεια και προσπαθούν να περιορίσουν το δικαίωμα στην απεργία.
Οι προγραμματισμένες μεταρρυθμίσεις και περικοπές επηρεάζουν αρνητικά τις γυναίκες, τις σεξουαλικές μειονότητες, τους μετανάστες και μετανάστριες και τα άτομα που υφίστανται φυλετικές διακρίσεις. Πολλές από αυτές τις περικοπές επηρεάζουν κλάδους όπου κυριαρχούν οι γυναίκες, όπως ο τομέας των υπηρεσιών και της φροντίδας. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ένα συντριπτικό τμήμα των εργαζομένων στη φροντίδα είναι μετανάστριες, η εργασία των οποίων είναι απαραίτητη για την αναπαραγωγή της «λευκής εθνότητας». Ταυτόχρονα, η βίαιη πολιτική στα σύνορα και η αυστηροποίηση των ήδη περιοριστικών νόμων για τη μετανάστευση επηρεάζουν βαθιά την οικογενειακή ζωή των μεταναστριών, χωρίζοντάς τες από τα παιδιά τους.
Ο αγώνας κατά του φασισμού
Η ερευνήτρια Eviane Leidig πιστεύει ότι το γυναικείο μήνυμα των γυναικών της ακροδεξιάς απευθύνεται σε όλα τα φύλα12. Η Leidig ερευνά τις γυναίκες της ακροδεξιάς και διαπιστώνει πόσο σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν στο να κάνουν τις ακροδεξιές ιδεολογίες προσιτές στο ευρύ κοινό. Υποστηρίζει ότι η προπαγάνδα των γυναικών της ακροδεξιάς παίζει καθοριστικό ρόλο στην κανονικοποίηση και νομιμοποίηση των φασιστικών ιδεολογιών για να γίνουν ελκυστικές στο κοινό. Με άλλα λόγια, η ακροδεξιά δεν διορίζει γυναίκες σε ηγετικές θέσεις μόνο για να προσελκύσει τις γυναίκες ψηφοφόρους.
Όπως έχουμε δει σε όλη την Ευρώπη, μετά την είσοδό τους στα κοινοβούλια, η ακροδεξιά συμμάχησε με άλλα δεξιά κόμματα για να αλλάξει νόμους, να κλείσει τα σύνορα και να αναδιανείμει τον πλούτο και την εξουσία. Αυτές οι ηγεσίες της ακροδεξιάς καταλαμβάνουν όλο και πιο ισχυρές θέσεις στα εθνικά κοινοβούλια, αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, νομιμοποιώντας περαιτέρω την πολιτική τους. Η Meloni ηγείται του Ευρωπαϊκού Κόμματος Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών, το οποίο θα μπορούσε να έχει μεγάλη επιρροή σε μια πιο δεξιά ΕΕ.
Η άνοδος και η κανονικοποίηση των ακροδεξιών ιδεολογιών παρουσιάζουν διάφορες προκλήσεις για τα αντιφασιστικά και φεμινιστικά κινήματα. Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε πώς, μέσω ορισμένων θεμάτων, όπως τα θέματα οικογένειας, η ριζοσπαστική δεξιά προσπαθεί να εγκαθιδρύσει το ρατσισμό ως κυρίαρχο ρεύμα. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η φασιστική ιδέα της λευκής οικογένειας όχι μόνο νομιμοποιεί τη βία κατά των γυναικών, των μεταναστών και των στοχοποιημένων με φυλετικά κριτήρια, αλλά και των LGBTQ+ ατόμων.
Παρόλο που η ακροδεξιά έχει προσπαθήσει να αποστασιοποιηθεί από τις φασιστικές οργανώσεις και να μαλακώσει τη δημόσια εικόνα της μέσω γυναικών ηγετών, δεν πρέπει να υποτιμούμε ότι αποτελεί απειλή. Αντίθετα, η πολιτική της και ο γενικότερος φασισμός που εξαπλώνεται πρέπει να αντιμετωπιστούν δυναμικά, παρά την φαινομενικά λιγότερο επιβλαβή παρουσία τους.
Σε μια κατάσταση όπου η ακροδεξιά γίνεται κυρίαρχο ρεύμα, την ίδια στιγμή που εφαρμόζει μεγάλες οικονομικές περικοπές και περιορισμούς στην αναπαραγωγική υγεία και στη μετανάστευση, μια μεγάλη πρόκληση και δυνατότητα είναι η οικοδόμηση συμμαχιών μεταξύ συνδικάτων, αντιφασιστικών, αντιρατσιστικών και φεμινιστικών κινητοποιήσεων, καθώς και διαφορετικών μεταναστευτικών κοινοτήτων και αυτοχθόνων λαών.
Sonja Pietiläinen
Turning Point, 20 Μαρτίου 2024
Η Sonja Pietiläinen είναι πολιτικός γεωγράφος, συγγραφέας, ακτιβίστρια και ερευνήτρια. Τώρα εργάζεται ως διδακτορική ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο του Όουλου στη Φιλανδία.
Μετάφραση Σίσσυ Βωβού από το International Viewpoint (12/4/2026) -αρχική πηγή: Turning Point, 20 Μαρτίου 2024.
Σημειώσεις
1Φωτογραφία: Γυναίκες διαμαρτύρονται ενάντια στον φασισμό, Παρίσι, 1936. Robert Capa.
2Heinemann, I. (2022). «Λαός και Οικογένεια: Εθνικοσοσιαλιστική Κληρονομιά και οι Έννοιες του Φύλου στη Ρητορική της Εναλλακτικής για τη Γερμανία», Journal of Modern European History, 20(3), 371-388.
3L’Express, 16 Απριλίου 2022, “Η Μαρίν Λε Πεν θέλει να είναι «μητέρα οικογένειας», ανάμεσα στους δικούς της στο Saint-Rémy-sur-Avre”.
4Λογαριασμός της Frauke Petry στο Facebook, δημόσια ανάρτηση στις 31 Ιουλίου 2017.
5Suomen Uutiset, εφημερίδα του Κόμματος των Φινλανδών, 1 Ιουλίου 2020, “Υπουργός εξαίρει τον διατομεακό φεμινισμό στο YLE –η Purra των Κόμματος των Φινλανδών απορρίπτει την ιδεολογική κυριαρχία: «Δεν έχει καμία σχέση με την ισότητα»”.
6Le Monde, 2 Δεκεμβρίου 2022, “Giorgia Meloni, «il presidente» του Υπουργικού Συμβουλίου της Ιταλίας”· The Guardian, 29 Ιανουαρίου 2019, “Από τη Λεπέν στην Άλις Βάιντελ: πώς η ευρωπαϊκή ακροδεξιά έστρεψε το βλέμμα της στις γυναίκες”.
7Geva, D. (2020) “Κόρη, Μητέρα, Αρχηγός: Μαρίν Λεπέν, Φύλο και Λαϊκισμός στο Γαλλικό Εθνικό Μέτωπο”. Social Politics: International Studies in Gender, State & Society, Volume 27, Issue 1, σελίδες 1-26.
8Farris, S.R. (2017). “Στο Όνομα των Δικαιωμάτων των Γυναικών: Η Άνοδος του Φεμινοεθνικισμού”. Duke University Press.
9Suomen Uutiset, εφημερίδα του Κόμματος των Φινλανδών, 27 Μαΐου 2021, “Purra: Τι κάνει τις φεμινίστριες να υπερασπίζονται την υποδούλωση των γυναικών;”.
10The Guardian, 31 Μαρτίου 2016, “Η Πολωνή πρωθυπουργός τάσσεται υπέρ της πλήρους απαγόρευσης των αμβλώσεων”.
11Jacobin, 24 Οκτωβρίου 2023, “Η δεξιά κυβέρνηση της Φινλανδίας θέλει να καταργήσει το κράτος πρόνοιας”.
12Leidig, E. (2023). “Οι γυναίκες της ακροδεξιάς: Επιρροές στα κοινωνικά μέσα και ριζοσπαστικοποίηση στο διαδίκτυο”. Columbia University Press.
