Γαλλία:
του Léon Crémieux
Μακρόν: Με την πλάτη στον τοίχο
από: Viento Sur 31/10/2026
Το κίνημα συνεχίζεται
Η δολοφονία στην Τραπ υπενθυμίζει πόσο επείγον είναι να νικήσουμε το RN
Σε πλήρη περίοδο λαϊκής κινητοποίησης, την παραμονή των διαδηλώσεων της 24ης Οκτωβρίου, ένας ρατσιστής εγκληματίας, παρακινούμενος από τα ισλαμοφοβικά συνθήματα του Εθνικού Συνδέσμου (RN =Rassemblement national) και της λοιπής δεξιά και ακροδεξιάς, προσπάθησε να διαπράξει μια μαζική δολοφονία στην Τραπ, μια λαϊκή πόλη στο Ιβελίν, στα προάστια του Παρισιού. Ο δολοφόνος πυροβόλησε επανειλημμένα με ένα αυτόματο πιστόλι και κατάφερε να δολοφονήσει έναν άνδρα, τον Πενγκό Μποσιό Βανγκί, έναν 26χρονο μαύρο Γάλλο, και να τραυματίσει επτά άλλους, αρκετούς πολύ σοβαρά, ιδίως ένα 12χρονο κοριτσάκι που φορούσε μαντίλα στο κεφάλι.
Ο δολοφόνος δήλωσε ότι στόχευσε σκόπιμα άτομα που του φαίνονταν «Βορειοαφρικανοί ή Μαύροαφρικανοί». Καθώς κατοικούσε σε έναν άλλο διπλανό δήμο του Ιβελίν, το Πλεζίρ, επέλεξε σκόπιμα την πόλη Τραπ. Σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγε το Mediapart στο περιβάλλον του, τροφοδοτούνταν από τα κοινωνικά δίκτυα με ρατσιστικά βίντεο, ξεκινώντας στην αρχή με μίσος κατά των Εβραίων, μέσω των βίντεο των Soral και Dieudonné1, και ονειρευόταν δολοφονίες όπως αυτές που είχαν διαπραχθεί το 2015 εναντίον Εβραίων πελατών του Hyper Cacher, ενός καταστήματος στα περίχωρα του Παρισιού. Στη συνέχεια στράφηκε προς το μίσος κατά των Άραβες, δηλώνοντας τη συμπάθειά του προς τον «Εθνικό Σύνδεσμο» (RN). Είχε μάλιστα εκτυπώσει ο ίδιος προπαγανδιστικό υλικό με αφισάκια με το σήμα του RN.
Εδώ και πάνω από 30 χρόνια, το FN [Εθνικό Μέτωπο] και στη συνέχεια το RN [που είναι η συνέχεια του προηγουμένου] στοχεύουν συστηματικά τις λαϊκές κοινότητες, όπου ζουν οικογένειες καταγωγής από το Μαγκρέμπ ή την υποσαχάρια Αφρική: Roubaix, Saint-Denis, Trappes, Vénissieux, Vaulx en Velin, τις βόρειες συνοικίες της Μασσαλίας,… Όλες αυτές «περιοχές ανομίας» σύμφωνα με πολλά μέσα ενημέρωσης και πολιτικούς. Ήδη το 1996 ο Ζαν-Μαρί Λεπέν διακήρυσσε: «Σας επιστρέψαμε την Αλγερία, επιστρέψτε μας το Ρουμπε!» 26 χρόνια αργότερα, η Μαρίν Λεπέν δήλωνε: «Αν το αφήσουμε να συνεχιστεί αυτό, αύριο θα υπάρχουν εκατό πόλεις σαν το Ρουμπε, και μετά άλλες 10.000 τέτοιες πόλεις. Υπάρχει, λοιπόν, αντικειμενικά, επείγουσα ανάγκη».
Η Τραπ, στην περιοχή του Παρισιού, έχει γίνει ο κύριος στόχος αυτής της αηδιαστικής ρατσιστικής εκστρατείας. Το 2021, η Μαρίν Λεπέν έγραψε στο Twitter: «Σε 30 χρόνια, η Τραπ έχει γίνει χαμένο έδαφος για τη Δημοκρατία, υπό το βάρος της μαζικής μετανάστευσης. Η μαζική μετανάστευση υπήρξε η κινητήρια δύναμη για την άνοδο του ισλαμισμού στη χώρα μας». Ο Ζόρνταν Μπαρντέλα υπερθερμάτιζε, επανειλημμένα, ιδίως από το 2022, μετά την εκλογή του Αλί Ραμπέ, υποψηφίου του «Génération-s»2, στη δημαρχία: «Η Τραπ είναι μια μικρή ισλαμική δημοκρατία σε μικρογραφία».
Αυτό το δράμα συνέβη, λοιπόν, σε ένα πλαίσιο όπου αυτές οι δηλώσεις των σημερινών ηγετών του RN μπορούν να διαδίδονται στα μέσα ενημέρωσης, χωρίς να προκαλούν τις αντιδράσεις που προκαλούσαν ακόμη τη δεκαετία του ‘90 οι δηλώσεις του Ζαν Μαρί Λεπέν. Ο λόγος είναι απλός. Το κυρίαρχο πολιτικό προσωπικό, στη μεγάλη του πλειοψηφία, αποδέχεται πλέον την ενσωμάτωση της ακροδεξιάς, του RN, ως μιας αξιοσέβαστης πολιτικής δύναμης με την οποία μπορούν να συνάπτονται κυβερνητικές συμφωνίες και η οποία, όπως στην Ιταλία, μπορεί ακόμη και να αναλάβει επικεφαλής μιας κυβέρνησης. Αυτό προϋποθέτει προφανώς την οριστική ρήξη με ό,τι απομένει από τις πρακτικές απομόνωσης του RN και άρνησης κάθε συμμαχίας μαζί του –πρακτικές που είχαν υιοθετηθεί εδώ και δεκαετίες και που ήταν πάνω κάτω από τη δεξιά.
Αυτός ο “φραγμός κατά του RN” (που είχε χρησιμοποιήσει δύο φορές ο Μακρόν για να εκλεγεί πρόεδρος, τόσο το 2017 όσο και το 2022) είχε λειτουργήσει και πάλι στις βουλευτικές εκλογές του 2024, επιτρέποντας, με πολλές παραιτήσεις υποψηφίων, να αποφευχθεί μια πλειοψηφία βουλευτών του RN στη Εθνοσυνέλευση. Όμως, από αυτή την φάση, αυτοί που βγήκαν νικητές ήταν κυρίως το Νέο Λαϊκό Μέτωπο και η «Ανυπότακτη Γαλλία», ενώ και τόσο η δεξιά όσο και οι μακρονικοί αποσταθεροποιήθηκαν, με την παρουσία μιας σχετικής πλειοψηφίας κατά της λιτότητας στη Εθνοσυνέλευση.
Έκτοτε, τα τελευταία δύο χρόνια, παράλληλα με μια “κανονικοποίηση” του RN, από τα μέσα ενημέρωσης και από το στρατόπεδο του Μακρόν, αναδύθηκε και ένα νέο μάντρα, μια εμμονή, να συνδέονται φραστικά και επανειλημμένα η LFI [Ανυπότακτη Γαλλία] και ο Μελανσόν με αντισημιτισμό, και να εμφανίζονται ως βίαιοι και ως εχθροί της δημοκρατίας. Η διάδοση αυτού του μάντρα, με περιθωριοποίηση, με προσβολές, με δαιμονοποίηση της “Ανυπότακτης Γαλλίας”, είχε σα στόχο να δημιουργήσει, στον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων ένα παβλοφικό αντανακλαστικό, έτσι ώστε η απλή αναφορά του LFI ή του Μελανσόν να προκαλεί αίσθημα αηδίας και απόρριψης.
Αυτό είχε μια ειδική επίπτωση στο ίδιο το Σοσιαλιστικό Κόμμα, καθώς, μόλις δύο χρόνια μετά τη νικηφόρα συμμαχία του NFP [Νέου Λαϊκού Μετώπου] το 2024 και χωρίς, από τότε, να έχει συμβεί κανένα σημαντικό πολιτικό γεγονός που να το δικαιολογεί, ένας μεγάλος αριθμός στελεχών του φτάνει να δηλώνει ότι αποκλείεται να αποσυρθούν υπέρ του Μελένσον ή ενός υποψηφίου της LFI απέναντι στο RN στις επόμενες εκλογές. Αυτή η εμμονή, αυτή η αντι-LFI ρητορική, που παλαιότερα ήταν κυρίως έργο του CNews -του προπαγανδιστικού καναλιού του δισεκατομμυριούχου Μπολορέ-, έχει εξαπλωθεί ευρέως και στα υπόλοιπα μέσα ενημέρωσης.
Έτσι, έχει εδραιωθεί μια συμμετρία ανάμεσα στα πιστοποιητικά αξιοπρέπειας που απονέμονται αδιάκοπα στο RN, το κόμμα της τάξης (αποκρύπτοντας επιμελώς όλες τις ρατσιστικές προσβολές και προκλήσεις, καθώς και τις ρίζες που συνδέουν βαθιά αυτό το κόμμα με τον φασισμό και τις εγκληματικές του εμμονές) και στα διαρκή αναθέματα που αποκλείουν την LFI από τη δημοκρατική κοινότητα.
Το δράμα της Τραπ έπληξε σοβαρά το αηδιαστικό αυτό σύστημα της απλόχερης επιείκειας απέναντι σε ρατσιστικές λέξεις και συνθήματα, που ξαφνικά προκαλούν θάνατο και παραλίγο να προκαλέσουν και μαζική σφαγή, δεδομένου ότι ο δολοφόνος χρησιμοποίησε 128 σφαίρες κατά τη διάρκεια της επίθεσής του. Αυτό προκάλεσε ευρεία κινητοποίηση του πληθυσμού, με εκδηλώσεις αλληλεγγύης στην ίδια την Τραπ, την επομένη της επίθεσης, ενώ στην Ορλεάνη μια διαδήλωση 26.000 ατόμων ενάντια στο συνέδριο του Εθνικού Συνδέσμου ενίσχυσε τη βούληση και τις γραμμές του να δημιουργηθεί ένα μέτωπο κατά του Εθνικού Συνδέσμου και μια πραγματική ενότητα των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων της αριστεράς. Ακολούθησε και άλλη μια συγκέντρωση 12.000 ανθρώπων στην Τραπ στις 30 Οκτωβρίου.
Παρά ταύτα, με απεριόριστο κυνισμό, ο Μακρόν και ο Λεκορνύ καταδίκασαν, βεβαίως, την επίθεση στην Τραπ, αλλά ο Λεκορνύ τόλμησε να συγκρίνει τη δολοφονία του Πενγκό Μποσιό Βανγκί με τον θάνατο του νεοφασίστα Κεντέν Ντεράνκ, ο οποίος είχε υποκύψει στα τραύματα στο κεφάλι του κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης μεταξύ της ομάδας του και αριστερών ακτιβιστών. Όσο για τον Μακρόν, επέμεινε στη συμμετρία, συγκρίνοντας τον εγκληματικό ρατσισμό της ακροδεξιάς με τον υποτιθέμενο αντισημιτισμό της αριστεράς. Με αυτά ακριβώς σβήνει τον θανάσιμο κίνδυνο που αντιπροσωπεύει η ακροδεξιά.
Από τότε, φυσικά, τα ΜΜΕ και η κυβέρνηση προσπαθούν να καλύψουν αυτό το δράμα, το οποίο θα έπρεπε κανονικά να επιβάλει σιωπή στα ισλαμοφοβικά λόγια και προσβολές. Όπως λέει ο Αλί Ραμπέ, δήμαρχος της Τραπ, ο ρατσισμός, η ισλαμοφοβία και η «θεωρία της μεγάλης αντικατάστασης» δεν είναι ιδέες ή απόψεις, είναι αδικήματα που πρέπει να αντιμετωπίζονται ως τέτοια, ώστε να τερματιστεί η κανονικοποίηση αυτών των ιδεών που οδηγούν σε διακρίσεις, στον καθημερινό ρατσισμό, στις προσβολές και σε δολοφονίες. Το να λέει κανείς ότι οι Εβραίοι κυβερνούν τον κόσμο τιμωρείται -και δικαίως- από τον νόμο κατά του αντισημιτισμού. Είναι άραγε μικρότερο αδίκημα η δήλωση ότι οι Άραβες και οι Μαύροι θα αντικαταστήσουν τους Λευκούς στη Γαλλία;
Σε αυτό το πλαίσιο είναι που ο Μακρόν και η κυβέρνησή του αντιμετωπίζουν, από τις 17 Οκτώβρη, μια δοκιμασία συσχετισμού δύναμης στους δρόμους, με δύο νέες μεγάλες ημέρες διαδηλώσεων στις 24 και 31 Οκτωβρίου -οι οποίες, παρά τις απαγορεύσεις και την εκφοβιστική προπαγάνδα, συγκέντρωσαν 800.000 η πρώτη και 500.000 άτομα η δεύτερη- και με την 5η Νοεμβρίου να πλησιάζει, μεγάλη ημέρα κινητοποίησης και γενικής απεργίας που έχουν κηρύξει τα συνδικάτα εδώ και ένα μήνα και στην οποία καλούν και τα «Κίτρινα Γιλέκα» και οι οργανώσεις νεολαίας.
Η κυβέρνηση δημιουργεί στην πράξη ένα κλίμα βίας και καταστολής, περιγράφοντας τη χώρα σα να βρίσκεται στο χείλος του χάους, θύμα από ορδές ακροαριστερών. Γι’ αυτό, εδώ και δεκαπέντε ημέρες, τα μέσα ενημέρωσης επαναλαμβάνουν αδιάκοπα μόνος «βίαιες σκηνές στους δρόμους», μαρτυρίες αστυνομικών που περιγράφουν τις προετοιμασίες τους για να επικρατήσει η τάξη, εμπόρους που εκθέτουν τη λεηλασία των καταστημάτων τους… και την ανάγκη να επικρατήσει η τάξη.
Στο όνομα της ελευθερίας του εμπορίου και της προστασίας των εμπόρων απαγορεύτηκαν πολλές διαδηλώσεις στις 24 και 31 Οκτωβρίου, ενώ επίσης επιβλήθηκαν τροποποιήσεις των διαδρομών μακριά από τα κέντρα των πόλεων, τοπικές απαγορεύσεις κυκλοφορίας θεσπίστηκαν, και είναι στο όνομα του κινδύνου ταραχών που ο υπουργός Εσωτερικών εξέδωσε διατάγματα που επέβαλαν κατ’ οίκον περιορισμό και απαγόρευσαν τις διαδηλώσεις σε ακτιβιστές περιβαλλοντολόγους ή συνδικαλιστές, εφαρμόζοντάς τους μέτρα που, σύμφωνα με το νόμο, εμπίπτουν στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Ομοίως, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Ζεράλντ Νταρμανέν, πίεζε μάλιστα να παραταθεί η προανακριτική κράτηση σε 72 ώρες για τους συλληφθέντες νέους, συμπεριλαμβανομένων των ανηλίκων, το οποίο προβλέπεται από το νόμο μόνο στο πλαίσιο της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος.
Τέσσερις εισηγητές του ΟΗΕ δημοσίευσαν παρατηρήσεις και συστάσεις στις 28 Οκτωβρίου, εκφράζοντας την απογοήτευσή τους για την καταστολή των φοιτητικών διαδηλώσεων. «Η χρήση βίας, οι πράξεις βίας και οι μαζικές συλλήψεις δεν αποτελούν κατάλληλες απαντήσεις σε ένα κοινωνικό κίνημα διαμαρτυρίας…»3. Όλες αυτές οι νομικές παρακάμψεις, αυτές οι εξαιρετικές αποφάσεις αντανακλούν το πολιτικό αδιέξοδο μιας κυβέρνησης που έχει στριμωχτεί, η οποία επιδιώκει να καταπνίξει το κίνημα, να το δυσφημίσει και, κυρίως, να προκαλέσει φόβο πολλαπλασιάζοντας την καταστολή. Αυτή η καταστολή, αυτό το κλίμα άγχους, οι πολυάριθμοι τραυματισμοί σε μάτια, σε χέρια ή σε γνάθους που υπέστησαν πολλοί νέοι και νέες έρχονται όμως σε πλήρη αντίθεση με τον χαρούμενο, χιουμοριστικό χαρακτήρα των συνθημάτων στα πλακάτ και των τραγουδιών που διανθίζουν τις πορείες της νεολαίας, παρά τα δακρυγόνα και τα γκλομπ. Αυτή η χαρούμενη γαλήνη, που είναι όμως σοβαρή ως προς τα αιτήματά της, βρίσκεται στο ακριβώς αντίθετο άκρο μιας κυβέρνησης που βρίσκεται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση και αναζητά κάθε μέσο για να ξεφύγει από την παγίδα στην οποία την έχει εγκλωβίσει σήμερα το κίνημα.
Η αντιμετώπισή της είναι τόσο πιο κατασταλτική και “ασφάλειας” όσο ακριβώς περισσότερο βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο και δεν θέλει να αμφισβητήσει μια οικονομική πολιτική απόλυτα αφιερωμένη στα συμφέροντα των μεγάλων καπιταλιστικών ομίλων και μια κοινωνική πολιτική που στοχεύει στην αποδιάρθρωση των δημόσιων υπηρεσιών και των κοινωνικών συστημάτων. Στο σχέδιο προϋπολογισμού του, ο Λεκορνύ προτείνει και νέα μείωση των επιδομάτων στέγασης (APL), των οικογενειακών επιδομάτων και των συντάξεων, δηλαδή, εν γένει, των παροχών που κανονικά παίρνουν οι μισθωτοί από το κοινωνικό τμήμα του μισθού τους, αλλά οι οποίες, από το 1995, περνάνε μέσα από τον κρατικό προϋπολογισμό. Σε αντάλλαγμα ακριβώς, αντιμετωπίζει βία στους δρόμους, η οποία αντανακλά τη βία που ασκεί η αστυνομία του και την καθημερινή κοινωνική βία που επιβάλλει η πολιτική του σε εκατομμύρια άνδρες και γυναίκες των λαϊκών τάξεων.
Ο Μακρόν και ο Λεκορνύ χρησιμοποιούν την αστυνομία (και ίσως σύντομα και τον στρατό) για να προστατεύσουν μια ταξική πολιτική και χρησιμοποιούν τους «μικρέμπορους» -η προστασία των οποίων προβάλλεται ως ευγενές πρόσχημα- για να εκμεταλλευτούν κυνικά μια κοινωνική κατηγορία η οποία περιφρονείται εξίσου από την εξουσία του Μακρόν –σε σχέση με τα πραγματικά καταστήματα τεχνιτών και τα ανεξάρτητα εμπορικά καταστήματα. Όχι μόνο δεν αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως οι μεγάλοι καπιταλιστικοί όμιλοι, με τους οποίους μερικές φορές μπορεί να αισθάνονται αλληλεγγύη, αλλά και βλέπουν οι μικρές βιοτεχνικές επιχειρήσεις και τα καταστήματα λιανικής και τοπικής εμπορίας (με λιγότερους από 3 υπαλλήλους) την κατάστασή τους να επιδεινώνεται χρόνο με το χρόνο, με 14.162 πτωχεύσεις το 2025, αύξηση 5% σε σχέση με το 2024. Αυτές οι επιχειρήσεις συχνά πλήττονται σφοδρά από τη μείωση της αγοραστικής δύναμης, το ηλεκτρονικό εμπόριο και την ανάπτυξη εμπορικών κέντρων γύρω από τους μεγάλους διανομείς και εκτός των κέντρων των πόλεων. Προφανώς, δεν επωφελούνται καθόλου από τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια που αποκομίζουν οι μεγάλοι όμιλοι. Οι συνέπειες των υπερφιλελεύθερων πολιτικών είναι πολύ πιο καταστροφικές από τα 1.160 καταστήματα στα κέντρα του Παρισιού (πολλά από τα οποία ανήκουν σε μεγάλους ομίλους), της Μασσαλίας και του Μπορντό, τα οποία επλήγησαν σοβαρά από καταστροφές και λεηλασίες.
Παρ’ όλα αυτά, αφού αντιμετώπισε με περιφρόνηση και βία το κίνημα των μαθητών λυκείου που προήλθε από τις λαϊκές γειτονιές, και μετά τη γενίκευση του κινήματος σε ολόκληρη τη μαθητική νεολαία τον Οκτώβριο, η δύναμη της 17ης Οκτωβρίου ανάγκασε την κυβέρνηση να ανοίξει ελαφρώς μια πόρτα σε μερικές παραχωρήσεις. Αυτές ανακοινώθηκαν στις 26 Οκτωβρίου.
Παράλληλα, όμως, αναδύθηκε και μια σχιζοφρενική συμπεριφορά σε σχέση με τα τα κοινωνικά δίκτυα. Στις 17 Οκτωβρίου, το διαδικτυακό μέσο ενημέρωσης Blast αποκάλυψε μια επιστολή του Λεκορνύ στους επικεφαλής των τεσσάρων παρόχων πρόσβασης στο διαδίκτυο (ISP), τις Orange, Bouygues, Free και SFR, ζητώντας τους να είναι έτοιμοι να διακόψουν την πρόσβαση στο TikTok, το Snapchat και το Instagram, την ημέρα της διαδήλωσης της 24ης Οκτωβρίου: «Ζητώ, εφόσον δώσω την εντολή, να προχωρήσετε χωρίς καθυστέρηση στην προσωρινή αναστολή των σχετικών υπηρεσιών». Ο Λεκορνύ ζήτησε επίσης να «διατηρηθεί η απαραίτητη εμπιστευτικότητα για την προετοιμασία αυτού του μέτρου»4. Η δικαιολογία ήταν, φυσικά, οι κίνδυνοι «συντονισμού επιχειρησιακών μηχανισμών βίας». Λίγες ώρες πριν από τη συνάντηση με τις οργανώσεις νεολαίας, ο Λεκορνύ, ο υπουργός Εθνικής Παιδείας και ο υπουργός Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης δέχτηκαν οκτώ influencers, ώστε να μεταδώσουν τα μέτρα που είχαν ανακοινωθεί για τη νεολαία, πριν ακόμη συναντήσουν τις οργανώσεις νεολαίας, ελπίζοντας έτσι να τις παρακάμψουν. Την προηγούμενη μέρα, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στη Μασσαλία, ο Μακρόν δεν δίστασε ωστόσο να δηλώσει: «Τα κοινωνικά δίκτυα καταστρέφουν την κοινωνία μας». Αυτή η άθλια τακτική, που σηματοδοτούσε μια κυνική περιφρόνηση προς τις οργανώσεις νεολαίας, δεν μπόρεσε να έχει επιτυχία. Οι «influencers» δεν μπόρεσαν να υπηρετήσουν αυτό το παιχνιδάκι.
Οι ανακοινώσεις του Λεκορνύ μαρτυρούν προφανώς, καταρχήν, το συσχετισμό δύναμης που δημιούργησε το κίνημα και η νομιμοποίησή του απέναντι σε ολόκληρο τον πληθυσμό, ένας συσχετισμός δύναμης που επιβλήθηκε μετά από 7 εβδομάδες «κινητοποίησης», με την προώθηση απαντήσεων στα αιτήματα που είχαν τεθεί. Ωστόσο, αν τις συγκρίνουμε με την κατάσταση στα σχολεία και τις συνέπειες για εκατοντάδες χιλιάδες νέους, πριν και μετά τις απολυτήριες εξετάσεις, αυτές οι ανακοινώσεις δεν είναι παρά φούμαρα που δείχνουν και πάλι πόσο αυτή η κυβέρνηση θεωρεί τους νέους ανόητους ή εύπιστους, καθώς, όπως λένε και πολλοί πολιτικοί, «οι υποσχέσεις δεσμεύουν μόνο όσους τις πιστεύουν».
Η πραγματικότητα είναι ότι το κίνημα των μαθητών λυκείου και των φοιτητών απαιτούσε άμεση αύξηση του προϋπολογισμού κατά 10 δισεκατομμύρια το 2027 για τα λύκεια και τα πανεπιστήμια (το AES-Plus jamais ça5 υπολογίζει, εξάλλου, ότι τα αναγκαία κονδύλια για την ανακαίνιση και την προσαρμογή των κτιρίων ανέρχονται στα 50 δισεκατομμύρια).
Συνολικά όμως, πίσω από τις φαμφαρόνικες ανακοινώσεις της 26ης Οκτωβρίου («η κυβέρνηση δεσμεύει 5 έως 6 δισεκατομμύρια στον προϋπολογισμό», δήλωσε ο Λεκορνύ), το πραγματικό ποσό αντιστοιχεί, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της κύριας οικονομικής εφημερίδας «Les Echos»6, σε ένα κονδύλι του προϋπολογισμού ύψους… 500 εκατομμυρίων για τον προϋπολογισμό του 2027, δηλαδή πάνω από 10 φορές λιγότερο!
Η κυβέρνηση αναγγέλλει:
– 4 δισεκατομμύρια υπό μορφή δανείων με μειωμένα επιτόκια που χορηγούνται στις περιφέρειες από την Banque des territoires. Πρόκειται, λοιπόν, για δάνεια που αναλαμβάνουν οι περιφέρειες, χωρίς καμία πρόσθετη χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό.
– 1 δισεκατομμύριο για τη χρηματοδότηση ανακαινίσεων των πανεπιστημίων… έως το 2029, δηλαδή 200 εκατομμύρια για το 2027.
– 15.000 επιπλέον θέσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (στον προϋπολογισμό του 2027, 190 εκατομμύρια), ενώ οι οργανώσεις νεολαίας ζητούν 150.000 θέσεις, δηλαδή 10 φορές περισσότερες, ώστε κάθε νέος που έχει περάσει το απολυτήριο να μπορεί να εξασφαλίσει θέση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Επιπλέον, όσον αφορά το Parcoursup, αντί να καταργήσει αυτή την πλατφόρμα επιλογής φοιτητών, όπως ζητούν οι οργανώσεις νεολαίας, και τα συνδικάτα FSU και Sud Education, η κυβέρνηση μεταθέτει στο 2028 κάποιες «αλλαγές» που δεν τη δεσμεύουν σε τίποτα, και κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: «ομάδες εργασίας». Κατά τάλλα, η επιλογή θα διατηρηθεί ως έχει, με μόνη εξήγηση για την αιτία των απορρίψεων ότι υπάρχει μια γραπτή ανακοίνωση!
Το μόνο πιο συγκεκριμένο κέρδος είναι 1.200 θέσεις εκπαιδευτικών στα BTS (Brevet de technicien supérieur, διετές πρόγραμμα σπουδών μετά το απολυτήριο), καθώς και 500 θέσεις στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με στόχο μια πορεία προς τους 28 μαθητές ανά τάξη στο 50% των πιο μειονεκτούντων λυκείων. Η κίνηση αυτή θα επέτρεπε λοιπόν να επιβραδυνθεί η κατάργηση θέσεων, αλλά, με 1 επιπλέον εκπαιδευτικό για κάθε 7 λύκεια, απέχουμε πολύ από τις ανάγκες για να επιτευχθεί ο αριθμός των 25 μαθητών ανά τάξη στη γενική και τεχνολογική δευτεροβάθμια εκπαίδευση, και των 20 μαθητών στα λύκεια προτεραιότητας και επαγγελματικής εκπαίδευσης, όπως ζητούν τα συνδικάτα των εκπαιδευτικών.
Συνολικά, όπως ήταν αναμενόμενο, η κυβέρνηση δεν κάνει καμία κίνηση. Σε ένα αίτημα για 10 δισεκατομμύρια, απαντά με 500 εκατομμύρια ευρώ! Δεν έχει καμία διάθεση να συζητήσει τα 270 δισεκατομμύρια ευρώ που προσφέρει στους καπιταλιστές, κυρίως στους μεγάλους ομίλους.
Δεν υπάρχει καμία πρόθεση να υποβληθούν σε φόρο εισοδήματος τα 13.000 φορολογικά νοικοκυριά εκατομμυριούχων που απαλλάσσονται από αυτόν, ούτε να φορολογηθούν οι 500 μεγαλύτερες περιουσίες της χώρας, οι οποίες έχουν πολλαπλασιάσει κατά 14 φορές την περιουσία τους τα τελευταία 30 χρόνια, που ανέρχεται σήμερα σε 1.128 δισεκατομμύρια ευρώ7. Αλλά αύριο, δεν θα είναι τα 10 δισεκατομμύρια που θα απαιτήσουν οι μισθωτοί και οι ομάδες που θα απεργήσουν στις 5 Νοεμβρίου. Θα είναι η αναπροσαρμογή των μισθών, ώστε να καλυφθεί η καθυστέρηση που έχει προκύψει από την πανδημία του Covid και τον υψηλό πληθωρισμό, με τις τιμές των τροφίμων και των καυσίμων, τους πενιχρούς προϋπολογισμούς, όχι μόνο για την Εθνική Εκπαίδευση, αλλά και για τα νοσοκομεία και τις δημόσιες υπηρεσίες. Αυτός ο συσχετισμός δυνάμεων για την επιβολή αυτών των αιτημάτων είναι που διαμορφώνεται τώρα για τις 5 Νοεμβρίου.
Η πορεία προς μια γενικευμένη σύγκρουση, μια πραγματική γενική απεργία τις επόμενες ημέρες, είναι προφανώς απαραίτητη για να κλείσουμε τον λογαριασμό με τις πολιτικές του Μακρόν. Αυτό είναι ακόμη πιο δύσκολο, καθώς η κυβέρνηση αυτή βρίσκεται σε δύσκολη θέση και έχει εξαντληθεί, κρυμμένη πίσω από τις ασπίδες των ΜΑΤ (CRS). Ο Νουνιέζ και άλλοι, όπως ο Μανουέλ Βαλς, αρέσκονται να λένε ότι μόνο «το κράτος κατέχει το μονοπώλιο της νόμιμης βίας», παραθέτοντας εν μέρει τον Άγγλο φιλόσοφο Τόμας Χομπς του 17ου αιώνα και τον Γερμανό κοινωνιολόγο του 19ου αιώνα, τον Μαξ Βέμπερ. Για τον Μαξ Βέμπερ αυτή η «νομιμότητα» προέρχεται από το γεγονός ότι ο λαός αποδέχεται την κρατική εξουσία, ή, όπως το έθεσε διαφορετικά ο Τόμας Χομπς, αυτή η νομιμότητα προέρχεται από ένα κοινωνικό συμβόλαιο με τον λαό, ο οποίος αποδέχεται τη βάση της εξουσίας στο πλαίσιο αυτού του συμβολαίου. Επομένως, για αυτούς δεν είναι τόσο η βία που είναι νόμιμη, όσο το ίδιο το κράτος, του οποίου η νομιμότητα αναγνωρίζεται στο πλαίσιο του κοινωνικού συμβολαίου…
Το πρόβλημα είναι ότι ο Μακρόν δεν έχει καμία νομιμοποίηση, καθώς επιβάλλει μια εξαιρετικά μειοψηφική κυβέρνηση και πολιτική σε αυτή τη χώρα.
Léon Crémieux
31/10/2026 |
Μετάφραση ΤΠΤ – “4” (με τη βοήθεια της DeepL) από τα γαλλικά και ισπανικά (Viento Sur).
Σημειώσεις
1Ο Σοράλ (δοκιμιογράφος της ακροδεξιάς και ιδρυτής της Égalité & Réconciliation, που ιδρύθηκε το 2007) και ο κωμικός Ντιεντοντέ εκφράζουν έναν δηλωμένο αντισημιτισμό με καταγγελία της «ταλμουδικής-σιωνιστικής συνωμοσίας».
2Το Génération·s είναι ένα γαλλικό αριστερό πολιτικό κόμμα, που ιδρύθηκε την 1η Ιουλίου 2017 από τον Benoît Hamon μετά την αποχώρησή του από το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PS).
3https://www.ohchr.org/fr/press-releases/2026/10/france-un-experts-appalled-crackdown-student-protests
4https://www.ohchr.org/fr/press-releases/2026/10/france-un-experts-appalled-crackdown-student-protests
5Η Οικολογική και Κοινωνική Συμμαχία (AES), που αρχικά ονομαζόταν Ποτέ πια (PJC), είναι μια γαλλική οργάνωση που συγκεντρώνει συνδικάτα και περιβαλλοντικές οργανώσεις και ιδρύθηκε το 2020, εν μέσω της πανδημίας του κορονοϊού.
6Les Echos Stéphane Loignon, Budget 2027 : ce que vont vraiment coûter les mesures pour les lycéens et les étudiants, 27 octobre 2027.
7Challenges https://www.challenges.fr/fortunes/fortunes-2025-la-folle-ascension-des-grandes-fortunes-francaises-depuis-1996_615873