Η έννοια του ιμπεριαλισμού και η ιστορία της

της Ana Cristina Carvalhaes

Εισαγωγικά στη συζήτηση της Διεθνούς Επιτροπής για τον ιμπεριαλισμό, α’ μέρος (Φλεβάρης 2026):

Σημειώσεις για την έννοια του ιμπεριαλισμού και την ιστορία της

Δημοσιεύουμε εδώ το πρώτο τμήμα μιας εισήγησης για τον ιμπεριαλισμό, που παρουσιάστηκε από την σ.Άνα Κριστίνα Καρβαλάες στη συνεδρίαση της Διεθνούς Επιτροπής της 4ης Διεθνούς τον Φεβρουάριο του 2026. [Για το β’μέρος, βλ.: Peter Drucker “Κίνα, Ρωσία και Μέση Ανατολή: Οι ενδο-ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις και τα όριά τους]


Στην εποχή του Τραμπ και του ανταγωνισμού του με μια ανερχόμενη Κίνα καθώς και του κατακτητικού πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, είναι χρήσιμο να επανέλθουμε στην έννοια του ιμπεριαλισμού, την οποία ακόμη και προοδευτικοί επιμένουν να περιφρονούν, ιδιαίτερα στις… ιμπεριαλιστικές χώρες. Η ιδέα εδώ είναι να θυμίσουμε την προέλευσή της και μερικές από τις σημαντικές αντιπαραθέσεις και συζητήσεις γύρω από αυτό το οικονομικοπολιτικό και στρατιωτικό φαινόμενο, έτσι ώστε να είμαστε όλοι στο ίδιο εννοιολογικό μήκος κύματος. Το να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που συζητάμε θα μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε τις σημερινές συζητήσεις σε αυτή τη στιγμή μεγάλων αναταράξεων που διαπερνάει το διεθνές σύστημα:

  • Από πού πηγάζει άραγε η πολεμοχαρής και νεοαποικιακή στροφή των Ηνωμένων Πολιτειών;
  • Ποιος είναι ο βαθμός ριζοσπαστικότητας των αλλαγών στον ηγεμονικό ιμπεριαλισμό, με την ακροδεξιά στην εξουσία στον Λευκό Οίκο;
  • Ποιος είναι ο ρόλος της Κίνας και της Ρωσίας σήμερα και πώς να τις χαρακτηρίσουμε;

(Βλ., σχετικά με την Κίνα και τη Ρωσία, το άρθρο του Peter Drucker: Οι ενδοιμπεριαλιστικές συγκρούσεις και τα όριά τους.)

Ο διεθνής, και πλανητικός, χαρακτήρας της καπιταλιστικής επέκτασης επισημάνθηκε ρητά και από νωρίς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο του 1848. Στο Κεφάλαιο, αναλύοντας το αγγλικό καπιταλιστικό μοντέλο για να κατανοήσει τη λειτουργία και τους γενικούς κανόνες του συστήματος στο σύνολό του, ο Μαρξ αναφέρεται συχνά στο εξωτερικό εμπόριο ως διεθνές στοιχείο του. Αλλά είναι στο περίφημο κεφάλαιο 24 του Τόμου Ι όπου όπου βρίσκουμε την πιο καθαρή διατύπωση: Όταν ασχολείται με την πρωταρχική, ή αρχική, συσσώρευση, ή καλύτερα ακόμα στα αγγλικά «previous accumulation», μας θυμίζει ότι, όπως έγινε και με τις περιφράξεις [enclosures] στην Ευρώπη (δηλαδή με την απαλλοτρίωση των χωρικών), έτσι και οι υποτιθέμενες “ανακαλύψεις” της Αμερικής και εδαφών της Ασίας -δηλαδή, η εισβολή των Ευρωπαίων στα εδάφη του σημερινού Παγκόσμιου Νότου- ήταν ουσιαστικές για την ίδια τη συσσώρευση και την εκβιομηχάνιση των ευρωπαϊκών κέντρων και, στη συνέχεια, και των ΗΠΑ. Ο Μαρξ, βέβαια, απήχε ακόμα πολύ από το να μιλήσει για ιμπεριαλισμό. Δεν έζησε για να τον δει ωριμάζει, με όλα του τα στοιχεία του.

Ο ιμπεριαλισμός, ως ένας νέος (εκείνη την εποχή) τρόπος λειτουργίας, ουσιαστικός για την καπιταλιστική ανάπτυξη, αρχίζει να διαμορφώνεται στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, όταν ουσιαστικές αλλαγές γίνονται απολύτως ορατές στο σύστημα. Το 1880, στη Διάσκεψη του Βερολίνου, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις συμφωνούν να μοιράσουν μεταξύ τους την Αφρική. Τη δεκαετία του 1870 μια μεγάλη ευρωπαϊκή οικονομική κρίση ξεσπάει και, από τα τέλη της δεκαετίας του 1890, με τον Ένγκελς ακόμα να ζει, ξεκινά μέσα στη 2η Διεθνή μια μεγάλη συζήτηση για τη νέα κατάσταση του καπιταλισμού, ιδίως σε σχέση με την προφανή πλέον διεθνή του επέκταση, την άνοδο του γερμανικού καπιταλισμού στην Ευρώπη, την ενίσχυση του αποικιοκρατισμού μέσα από νέες και πιο βίαιες μεθόδους απαλλοτρίωσης του πλούτου στις αποικίες, καθώς και τα προμηνύματα πολέμου μεταξύ των ιμπεριαλιστικών χωρών.

Η ευρωπαϊκή συζήτηση

Είναι αδύνατον να συνοψίσουμε εδώ όλο το εύρος και το βάθος των σκέψεων, των συζητήσεων και των συνεισφορών όλης αυτής της γενιάς των ευρωπαίων σοσιαλιστών. Στην μαρξιστική έννοια του ιμπεριαλισμού συνέβαλαν ιδιαίτερα ο Άγγλος John A. Hobson, ο Αυστριακός πολιτικός οικονομολόγος Rudolf Hilferding -και οι δύο τους με έργα ουσιώδη για την κατανόηση της κυριαρχίας της χρηματοπιστωτικής σφαίρας στην καπιταλιστική οικονομία-, οι Γερμανοί ηγέτες Καρλ Κάουτσκι και Ρόζα Λούξεμπουργκ -που βρίσκονταν μεταξύ τους σε αντιτιθέμενα στρατόπεδα σε σχέση με τη συγκεκριμένη σοσιαλδημοκρατική πολιτική απέναντι στον πόλεμο, οι «Ρώσοι» Μπουχάριν, Λένιν, Πάρβους, και εν μέρει και ο Τρότσκι, με την ιδέα του για «άνιση και συνδυασμένη ανάπτυξη».

Το ξέσπασμα του πολέμου, το 1914, δηλητηρίασε σημαντικά τη συζήτηση που ήδη υπήρχε. Ο Κάουτσκι, που θεωρούνταν τότε ως ο κύριος ηγέτης του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, του μεγαλύτερου κόμματος της 2ης Διεθνούς, ωθεί σε μια καταστροφική εθνικιστική (δηλαδή, αντιδιεθνιστική) πολιτική που de facto στηρίζει το γερμανικό ιμπεριαλισμό, με τη σοσιαλδημοκρατική κοινοβουλευτική του ομάδα να εγκρίνει τις πολεμικές πιστώσεις. Την ίδια χρονιά, το 1914, ο Κάουτσκι δημοσιεύει ένα κείμενο στο οποίο αντιμετωπίζει τη δυνατότητα ο καπιταλισμός να μπορούσε να αποφύγει τον πόλεμο αν όλες οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ενώνονταν για τον σκοπό αυτό, σαν ένα καρτέλ μεταξύ επιχειρήσεων. Δεν κατονομάζει ο ίδιος την έννοια, αλλά αυτή η λανθασμένη αντίληψή του παίρνει το όνομα ενός “υπέρ” ή “σούπερ” ιμπεριαλισμού.

Ο Λένιν αντιτίθεται στον Κάουτσκι, στα πεδία τόσο της θεωρίας και της πολιτικής, επιβεβαιώνοντας ότι η τάση της νέας καπιταλιστικής συγκρότησης είναι να οδηγείται, μεταξύ άλλων, και σε πολέμους μεταξύ των δυνάμεων. Το έργο του “Ο ιμπεριαλισμός, ανώτερο στάδιο του καπιταλισμού”, του 1916, που γράφεται εν μέσω πολέμου, είναι ο καρπός μιας συλλογικής συζήτησης. Ο Λένιν συνθέτει λαμπρά τη συζήτηση αυτή, προσθέτει τις δικές του συνεισφορές, αλλά πάντα σε διάλογο και αφομοιώνοντας, με την καλή έννοια του όρου, στοιχεία από προηγούμενα κείμενα, όπως “Ο ιμπεριαλισμός, μια μελέτη”, του Χόμπσον (1902), “Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο”, του Χίλφερντινγκ (1910), και “Ο ιμπεριαλισμός και η παγκόσμια οικονομία”, του Μπουχάριν (1915, ολοκληρώθηκε το 1917).

Πρέπει να σημειωθεί ότι η λενινιστική ιδέα αναφέρεται σε μια εποχή, σε έναν νέο τρόπο λειτουργίας του καπιταλισμού. Δεν μιλάει για κάποιο ειδικό φαινόμενο εισβολών και λεηλασίας, παρόλο που αυτές οι διαδικασίες αποτελούν συστατικά στοιχεία του φαινομένου.

  1. Πρώτον, είναι η εποχή της συστημικής κυριαρχίας της σύμπραξης μεταξύ τραπεζικού κεφαλαίου και βιομηχανικού κεφαλαίου, δηλαδή, η εποχή του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.
  2. Δεύτερον, η αυξανόμενη τάση του κεφαλαίο προς ολιγοπώλια ή μονοπώλια, δηλαδή το τέλος του ελεύθερου ανταγωνισμού. Ο τελευταίος παύει να υπάρχει: ο ανταγωνισμός μεταφέρεται μεταξύ μεγάλων ομίλων που κυριαρχούν σε κλάδους και τομείς και, μερικές φορές, και σε ολόκληρη την εθνική οικονομία.
  3. Τρίτον, η ολοένα και μεγαλύτερη απόσταση στην ανάπτυξη ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές βιομηχανικές χώρες της Ευρώπης και των ΗΠΑ, που ξεκινούσαν τότε τη δεύτερη Βιομηχανική τους Επανάσταση, και στις μακρινές περιοχές που αφιερώνονταν στην πρωτογενή παραγωγή ή σε μια πολύ αρχική εκβιομηχάνιση.
  4. Τέταρτον, η τάση των εκβιομηχανισμένων εθνών, εξαιτίας των αναγκών του κεφαλαίου τους, να επεκτείνουν την πολιτική, στρατιωτική και οικονομική τους εξουσία πάνω στα άλλα έθνη, ιδιαίτερα στα πιο καθυστερημένα στη βιομηχανική τους ανάπτυξη και στα πιο φτωχά.
  5. Πέμπτον, η αυξανόμενη αντιπαλότητα μεταξύ των ιμπεριαλισμών και η τάση προς τους ενδοϊμπεριαλιστικούς πολέμους.

Ο ιμπεριαλισμός σε μεταβολή

Αυτή η προχωρημένη έκφραση του καπιταλισμού παίρνει πολλές διαφορετικές μορφές κατά τη διάρκεια της ιστορίας:

  • Η περίοδος πολέμων, δηλαδή η περίοδος μεταξύ 1914 και 1946, κατά την οποία καταστράφηκε ένα σημαντικό μέρος των παραγωγικών δυνάμεων της ανθρωπότητας.
  • Τα «30 ένδοξα χρόνια», μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά τα οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες επιβεβαιώνονται ως ο ηγεμονικός ιμπεριαλισμός στη θέση της πρωτοπόρου Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Οι δυνάμεις της εποχής συνάπτουν μια συμφωνία για τους κανόνες λειτουργίας του διεθνούς συστήματος, με το πρότυπο χρυσού για το δολάριο, με το ΔΝΤ, τον ΟΗΕ και όλους τους διάφορους οργανισμούς του. Είναι επίσης μια περίοδος μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης της Σοβιετικής Ένωσης και του στρατοπέδου της, της κινεζικής επανάστασης, του κινήματος αποαποικιοποίησης της Ασίας και της Αφρικής.

Στη Λατινική Αμερική και στην Ανατολή, οι αστικοί εθνικισμοί με μαζική βάση, με τον Νάσερ, τον Καντάφι, το κόμμα Μπαάθ στο Ιράκ και στη Συρία· στη Λατινική Αμερική, ο Περόν, ο Βάργκας στη Βραζιλία, ο Βελάσκο Αλβαράδο στο Περού. Είναι η εποχή της κουβανικής επανάστασης και των εξεγέρσεων του ’68, που από τη Γαλλία εξαπλώθηκαν στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενάντια στον αντεπαναστατικό πόλεμο στο Βιετνάμ, με σημαντικές επιπτώσεις σε αυτό που τότε ονομαζόταν «τρίτος κόσμος».

  • Η ταραχώδης μεταβατική περίοδος της δεκαετίας του ’70. Οι κρίσεις της δεκαετίας του ’70 είναι άμεσες ή έμμεσες εκφράσεις ενός ανεπαρκούς ποσοστού κέρδους και μιας πτωτικής τάσης του ρυθμού συσσώρευσης. Το 1971 υιοθετείται μονομερώς από τις ΗΠΑ η εγκατάλειψη του χρυσού κανόνα· το 1973, πετρελαϊκή κρίση· και έναρξη της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στην Κίνα με τις συμφωνίες μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ.

Συνεισφορές της περιφέρειας

Καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έως τη δεκαετία του ’70, διεξάγονται πολλές συζητήσεις για τον ιμπεριαλισμό, επειδή υπάρχει ακριβώς στον κόσμο μια τεράστια ανάπτυξη του κινήματος κατά της αποικιοκρατίας, τμήμα του οποίου αποτελούν η κουβανική επανάσταση, η απο-αποικιοποίηση στην Αφρική, η επανάσταση και ο αντιιμπεριαλιστικός πόλεμος του Βιετνάμ, οι επαναστάσεις στη Νικαράγουα και στο Ελ Σαλβαδόρ στην Κεντρική Αμερική. Από αυτούς τους αγώνες θα προκύψουν πολλές συνεισφορές από τον Παγκόσμιο Νότο. Θα αναφέρουμε δύο θεμελιώδεις.

Ως αποτέλεσμα της προηγούμενης περιόδου, σε αυτό που ονομάζεται περιφέρεια του συστήματος συντελείται σε ορισμένες χώρες μια ανάπτυξη που μπορεί να μην τις οδηγεί ώς το σημείο να ενσωματωθούν στο κέντρο, αλλά τις κάνει πάντως να πάψουν να είναι απλώς περιφερειακές. Ο Μαντέλ συμμετέχει σε αυτή τη συζήτηση και αποκαλεί τις χώρες αυτές ύστερης εκβιομηχάνισης. Ο Βάλερσταϊν, από το ρεύμα που αναφέρεται στον Μαρξ, τον Βέμπερ και τον Μπροντέλ, τις αποκαλεί ημιπεριφερειακές. Και από τη λατινοαμερικάνικη μαρξιστική θεωρία της εξάρτησης -που αποτελεί την αριστερή πτέρυγα των στρουκτουραλιστών “αναπτυξιακών” της Cepal (Οικονομική Επιτροπή για τη Λατινική Αμερική)-, πιο συγκεκριμένα του Ruy Mauro Marini, αναδύεται η ιδέα του υποϊμπεριαλισμού. Στο πλαίσιο των αλλαγών στον διεθνή καταμερισμό εργασίας κατά τη μεταπολεμική περίοδο, ο Μαρίνι μελετά το φαινόμενο των «μεσαίων» εξαρτημένων χωρών που συνδυάζουν (α) ένα βαθμό υπερεκμετάλλευσης του εργατικού δυναμικού και ανισότητας που περιορίζουν την πραγματοποίηση της αξίας εντός των εθνικών συνόρων· (β) πράγμα που τις υποχρεώνει να προσανατολίζουν ένα μεγάλο μέρος της βιομηχανικής παραγωγής προς τις εξαγωγές, ενώ ταυτόχρονα αρχίζουν (γ) να αποκομίζουν κέρδη και να ασκούν γεωπολιτική επιρροή σε πιο ευάλωτες χώρες στις περιοχές τους, (δ) χωρίς να παύουν να μεταφέρουν πλούτο και να υποτάσσονται πολιτικά στον ηγεμονικό ιμπεριαλισμό. Πρόκειται για χώρες που συμπεριφέρονται ως ιμπεριαλιστικές στις περιοχές τους, αλλά ταυτόχρονα υποτάσσονται και σε έναν ισχυρότερο ιμπεριαλισμό. (Έννοια την οποία ο Patrick Bond καταχράται κάπως, όταν για παράδειγμα χαρακτηρίζει τη Ρωσία ως “υπο-ιμπεριαλιστική” όταν αποδίδει υπερβολική γεωπολιτική σημασία στους «υπο-ιμπεριαλισμούς» των BRIC, μια ετερογενή ομάδα που, πέρα από τον περιφερειακό ρωσικό ιμπεριαλισμό, περιλαμβάνει και την Κίνα, η οποία σήμερα έχει αποκοπεί εντελώς από τις χώρες «μεσαίου εισοδήματος»)1.

Η δεύτερη συμβολή προέρχεται από το ρεύμα που είναι γνωστό ως «ηγεμονικής μετάβασης», του Giovanni Arrighi. Ο Αρίγκι στηρίζεται στο έργο και στη θεωρία του Wallerstein, κληρονομιά του Braudel, σε σχέση με τους ηγεμονικούς κύκλους της καπιταλιστικής εξέλιξης (ιταλικές πόλεις τον 15ο αιώνα, Ολλανδία τον 16ο και 17ο αιώνα, Αγγλία από τον 18ο αιώνα και Ηνωμένες Πολιτείες από τον 20ό αιώνα), για να δείξει πρωτοποριακά την απαρχή ενός κινεζικού καπιταλιστικού κύκλου. Το βιβλίο του “Adam Smith in Beijing” [“Ο Άνταμ Σμιθ στο Πεκίνο”] είναι του 2007!

Υπάρχει και μια τρίτη σημαντική σχολή σκέψης, την ίδια περίοδο, που αναφέρεται στον μαρξισμό αλλά που δεν προέρχεται από την «περιφέρεια του συστήματος». Είναι η σχολή που αναδύεται κατά τη δεκαετία του ’50 γύρω από τον Ρώσο-Πολωνό, αμερικανικής υπηκοότητας, Paul A. Baran, τον οικονομολόγο Paul Sweezy και τον ιστορικό Leo Huberman, του περιοδικού Monthly Review. Η έννοια στην οποία επικεντρώνεται η σχολή αυτή από την αρχή είναι το μονοπωλιακό κεφάλαιο (ή η μονοπωλιακή περίοδος του κεφαλαίου) και, ήδη από τη δεκαετία του ’60, προσελκύει έναν νεαρό τότε Αιγύπτιο ερευνητή και ακτιβιστή, τον Σαμίρ Αμίν, μαοϊκό και “τρίτοκοσμικό”, με διανοητική και αγωνιστική επιρροή σε τμήματα της αριστεράς στην Αφρική, στην Ασία και στη Λατινική Αμερική. Ο Αμίν εξακολουθεί να υποστηρίζεται μέχρι σήμερα από την «Tricontinental» και από την καμπιστική αριστερά γενικότερα, ιδιαίτερα για την λαϊκομετωπική του πολιτική κατά της αποικιοκρατίας, με στόχο την αναβίωση του κινήματος των Αδέσμευτων Χωρών που δημιουργήθηκε κατά την ιστορική Συνιάσκεψη του Μπαντούνγκ (Ινδονησία, 1956).

Η νεοφιλελεύθερη περίοδος

Επιστρέφοντας στην περιοδολόγηση: με τις νίκες της Θάτσερ το 1979 και του Ρέιγκαν το 1980, ξεκινά η περίοδος της πλήρους εφαρμογής του νεοφιλελεύθερου καθεστώτος σε όλο τον κόσμο. Αυτός ο νέος τρόπος λειτουργίας του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος θα χαρακτηριστεί, στη βάση του τεχνολογικού άλματος της ψηφιοποίησης, από μια παγκοσμιοποίηση των χρηματοοικονομικών, δηλαδή την απορρύθμιση των εθνικών χρηματοοικονομικών υπέρ ενός πραγματικά διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, την εγκατάσταση παγκόσμιων αλυσίδων παραγωγής, την αναδιάρθρωση της παραγωγής σε συνδυασμό με τις περικοπές δικαιωμάτων, την κατάρρευση του κράτους πρόνοιας, τις επιθέσεις στα συνδικάτα, τη μετατόπιση της βιομηχανίας προς την Ασία.

Αυτό το καθεστώς ήταν που βρέθηκε στο χείλος της κατάρρευσης το 2008, με την κρίση των subprimes («υποθηκών υψηλού κινδύνου») στις ΗΠΑ και την ύφεση που ακολούθησε. Στην αύξηση των παγκόσμιων ανισοτήτων, της φτώχειας ακόμη και μεταξύ των λεγόμενων πλουσίων, μεταξύ των κεντρικών και των μη κεντρικών χωρών, στην επιτάχυνση της περιβαλλοντικής κρίσης, προστέθηκε και η επιδείνωση της διαρθρωτικής οικονομικής κρίσης. Το 2008 θα ανοίξει μια μεγάλη περίοδο ύφεσης του συστήματος, την οποία η Κίνα κατάφερε να αποφύγει. Οι διασώσεις τραπεζών και επιχειρήσεων ύψους τρισεκατομμυρίων δολαρίων από τα κράτη κατάφεραν να σταματήσουν προσωρινά την κρίση, αλλά όχι και να αποκαταστήσουν τα νεοφιλελεύθερα πρότυπα κέρδους και συσσώρευσης. Η πανδημία κατέστησε την ανάκαμψη ακόμα πιο δύσκολη.

Άνοδος των νεοφασισμών

Σε αυτό το διάστημα, μεταξύ 2007-2008 και 2016, παρατηρούνται τα πρώτα σημάδια ενίσχυσης και προώθησης ομάδων και κινημάτων της ακροδεξιάς στη Δύση και στην Ανατολή: το φαινόμενο αυτό επιταχύνεται από το 2008 και μετά, επειδή υπάρχει μια σχέση ανάμεσα στην κρίση του νεοφιλελευθερισμού και στις, νεο- ή μετα- φασιστικές, ακροδεξιές στον κόσμο. Όλο και μεγαλύτερα τμήματα των ιμπεριαλιστικών και περιφερειακών αστικών τάξεων υιοθετούν μια νέα πολιτική στρατηγική που εγκαταλείπει την αστική δημοκρατία ως πολιτικό μοντέλο και στρέφεται προς τον αυταρχισμό. Το γεγονός ότι προσελκύουν τμήματα των μαζών επίσης συνδέεται με την αποτυχία των εμπειριών της αριστεράς που δέχτηκαν να συνδιαχειριστούν το νεοφιλελεύθερο δημοκρατικό παιχνίδι, όπως η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και οι λατινοαμερικάνικοι “προοδευτισμοί”. Εν πάση περιπτώσει, το νεοφασιστικό ή μεταφασιστικό εγχείρημα αποτελεί μια προσπάθεια εξόδου από την κρίση μέσω της βίας, της καταστολής, του αποκλεισμού, της αποστέρησης και της εξόντωσης ανθρώπινων όντων.

Αποτελεί η διετία 2024-2025 νέα στροφή στην ιμπεριαλιστική εποχή;

Η απάντηση μου φαίνεται ότι πρέπει να είναι θετική. Η αμερικανική ακροδεξιά έρχεται στην εξουσία της ηγεμονικής δύναμης, για δεύτερη φορά και πολύ πιο ισχυρή από ό,τι το 2016: έχει μεγαλύτερη εκλογική διαφορά έναντι των αντιπάλων της, ελέγχει προς το παρόν το Κογκρέσο και διαθέτει συντηρητική πλειοψηφία στο Ανώτατο Δικαστήριο. Πρόκειται για μια πολύ σημαντική αλλαγή στο συσχετισμό δυνάμεων και στην παγκόσμια γεωπολιτική. Το μπλοκ που βρίσκεται σήμερα στην εξουσία στις ΗΠΑ (ο συνασπισμός των Big Techs, των κρυπτονομισμάτων, των παρωχημένων βιομηχανιών -όπως τα πετρελαϊκά-, της αγροβιομηχανίας και των φονταμενταλιστικών χριστιανικών εθνικισμών) επιδιώκει επίσης να καταστρέψει και το δημοκρατικό καθεστώς στην ίδιας του τη χώρα, να μετατρέψει τις ΗΠΑ σε φασιστική χώρα.

(Ακόμη και τον Απρίλιο του 2026, την ώρα που η αντίθεση στη διακυβέρνησή του αυξάνεται στους δρόμους και μέσα σε κάθε είδους οργανώσεις της αμερικανικής κοινωνίας των πολιτών και με ρεκόρ δυσμένειας, με τον πόλεμο που ξεκίνησε κατά του Ιράν, ωστόσο πάνω από το 30% του πληθυσμού εξακολουθεί να υποστηρίζει τον Τραμπ. Απέναντι στην πιθανότητα να χάσει, τον Νοέμβριο, τον έλεγχο τουλάχιστον της Βουλής των Αντιπροσώπων, ο τραμπισμός ποντάρει στη χειραγώγηση της εκλογικής διαδικασίας, πολιτεία προς πολιτεία. Θα τα καταφέρει;)

Σε παγκόσμιο επίπεδο, δεν είναι τυχαίο ότι η κυβέρνηση Τραμπ υπήρξε ο κύριος υποστηρικτής της παλαιστινιακής γενοκτονίας στη Γάζα. Αυξανόμενοι τομείς μέσα στις ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων και πρώην υποστηρικτές του προέδρου του κινήματος MAGA, επισημαίνουν το «λάθος» του Τραμπ να υποστηρίξει την επεκτατική μανία του Νετανιάχου στο Ιράν και στο Λίβανο, με αντίτιμο να διακυβεύεται η «καλή λειτουργία» (κέρδη) της παγκόσμιας οικονομίας.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ήδη δώσει νέα παραδείγματα του τί σημαίνει η «Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας» τους στις 3 Ιανουαρίου, με την απαγωγή του προεδρικού ζεύγους της Βενεζουέλας, που στην πραγματικότητα αποτελεί την «λήψη ελέγχου» της κυβέρνησης της Βενεζουέλας και τη μετατροπή της σε αποικία. Συνεχίζονται ο εκβιασμός με δασμούς προς την ΕΕ, τόσο για τη λεγόμενη «αγορά» της Γροιλανδίας όσο και για να αυξήσουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες, οι απειλές προς τον Καναδά και η μονομερής σύσταση ενός υποτιθέμενου «Συμβουλίου Ειρήνης», με ισόβιο πρόεδρο τον Τραμπ, για την επίσης υποτιθέμενη ανοικοδόμηση της Γάζας.

Το σκηνικό αυτό αποτελεί σημαντική ρήξη με την αυτοκρατορική προσέγγιση των τελευταίων 80 ετών. Ο στόχος είναι να ανακτηθεί με τη βία η μεταπολεμική ηγεμονία· να κρατηθεί η Κίνα, ως στρατηγικός αντίπαλος, στους τομείς της τεχνολογίας, της οικονομίας και του στρατού· παραλείπεται η Ρωσία, στους ελιγμούς αυτούς· στην πραγματικότητα, διακόπτεται η συμμαχία με την Ευρώπη των τελευταίων 80 ετών και εντάσσεται ανοιχτά ο Καναδάς και η Λατινική Αμερική στην «αυλή» του ηγεμόνα.

Η επίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών είναι αποτέλεσμα της παρακμής της ηγεμονίας τους στις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Εκφράζει την απελπισία του γιάνκικου κεφαλαίου στο να βρει μια διέξοδο για να ανακόψει αυτή την πτώση. Απέναντι στην άνοδο της Κίνας, απέναντι στην ανεξέλεγκτη αυτονόμηση και προβολή της Ρωσίας, απέναντι στην εξίσου πρωτοφανή για τις ΗΠΑ κατάσταση στη Λατινική Αμερική και την Αφρική -όπου η Κίνα έχει εισβάλει πολύ ισχυρά οικονομικά-, αυτοί οι τομείς υποστήριξαν τον Τραμπ για μια επιθετική νεοαποικιοκρατική στροφή.

Έτσι έχει υπάρξει μια ποιοτική αλλαγή στην επιθετικότητα, στη βία και στον ανοιχτά αποικιοκρατικό χαρακτήρα του ιμπεριαλισμού. Πρόκειται για τον αποικιοκρατισμό χωρίς μεταμφιέσεις μιας ηγεμονικής δύναμης που χρειάζεται απεγνωσμένα να βρει τρόπους να ανακτήσει τα ποσοστά συσσώρευσης (Husson) και κέρδους (Roberts) που ίσχυαν πριν από το 2008. Όπως το λέει ο Matveev, «ο ριζοσπαστισμός του Τραμπ αποτελεί, σε τελευταία ανάλυση, [επίσης] μια απάντηση, όσο ασύνδετη και παράλογη να μοιάζει, στις παγκόσμιες αλλαγές που προωθούνται σε μεγάλο βαθμό από την Κίνα και, σε μικρότερο βαθμό, από τη Ρωσία».

Περισσότερη εκμετάλλευση μέσω απαλλοτρίωσης, εισβολής, λεηλασίας και πλιάτσικου έρχεται, αν ο λαός και οι εργαζόμενοι των ΗΠΑ δεν το σταματήσουν. Παραδόξως, ο στόχος είναι ακριβώς ο ίδιος που έχουν από κοινού ο Πούτιν και ο Τραμπ απέναντι στον πλούτο της Ουκρανίας με το στόχο που έχουν ο Τραμπ, το Ισραήλ και τα πετρελαϊκά εμιράτα για την Παλαιστίνη. Τίποτα από τα παραπάνω δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι είναι δυνατόν να αποδοθεί στις ΗΠΑ του Τραμπ ο χαρακτηρισμός του Κάουτσκι για «υπερ-ιμπεριαλισμό», όπως το κάνουν ορισμένα τμήματα του καμπισμού, ανίκανα να αναγνωρίσουν την Κίνα ως αναδυόμενη καπιταλιστική δύναμη και τη Ρωσία ως περιφερειακό ιμπεριαλισμό.

Η πολιτική του Τραμπ, ακολουθώντας τον Λένιν, είναι ότι ευνοεί την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιπαλοτήτων, ιδιαίτερα με την Κίνα, αλλά και με τη Ρωσία. Αν και η ρητορική και οι πράξεις (όπως στην Καραϊβική, στη Βενεζουέλα και στο Ιράν) είναι πολιτικοστρατιωτικές, και έστω και αν και βλέπουμε σημαντικά σημάδια μιας νέας κούρσας εξοπλισμών και πυρηνικού εξοπλισμού, είναι ακόμα νωρίς για να διαγνώσουμε τη διεθνή κατάσταση ως παγκόσμιο πόλεμο. Η απότομη και βίαιη αλλαγή στην πολιτικο-οικονομική μορφή του ηγεμονικού ιμπεριαλισμού θα προκαλέσει μεγάλες ενδοαστικές αντιφάσεις, προβλήματα εντός των Ηνωμένων Πολιτειών και μεταξύ των χωρών, καθώς και λαϊκές αντιδράσεις που δεν θα μπορούν να ελέγξουν.

Το σενάριο που έχουμε μπροστά μας είναι εξαιρετικά νέο και αβέβαιο. Αφήνει περισσότερα ερωτήματα παρά οριστικές απαντήσεις. Ζούμε άραγε μια διπολικότητα (ΗΠΑ εναντίον Κίνας), όπως το υποστηρίζουν οι βραζιλιάνοι σύντροφοι του APS, ή μήπως έναν αποδιοργανωμένο/αποδιαρθρωμένο κόσμο, όπως το λέει ο Matveev; Ποιος είναι ο βαθμός αυτονομίας της Ρωσίας από την Κίνα; Θα καταφέρουν πραγματικά οι ΗΠΑ να επιβάλουν μια οικονομική αποσύνδεση της Κίνας από την παγκόσμια αγορά; Θα καταφέρουν να φτάσουν ώς το σημείο να προσαρτήσουν εδάφη στο δυτικό ημισφαίριο, όπως τη Γροιλανδία; Μήπως οι πολεμικές τους επιθέσεις βλάψουν κρίσιμα τον ρόλο του δολαρίου ως νομίσματος αποθεματικού; Πώς θα εξελιχθεί άραγε η στρατιωτική τους παρουσία σε βασικές περιοχές του κόσμου, όπως η Αφρική, ο Ινδο-Ειρηνικός και η Αρκτική; Προς το παρόν, μπορούμε μόνο να κάνουμε υποθέσεις. Το σημαντικό είναι ότι δεν θα είναι μόνο οι αποφάσεις του Τραμπ που θα καθορίσουν το θέμα, αλλά και οι εθνικές και παγκόσμιες αντιδράσεις σε αυτές2.

Ana Cristina Carvalhaes

21 Φεβρουαρίου 2026

Η παρούσα εισήγηση της σ.Άνα Κριστίνα Καρβαλάες είναι το α’ τμήμα της εισήγησης για τη συγκυρία και τον ιμπεριαλισμό που συζητήθηκε στη Διεθνή Επιτροπή του Φλεβάρη 2026. Το β’τμήμα, που έχουμε δημοσιεύσει στο site μας, είναι του Peter Drucker “Κίνα, Ρωσία και Μέση Ανατολή: Οι ενδο-ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις και τα όριά τους. Για μια σύντομη περιγραφή συνολικά της συνάντησης βλέπε: Terry Conway, “4η Διεθνής: Να οργανωθούμε απέναντι στο παγκόσμιο χάος”.


Βιβλιογραφία:

  • Amin, Samir. L’impérialisme et le développement inégal, 1976
  • Arrighi, G. Adam Smith em Pequim. (2007) 
  • Bukharin, N. O imperialismo e a economia mundial. (1915-1917) Acessível em: https://www.marxists.org/portugues/bukharin/1917/imperialismo/index.htm
  • Chesnais, F. La Mondialisation du capital, Syros, Paris, 1994 (edição de estreia), 1997 (edição aumentada)
  • Hilferding, R. O capital financeiro. (Primeira edição, 1910) 
  • Hobson, J. O imperialismo, um estudo. (Primeira edição, 1902)
  • Kautsky, K. O imperialismo. (Primeira edição, 1914)
  • Lênin, V.I. Imperialismo, etapa avançada do capitalismo(Primeira edição, 1916)
  • Luxemburgo, R. A acumulação do capital. (Primeira edição, 1913)
  • Marini, R.M. A acumulação capitalista mundial e o subimperialismo. (1977). Acessível em https://www.marxists.org/portugues/marini/1977/06/40.pdf
  • Marx, K. O Capital, Tomo I, capítulo 24. 
  • Wallerstein, I. The modern world-system I (1974) e II (1980)

Μετάφραση: ΤΠΤ – “4” από 4η Διεθνής:

Σημειώσεις

1Ο Μαρίνι αναφέρει στο βιβλίο του του 1992 “Λατινική Αμερική: Εξάρτηση και Ολοκλήρωση”: «Ο υπο-ιμπεριαλισμός αντιστοιχεί σε μια διεστραμμένη έκφραση της διαφοροποίησης που υπέστη η παγκόσμια οικονομία ως αποτέλεσμα της διεθνοποίησης της καπιταλιστικής συσσώρευσης, η οποία αντέταξε στο απλό σχήμα του καταμερισμού εργασίας -που αποκρυσταλλωνόταν στη σχέση κέντρου-περιφέρειας και το οποίο ήταν αυτό που απασχόλησε την CEPAL- ένα πολύ πιο σύνθετο σύστημα σχέσεων. Σε αυτό το σύστημα, η εξάπλωση της μεταποιητικής βιομηχανίας, αυξάνοντας τη μέση εθνική οργανική σύνθεση του κεφαλαίου -δηλαδή, την υπάρχουσα σχέση μεταξύ των μέσων παραγωγής και του εργατικού δυναμικού- δημιουργεί ταυτόχρονα οικονομικά (και πολιτικά) υπο-κέντρα προικισμένα με σχετική αυτονομία, έστω και αν παραμένουν υποταγμένα στις παγκόσμιες δυναμικές που επιβάλλονται από τα μεγάλα κέντρα. Όπως η Βραζιλία, έτσι και χώρες όπως η Αργεντινή, το Ισραήλ, το Ιράν, το Ιράκ και η Νότια Αφρική αναλαμβάνουν — ή ανέλαβαν, σε κάποιο σημείο της πρόσφατης ιστορίας τους,- έναν υπο-ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα, δίπλα σεε άλλα υπο-κέντρα όπου αυτή η τάση δεν έχει πλήρως εκδηλωθεί ή έχει μόλις αρχίσει να αναδύεται, όπως, στη Λατινική Αμερική, είναι το Μεξικό και η Βενεζουέλα» (MARINI, 1992).

2Matveev, Ilia. « The World Disjointed – China, Russia and the coming era of inter-imperialist rivalry » (Ο αποδιαρθρωμένος κόσμος: Κίνα, Ρωσία και η επερχόμενη εποχή της ιμπεριαλιστικής αντιπαλότητας), Spectre Journal, Φθινόπωρο 2025, σελ. 25-39.


https://tpt4.org/?p=11213

Σχολιάστε