´Ενα κύμα διαμαρτυρίας που απειλεί συθέμελα τον κόσμο του Μακρόν

του Léon Crémieux, 24/10/26

Η γαλλική κρίση σε αποφασιστική καμπή:

Μια βαθιά λεπίδα απειλεί τον Μακρόν και τον κόσμο του

Παίρνοντας υπόψη μας και τη μαζική συμμετοχή (με πλήθος νέων) στις σχετικά λίγες διαδηλώσεις που κατάφεραν να πραγματοποιηθούν αυτό το Σαββατοκύριακο (24/10/26) στη Γαλλία (ορισμένες με άδεια, άλλες χωρίς, όπως στο Μπορντό ή στη Μασσαλία), καθώς και στη διαδήλωση που οργανώθηκε ενάντια στο συνέδριο του Εθνικού Συναγερμού (RN) στην Ορλεάνη (20.000 διαδηλωτές), γίνεται σαφές ότι το κίνημα κοινωνικής διαμαρτυρίας που ξεκίνησε τον Σεπτέμβρη σημείωσε μια καμπή στις 17 Οκτωβρίου. Με το επόμενο ραντεβού να έχει οριστεί για τις 5 Νοεμβρίου, με την πρόσκληση για απεργία και διαδηλώσεις ενάντια σε όλα τα αντικοινωνικά μέτρα της κυβέρνησης Lecornu, η ένταση συνεχίζει να αυξάνει στη Γαλλία.

Το άρθρο του Léon Crémieux που δημοσιεύουμε εξετάζει το πλαίσιο και τα χαρακτηριστικά αυτού του κινήματος.

του Léon Crémieux

Η 17η Οκτωβρίου ήταν, στη Γαλλία, μια ιστορική ημέρα κινητοποίησης, συγκρίσιμη αριθμητικά με εκείνες του 2023 κατά τη διάρκεια των μεγάλων κινητοποιήσεων για τις συντάξεις: 800.000 άτομα (550.000 σύμφωνα με την αστυνομία), περισσότερες από εκατό δηλωμένες διαδηλώσεις, καθώς και πολλές άλλες, μη δηλωμένες, σε τοπικές κοινότητες και γειτονιές.

Αυτό που εκδηλώνεται σήμερα, με εντυπωσιακό τρόπο, είναι μια κοινωνική κρίση που έρχεται από μακριά ιστορία και αντηχεί και σε πολλές παρόμοιες κρίσεις σε άλλες χώρες, με την μαζική κινητοποίηση της νεολαίας να βρίσκεται στο επίκεντρο. Η βία που εκδηλώθηκε στους δρόμους της χώρας εναντίον καταστημάτων και κρατικών κτιρίων, από μειοψηφικές αλλά πολυάριθμες ομάδες σε όλες τις πόλεις, αποτελεί δυστυχώς τον καθρέφτη της κοινωνικής βίας που βιώνουν καθημερινά εκατομμύρια άνδρες και γυναίκες που υποφέρουν από την επισφάλεια και τη φτώχεια. Είναι μια βία που επιδεινώνεται διαρκώς από την ίδια την πολιτική των κυβερνήσεων του Μακρόν, οι οποίες πλήττουν τις λαϊκές τάξεις, αδιαφορούν για την κοινωνική ένδεια και προστατεύουν τα προνόμια των πιο πλούσιων και των μεγάλων επιχειρήσεων.

Ο πρωτόγνωρος χαρακτήρας των κινητοποιήσεων

Το πρώτο χαρακτηριστικό των σημερινών κινητοποιήσεων είναι ο πρωτόγνωρος χαρακτήρας τους, έτσι όπως εκδηλώθηκε εντυπωσιακά στις 17 Οκτωβρίου: μια μαζική, ακόμη και απροσδόκητη, έκρηξη, μια σύγκλιση όχι μόνο οργής, αλλά και πολύ συγκεκριμένων κοινωνικών αιτημάτων, που προέρχονται από τις ομάδες των «Κίτρινων Γιλέκων» από τις κινητοποιήσεις του 2018, από οργανώσεις και συντονιστικά λυκείων και φοιτητών, από τα συνδικάτα CGT, FSU και Solidaires. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα πλατύ χωνευτήρι δυνάμεων, με επίκεντρο τη νεολαία, που κινητοποιείται και αυτοοργανώνεται με διάφορες μορφές εδώ και περισσότερο από ένα μήνα. Θα μπορούσαμε να πούμε και ότι το σημερινό κίνημα αποτελεί την αναζωπύρωση των σημαντικών κινητοποιήσεων που εμφανίστηκαν τα τελευταία 10 χρόνια στη χώρα: είναι τα «Κίτρινα Γιλέκα», οι κινητοποιήσεις των λαϊκών προαστίων ενάντια στην αστυνομική βία και τις διακρίσεις, και τέλος οι μαζικές διαδηλώσεις των εργαζομένων ενάντια στη μεταρρύθμιση των συντάξεων. Επίσης δεν θα μπορούσε να κατανοηθεί η δύναμη αυτού του κινήματος αν δεν συμπεριληφθούν ο ρόλοε του #MeToo, οι κινητοποιήσεις ενάντια στη σεξιστική και σεξουαλική βία (VSS), καθώς και τα κινήματα ενάντια στα μεγάλα, άχρηστα και οικολογικά επιβλαβή έργα, ιδίως το Sainte Soline (κατασκευή μιας γιγαντιαίας δεξαμενής).

Στην πραγματικότητα, είναι ολόκληρος ο καταστροφικός απολογισμός των κυβερνήσεων Μακρόν από το 2017 που αναδύεται εκρηκτικά στην επιφάνεια, μια «πολιτική της προσφοράς», που αποδίδει κάθε χρόνο 270 δισεκατομμύρια σε επιδοτήσεις και δώρα προς τις επιχειρήσεις και τους πλουσιότερους1 προκαλώντας βαθιές πληγές στις λαϊκές τάξεις, τα κοινωνικά δικαιώματα, την αγοραστική του δύναμη και τις δημόσιες υπηρεσίες, οδηγώντας σήμερα στην πιο γερή απόρριψη ενός προέδρου και μιας κυβέρνησης από την αρχή της Πέμπτης Δημοκρατίας το 1958.

Η ίδια η ημερομηνία της 17ης Οκτωβρίου προήλθε αρχικά από μια έκκληση στα κοινωνικά δίκτυα, ήδη από τις 8 Σεπτεμβρίου στο Tiktok, ενάντια στο ακριβό κόστος ζωής και την εκτίναξη των τιμών των καυσίμων2 [2], με δεκάδες αφίσες που ξανάπιαναν τις θεματικές των «Κίτρινων Γιλέκων» και προετοίμαζαν, μέσα από κρυπτογραφημένα μηνύματα σε δίκτυα, συναντήσεις και συγκεντρώσεις σε πολλές πόλεις της χώρας, σε αγροτικές περιοχές, σε μικρές και μεσαίες πόλεις. Σε αυτούς προστέθηκαν οι πρωτοστάτες του κινήματος «Bloquons tout» («Να τα μπλοκάρουμε όλα»), που είχαν ήδη καλέσει σε μεγάλη κινητοποίηση τον Σεπτέμβρη του 2025, ενάντια στο υψηλό κόστος ζωής και τη φορολογική αδικία, και οι οποίοι κατάρτισαν έναν εθνικό χάρτη συγκεντρώσεων, χάρτη που γρήγορα κάλυψε το μεγαλύτερο μέρος των περιφερειών και των τοπικών κοινοτήτων. Πρώην υπεύθυνοι των «Κίτρινων Γιλέκων», πάντα μέσω των κοινωνικών δικτύων, πήραν τη σκυτάλη.

Ηξάπλωση αυτή των εκκλήσεων από τα κάτω, έξω από κάθε πραγματική πολιτική ή συνδικαλιστική οργάνωση, αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της 17ης Οκτωβρίου, συγκεντρώνοντας εργαζόμενους, μισθωτούς και σε επισφάλεια που συχνά ήταν οι πρώτοι που επλήγησαν τους τελευταίους μήνες από τους καύσωνες σε ακατάλληλες κατοικίες, καθώς και από την ραγδαία αύξηση των τιμών των τροφίμων και του κόστους της ενέργειας. Η οργή είναι προφανώς ακόμη πιο έντονη, καθώς η μειοψηφική κυβέρνηση των Μακρόν και Λεκορνύ περικόπτει συνεχώς τα όποια μέτρα κοινωνικής αναδιανομής και σχεδιάζει, από το καλοκαίρι, έναν προϋπολογισμό για το 2027 που για άλλη μια φορά θα απαλλάσσει από τη φορολογική συνεισφορά τις μεγάλες περιουσίες, τα εισοδήματα από κεφάλαιο και τις μεγάλες επιχειρήσεις, πολλαπλασιάζοντας προς όφελός τους τις απαλλαγές, ενισχύσεις και επιδοτήσεις, ενώ πλήττει σκληρά τις λαϊκές τάξεις, τη νεολαία και τους συνταξιούχους.

Το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων αποτέλεσε, το 2018 και το 2019, ένα βαθύ κύμα κινητοποίησης σε ολόκληρη τη χώρα, ιδίως στις προαστιακές περιοχές κατοικίας, ξεκινώντας από μια αντίδραση στην αύξηση των φόρων στα καύσιμα, των οποίων η τιμή είχε ήδη αυξηθεί σημαντικά τα προηγούμενα χρόνια, και που γρήγορα επεκτάθηκε στην απόρριψη της φορολογικής πίεσης, καθώς και στην συρρίκνωση των δημόσιων υπηρεσιών σε αγροτικές και περιαστικές περιοχές, όπου συσσωρεύονταν απώλειες θέσεων εργασίας, νοσοκομείων και μέσων μεταφοράς. Σε γενικές γραμμές, είναι μια κατάσταση που αντικατοπτρίζει την κατάσταση που βιώνουν και οι λαϊκές γειτονιές στις μεγάλες πόλεις. Το κίνημα είχε τότε δημιουργηθεί συντονίζοντας πάνω από 1.000 ομάδες στο Facebook, με περισσότερα από 4 εκατομμύρια μέλη. Περίπου 3 εκατομμύρια άνθρωποι συμμετείχαν στους δρόμους στις κινητοποιήσεις των «Κίτρινων Γιλέκων», που εκτείνονταν σε ολόκληρη τη χώρα, διευρύνοντας τα αιτήματά τους σε καταλόγους διεκδικήσεων (cahiers de doléance).

Το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων» βίωσε την έκρηξη της αστυνομικής βίας, με ανθρώπους που ακρωτηριάστηκαν από πυροβολισμούς με LBD ή χειροβομβίδες διασποράς: 1 νεκρός, 613 τραυματίες, 23 που έχασαν ένα μάτι, 5 που έχασαν χέρι. «Η αστυνομία τραυμάτισε περισσότερους διαδηλωτές σε λίγους μήνες από όσους είχε τραυματίσει σε είκοσι χρόνια»3. Η βίαιη διαχείριση των λαϊκών διαδηλώσεων είχε ήδη εφαρμοστεί από το 2016 από τη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Μανουέλ Βαλς, απέναντι στις κινητοποιήσεις κατά του εργατικού νόμου «El Khomri». Η Ύπατη Αρμοστεία για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και η Διεθνής Αμνηστία έχουν έκτοτε καταδικάσει αυτή τη βίαιη διαχείριση των διαδηλώσεων, τις καταχρήσεις και τη χρήση όπλων υποτιθέμενης «ενδιάμεσης ισχύος», όπως τα LBD 40, τα Taser, τα δακρυγόνα ή τα όπλα διάλυσης περικυκλώσεων, τα οποία χαρακτηρίζονται ως «μη θανατηφόρα» αλλά έχουν αποδειχθεί θανατηφόρα σε πολλές περιπτώσεις.

Η δύναμη του κινήματος της νεολαίας

Η κύρια δύναμη της 17ης Οκτωβρίου πηγάζει καταρχήν από αυτή τη βαθιά λαϊκή δυναμική. Ακολουθεί, προφανώς, η δύναμη του κινήματος της νεολαίας, που ξεκίνησε από τα λύκεια των λαϊκών προαστίων και των υπερπόντιων εδαφών στις αρχές Σεπτέμβρη και επεκτινόταν συνεχώς ώς τις 17 Οκτωβρίου, για περισσότερο από ένα μήνα, παρά τη βία και την αστυνομική καταστολή που υπέστη. Οι συνθήκες σπουδών υπήρξε ο παράγοντας που πυροδότησε το κίνημα: απουσίες καθηγητών, ανθυγιεινά κτίρια, υπερπλήρεις τάξεις, που υπήρξαν ακόμη πιο ανυπόφορες μετά από αρκετές εβδομάδες καύσωνα στις κατοικίες. Και εδώ πρόκειται για ένα κίνημα «από τα κάτω» που αναπτύχθηκε γρήγορα.

Αρχικά, χωρίς να έχουν μεγάλη απήχηση στη μητροπολιτική Γαλλία, οι αποκλεισμοί ξεκίνησαν στη Μαγιότ και στη Γουιάνα, αμέσως μετά την έναρξη του σχολικού έτους, στα τέλη Αυγούστου και στις αρχές Σεπτέμβρη, με αιτήματα για ανακαίνιση και εξαερισμό των αιθουσών, ενάντια στις τιμές στα σχολικά κυλικεία, και γενικότερα ενάντια στην κατάσταση εγκατάλειψης και την αίσθηση κοινωνικής περιθωριοποίησης -σαφή αιτήματα και με μεγάλη αποφασιστικότητα.

Στην ίδια τη Γαλλία, οι αποκλεισμοί ξεκίνησαν στις 17 Σεπτέμβρη από ένα λύκειο της περιοχής του Παρισιού στο Κρετέιγ, υιοθετώντας τις διεκδικήσεις των εκπαιδευτικών τους. Και εδώ, το ζήτημα των σχολικών εγκαταστάσεων, αλλά και οι υπερπλήρεις τάξεις, η έλλειψη εκπαιδευτικών, τα αδύνατα ωράρια και το αίτημα για κατάργηση δύο μέτρων που είχαν εισαχθεί στις αρχές της πρώτης πενταετίας του Μακρόν το 2017-2018: η μεταρρύθμιση του υπουργού Εθνικής Παιδείας Ζαν-Μισέλ Μπλανκέ (που κατάργησε τις μεγάλες δέσμες -λογοτεχνία, επιστήμες, οικονομικά- στα λύκεια για να τις αντικαταστήσει με «ειδικότητες επιλογής»), σε συνδυασμό με την καθιέρωση ενός αδίστακτου συστήματος επιλογής για επαγγελματική κατεύθυνση μετά το απολυτήριο, το λεγόμενο «Parcoursup». Το σύστημα αυτό κλείνει την πόρτα σε πολλές κατευθύνσεις σπουδών αποικλείοντας τους μαθητές των λαϊκών τάξεων από πολλές σπουδές που προορίζονται για τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις. Έτσι, για παράδειγμα, το 2026, βρέθηκαν χωρίς θέση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση 126.000 νέοι από τους σχεδόν 900.000 αποφοίτους του απολυτηρίου.

Η ετυμηγορία είναι αμείλικτη: παρά το υποτιθέμενο «απολυτήριο για όλους», καθώς το 80% μιας ηλικιακής ομάδας αποκτά το απολυτήριο, ωστόσο μόνο το 57% αυτής της ομάδας αποκτά ένα γενικό απολυτήριο, που είναι το μόνο με δυνατότητα πρόσβασης σε πανεπιστημιακά πτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα. Το «Parcoursup», πίσω από τον αλγόριθμό του, εξασφαλίζει μια κοινωνική διαλογή τρομακτικής αποτελεσματικότητας. Όλες οι μελέτες καταδεικνύουν τη σκληρή πραγματικότητα της κοινωνικής αναπαραγωγής και την ενίσχυσή της από το 20204.

Η νεολαία των λαϊκών συνοικιών

Μέσα στη νεολαία, οι νέοι των λαϊκών συνοικιών βιώνουν καθημερινά τη βία της κοινωνικής διάκρισης, που συνυπάρχει με εκείνη που βίωσαν οι γονείς τους καθώς και με τη βία που ασκούν εναντίον τους οι αστυνομικές δυνάμεις. Η βία αυτή μάλιστα εντάθηκε σημαντικά εδώ και πάνω από ένα μήνα ακριβώς με το κίνημα των αποκλεισμών των λυκείων, το οποίο ποινικοποιήθηκε εκ των προτέρων και κατατάχθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών στην κατηγορία της “αστικής βίας”.

Δυστυχώς, αυτή είναι μια παλιά ιστορία στη χώρα. Εδώ και είκοσι χρόνια, οι νέοι των συνοικιών έχουν εκφράσει επανειλημμένα την οργή και τα αιτήματά τους απέναντι στην κατάσταση αποκλεισμού και κοινωνικής περιθωριοποίησής τους. Το 1990, ξεκινώντας από το Vaulx-en-Velin, στα προάστια της Λυών, και στη συνέχεια, το 2005, στο Clichy sous-Bois [περίχωρα του Παρισιού], όταν δύο νέοι ηλικίας 17 και 15 ετών, ο Ζιέντ Μπεννά και ο Μπουνά Τρορέ, πέθαναν από ηλεκτροπληξία σε έναν ηλεκτρικό μετασχηματιστή όπου είχαν καταφύγει την ώρα που τους καταδίωκε η αστυνομία. Ακολούθησαν αρκετές εβδομάδες εξεγέρσεων στις γειτονιές για να απαιτηθεί κοινωνική δικαιοσύνη, να εκδικηθεί ο θάνατος των δύο νεαρών και να καταγγελθεί η αστυνομική βία.

Αυτή η κινητοποίηση, αντί να αντιμετωπιστεί από την κυβέρνηση ως κοινωνικό ζήτημα, αντιμετωπίστηκε ως ταραχές αστικής βίας, ως έργο «καταστροφέων», «αλήτων» και «αποβρασμάτων», όπως τους χαρακτήρισε ο τότε υπουργός Εσωτερικών, Νικολά Σαρκοζί. «Τίποτα δεν έχει αλλάξει» από τότε, όπως επαναλαμβάνει σε μια συνέντευξη5, είκοσι χρόνια μετά, ο Μεκί Νταουατζί Τζιλαλί, πρόεδρος της ACLeFeu, μιας συλλογικότητας που ιδρύθηκε στο Κλισί-σου-Μπουά μετά τον θάνατο του Ζιέντ και του Μπουνά. Η οργάνωση είχε συντάξει έναν “κατάλογο διεκδικήσεων” που περιγράφει τις προτεραιότητες του πληθυσμού. Είχαν συγκεντρωθεί τότε 20.000 συμβολές από 120 πόλεις. Είκοσι χρόνια μετά, τα προβλήματα και οι προτεραιότητες παραμένουν τα ίδια. «Από το 2005, όλες οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν αφορούν την ασφάλεια και όχι κοινωνικά ζητήματα», προσθέτει ο Μοχαμέντ Μεσμάς, ιδρυτικό μέλος της ACLeFeu. Ωστόσο, για τους πολιτικούς αρμόδιους, οι νέοι των λαϊκών συνοικιών, ειδικά όσοι/ες προέρχονται από οικογένειες μετα-αποικιακής μετανάστευσης, δεν μποροί να είναι πολιτικά υποκείμενα, φορείς αγώνων και κοινωνικών διεκδικήσεων. Το ίδιο σενάριο επαναλήφθηκε πολλές φορές, για παράδειγμα τον Ιούνιο του 2023, κατά τον θάνατο του Ναέλ Μεζρούκ, ενός 17χρονου νεαρού, ο οποίος σκοτώθηκε εξ επαφής από αστυνομικό, κατά τη διάρκεια αστυνομικού ελέγχου, στο Ναντέρ.

Η βαθύτερη αυτή δυναμική, που προήλθε από τα λύκεια των λαϊκών συνοικιών, επεκτάθηκε γρήγορα και στα άλλα λύκεια, σε πανεπιστήμια και -πρωτοφανές αυτό- σε «διακεκριμένες» ανώτατες “μεγάλες σχολές”, HEC [École des hautes études commerciales], IEP (Sciences Po) και Ecole des Mines, που διακήρυξαν ρητά την αλληλεγγύη τους ενάντια στον κοινωνικό διαχωρισμό. Το 90% των πανεπιστημίων παρέμεινε κλειστό την εβδομάδα από τις 11 έως τις 17 Οκτωβρίου, πανεπιστήμια στα οποία άλλωστε λείπουν πάνω από 100.000 θέσεις για να μπορέσουν να υποδεχτούν τους/τις φοιτητές.

Τα αιτήματα που προβάλλει το κίνημα των λυκείων είναι σαφή από την αρχή: συνδικάτα και συντονιστικές επιτροπές συμφώνησαν ομόφωνα στο αίτημα για κατάργηση του Parcoursup και της μεταρρύθμισης Μπλανκέ, για δημιουργία επαρκών θέσεων εργασίας για την κάλυψη των ελλείψεων σε εκπαιδευτικούς, νοσηλευτές και κοινωνικούς λειτουργούς, καθώς και για αύξηση της χρηματοδότησης κατά 10 δισεκατομμύρια για την ανακαίνιση των σχολικών κτιρίων και την προσαρμογή τους στις κλιματικές αλλαγές. Η κυβέρνηση έχει αρνηθεί μέχρι στιγμής να δώσει οποιαδήποτε συγκεκριμένη απάντηση σε αυτά τα αιτήματα, αντιμετωπίζοντάς τα μάλιστα με περιφρόνηση.

Ωστόσο, το κύμα αντίδρασης στη νεολαία εκφράζει βαθύτερα μια πολυδιάστατη συνειδητοποίηση. Ο βουλευτής της LFI [“Ανυπότακτη Γαλλία”] Λουί Μπουγιάρ εξηγεί τις 4 βασικές γραμμές πολιτικοποίησης της νεολαίας:

  • το κίνημα #MeToo και η κυρίαρχη θέση που κατέχουν οι νέες γυναίκες με φεμινιστική κουλτούρα,
  • οι παγκόσμιες απεργίες για το κλίμα,
  • οι εξεγέρσεις στις λαϊκές γειτονιές ενάντια στον ρατσισμό, ιδίως μετά τον θάνατο του Ναέλ6,
  • η Παλαιστίνη και η φρίκη της γενοκτονίας που διαπράττει το σιωνιστικό καθεστώς.

Όλα αυτά θέτουν σε αμφισβήτηση τον Μακρόν και τον κόσμο του, καθώς και τη ζοφερή συνέχεια που υπόσχεται η ακροδεξιά7.

Το κίνημα των νέων και αυτό που εκφράζουν τα «Κίτρινα Γιλέκα» συγκλίνουν με το σύνολο των κοινωνικών ανησυχιών των μισθωτών: την απουσία απάντησης στις κοινωνικές ανάγκες, τις δημόσιες υπηρεσίες, το κόστος ζωής -ξεκινώντας από αυτό της ενέργειας και των τροφίμων-, καθώς και τη σαφή εξαθλίωση των εργατικών τάξεων. Το ποσοστό φτώχειας (60% του μέσου εισοδήματος) ανέρχεται στο 15,4%, δηλαδή 9,8 εκατομμύρια άνθρωποι, ποσοστό που αυξάνεται από τα μέσα της δεκαετίας του 2000. Η Γαλλία ήταν μία από τις χώρες με τα χαμηλότερα ποσοστά φτώχειας ως αποτέλεσμα των συστημάτων αναδιανομής. Η αποδόμηση αυτών των συστημάτων από τα μέσα της δεκαετίας του 2010 θέτει υπό αμφισβήτηση αυτό το δίχτυ ασφαλείας.

Ο συνδυασμός των επιπτώσεων της μεταρρύθμισης των συντάξεων, του κόστους διαβίωσης, της επισφάλειας των θέσεων εργασίας, των δυσκολιών στέγασης, καθώς και του παγώματος ή της ελάχιστης αύξησης των μισθών δημιουργεί μια όλο και πιο δύσκολη κατάσταση για τους μισθωτούς και τις οικογένειές τους. Οι κινητοποιήσεις κατά της μεταρρύθμισης των συντάξεων το 2023 αποτέλεσαν έκφραση όλης αυτής της δυσαρέσκειας και του αιτήματος για διαφορετική κοινωνική πολιτική. Η απόρριψη της «μακρονίας» και των προϋπολογισμών της, που πλήττουν τις εργατικές τάξεις, εκφράστηκε εκλογικά το 2022 και το 2024.

Οι διαδοχικές μειοψηφικές κυβερνήσεις των μακρονιστών παρέμειναν στη εξουσία έκτοτε μόνο χάρη στα ξεπουλήματα του Σοσιαλιστικού Κόμματος, το οποίο εξασφάλισε την έγκριση των προϋπολογισμών του κράτους και της κοινωνικής ασφάλισης για το 2026 και αποδέχτηκε τις παρωδίες κοινωνικής διαπραγμάτευσης που κατέληξαν στα αδιέξοδα του Φρανσουά Μπαϊρού [Πρωθυπουργός από τις 23 Δεκεμβρίου 2024 έως τις 9 Σεπτεμβρίου 2025] και του Λεκορνύ: Την άνοιξη του 2025, ήταν το «κονκλάβιο» του Μπαϊρού και το φθινόπωρο του 2025 η «αναστολή της μεταρρύθμισης των συντάξεων» και «η διάσκεψη για τις συντάξεις και την εργασία» που έδωσαν τη δικαιολογία για τις αναβολές που παραχώρησε το Σοσιαλιστικό Κόμμα στις κυβερνήσεις του Μακρόν και επέτρεψαν τη διάσπαση του συνδικαλιστικού μετώπου. Πράγματι, σε δύο περιπτώσεις, η CFDT, η CFTC και η CGC (Γενική Συνομοσπονδία Στελεχών) έσπευσαν να χωθούν σε αυτές τις ευκαιρίες που όμως καθόλου δεν οδήγησαν σε υποχώρηση της κυβέρνησης.

Φέτος το φθινόπωρο, διαμορφώνεται μια νέα κατάσταση και ο ρόλος του μαχητικού συνδικαλισμού μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικός για την έκβαση της σημερινής κοινωνικής σύγκρουσης. Τα συνδικάτα, μετά από μια κοινή ημέρα κινητοποίησης και διαδήλωσης στις 29 Σεπτεμβρίου στον δημόσιο τομέα, είχαν ορίσει ως νέα κοινή ημερομηνία τις 5ης Νοεμβρίου για μια επόμενη ημέρα κινητοποίησης με επίκεντρο την υπεράσπιση των δημόσιων υπηρεσιών, την αύξηση του κατώτατου μισθού (SMIC) και των μισθών. Η ημερομηνία της 5ης Νοεμβρίου φαινόταν σε πολλούς να είναι πολύ καθυστερημένη, σε σχέση με το ότι θα έπρεπε να ενισχυθεί και να υποστηριχθεί χωρίς καθυστέρηση η κινητοποίηση της νεολαίας. Επιπλέον, ο Οκτώβριος περιελάμβανε αρκετές προθεσμίες του ίδιου του κινήματος της νεολαίας και των «Κίτρινων Γιλέκων». Έτσι, η Solidaires προτίμησε να περιμένει μέχρι τις 17 Οκτωβρίου για να καλέσει σε κινητοποίηση για την 5η Νοεμβρίου, προκειμένου να κινητοποιήσει πρώτα κατά τη διάρκεια του Οκτωβρίου. Στην πράξη, η CGT, η FSU και η Solidaires, καθ’ όλη τη διάρκεια του Οκτωβρίου, υποστήριξαν τους αποκλεισμούς, προστάτευσαν τις πορείες των μαθητών λυκείου απέναντι στην αστυνομία και έδωσαν και το παρόν στις 17 Οκτωβρίου. Οι άλλες οργανώσεις του εθνικού διασυνδικαλιστιού δεν ακολούθησε την ίδια πορεία, παρόλο που πολλά συνδικάτα, τουλάχιστον η CFDT και η FO, συμμετείχαν σε τοπικό επίπεδο και μέσω των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών τους.

Επίσης, στις 17 Οκτωβρίου, ο ρόλος των συνδικάτων υπήρξε πολύ σημαντικός, καθώς αποτέλεσαν τον συνδετικό κρίκο μεταξύ όλων των άλλων συνιστωσών και δεν γλίτωσαν από την αστυνομική καταστολή, όπως στην περίπτωση της Τουλούζης, όπου η πρώτη γραμμή της συνδικαλιστικής πορείας δέχτηκε ρίψη χειροβομβίδων, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν μάλιστα τέσσερα συνδικαλιστικά στελέχη.

Σημερινό μεταίχμιο

Τώρα, βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο σημείο του κινήματος.

Η κυβέρνηση και η δεξιά έχουν αποσταθεροποιηθεί πλήρως από την έκταση του κινήματος των μαθητών λυκείου και την πολιτική θέση που αυτό κατέλαβε στο πολιτικό τοπίο. Για αρκετές εβδομάδες, έπαιξαν το χαρτί της απομόνωσης της νεολαίας των γειτονιών, προσπαθώντας να την απαξιώσουν, να την ποινικοποιήσουν και να την περιγράψουν ως χειραγωγούμενη από την LFI [«France insoumise» (Ανυπόταχτη Γαλλία)]. Η γενίκευση σε ολόκληρη τη νεολαία προκάλεσε λοιπόν έκπληξη, αλλά ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνύ οχυρώθηκε σθεναρά πίσω από την άρνηση οποιασδήποτε υποχώρησης ή ικανοποίησης των αιτημάτων των μαθητών. Συνομιλητές των μαθητών ήταν η αστυνομία και ο υπουργός Εσωτερικών. Η μέθοδος συνίστατο σε σκληρή καταστολή, σε συνδυασμό με μια συστηματική εκστρατεία δυσφήμισης από τα μέσα ενημέρωσης, στιγματίζοντας συστηματικά τους νέους ως “μπαχαλάκηδες” και κατηγορώντας την «υπερ-αριστερά που αποσκοπεί στην αποσταθεροποίηση της Δημοκρατίας, με την υποστήριξη της LFI». Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα μάλιστα να ζητάει τη διάλυση της LFI («France insoumise») και την κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης8.

Η βίαιη επέμβαση των αστυνομικών δυνάμεων συνοδεύτηκε από μαζικές συλλήψεις νέων ως μέσο πολιτικής προπαγάνδας, με στόχο να αποτρέψει τους νέους από το να συνεχίσουν να συμμετέχουν στο κίνημα: 10.000 συλλήψεις, εκ των οποίων 7.000 ανήκουν σε ανηλίκους, από τις αρχές Σεπτεμβρίου έως τις 17 Οκτωβρίου. Νύχτες στα κρατητήρια σε συχνά άθλιες συνθήκες, όπως αυτές που καταγγέλθηκαν στο Bobigny, άμεση παραπομπή σε αυτόφορα, ποινές φυλάκισης ακόμη και για πρώτη παραπομπή σε νέους που είναι ενήλικοι. Οι προσαγωγές έχουν μετατραπεί σε πολιτικό εργαλείο, που είχε ήδη χρησιμοποιηθεί εναντίον των νέων των προαστίων το 2005 (5.643 συλληφθέντες νέοι) και εναντίον των «Κίτρινων Γιλέκων» (6.786 συλλήψεις). Αυτή η μαζική εκφοβιστική τακτική, αυτή η ποινικοποίηση, δεν εμπόδισε ούτε τη συνέχιση ούτε την επέκταση του κινήματος, ούτε τη σύμπραξή του με το συνδικαλιστικό κίνημα.

Με το σημερινό κίνημα, η κυβέρνηση βρέθηκε απροετοίμαστη, καθώς πίστευε ότι η αριστερά και οι λαϊκές τάξεις είχαν παραλύσει λόγω της διάσπασης της αριστεράς και της μετριοπάθειας του συνδικαλιστικού μετώπου. Ο Λεκορνύ ήθελε να συνεχίσει μια πολιτική και έναν προϋπολογισμό για το 2027 με νέα πλήγματα στις λαϊκές τάξεις, επιβάλλοντας περικοπές άνω των 40 δισεκατομμυρίων στους κοινωνικούς προϋπολογισμούς, με επιθέσεις εναντίον των συνταξιούχων και της νεολαίας, καθώς και με το πάγωμα των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων. Η δικαιολογία για τις περικοπές αυτές είναι η επίκληση του αφόρητου επιπέδου του δημόσιου χρέους, την ίδια ώρα που η κυβέρνηση αρνείται να αμφισβητήσει την ελάχιστη φορολόγηση των εισοδημάτων από κεφάλαιο και των μεγάλων επιχειρήσεων, και εγκρίνει και μια αύξηση 6,5 δισεκατομμυρίων σε δύο χρόνια στον στρατιωτικό προϋπολογισμό.

Αυτό το σχέδιο προϋπολογισμού συνοδεύεται από έναν λόγο που δίνει όλο και μεγαλύτερη έμφαση στην ασφάλεια, με μεγάλη επικοινωνία με τις προτάσεις και τα λόγια του Εθνικού Συναγερμού.

Έχοντας, έτσι, αποσταθεροποιηθεί και πληγωθεί από τη δύναμη της 17ης Οκτωβρίου και τη σύμπραξη με την μαχητική πτέρυγα του συνδικαλιστικού κινήματος, ο Μακρόν και ο Λεκορνύ επανέλαβαν την τραγωδία που είχαν γράψει ήδη οι αστοί τενόροι του 19ου αιώνα, απέναντι στον τρόμο που τους είχε προκαλέσει η Κομμούνα του Παρισιού: οι εργατικές τάξεις είναι πάνω απ’όλα επικίνδυνες τάξεις, είναι η “αλητεία” που αμφισβητεί το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, και η αστυνομία και ο στρατός πρέπει να προστατεύουν τα πρόσωπα και τα αγαθά μας.

Οι εικόνες των σπασμένων βιτρινών, των εκατοντάδων καταστημάτων που λεηλατήθηκαν στις 17 Οκτωβρίου στα κέντρα των μεγάλων πόλεων αποτέλεσαν το έναυσμα για μια τρομακτική εκτύλιξη εξουσίας: απαγορεύσεις κυκλοφορίας στα κέντρα των πόλεων, απαγόρευση διαδηλώσεων, βαριές ποινές φυλάκισης. Αυτή η εκτύλιξη, που επικροτήθηκε από την ακροδεξιά, είχε ως στόχο τόσο να φιμώσει τις κριτικές για την αδυναμία της αστυνομίας να προστατεύσει τα κέντρα των πόλεων, όσο και να προσπαθήσει να παραλύσει, να φιμώσει το κοινωνικό κίνημα και να αποσυνδέσει τα συνδικάτα από τις μελλοντικές κινητοποιήσεις. Ακολουθώντας το παράδειγμα του Ερίκ Ζεμμούρ (ο οποίος κατηγόρησε «τα αραβο-μουσουλμανικά αποβράσματα»), ο Μπρουνό Ρεταγιό (Les Républicains), ο Ερίκ Σιοτί, δήμαρχος της Νίκαιας και σύμμαχος του RN, ο Ζορντάν Μπαρντελά (πρόεδρος του RN) -όλοι οι ηγέτες της ακροδεξιάς επιδίδονται εδώ και αρκετές ημέρες σε μια έκρηξη ρατσισμού εναντίον της νεολαίας και των κινητοποιήσεων, ακολουθώντας τον Τραμπ και τον Νετανιάχου που επίσης καταγγέλλουν την «εισβολή του Ισλάμ στη Γαλλία».

Όλα τα τηλεοπτικά κανάλια μεταδίδουν αδιάκοπα εικόνες από φθορές σε δημόσια κτίρια, καταστήματα και καμένα αυτοκίνητα. Οι αρθρογράφοι καταγγέλλουν, μέρα με τη μέρα, τις ανυπόφορες βιαιοπραγίες που υφίστανται οι έμποροι, χωρίς να έχουν δώσει ποτέ την παραμικρή προσοχή, ούτε να έχουν ρίξει φως στην ώθηση των λαϊκών τάξεων στην επισφάλεια και στην αδυναμία να ζήσουν αξιοπρεπώς. Αυτή η καθημερινή βία σπάνια βρίσκει χώρο στα μέσα ενημέρωσης. Όμως, επίσης, παγιδευμένη στην ίδια της την πολιτική ασφάλειας, η κυβέρνηση κατηγορήθηκε ότι δεν είναι σε θέση να προστατεύσει τους μικρούς εμπόρους ή ακόμη και τα δημαρχεία, όπως στη Μασσαλία.

Έτσι, ο Μακρόν και ο Λεκορνύ τραυλίζουν, καλώντας ταυτόχρονα τόσο στην τάξη και σε απαγόρευση των διαδηλώσεων, προφασιζόμενοι ότι «η Δημοκρατία βρίσκεται σε κίνδυνο από την απειλή στάσης της LFI και των πρακτόρων της», όσο και προχωρώντας, μετά από ένα μήνα αρνήσεων, σε βιαστικές συναντήσεις με τους εκπροσώπους του κινήματος των νέων, τη Δευτέρα 26 με τον πρωθυπουργό, και τελικά στις 23 Οκτωβρίου με τον ίδιο τον Μακρόν, για να ανακοινώσουν ότι θα δώσουν απαντήσεις αργότερα!

Για τις 24 Οκτωβρίου, δεκάδες διαδηλώσεις απαγορεύτηκαν από τις νομαρχίες, στη συνέχεια εγκρίθηκαν, αλλά η διαδρομή τους άλλαξε, ενώ οι απαγορεύσεις αυτές ακυρώθηκαν εν μέρει από τα διοικητικά δικαστήρια. Η εξουσία εντείνει τα χτυπήματά της, επιτίθεται, αλλά ταυτόχρονα διστάζει από φόβο μήπως εκδηλώσει την αδυναμία της και την έλλειψη κύρους της απέναντι σε ένα κίνημα που διαρκεί και που επιμένει στο να πετύχει τους στόχους του. Σήμερα ο Μακρόν και η κυβέρνησή του έχουν παγιδευτεί, και αυτό τους καθιστά ακόμη πιο επικίνδυνους.

Η κυβέρνηση φοβάται πλέον ότι το κίνημα, αντί να εξασθενήσει, θα εξαπλωθεί ραγδαία τις επόμενες ημέρες με απεργίες των εργαζομένων, ιδίως γύρω στις 5 Νοεμβρίου. Έτσι, ο Μακρόν και ο Λεκορνύ συνεχίζουν, στην απομόνωσή τους, να αρνούνται οποιαδήποτε παραχώρηση προς τη νεολαία (ανακοινώνοντας ταυτόχρονα για τη Δευτέρα 26 Οκτωβρίου συνάντηση με τις οργανώσεις νεολαίας και μια «αναδιαμόρφωση» του Parcoursup) και να κάνουν και περαιτέρω βήμα προς την καταστολή και την αυταρχική παρέκκλιση. Κατά τις επόμενες διαδηλώσεις, ο υπουργός Εσωτερικών (Λοράν Νουνιέζ) προβλέπει τη χρήση όχι μόνο των δυνάμεων της αστυνομίας και της χωροφυλακής, αλλά και της RAID -μονάδας της αστυνομίας που είναι επιφορτισμένη με αντιτρομοκρατικές ενέργειες- καθώς και των δυνάμεων της επιχείρησης «Sentinelle», στρατιωτικών που είναι επίσης επιφορτισμένοι με την αντιτρομοκρατική δράση στην επικράτεια, και της BRI (Ταξιαρχία αρμόδια για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος)…

Όλα αυτά αποτελούν απόδειξη μιας αυταρχικής σκλήρυνσης, που επικροτείται από το RN και το LR, οι οποίοι ζητούν την επιβολή κατάστασης έκτακτης ανάγκης, με αναστολή των δημόσιων ελευθεριών, αλλά αποκαλύπτουν επίσης και την πολιτική αδυναμία της κυβέρνησης. Το Σαββατοκύριακο της 24ης και 25ης Οκτωβρίου, δεκάδες διαδηλώσεις απαγορεύτηκαν ή απαγορεύτηκε η διαδρομή τους στο κέντρο των πόλεων.

Επομένως, είναι σαφές ότι το κίνημα θα βρεθεί σε μια ακρογραμμή. Είτε ο αστυνομικός οδοστρωτήρας θα καταφέρει να μπλοκάρει το κίνημα, βομβαρδίζοντας την κοινή γνώμη με εικόνες «τρομοκρατίας που οργανώνεται από την υπεραριστερά και την LFI», είτε θα επέλθει σύγκλιση των κινητοποιήσεων με τμήματα των εργαζομένων μέσω συγκεντρώσεων, κοινών δράσεων στις πόλεις και, κυρίως, με επαγγελματικούς κλάδους που θα προχωρήσουν σε απεργία, ιδίως γύρω στις 5 Νοεμβρίου.

Η συνδικαλιστική «Solidaires» ανέδειξε ρητά αυτή την πολιτική, καλώντας σε γενικές συνελεύσεις στους χώρους εργασίας και προωθώντας την προοπτική απεργιών σε όσο γίνεται περισσότερους κλάδους από τις 5 Νοεμβρίου και μετά. Η CGT, μέσω της Σόφι Μπινέ, έχει επίσης υιοθετήσει την προοπτική απεργιών στις 5 Νοεμβρίου και μετά, η FSU καλεί επίσης να συζητηθούν οι συνέπειες αυτής της ημέρας απεργίας στους χώρους εργασίας, καταθέτοντας ήδη προειδοποίηση μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου. Έτσι, με διαφορετικούς τρόπους, αυτά τα τρία συνδικάτα προωθούν άξονες δράσης χωρίς να περιορίζονται από τους ρυθμούς της εθνικής διασυνδικαλιστικής με τα άλλα συνδικάτα (CFDT, FO, UNSA κυρίως). Αυτό είναι προφανώς το συμπέρασμα που έβγαλαν τα μαχητικά συνδικάτα από τις απεργίες του 2023. Το ζήτημα αυτό το αντιλαμβάνονται όλα τα μαχητικά στοιχεία του συνδικαλιστικού κινήματος.

Η απειλή του Εθνικού Συναγερμού (RN)

Τελευταίο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, ζήτημα. Όλοι στην αριστερά κατανοούν ότι ένα από τα κίνητρα της σημερινής κινητοποίησης είναι και ο αγώνας ενάντια στην απειλή ενός «Εθνικού Συναγερμού», που βρίσκεται στα πρόθυρα της πολιτικής εξουσίας. Η διάσπαση στην αριστερά, ενισχυμένη από τη νίκη, προς το παρόν, της πιο σοσιαλφιλελεύθερης πτέρυγας στο εσωτερικό του Σοσιαλιστικού Κόμματος (με τον Γκλουκσμάν) και από την απόρριψη της υποψηφιότητας του Μελανσόν από τους άλλους συνεταίρους του πρώην NFP (Νέου Λαϊκού Μετώπου), Οικολόγους, ΚΚ Γαλλίας και Après, αυξάνει το φόβο ότι θα οδηγήσει σε αδελφοκτόνο πόλεμο στην αριστερά και στη νίκη της Le Pen. Όμως, το σημερινό κίνημα θα μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα αυτά μέσα από μια κινητοποίηση από τα κάτω, επιβάλλοντας την οικοδόμηση της ενότητας, όπως έγινε και το 2024.

Λίγοι το πρόσεξαν, αλλά στην Ορλεάνη επιτεύχθηκε μια ευρεία ενότητα στην αριστερά, μαζί και με το Σοσιαλιστικό Κόμμα και την LFI να στέκονται δίπλα-δίπλα, αντιτασσόμενοι όλοι μαζί στη του συνεδρίου του RN το Σαββατοκύριακο 24 και 25 Οκτωβρίου. Σε αντίθεση με την γενική κατάσταση στην σριστερά, οι αριστερές δυνάμεις του νομού Λουαρέ (στη Λουάρ) έβγαλαν μαζί μια έκκληση «για την οικοδόμηση ενός λαϊκού και αλληλέγγυου μετώπου». Προκειμένου να αντιταχθούν στο RN και να «εμποδίσουν τους κληρονόμους του Πετέν να καταλάβουν πάλι την εξουσία», καλώντας «όλες τις προοδευτικές δυνάμεις -ενώσεις, συνδικάτα και πολιτικά κόμματα-, τον κόσμο του πολιτισμού, καθώς και όλους όσοι είναι βαθιά προσηλωμένοι στις δημοκρατικές αξίες της ειρήνης και της ελευθερίας, να συμμετάσχουν σε αυτή τη λαϊκή και προοδευτική λαϊκή συσπείρωση»9.

Η δημιουργία ενός κοινωνικού συσχετισμού δύναμης ικανού να αναγκάσει τον Μακρόν και τον Λεκορνύ να υποχωρήσουν είναι εφικτή, ακόμη και αν αυτό δεν ίσχυε πριν από μερικές εβδομάδες: αλλά η ενέργεια όλων των αγωνιστικών δυνάμεων θα είναι καθοριστική για να επιτευχθεί αυτό. Αυτό μπορεί και πρέπει να συνδυαστεί με τον αγώνα για τη διαμόρφωση ενός ενιαίου πολιτικού και κοινωνικού μετώπου, για να εκδιωχθεί ο Μακρόν και ο κόσμος του και να εμποδιστεί η πρόσβαση του RN στην προεδρία.

Léon Crémieux

24/10/2026

Μετάφραση ΤΠΤ – «4» από:


Σημειώσεις

1Matthieu Aron και Caroline Michel-Aguirre, Le Grand Détournement, Allary Editions, 2025.

2Στη Γαλλία, οι φόροι αντιπροσωπεύουν το 55% έως 60% της τιμής των καυσίμων, και είναι μία από τις λίγες χώρες όπου δεν μειώθηκαν απέναντι στη ραγδαία άνοδο των τιμών μετά την αμερικανική και ισραηλινή επίθεση εναντίον του Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026.

3David Dufresne, Dernières sommation, Grasset, 2019.

4Nagui Benchichi, Julien Grenet, Georgia Thebault, “Ségrégation à l’entrée des Etudes supérieures en France et en Région parisienne: quels effets du passage à Parcoursup” [Διαχωρισμός στην πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στη Γαλλία και στην περιοχή του Παρισιού: ποιες είναι οι επιπτώσεις της μετάβασης στο Parcoursup] INSEE Έγγραφα εργασίας, αρ. 2021-03. “Ségrégation sociale en milieu scolaire: appréhender ses causes et déterminer ses effets” [Κοινωνικός διαχωρισμός στο σχολικό περιβάλλον: κατανόηση των αιτίων και προσδιορισμός των επιπτώσεων]. Συμβούλιο Αξιολόγησης της Εκπαίδευσης, Έγγραφο Εργασίας αρ. 23-02, Νοέμβριος 2023.

5Ramdan Bezine και Noujoud Rejbi, “Hommage à Clichy sous-bois « Zyed et Bouna nous ont laissé un héritage »” [Φόρος τιμής στο Clichy-sous-Bois «Ο Zyed και η Bouna μας άφησαν μια κληρονομιά»], bondyblog.fr 2025.

6Βλ. wikipedia για Δολοφονία του Ναέλ Μερζούκ

7Συνέντευξη με τον Louis Boyard, Contretemps, 12 Οκτωβρίου 2026.

8Θεσπίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο, επιτρέποντας τον περιορισμό των δημόσιων ελευθεριών και την ενίσχυση των διακριτικών εξουσιών της αστυνομίας και της κυβέρνησης.

9Έκκληση που υπογράφηκε από την CGT, τη Solidaires και τη FSU, την ATTAC, τη Confédération paysanne, τους Soulèvements de la Terre, το MRAP, τη Διεθνή Αμνηστία, την ASTI, AFPS, της CIMADE, το Ίδρυμα Copernic, την Alternatiba, τον Οργανισμό Οικογενειακού Προγραμματισμού, το NPA-A, το Poing levé, τη France insoumise, το PCF, το Après, τους Οικολόγους, τη Génération, το PS, καθώς και από έναν μεγάλο αριθμο τοπικών συλλογικοτήτων.


https://tpt4.org/?p=11636

Σχολιάστε