Ουκρανικός εθνικισμός: από την αντίδραση στη επανάσταση

του Zbigniew Marcin Kowalewski

Σε σχέση με την “Οργάνωση Ουκρανών Εθνικιστών” (1929-1954)

Εθνικισμός: από την αντίδραση στη επανάσταση

του Zbigniew Marcin Kowalewski (*)

[Στην παρούσα ανάρτηση δημοσιεύουμε εκτεταμένα αποσπάσματα από μια ιστορική μελέτη του σύντροφου Ζμπίγκνιεφ Κοβαλέφσκι για τον ουκρανικό εθνικισμό. Ολόκληρο το κείμενο του Zbigniew Marcin Kowalewski, που βρίσκεται σε μορφή .pdf εδώ, αποτελείται από 3 μέρη, που δημοσιεύτηκαν στο ελβετικό Marx21.ch. Από αυτά, το πρώτο (α) είχε δημοσιευτεί αρχικά στα πολωνικά, στις 22 Αυγούστου 2026, στο εβδομαδιαίο πολωνικό περιοδικό Gazeta Wyborcza, στη στήλη: «Ο Adam Michnik προτείνει», το οποίο -όπως είναι φυσικό- ξεσήκωσε τις διαμαρτυρίες της πολωνικής δεξιάς. Το δεύτερο (β) παρακολουθεί την επαναστατική στροφή της OUN και πλαισιώνεται από το τρίτο μέρος, (γ) που είναι η μετάφραση ενός παλιού κειμένου (1944) του Ουκρανού Χόρνοβι, για τη διάλυση της Κομιντέρν.

Η μελέτη αυτή του Πολωνού ιστορικού, του ειδικού στην ιστορία της Ουκρανίας, επικεντρώνεται στη δυναμική του ουκρανικού εθνικισμού, μετά την ήττα της οκτωβριανής επανάστασης και την άνοδο του σταλινισμού, και ειδικότερα στο πλαίσιο της πολωνικής κυριαρχίας, στο δυτικό τμήμα της Ουκρανίας. Το εμπειρικό του υλικό, ωστόσο, έχει γενικότερο ενδιαφέρον, καθώς επανασυνδέεται με παρατηρήσεις του κλασικού μαρξισμού, κατά πολύ επιβεβαιώνοντάς τες.

Το βλέπουμε, π.χ., (α) στη βία των καταπιεσμένων εθνών (Μαρξ), (β) στην ουσιαστική αντίθεση ανάμεσα σε καταπιεσμένους και σε καταπιεστές (Λένιν), αλλά και (γ) στην αδυναμία των αστικών δυνάμεων να ολοκληρωθούν -στα σημερινά διεθνή καπιταλιστικά πλαίσια- χωρίς διαδικασίες “διαρκούς επανάστασης” (Τρότσκι), δημιουργώντας σημαντικές ρήξεις στο εσωτερικό των εθνικών κινημάτων, όχι μόνο οργανωτικές αλλά και προγρραμματικές, που μπορεί να πηγαίνουν από την επανάσταση ώς την αντίδραση και τανάπαλιν, όπως είναι η περίπτωση της OUN.

Ο μεταφραστής (Τ.Α.)]


[Ολόκληρο το άρθρο του Zbigniew Marcin Kowalewski βρίσκεται σε μορφή .pdf εδώ: 0,5 MB, 37 σελίδες, 18.000 λέξεις]


Α. Αχτίδες φωτός στο σκοτάδι (1929-1943)

Αν το απελευθερωτικό κίνημα ενός καταπιεσμένου λαού διαπράξει εγκλήματα κατά του έθνους που κυριαρχεί, η αιτία είναι η εθνική καταπίεση και όχι η βούληση να απελευθερωθεί από αυτήν”. Zbigniew Marcin Kowalewski.

Η [Πολωνή1] Irena Krzywicka, συγγραφέας και φεμινίστρια ακτιβίστρια, είχε παρατηρήσει, λίγα χρόνια πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ότι «τα ανατολικά σύνορα ήταν πάντα, κατά κάποιον τρόπο, αποικίες της Πολωνίας», αλλά ποιος την διαβάζει σήμερα; […[

Η πολωνική συμβολή στον ουκρανικό εθνικισμό

Όταν η εποχή των σύγχρονων εθνικών κρατών επεκτάθηκε καθυστερημένα στην Ανατολική Ευρώπη, το πολωνικό κράτος, που αναγενήθηκε [πολωνική ανεξαρτησία] το 1918, αποτελούσε, αναγκαστικά, μια αναχρονιστική και εφήμερη ανωμαλία. Πράγματι αυτοανακηρύχθηκε εθνικό κράτος, παρότι περιλάμβανε ένα πολυεθνικό έδαφος. Στο μισό αυτού του εδάφους, οι Πολωνοί αποτελούσαν μια πολύ σαφή μειονότητα, ενώ δύο άλλα έθνη, οι Ουκρανοί και οι Λευκορώσοι, αποτελούσαν στο άλλο μισό την συντριπτική πλειοψηφία, ενώ οι ίδιοι χωρίζονταν από τους ομοεθνείς τους από ένα εθνικό σύνορο. Είχε, επομένως, οικοδομηθεί πάνω σε ένα ναρκοπέδιο που, αργά ή γρήγορα, έπρεπε να εκραγεί.

Ήταν έτσι το ίδιο το πολωνικό κράτος που δημιούργησε συνθήκες ιδιαίτερα ευνοϊκές για την ανάπτυξη του “ολοκληρωτικού” ουκρανικού εθνικισμού. Προσπάθησαν να εξουδετερώσουν αυτή τη βόμβα με αναπολεσματικά μέσα: μέσα από την κρατική αφομοίωση σε ένα αυστηρά συγκεντροποιητικό κράτος, που απέκλειε κάθε εθνική αυτονομία, ή μέσα από εθνική και θρησκευτική αφομοίωση, αλλά και “εξόντωση” -όπως την ονόμασε πολύ εύγλωττα το Πολωνικό Εθνικό Κόμμα (SN). Οι Ουκρανοί εθνικιστές παρακολουθούσαν πάντα στενά τα σχέδια των Πολωνών εθνικιστών για «πολιτική εξόντωσης» των Ουκρανών. Αυτά τα σχέδια έδωσαν ώθηση στον δικό τους “ολοκληρωτικό εθνικισμό”, παρέχοντάς του ταυτόχρονα και μια δογματική βάση.

Η προέλευση του «ολοκληρωτικού εθνικισμού»

Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ο John Armstrong2 εισήγαγε τον όρο «ολοκληρωτικός εθνικισμός» και σκιαγράφησε την έννοια αυτή στις μελέτες του για την Οργάνωση των Ουκρανών Εθνικιστών (OUN). […]

Η σημασία αυτής της έννοιας έγκειται στο ότι επιτρέπει τη διάκριση ανάμεσα στα φασιστικού ή ναζιστικού τύπου κινήματα εθνών που διαθέτουν ήδη κράτος και σε ριζοσπαστικά δεξιά εθνικιστικά κινήματα σε καταπιεσμένα έθνη χωρίς κράτος -να τα διακρίνουμε ακόμη και όταν τα τελευταία επηρεάζονται ιδεολογικά και πολιτικά από τα πρώτα, όπως συνέβη στην περίπτωση της OUN. Ο ολοκληρωτικός εθνικισμός, με τη δυναμική ή την εξοντωτική τάση που του είναι εγγενής, εμφανίστηκε, πριν ακόμη ονομαστεί έτσι, στο πλαίσιο ενός αντι-αποικιακού κινήματος τόσο πρώιμου όσο η επανάσταση της Αϊτής3 στη στροφή του 18ου προς τον 19ο αιώνα, σε μια εποχή που κανείς δεν είχε ακόμη ακούσει για τον φασισμό. […]

Η δυναμική που θεωρώ ότι καθορίζει αυτόν τον εθνικισμό ή προσδιορίζει τη φύση του εκδηλώνεται ιδιαίτερα στο πλαίσιο του εθνικισμού ενός λαού χωρίς κράτος, τόσο λόγω του αποικιοκρατικής εποίκησης από την πλευρά του κυρίαρχου έθνους όσο και λόγω της κραυγαλέας εθνικής ανισότητας στην πρόσβαση στη γη, που είναι δυσμενής για το έθνος χωρίς κράτος, έστω και αν αποτελεί τη συντριπτική πλειοψηφία στο δικό του έδαφος.

Μόνο στην περιοχή της Βολυνίας, κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, η πολωνική μειονότητα του 15% ασκούσε απόλυτη εξουσία επί της ουκρανικής πλειοψηφίας (ακόμη και σε περιφέρειες όπου το 90% του πληθυσμού ήταν Ουκρανοί, μόνο ένας από καταγωγή Πολωνός μπορούσε να κατέχει τη θέση του νομάρχη) και έλεγχε σχεδόν το 35% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων, ενώ η ουκρανική αγροτιά στριμωχνόταν σε μικροσκοπικά αγροκτήματα. Αποκαλυπτικό γεγονός: κατά τη διάρκεια της «αντιπολωνικής δράσης» του Ουκρανικού Επαναστατικού Στρατού (UPA) το 1943, ο αρχιστράτηγός του, Klym Savour, διέταξε «τη διανομή των κολχόζ, των σοβχόζ, των μεγάλων κτημάτων και των εκμεταλλεύσεων που ανήκαν σε πρώην Πολωνούς αποίκους, για να μοιραστούν στους άκληρους και στους μικρούς αγρότες»4.[…]

Σχετικά με το ουκρανικό ζήτημα, το Εθνικό Πολωνικό Κόμμα «όχι μόνο διατηρούσε πλήρως την προπολεμική πολιτική εξόντωσης που ακολουθούσε στο θέμα αυτό, αλλά και την ριζοσπαστικοποίησε σημαντικά» και μάλιστα «ανακοίνωνε έναν εξοντωτικό πολιτικό σχεδιασμό εκτοπισμού για τους Ουκρανούς, κατά το πρότυπο των επιχειρήσεων εκτοπισμού που διεξήγαγαν τα καθεστώτα του Χίτλερ και του φασισμού». Έτσι περιγράφεται η στάση αυτού του κόμματος εκείνη την εποχή για το ουκρανικό ζήτημα από το αρχηγείο του Εσωτερικού Στρατού (AK), της κύριας οργάνωσης της πολωνικής αντίστασης. Αυτό ήταν γνωστό στην OUN. Συνεπώς -σύμφωνα με τη λογική των Κλιμ Σαβούρ, Σονάρ και Ντουμπόβι-, το ερώτημα «ποιος θα νικήσει ποιον» ανάγεται στο «ποιος θα δράσει πιο γρήγορα»: το πολωνικό κράτος, το οποίο προς το παρόν υπάρχει μόνο στην παρανομία, και δεν διαθέτει ακόμα τα μέσα για αυτό. Εμείς, στη Βολυνία, με τη συντριπτική εθνική μας πλειοψηφία, διαθέτουμε τα μέσα. Ο στρατός που θα δημιουργήσουμε θα μας εξασφαλίσει την αποτελεσματικότητα.

Η πολιτική ετερογένεια του ουκρανικού εθνικισμού

Η ιστορία των απελευθερωτικών κινημάτων των αποικιοκρατούμενων και καταπιεσμένων λαών στον 20ό αιώνα δείχνει ότι όσο περισσότερο αυτά τα κινήματα κυριαρχούνται από συγκεκριμένες πολιτικές οργανώσεις, τόσο περισσότερο γίνονται ετερογενή, με πολλαπλά ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα, που κυμαίνονται από τη δεξιά έως την αριστερά. Ανταγωνιστικές τάσεις, που διαμάχονται για την κυριαρχία τους, συνεργάζονται μεταξύ τους, μερικές φορές ακόμη και με ανταγωνιστικό τρόπο, κάτι που συχνά αποκαλύπτεται σε καταστάσεις ξαφνικής κρίσης. Τότε συμβαίνει να γίνεται μια «ανατροπή της κυρίαρχης τάσης»: ορισμένες τάσεις χάνουν την κυρίαρχη θέση τους, ενώ εκείνες που μέχρι τότε ήταν υποταγμένες παίρνουν το πάνω χέρι. Η ιστορία του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου της Αλγερίας (FLN) ή του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού (IRA) συγκαταλέγονται στα πολλά εύγλωττα παραδείγματα τέτοιων εσωτερικών δυναμικών.

Όταν, το 1929, η OUN ιδρύθηκε, στο συνέδριό της στη Βιέννη, η Μόσχα, μέσω της Κομιντέρν και με τη βοήθεια ορισμένων Πολωνών κομμουνιστών, είχε μόλις εκδιώξει από το [πολωνικό και στην παρανομία] Κομμουνιστικό Κόμμα της Δυτικής Ουκρανίας (KPZU) τον «σουμσκισμό»5, δηλαδή πλειοψηφικό ρεύμα που αρνιόταν να υποταχθεί στην εξουσία του και το οποίο ήταν, στην πραγματικότητα, ανεξαρτησιακό.

Ο κομμουνισμός χάνει έδαφος, ο εθνικισμός κερδίζει

«Για να εξηγήσουμε την άνθηση του ουκρανικού εθνικιστικού κινήματος στη Γαλικία κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1920, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την ταυτόχρονη παρακμή του κομμουνιστικού κινήματος», είχε ήδη παρατηρήσει εδώ και αρκετά καιρό ο Marko Bojcun6. Επιπλέον, ενώ μέχρι τότε οι κύκλοι ακτιβιστών της ουκρανικής νεολαίας στην Πολωνία είχαν, στην παρανομία, τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ δύο ριζοσπαστικών ρευμάτων, του εθνικισμού και του κομμουνισμού, το τελευταίο είχε πλέον χάσει εντελώς την ελκυστικότητά του. Πολλοί από εκείνους που παλαιότερα θα είχαν επιλέξει το KPZU στράφηκαν, επομένως, προς την OUN. Το φαινόμενο αυτό επαναλήφθηκε μετά το 1933, στη συνέχεια του Χολοδόμορ στη Σοβιετική Ουκρανία, όταν η αλήθεια σχετικά με τον λιμό έφτασε στη Γαλικία: ένα μέρος εκείνων που είχαν τότε αποχωρήσει από το KPZU ή είχαν παραιτηθεί από την ένταξή τους σε αυτό εντάχθηκαν στις τάξεις των εθνικιστών.

Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι μετατράπηκαν σε ακραίους εθνικιστές. Αντίθετα, συχνά συνέβαλαν σε μια ακόμη πιο έντονη ετερογένεια στην OUN από ό,τι στο παρελθόν και όξυναν τις ανταγωνιστικές πτυχές της συνεργασίας στο εσωτερικό της. Όπως θα δούμε, ο Mykhaylo Stepaniak αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα από αυτή την άποψη: «κομμουνιστής και μέλος της ηγεσίας της OUN» -έτσι θα τον περιγράψει, το 2011, η ουκρανική εφημερίδα Istorytchna Pravda.

Μια άλλη εμβληματική προσωπικότητα είναι ο Ivan Mitrynga7, ο οποίος, αν δεν υπήρχε η σταλινική καταστολή του «σουμτσκισμού» στο εσωτερικό του KPZU, θα ταλαντευόταν πού να ενταχθεί, στο KPZU ή στην OUN. […] Το 1941, ο Μιτρίγκα και οι άνδρες του, όπως και άλλες «εκστρατευτικές ομάδες» της μπαντερικής φράξιας της OUN (που μόλις είχε συγκροτηθεί) -από εδώ και στο εξής θα αναφερόμαστε μόνο σε αυτήν-, ξεκίνησαν ακολουθώντας τα χνάρια των γερμανικών στρατευμάτων προς τη σοβιετική Ουκρανία. Όταν επέστρεψε, δεν δήλωνε πλέον εθνικιστής, αλλά, με βάση τις δικές του αναφορές, ως «επαναστάτης δημοκράτης». Εφεξής, οι υποστηρικτές του Μιτρίγκα θα υποστηρίζουν πως η OUN δεν μπορεί να τύχει υποστήριξης στην Ανατολική Ουκρανία παρά μόνο με την προϋπόθεση ότι δεν θα προωθούσε ούτε μια εθνική δικτατορία, την οποία εκεί την θεωρούσαν φασιστική, «ούτε καν ένα αστικό δημοκρατικό καθεστώς, αλλά θα καλούσε για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου ουκρανικού κράτους βασισμένο στα συμβούλια».

Συμβούλια (=ράντα/σοβιέτ), αυτή είναι η πρώτη και μοναδική μέχρι τότε μορφή δημοκρατίας, που οι μάζες και οι λαοί της Ρωσικής Αυτοκρατορίας είχαν ανακαλύψει παλαιότερα, κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1917: δημοκρατικά εκλεγμένα και πολυκομματικά συμβούλια, πριν υποστούν τη μπολσεβικοποίηση. Με το σύνθημα: «Μόνο σε μια ανεξάρτητη Ουκρανία θα υπερασπιστούμε και θα εμβαθύνουμε τα κοινωνικά κεκτημένα της Οκτωβριανής Επανάστασης», οι οπαδοί του Μιτρίγκα αποχώρησαν σύντομα από την OUN. Διαφοροποιήθηκαν τόσο πολύ από αυτήν, ώστε, με την εξαίρεση του ίδιου του Μιτρίγκα, που σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου, ολόκληρη η ηγετική τους ομάδα, που βρισκόταν στην εξορία μετά τον πόλεμο, συμπεριλαμβανομένου του Μπόρις Λεβίτσκι8 (ο οποίος αργότερα έγινε «εξαιρετικά πολύτιμος» συνεργάτης του Ζέρζι Γκιντρόιτς9), ίδρυσε μαζί με τους Ουκρανούς μαρξιστές που υποστήριζαν την ανεξαρτησία ένα κοινό κόμμα με το όνομα, τόσο χαρακτηριστικό του Μιτρίγκα , «Ουκρανικό Δημοκρατικό Επαναστατικό Κόμμα (URDP)».

Ούτε ο Μιτρίγκα ούτε ο Στεπανιάκ έχουν μέχρι σήμερα αποτελέσει αντικείμενο καμίας μονογραφίας, ούτε καν υπάρχει και καμία συλλογή των κειμένων τους, καθώς η σκέψη και η πολιτική τους δραστηριότητα προκαλούν βαθιά αμηχανία στους ιστορικούς, ιδίως σε εκείνους που ασκούν «ιστορική πολιτική». Μεταξύ πολλών άλλων γεγονότων που θα συζητηθούν εδώ, δεν παίρνουν υπόχη τους ούτε καν, για παράδειγμα, το εξής γεγονός (που ωστόσο το έχει επισημάνει ο Τίμοθι Σνάιντερ και επιβεβαιώνει και ο Περ Άντερς Ρούντλινγκ): ότι πριν από τον πόλεμο, στη Βολυνία, υπήρξε έντονη συνεργασία μεταξύ της OUN και του KPZU, το οποίο είχε αποδειχθεί εντυπωσιακά λιγότερο σταλινικό σε αυτή την περιοχή. Στη βολυνιακή Πολέσια, κατά το καλοκαίρι του 1939, η κομμουνιστική οργάνωση, που είχε επιβιώσει από τη διάλυση του KPZU (καθώς και του πολωνικού κόμματος) από τον Στάλιν, συγκρότησε μάλιστα μαζί με την OUN μια κοινή στρατιωτική οργάνωση, βραχύβιας διάρκειας.[…]

Χωρίς μεγάλους γαιοκτήμονες ούτε καπιταλιστές, χωρίς κομμουνιστική δικτατορία

Το 1943, η OUN βρέθηκε σε κατάσταση κρίσης. Στη Γαλικία, τα ηγετικά της όργανα βίωναν τότε βαθιές πολιτικές διαιρέσεις. Πολλοί θεωρούσαν ότι η παραμονή στην παρανομία ήταν παραλυτική και αναποτελεσματική, και ζητούσαν να εμπλακούν στον ένοπλο αγώνα. Ο Μύκολα Λεμπέντ10, ο οποίος ασκούσε προσωρινά τα καθήκοντα του προέδρου κατά την απουσία του Μπαντέρα, που ήταν φυλακισμένος στο Ζάξενχαουζεν, αντιτάχθηκε ανοιχτά στην ιδέα να ξεκινήσει ένας ανταρτοπόλεμος. Απέναντι σε αυξανόμενη κριτική, παραιτήθηκε από το αξίωμά του. Το αξίωμα αυτό ανέλαβε -στο πλαίσιο ενός πλέον συλλογικού διευθυντηρίου- ο Ρομάν Σουκέβιτς11, εκπρόσωπος του στρατιωτικού σκέλους της οργάνωσης. Παράλληλα, ένας άνεμος ιδεολογικών αλλαγών φυσούσε από την Ανατολή. Όσοι είχαν σταλεί στη σοβιετική Ουκρανία που βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή επέκτειναν τις δραστηριότητες της OUN όχι μόνο στο Κίεβο, αλλά ακόμη και στα μεγάλα βιομηχανικά και εργατικά κέντρα του Ντονμπάς. Από εκεί, άρχισαν να απαιτούν ιδεολογικές και προγραμματικές αλλαγές.

«Κάτω το σύνθημα “Η Ουκρανία στους Ουκρανούς”», δήλωναν. Εδώ, ο λαός δεν το αποδέχεται, το θεωρεί σοβινιστικό. Συνδέουν τον εθνικισμό με τον φασισμό. Αυτό που θέλουν είναι «μια ανεξάρτητη Ουκρανία, χωρίς μεγάλους γαιοκτήμονες ούτε καπιταλιστές, και χωρίς τη δικτατορία του Κομμουνιστικού Κόμματος», με μια δημοκρατία των συμβουλίων. Δεν έχει νόημα να αναζητήσει κανείς εδώ υποστήριξη από την παλαιά γενιά των πετλιουριστών12· πρέπει να την αναζητήσουμε στη νεότερη γενιά, που έχει ήδη εκπαιδευτεί στην ΕΣΣΔ, ιδίως μεταξύ της πιο πολιτικοποιημένης νεολαίας της Κομσομόλ (σύμφωνα με την αρχή: «Αν είναι κομμουνιστής από πεποίθηση, κάν’ τον εθνικιστή»). Σε αυτή τη γενιά απευθύνονται οι ιδέες του κομμουνιστή και υπέρμαχου της ανεξαρτησίας Χβίλοβι13, ο οποίος αυτοκτόνησε το 1933 ως ένδειξη διαμαρτυρίας ενάντια στο Χολοδομόρ. Θα μας ακολουθήσουν, στο όνομα της ιδέας της ανεξαρτησίας, αλλά με την προϋπόθεση ότι το πρόγραμμα θα αλλάξει. Αυτό που είχε προαναγγείλει ο Μιτρίγκα πολύ νωρίτερα επιβεβαιώθηκε. Ο “ολοκληρωτικός εθνικισμός” δεν είχε εδώ καμία πιθανότητα να υποστηριχθεί και εδώ ακριβώς τον απέρριψε η OUN. Μετά τον πόλεμο, στην εξορία, ο Λεβ Τσανκόφσκι14 θα αφιερώσει ένα βιβλίο σε αυτή την εμπειρία· ο Γιέβγκεν Σταχίβ15 θα διηγηθεί εκτενώς και επανειλημμένα τη δική του εμπειρία, αυτή του Ντονμπάς.

Ο UPA έχει απαξιωθεί

Ο Βασίλ Κουκ16, ο οποίος είχε σταλεί εκεί από τη Γαλικία και πλέον ηγείτο του παράνομου δικτύου της OUN στη νοτιοανατολική Ουκρανία, με έδρα το Ντνιπροπετρόφσκ, υποστήριξε τις ολοένα και πιο πιεστικές απόψεις των μαχητών του. Τον Αύγουστο του 1943, η αντιπροσωπεία τους στο 3ο Έκτακτο Συνέδριο της OUN απαίτησε την υιοθέτηση ενός νέου προγράμματος, του οποίου παρουσίασε το σχέδιο. Οι εκπρόσωποι της Βολυνίας τo υποστήριξαν σθεναρά. Το συνέδριο ψήφισε ότι, στις γραμμές της OUN, «οι αγρότες, οι εργάτες και η διανόηση» αγωνίζονταν:

  • «για την εθνική και κοινωνική απελευθέρωση»,
  • για ένα ουκρανικό κράτος «χωρίς μεγαλοκτηματίες, χωρίς καπιταλιστές και χωρίς μπολσεβίκους επιτρόπους»,
  • «για τη δωρεάν παραχώρηση στους αγρότες στις δυτικές περιοχές της Ουκρανίας όλων των γαιών των μεγάλων γαιοκτημόνων, των μοναστηρίων και της Εκκλησίας»,
  • «για να είναι η μεγάλη βιομηχανία εθνική και κρατική ιδιοκτησία, και η μικρή βιομηχανία συνεταιριστική και κοινοτική»,
  • «για τη συμμετοχή των εργατών στη διοίκηση των επιχειρήσεων»,
  • «για την ελευθερία του Τύπου, της έκφρασης, της σκέψης, των πεποιθήσεων, της θρησκείας και της κοσμοθεωρίας»,
  • «για την πλήρη ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών»,
  • «για το πλήρες και ανεπιφύλακτο δικαίωμα των εθνικών μειονοτήτων να καλλιεργούν τη δική τους εθνική κουλτούρα»,
  • «για την ισότητα όλων των Ουκρανών πολιτών, ανεξαρτήτως εθνικότητας».

Πρόκειται για ένα ψήφισμα χωρίς προηγούμενο. Θεωρητικά, ανέτρεπε τον ολοκληρωτικό εθνικισμό μέσα στην OUN. Αλλά λέμε “θεωρητικά”, γιατί ακριβώς την ίδια στιγμή ο εθνικισμός αυτός έφτανε στο αποκορύφωμά του στη Βολυνία.[…]

Ο Κλυμ Σαβούρ ίδρυσε τότε με δική του πρωτοβουλία τον Ουκρανικό Επαναστατικό Στρατό (UPA) στη Βολυνία και […] με δική του πρωτοβουλία, ξεκίνησε μια «αντιπολωνική δράση» -μια αιματηρή εθνοκάθαρση, που οι Πολωνοί ιστορικοί χαρακτηρίζουν ως «σφαγή της Βολυνίας»17. Όταν η είδηση αυτής της «αντιπολωνικής δράσης» έφτασε στη Γαλικία, στο εσωτερικό της κεντρικής ηγεσίας -η οποία ήταν ήδη πολύ αποπροσανατολισμένη σχετικά με τα γεγονότα στη Βολυνία-, ο Λεμπέντ και ο Στεπανιάκ εκτίμησαν πως «ο UPA έχει απαξιωθεί λόγω των εγκληματικών ενεργειών του εναντίον του πολωνικού πληθυσμού». Βρίσκονταν όμως στη μειοψηφία, καθώς η υιοθέτηση μιας τέτοιας στάσης θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε διάσπαση με τους εθνικιστές της Βολυνίας.

Ένας μαρξιστής στην ηγεσία της ΟUN

Ο Μιχαήλο Στεπανιάκ18, «σουμσκιστής», είχε υπάρξει ακτιβιστής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Δυτικής Ουκρανίας, από το οποίο αποχώρησε τη δεκαετία του 1930 λόγω των ριζοσπαστικά αντισταλινικών του θέσεων, καθώς και υπέρ της ανερξαρτησίας. […]

Ως δικηγόρος, υπερασπιζόταν τους εθνικιστές ενώπιον των πολωνικών δικαστηρίων και συνεργαζόταν μαζί τους, ιδίως στις εκπαιδευτικές τους σχολές, δίνοντας διαλέξεις για τη σοβιετική ΝΕΠ, για τη φύση του σταλινικού καθεστώτος και για την κυριαρχία του στην Ουκρανία. Κατά την πρώτη σοβιετική κατοχή, προσχώρησε στην OUN. Γρήγορα εντάχθηκε στην ηγεσία της και απολάμβανε ιδιαίτερου κύρους μεταξύ των εθνικιστών. Επεξεργάστηκε σχέδια για την οικοδόμηση κράτους και, ως ταλαντούχος διαπραγματευτής, διεξήγαγε, εκ μέρους της OUN, διαπραγματεύσεις, μεταξύ άλλων, με τον μητροπολίτη της Ουκρανικής Ελληνικο-Καθολικής Εκκλησίας, Ανδρέι Σεπτίτσκι19, και με τον Πολωνικό Στρατό του Εσωτερικού. Μαζί με τον Βασίλ Μούντρι20, Ουκρανό αντιπρόεδρο του προπολεμικού πολωνικού κοινοβουλίου, προσπάθησε να συσπειρώσει τους ουκρανικούς ανεξαρτησιακούς κύκλους γύρω από ένα σχέδιο που αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός υπερκομματικού θεσμού, τον οποίο και ίδρυσαν αργότερα21 ο Σούκεβιτς, ο Μούντρι και άλλοι, χωρίς τη δική του συμμετοχή, με την ονομασία Ανώτατο Ουκρανικό Συμβούλιο Απελευθέρωσης (UHWR).

Ήταν πεπεισμένος ότι, παρόλο που, όπως έλεγε, η OUN είχε «χάσει κάθε κύρος» λόγω της προηγούμενης συνεργασίας της με τη ναζιστική Γερμανία, παρέμενε η μόνη πολιτική δύναμη πάνω στην οποία υπήρχει η δυνατότητα να οικοδομηθεί μια νέα επαναστατική ανεξαρτησιακή οργάνωση, την οποία και επιδίωκε. Παρέμενε μαρξιστής. Στο πλαίσιο της ηγεσίας του, υποστήριζε τη διάλυση της OUN, τη δημιουργία μιας νέας οργάνωσης και την προετοιμασία μιας ένοπλης εξέγερσης κατά του γερμανού κατακτητή, έτσι ώστε να ξεσπάσει πριν από την είσοδο του Σοβιετικού Στρατού στη Δυτική Ουκρανία. Η λογική του για την εξέγερση ήταν παρόμοια με εκείνη που θα υιοθετούσαν ο συνταγματάρχης Γιαν Ρζεπέτσκι [Jan Rzepecki] και ο στρατηγός Λεοπόλδ Οκουλίτσκι [Leopold Okulicki] όταν θα αγωνίζονταν μέσα από το επιτελείο του Εσωτερικού Στρατού για να πυροδοτήσουν την Εξέγερση της Βαρσοβίας22. Αντίθετα, όπως και ο Λεμπέντ, αντιτάχθηκε στη δημιουργία του UPA και στα σχέδια για ανταρτοπόλεμο στα νώτα των σοβιετικών δυνάμεων, μόλις αυτές θα εισέρχονταν στο έδαφος, καθώς θεωρούσε ότι ένας τέτοιος πόλεμος ήταν αδύνατο να διεξαχθεί. ]…]

Αποδείχθηκε ότι ο Κουκ και ο Μπουσέλ μοιράζονταν την ίδια άποψη με τον Στεπανιάκ σχετικά με την «αντιπολωνική δράση», κάτι που τους είχε ήδη φέρει πιο κοντά, και ότι, γενικά, είχαν ιδεολογικές απόψεις που συνέπιπταν σε μεγάλο βαθμό. Αυτό το τρίο, για πρώτη φορά στην ιστορία της OUN, αποτέλεσε τον σκληρό πυρήνα μιας αριστερής πτέρυγας, που μέχρι τότε ήταν διάσπαρτη και αόρατη. Σκοπός της ήταν να «ανατρέψει την κυρίαρχη τάση»: στη συνέχεια της προγραμματικής αλλαγής που είχε ήδη πραγματοποιηθεί τυπικά, να την εμβαθύνει και να την ριζοσπαστικοποιήσει, και, γενικότερα, να αναπροσανατολίσει την OUN προς μια νέα πορεία, διαλύοντάς την για να δημιουργήσει στη θέση της μια νέα Λαϊκή Επαναστατική Οργάνωση Απελευθέρωσης.

Η αριστερή πτέρυγα μορφοποιείται

[…] Στα μέσα Ιουλίου του 1944, υπό τη σοβιετική κατοχή, ο Κουκ, ο Μπουσέλ και ο Στεπανιάκ συγκάλεσαν ένα συνέδριο με τη συμμετοχή δέκα αγωνιστών στα περίχωρα του Ντέρμαν, κατά τη διάρκεια του οποίου εκδόθηκε ειδικά το φυλλάδιο του Στεπανιάκ “Στη νέα πραγματικότητα”, το πλήρες κείμενο του οποίου διανεμήθηκε (ενώ μόνο αποσπάσματα είχαν δημοσιευτεί στο περιοδικό της OUN “Ideya i Tschyn”). Αφού παρουσίασαν μια εις βάθος ανάλυση της φύσης της Σοβιετικής Ένωσης ως «κρατικού μηχανισμού του ρωσο-μπολσεβικικού ιμπεριαλισμού και υπερασπιστή των συμφερόντων αυτού του ιμπεριαλισμού, δηλαδή της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης του ανθρώπου και των εθνών», ο Στεπανιάκ υποστήριξε ότι «η προετοιμασία και η επιτυχής διεξαγωγή της ουκρανικής επανάστασης ισοδυναμεί με την προετοιμασία και την επιτυχή διεξαγωγή της επανάστασης σε ολόκληρη την ΕΣΣΔ». Αυτό σημαίνει, λοιπόν, αφενός, ότι «η έξοδος από την ουκρανική απομόνωση για να εισέλθουμε στην ευρεία αρένα της επανάστασης σε ολόκληρη τη Σοβιετική Ένωση αποτελεί ιστορική αναγκαιότητα», και, αφετέρου, ότι είναι απαραίτητο να οικοδομηθεί μια «επαναστατική πολιτική οργάνωση», που να είναι σε θέση να αναλάβει «το τεράστιο ιστορικό καθήκον να διαδραματίσει το ρόλο του οργανωτή και του ηγέτη της επανάστασης».

Δεν είναι δυνατόν, συνέχιζε ο Στεπανιάκ, να επιτευχθεί αυτό «μόνο μέσω μιας ένοπλης εξέγερσης της οργάνωσής μας, του UPA και παρόμοιων οργανώσεων από άλλα έθνη». Διότι, για να είναι νικηφόρα, «ολόκληρος ο λαός πρέπει να ξεσηκωθεί για να αγωνιστεί, όλες οι δυνάμεις του πρέπει να κινητοποιηθούν», πρέπει λοιπόν «να επαναστατικοποιήσουμε πλήρως τον σημερινό Κόκκινο Στρατό, να διαλύσουμε την κρατική διοίκηση και να προσελκύσουμε το σύνολο της μάζας των στρατιωτών, καθώς και τους καλύτερους διοικητές και διοικητικούς υπαλλήλους -εκείνους που δεν έχουν αποθαρρυνθεί από το καθεστώς και που είναι πιστοί στο λαό- να συστρατευθούν με την επανάσταση. Μόνο έτσι θα μπορέσει ολόκληρος ο λαός να πάρει τα όπλα και να τα στρέψει με επιτυχία εναντίον του άσπονδου εχθρού του». Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει «να αγωνιζόμαστε αδιάκοπα ενάντια στην τάση να περιορίζουμε το σύνολο του επαναστατικού μας έργου στην ύπαιθρο», διότι «στην ιστορία των επαναστατικών κινημάτων, δεν έχει συμβεί μέχρι σήμερα καμία περίπτωση όπου μια επαναστατική ανατροπή να έχει επιτευχθεί από την ύπαιθρο και οι πόλεις να έχουν κατακτηθεί ξεκινώντας από την ύπαιθρο». Οι πόλεις της Ουκρανίας ήταν έντονα ρωσοποιημένες ή πολωνοποιημένες. Ήταν επιτακτική ανάγκη να επεκταθεί εκεί το επαναστατικό πολιτικό έργο και να καταβληθεί κάθε προσπάθεια για να συσπειρωθεί το ευρύτερο δυνατό τμήμα του αστικού πληθυσμού.

Κατά τη διάρκεια του συνεδρίου, ιδρύθηκε η Λαϊκή Επαναστατική Οργάνωση Απελευθέρωσης (NVRO) σε αντικατάσταση της OUN, με την τριανδρία που αναφέραμε στην ηγεσία της με πρόεδρο τον Κουκ. Η NVRO φιλοδοξούσε να ηγηθεί της επανάστασης σε ολόκληρη την ΕΣΣΔ, θεωρώντας απαραίτητη τη συμμετοχή του ίδιου του ρωσικού λαού σε αυτήν. Ο Στεπανιάκ έπεσε σύντομα στα χέρια της NKVD. Τρεις εβδομάδες μετά το συνέδριο, εμφανίστηκε ο Κλιμ Σαβούρ. Φαινομενικά, είχε συμβιβαστεί με την κατάσταση: ήταν η NVRO, και όχι η OUN, που ενεργούσε στη Βολυνία. Όταν ο Σούκεβιτς και ο Κουκ, καθώς και οι άνδρες τους, ξαναβρέθηκαν στην ίδια πλευρά της γραμμής του μετώπου και ξαναέπιασαν επαφή, οι δύο πλευρές συναντήθηκαν στα τέλη του φθινοπώρου. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Κλιμ Σαβούρ επέβαλε τη διάλυση της NVRO και την επανένταξη των μελών και των δομών της στην OUN.

Σε αντάλλαγμα, ο Κουκ και ο Μπουσέλ πέτυχαν να δεσμευτεί η OUN να τηρήσει πραγματικά, στην πράξη, το πρόγραμμα του 1943, κάτι που, μέχρι τότε, δεν ήταν καθόλου προφανές από την πλευρά του Σούκεβιτς και των ανδρών του. Αυτό θα αποκτήσει την πλήρη του σημασία όταν αποδειχθεί ότι, από το εξωτερικό, ο Μπαντέρα αντιτίθεται σε αυτό το πρόγραμμα. Όμως η θέση του θα απορριφθεί και, το 1950, η παράνομη στη χώρα OUN θα συμπληρώσει το πρόγραμμά της: δηλώνοντας ότι είναι «εναντίον της επιστροφής στο καπιταλιστικό και μεγακτηματικό σύστημα», ότι εγγυάται πως, σε μια ανεξάρτητη Ουκρανία, το πολιτικό καθεστώς θα είναι η δημοκρατία, συμπεριλαμβανομένης της «ελευθερίας των πολιτικών και κοινωνικών οργανώσεων».

Θα υπάρχει δημοκρατία σε μια ανεξάρτητη Ουκρανία

Στην εξορία, στα μεταπολεμικά χρόνια, ο Λεβίτσκι θα γράψει (τα πλάγια είναι στο πρωτότυπο):

«Ο μεταβατικός χαρακτήρας της διαιρεμένης OUN [ανάμεσα σε μπαντεριστές και σε μελνικιστές] συνδέονταν, κατά τα έτη 1940-1944, όχι μόνο με τον αντιφατικό χαρακτήρα της ιδεολογίας της OUN-b. Από αυτόν τον ακόμη ακαθόριστο χαρακτήρα απορρέουν επίσης και οι τακτικές και η πολιτική της πρακτική εκείνων των ετών, που προκαλούν απορίες. Αυτή η πρακτική της OUN προκύπτει από το άθροισμα τεράστιων αντιφάσεων, όπου οι πιο ευγενείς πράξεις των οποίων ο άνθρωπος μπορεί να δείξει ότι είναι ικανός συνυπήρχαν με τα πιο κοινά εγκλήματα, την αδελφοκτονία και την τρομοκρατία. Η ηρωική αντίσταση απέναντι στον κατακτητή συνυπήρχε με πράξεις που ρίχνουν ντροπή στην τιμή των Ουκρανών. Αυτά είναι γεγονότα που δεν μπορούμε ούτε να παραλείψουμε ούτε να διαγράψουμε από τη πρόσφατη ιστορία μας. Πρέπει, ωστόσο, να κατανοήσουμε ότι αυτή η πρακτική προέκυψε από την ετερογενή ιδεολογική δομή της OUN, από τον συνολικά μεταβατικό της χαρακτήρα. Από εκεί προερχόταν η ετερογένεια του ανθρώπινου δυναμικού μέσα στην OUN: οι πρωτόγονοι φανατικοί εθνικιστές, που είχαν ανατραφεί σύμφωνα με τους παλιούς δεκάλογους, ένιωθαν «άνετα» εκεί δίπλα σε εντελώς νέους ανθρώπους, οι οποίοι είχαν μεγαλώσει στο πνεύμα των νέων ιδεών. Κατά τη διάρκεια της ιστορικής εξέλιξης, αυτά τα νέα στοιχεία συμπλήρωσαν πλήρως τις τάξεις του ουκρανικού απελευθερωτικού κινήματος».

Αν και δεν διέθετε πολιτικό πνεύμα της κλίμακας εκείνου του Στεπανιάκ, ο Μπουσέλ, με την υποστήριξη του Κουκ, διαμόρφωσε και προώθησε αυτές τις νέες γραμμές. Μετά το θάνατο του Μπουσέλ στα χέρια της NKVD, το 1945 -έξι μήνες μετά τον θάνατο του Κλιμ Σαβούρ-, αυτό το έργο ανέλαβε ο Κουκ, ο οποίος ήταν ήδη αντιπρόεδρος της OUN, και στη συνέχεια, μετά τη δολοφονία του Σουχεβίτς από τη NKVD το 1950, ως τελευταίος πρόεδρος, μέχρι τη σύλληψή του από τους Σοβιετικούς το 1954. Αυτοί οι νεοφερμένοι -όπως ο Πέτρο Φεντούν «Πολτάβα»23 και ο Όσιπ Ντιάκιβ «Χόρνοβι»24, νέοι δημοκράτες επαναστάτες εθνικιστές- είναι που θα πραγματοποιήσουν μια ριζική ιδεολογική αναδιάρθρωση της οργάνωσης. Ο Πολτάβα, ως υπεύθυνος του ιδεολογικού μηχανισμού, θα απαγορεύσει, με την υποστήριξη της ηγεσίας, τη χρήση κατά τη διάρκεια των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και των εκδόσεων από τους παράνομους εκδοτικούς οίκους όλων όσων είχε δημοσιεύσει η OUN πριν από το 1944, με μοναδική εξαίρεση την προγραμματική απόφαση του 1943.

«Οι αντιλήψεις μας για τον κόσμο τότε, 1929-1939», δηλαδή ο ολοκληρωτικός εθνικισμός, θα γράψει, «είχε ήδη χρεοκοπήσει την εποχή που, στις πολωνικές φυλακές, μας απαγορευόταν να συζητάμε με τους κομμουνιστές, καθώς αυτοί μας συνέτριβαν με τα επιχειρήματά τους, και χρεοκόπησε ακόμη περισσότερο το 1941, όταν φύγαμε προς τα ανατολικά». Στην εσωτερική συζήτηση για την αλλαγή ονόματος της οργάνωσης και την κατάργηση κάθε αναφοράς στον εθνικισμό -κάτι που θα απαιτούσε τη σύγκληση συνεδρίου αντιπροσώπων, αδύνατο να οργανωθεί σε συνθήκες παρανομίας-, υποστήριξε τη διατήρηση της ιστορικής ονομασίας, προσθέτοντας όμως έναν αναγκαίο προσδιορισμό. Αυτός θα έπρεπε να είναι: «Οργάνωση των Ουκρανών Εθνικιστών – Ανεξαρτησία, Δημοκρατία, Σοσιαλισμός».

Στο γκούλαγκ και από το γκούλαγκ, ο Στεπανιάκ θα προσπαθήσει με επιμονή, για περισσότερα από δώδεκα χρόνια, να οικοδομήσει την NVRO. «Τις ιδέες του Στεπανιάκ», αναγράφεται σε μια έκθεση της KGB σχετικά με την πολιτική του δραστηριότητα στο γκούλαγκ, «τις συμμερίζονται οι πρώην ηγέτες της OUN στο σωφρονιστικό στρατόπεδο εργασίας της Βόρκουτα».

Από πού προέρχεται το έγκλημα;

«Υπάρχει στην ανθρώπινη ιστορία κάτι που μοιάζει με ανταπόδοση· και είναι κανόνας της ιστορικής ανταπόδοσης τα εργαλεία της να σφυρηλατούνται όχι από τα θύματα, αλλά από τους ίδιους τους θύτες».

Ποιος το έγραψε αυτό; Μήπως ένας Γιατσέκ Κουρόν, σχετικά με αυτές τις πολωνο-ουκρανικές ιστορικές αντιπαραθέσεις; Θα μπορούσε πραγματικά κανείς να το υποθέσει. Όμως, όχι, είναι ο Μαρξ:

«Οι υπερβολές που διέπραξαν οι εξεγερμένοι σπαχήδες [sepoys] στην Ινδία είναι πράγματι φρικτές, αποτρόπαιες, απερίγραπτες», συνεχίζει, αλλά «όσο αισχρή κι αν είναι η συμπεριφορά των σπαχήδων, δεν είναι παρά μια συμπυκνωμένη αντανάκλαση της συμπεριφοράς της Αγγλίας στην Ινδία».

[K.Marx, London, Sept. 4, 1857, The Indian Revolt, New-York Daily Tribune, September 16, 1857]

Όταν, στα μέσα του 19ου αιώνα, οι σιπάι, οι Ινδοί στρατιώτες των αγγλικών αποικιακών στρατών, έστρεψαν τα όπλα τους εναντίον των αξιωματικών τους, έσφαξαν επίσης χιλιάδες Άγγλους και Αγγλο-Ινδούς πολίτες, μεταξύ των οποίων γυναίκες και παιδιά. Ως μαχητές του πρώτου ινδικού πολέμου ανεξαρτησίας, κατέχουν θέση στο εθνικό πάνθεον της Ινδίας.

Από την πλευρά μου, έτσι παρουσιάζω τέτοιες περιπτώσεις, με τις οποίες η ιστορία είναι γεμάτη: αν το απελευθερωτικό κίνημα ενός καταπιεσμένου λαού διαπράξει εγκλήματα κατά του έθνους που κυριαρχεί η αιτία είναι η εθνική καταπίεση και όχι η βούληση να απελευθερωθεί από αυτήν.


Β. Στροφή προς τα αριστερά: Χόρνοβι, Πολτάβα και ο επαναστατικός εθνικισμός (1944-1954)

Το δοκίμιο που επισυνάπτεται στο τέλος [θα το βρείτε στο .pdf, μαζί με το σύνολο του δοκιμίου], γραμμένο στις αρχές του 1944, είναι εμβληματικό: σηματοδοτεί την ανάδυση του επαναστατικού-δημοκρατικού εθνικισμού ως ρεύματος που βρίσκεται σε διαδικασία εδραίωσης και προαναγγέλλει την ανατροπή του κυρίαρχου ρεύματος εντός της Οργάνωσης των Ουκρανών Εθνικιστών (OUN). Ο συγγραφέας του, Οσίπ Ντιακίβ25 (1921-1950), τότε 22 ετών, έμεινε στην ιστορία με το ψευδώνυμο «Χόρνοβι». Στο πλευρό του Πέτρο Φεντούν, γνωστού ως «Πολτάβα» (1919-1951)26, ο οποίος ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερός του, θα γινόταν, λίγα χρόνια αργότερα, ένας από τους κύριους θεωρητικούς και ιδεολόγους της ριζοσπαστικής στροφής προς τα αριστερά αυτής της οργάνωσης, η οποία μέχρι τότε κυριαρχείτο από έναν “ολοκληρωτικό εθνικισμό” ακροδεξιάς υφής. Ο Πολτάβα και ο Χορνόβι θα έδιναν τον τόνο σε αυτή τη στροφή και στη βαθιά αναδιάρθρωση της OUN, αποβάλλοντας οριστικά την κληρονομιά του ολοκληρωτικού εθνικισμού λόγω της -σύμφωνα με τον Πολτάβα- ιστορικής «αποτυχίας» του.

Η στροφή είχε ξεκινήσει και χωρίς τη συμβολή τους, αρχικά στην άκρη της ανατολικής Ουκρανίας, ήδη από τις πρώτες φάσεις της γερμανικής κατοχής. Η OUN είχε τότε εγκαταστήσει τους αγωνιστές της εκεί, μέχρι την καρδιά του Ντονμπάς. Ωστόσο, προσπαθώντας να οικοδομήσουν την οργάνωσή τους σε μια μέχρι τότε άγνωστη σοβιετική πραγματικότητα, σε επαφή με το προλεταριάτο των μεγάλων βιομηχανικών κέντρων, με τη νεολαία των εργατών και των φοιτητών και με μια διανόηση, όλοι εκπαιδευμένοι και πολιτικοποιημένοι από το σοβιετικό καθεστώς, βίωσαν μια πολύ γρήγορη ιδεολογική και πολιτική απογοήτευση. Αυτοί ήταν που, με επικεφαλής τον ηγέτη τους Βασίλ Κουκ, κατάλαβαν πρώτοι ότι ο ολοκληρωτικός εθνικισμός τους -καθαρό προϊόν του επαρχιωτισμού μιας υπανάπτυκτης Γαλικίας- δεν είχε καμία θέση σε αυτή την κοινωνία, όπως είχε διαμορφωθεί από την επανάσταση του 1917, την ανατροπή του καπιταλισμού, τη μπολσεβικοποίηση και τον σταλινισμό, και ότι ανήκε στα σκουπίδια της ιστορίας.

Ως εθνικιστές, είχαν συνειδητοποιήσει -αυτό άλλωστε τους δίδασκαν και στην OUN- ότι χωρίς αυτό το τεράστιο τμήμα της Ουκρανίας [ανατολικά], κανένα ουκρανικό κράτος δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί. Και τώρα, κατάλαβαν ότι δεν ήταν η Γαλικία που μπορούσε να επιβάλει τα πρότυπά της σε αυτό το κράτος, αλλά το Ντονμπάς, το Κρίβι Ριχ, η Οδησσός, το Κίεβο. Έτσι, είχαν δύο επιλογές. Η αποχώρηση από την OUN ήταν αδύνατη: μετά την πρώτη σοβιετική κατοχή, ήταν η μόνη πολιτική οργάνωση που εξακολουθούσε να δραστηριοποιείται, ικανή να ενεργεί στην παρανομία και να αγωνίζεται για την ανεξαρτησία. Ή να την αναδιαμορφώσουν ριζικά.

Το μήνυμά τους βρήκε γόνιμο έδαφος: βρήκε απήχηση στην αριστερή πτέρυγα της OUN, η οποία μέχρι τότε ήταν διάσπαρτη και είχε καταπνιγεί βαριά από τον “ολοκληρωτικό εθνικισμό”. Ωστόσο, στη διοίκησή της συγκαταλέγονταν ήδη ο μαρξιστής Μιχαήλ Στεπανιάκ (1905-1967) , καθώς και ο Γιάκιβ Μπουσέλ (1912-1945) στην ηγεσία της OUN της Βολυνίας· επίσης ενισχύθηκε και από τον Βασίλ Κουκ (1913-2007), μετά την επιστροφή του από τα ανατολικά. Με την επίδραση του μηνύματος που έφτανε από τα ανατολικά, στις αρχές του 1944, αυτοί οι τρεις άνδρες συνενώθηκαν και ένωσαν τις δυνάμεις τους για να οργανώσουν την αριστερή πτέρυγα και να ξεκινήσουν τον αγώνα για την ηγεσία της OUN. Πέρα όμως από αυτόν τον πυρήνα, η OUN είδε να αναδύεται μια νέα γενιά νέων ανθρώπων, που είχαν διαμορφωθεί από τις κρίσιμες εμπειρίες της πρώτης σταλινικής κατοχής και, στη συνέχεια, της ναζιστικής κατοχής, και που είχαν πολύ διευρυμένους ορίζοντες. Με επικεφαλής δύο προσωπικότητες: τον Χορνόβι και τον Πολτάβα.

Από τη μία σοβιετική κατοχή στην άλλη

Και οι δύο προέρχονταν από αγροτικές οικογένειες της Γαλικίας με μέτρια οικονομική κατάσταση. Ο πατέρας του Χόρνοβι είχε υπηρετήσει ως υπαξιωματικός στον Ουκρανικό Στρατό της Γαλικίας (UHA), ο οποίος, ως ένοπλη δύναμη της Λαϊκής Δημοκρατίας της Δυτικής Ουκρανίας, είχε διεξάγει, από το 1918 έως το 1919, πόλεμο για την ανεξαρτησία εναντίον του αναγεννημένου πολωνικού κράτους. Από το γυμνάσιο, άρχισαν να δραστηριοποιούνται πολύ ενεργά στη Νεολαία της OUN και, στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της πρώτης σοβιετικής κατοχής της Δυτικής Ουκρανίας (1939-1941), εισήχθησαν στο Πανεπιστήμιο του Λβιβ: ο Χορνόβι για να σπουδάσει φιλοσοφία και ο Πολτάβα ιατρική. Ο Χόρνοβι συλλαμβάνεται από τη NKVD για εθνικιστικές δραστηριότητες και καταδικάζεται σε δέκα χρόνια καταναγκαστικής εργασίας, αλλά δραπετεύει από το στρατόπεδο εργασίας όταν ξέσπασε ο γερμανο-σοβιετικός πόλεμος. Συνέχισε τις ανώτερες σπουδές του στο Ποντεμπράντι (στην κατεχόμενη από τη Γερμανία Τσεχία) και, το 1943, γίνεται μέλος της ηγεσίας της Νεολαίας της OUN.

Ο Πολτάβα, από την πλευρά του, επιστρατεύτηκε στον Κόκκινο Στρατό και στάλθηκε για στρατιωτική εκπαίδευση στην Οδησσό, μετά την οποία εντάχθηκε στη μονάδα του στην ανατολική Ουκρανία με τον βαθμό του αξιωματικού. Στην αρχή του πολέμου, το 1941, αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς, αλλά η πορεία του δεν σταμάτησε από τη φρικτή μοίρα που επεφύλασσε ο ναζισμός στους σοβιετικούς αιχμαλώτους πολέμου. Ως Ουκρανός, απελευθερώθηκε, όπως και δεκάδες χιλιάδες συμπατριώτες του, χάρη στην παρέμβαση ουκρανικών θεσμών που είχαν νομιμοποιηθεί στη Γαλικία από τις αρχές κατοχής. Μετά την απελευθέρωσή του, εργάστηκε στην Ουκρανική Επιτροπή Αρωγής και επανέλαβε τις δραστηριότητές του στις τάξεις, και στη συνέχεια στα διοικητικά όργανα, της Νεολαίας της OUN.

Τότε ήταν που ο Χόρνοβι και ο Πολτάβα έγιναν φίλοι και, από τότε μέχρι το τέλος της ζωής τους, συνεργάστηκαν στενά. Από το 1944, ήδη υπό τη νέα σοβιετική κατοχή, εργάστηκαν στο κέντρο προπαγάνδας της OUN στη Γαλικία, στη συνέχεια στο Ανώτατο Κέντρο Προπαγάνδας της εν λόγω οργάνωσης και στην υπηρεσία πολιτικής εκπαίδευσης του Ουκρανικού Επαναστατικού Στρατού (UPA). Και οι δύο παρακολούθησαν εκπαίδευση υπό τη διεύθυνση του Γιακίβ Μπουσέλ, γνωστού ως «Κιέφσκι», κατά τη διάρκεια της οποίας ο τελευταίος εισήγαγε τη μελέτη του μαρξισμού και της εξέλιξης της ΕΣΣΔ -υπογραμμίζοντας ότι υπήρχε «κατρακύλα της, κατά μήκος μιας κεκλιμένης επιφάνειας, από την ιδέα της οικοδόμησης του παγκόσμιου εργατικού κράτους προς εκείνη της οικοδόμησης της ρωσικής αυτοκρατορίας», με τα ίδια τα λόγια του Μπουσέλ.

Σοσιαλισμός ή αταξική κοινωνία;

Μετά τη σύλληψη του Στεπανιάκ από τη NKVD, τον Αύγουστο του 1944, ο Μπουσέλ έγινε ο κύριος θεωρητικός της στροφής προς τα αριστερά. Όταν σκοτώθηκε από τη NKVD, τον Σεπτέμβριο του 1945, η ηγεσία της OUN και το γενικό επιτελείο του UPA υπογραμμίζουν, στο δελτίο τύπου που ανακοίνωνε τον θάνατό του, ότι είχε διαμορφώσει «νέες ιδέες για τον επαναστατικό αγώνα ενάντια στην ΕΣΣΔ και, γενικότερα, ενάντια στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα στο σύνολό του». Οι Χόρνοβι και Πολτάβα έγιναν οι κύριοι διάδοχοί του σε αυτόν τον τομέα. Ο Πολτάβα ανέλαβε τη διεύθυνση του Ανώτατου Κέντρου Προπαγάνδας -δηλαδή του ιδεολογικού μηχανισμού της OUN- καθώς και του Τμήματος Πολιτικής Εκπαίδευσης του Γενικού Επιτελείου της UPA, ενώ ο Χόρνοβι έγινε ο αναπληρωτής του.

Ο Χόρνοβι και ο Πολτάβα έγραψαν δεκάδες έργα, που εκδόθηκαν από τους παράνομους εκδοτικούς μηχανισμούς της OUN, έργα τα οποία συγκαταλέγονται στα θεμελιώδη κείμενα της ιστορίας της στροφής της προς τα αριστερά. […[

Μεταξύ των πιο σημαντικών έργων του Πολτάβα και του Χορνόβι συγκαταλέγονται εκείνες που αφορούσαν τον εκμεταλλευτικό και ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της κυρίαρχης τάξης υπό το σταλινικό καθεστώς, καθώς και η ιδέα ότι η ΕΣΣΔ δεν βρισκόταν σε πορεία ούτε μετάβασης προς τον κομμουνισμό, ούτε οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Οι ίδιοι, όπως και άλλοι Ουκρανοί επαναστάτες εθνικιστές, έκαναν τότε μια σαφή διάκριση μεταξύ του σταλινισμού, αφενός, και του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού, καθώς και του κλασικού μαρξισμού, αφετέρου, ωστόσο επίσης δεν έβλεπαν καμία σημαντική διαφορά μεταξύ σταλινισμού και μπολσεβικισμού. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από τα γραπτά τους.

«Οι ισχυρισμοί σχετικά με μια “σταδιακή μετάβαση προς τον κομμουνισμό” διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη σύγχρονη μπολσεβίκικη ιδεολογία», παρατηρούσε ο Χόρνοβι. «Με βάση την αρχή ότι στην ΕΣΣΔ η πρώτη φάση του κομμουνισμού, ο σοσιαλισμός, έχει ήδη οικοδομηθεί, οι σταλινικοί μεγιστάνες ισχυρίζονται ότι βρισκόμαστε πλέον στη διαδικασία της μετάβασης προς μια δεύτερη, ανώτερη φάση, τον ανεπτυγμένο κομμουνισμό, με άλλα λόγια ότι οικοδομούμε μια κοινωνία όπου θα εφαρμόζεται η αρχή “από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του” και όπου θα εξαφανιστούν οι διαφορές μεταξύ πόλεων και υπαίθρου, μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας. Αυτοί οι ισχυρισμοί είναι αντιδραστικοί και στερούνται κάθε βάσης για τον απλό λόγο ότι οποιαδήποτε μετάβαση προς τον κομμουνισμό είναι αδύνατη, στο βαθμό που δεν έχει οικοδομηθεί κανένας σοσιαλισμός στη Σοβιετική Ένωση. Στο βαθμό που στη Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχει κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, όπου παρατηρείται σκληρή εκμετάλλευση του ανθρώπου και όπου η αρχή της κατανομής ανάλογα με την εργασία (από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με την εργασία του) δεν έχει εφαρμοστεί, είναι αδύνατο να μιλάμε για μετάβαση προς τον κομμουνισμό».

«Η εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο βασίζεται όχι μόνο στην ιδιωτική ιδιοκτησία, η οποία επιτρέπει τη συσσώρευση τεράστιου πλούτου στα χέρια μιας περιορισμένης μειοψηφίας (γαιοκτημόνων και καπιταλιστών)», συνέχιζε ο Χόρνοβι. «Διαπιστώνουμε ότι στην ΕΣΣΔ δεν υπάρχει ιδιωτική ιδιοκτησία των εργαλείων και των μέσων παραγωγής, τα οποία έχουν αφαιρεθεί από τους γαιοκτήμονες, τους καπιταλιστές και τους κουλάκους (οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, έχουν εξοντωθεί φυσικά) · ωστόσο, υπάρχει εκμετάλλευση του ανθρώπου, υπάρχουν εκμεταλλευόμενες εργατικές μάζες και υπάρχουν οι εκμεταλλευτές του κόμματος. Στην ΕΣΣΔ, η εκμεταλλευτική τάξη σχηματίζεταο όχι με βάση την ιδιωτική ιδιοκτησία, αλλά με βάση την απεριόριστη εξουσία ενός κόμματος». Για τον λόγο αυτό, «στο μπολσεβίκικο καθεστώς παρατηρείται μια διαδικασία αντίθετη με εκείνη του καπιταλιστικού καθεστώτος. Συγκεκριμένα, στο τελευταίο αυτό το καθεστώς, ο ιδιωτικός πλούτος είναι που εξασφαλίζει την πολιτική εξουσία στο κράτος, ενώ στο μπολσεβίκικο καθεστώς, η πολιτική εξουσία είναι που επιτρέπει την απόκτηση υλικού πλούτου και την ελεύθερη διάθεσή τους». Στις εκδόσεις της OUN μελετούσαν τις συγκεκριμένα σοβιετικές μορφές αποστέρησης του υπεραξίας από τους άμεσους παραγωγούς: το βιβλίο του Κουκ, Η δουλεία στα κολχόζ, θα ήταν το σημαντικότερο σε αυτόν τον τομέα.

Να καταργηθεί η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο

Γι’ αυτό, όπως διαπίστωνε ο Πολτάβα, για να ανατραπεί η εξουσία αυτής της «παρασιτικής τάξης», δεν χρειάζεται μια επανάσταση που να αλλάξει το ισχύον καθεστώς ιδιοκτησίας, αλλά μια επανάσταση που να καθιερώνει την πολιτική δημοκρατία. «Το δημοκρατικό καθεστώς στο μελλοντικό ουκρανικό κράτος, όπου η εξουσία θα εκλέγεται από τον λαό και που θα ασκείται κάτω από τον έλεγχό του, θα αποκλείει τη δυνατότητα σχηματισμού εκμεταλλευτικών τάξεων με βάση πολιτικά προνόμια» . Ωστόσο, για να μην επανεμφανιστεί μια διαίρεση του ουκρανικού λαού σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, αυτή τη φορά σε κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, και «αυτός ο λαός να μην διχαστεί από την πάλη των τάξεων» ούτε να εκτεθεί σε καταστροφικές οικονομικές κρίσεις, υπάρχει μόνο «ένας τρόπος», και αυτός είναι «η κοινωνικοποίηση όλων των τομέων της οικονομίας». Για τον λόγο αυτό, ο ουκρανικός επαναστατικός εθνικισμός «θεωρεί ότι μια τέτοια κοινωνικοποίηση αποτελεί το θεμέλιο του νέου κοινωνικοοικονομικού καθεστώτος» και ότι «ένας από τους μηχανισμούς που επιτρέπουν την αποφυγή των κρίσεων συνίσταται στην εισαγωγή του σχεδιασμού στην οικονομική ζωή, στην οργάνωση της παραγωγής και της διανομής με βάση τον σχεδιασμό. Ένας τέτοιος σχεδιασμός είναι εφικτός μόνο στο πλαίσιο μιας κοινωνικοποιημένης οικονομίας».

Το 1950, με βάση τα κεκτημένα από τη σκέψη των Πολτάβα και Χορνόβι, η ηγεσία της OUN διευκρινίζει ότι, για να εξασφαλιστεί στην Ουκρανία μια πραγματική κοινωνικοποίηση των κύριων μέσων παραγωγής, πρέπει να εκπληρωθούν τρία καθήκοντα: 1) να αποσπαστούν αυτά τα μέσα παραγωγής από τους «ρωσο-μπολσεβίκους αποικιοκράτες» και να μεταβιβαστούν στον «νόμιμο κύριό τους, δηλαδή στο ουκρανικό έθνος»· 2) να διαλυθεί το πολιτικό μονοπώλιο της «τάξης των μπολσεβίκων μεγιστάνων» και να ιδρυθεί «μια δημοκρατική τάξη πραγμάτων» · 3) να απελευθερωθούν οι εργατικές μάζες, εξασφαλίζοντάς τους «τη συμμετοχή στη διεύθυνση των παραγωγικών διαδικασιών».

Ο ρωσικός λαός δεν είναι ιμπεριαλιστής

Σε μια οδηγία που συντάχθηκε το 1946 σε συνεργασία με τον Χόρνοβι και απευθυνόταν στους συντάκτες των παράνομων εκδόσεων, ο Πολτάβα γράφει ότι είναι λάθος να χαρακτηρίζεται το σοβιετικό καθεστώς ως κομμουνιστικό, καθώς όσοι ηγούνταν της Σοβιετικής Ένωσης «δεν είναι καθόλου κομμουνιστές», αλλά «πρόδωσαν τις κομμουνιστικές ιδέες». «Οι αληθινοί κομμουνιστές θα έπρεπε να αγωνίζονται, όπως εμείς, ενάντια στον Στάλιν -έναν εκμεταλλευτή των εργαζομένων και των καταπιεσμένων εθνικοτήτων». Επίσης εξηγεί ότι είναι λάθος να τους αποκαλούν «Κόκκινους», καθώς οι ηγέτες της ΕΣΣΔ, «που δεν έχουν καμία σχέση ούτε με τον κομμουνισμό ούτε με τον σοσιαλισμό, δεν έχουν επίσης καμία σχέση με την κόκκινη σημαία που συμβολίζει τον θεμελιωδώς δίκαιο αγώνα της εργατικής τάξης για την απελευθέρωσή της».

Ο Πολτάβα κάλεσε επίσης να επιδειχθεί μεγάλη σαφήνεια στο προπαγανδιστικό έργο σχετικά με το ζήτημα του σταλινικού ιμπεριαλισμού. Δεν πρόκειται για ιμπεριαλισμό του ρωσικού λαού, εξηγεί, και ο ρωσικός λαός δεν ευθύνεται για την ιμπεριαλιστική πολιτική του σταλινικού καθεστώτος. Το καθεστώς αυτό καταπιέζει και εκμεταλλεύεται όχι μόνο όλες τις μη ρωσικές εθνότητες, αλλά και τον ίδιο τον ρωσικό λαό· ως εκ τούτου, ένα από τα πολιτικά καθήκοντα του ουκρανικού εθνικιστικού κινήματος είναι να συσπειρώσει τις ρωσικές μάζες σε έναν κοινό αγώνα ενάντια στο «σταλινικό καθεστώς εκμετάλλευσης». «Πρέπει λοιπόν να μιλάμε για σταλινικό ιμπεριαλισμό, και όχι για ρωσικό ιμπεριαλισμό· για τον ιμπεριαλισμό της σταλινικής μπολσεβίκικης κλίκας, και όχι για τον ιμπεριαλισμό του ρωσικού λαού· πρέπει να μιλάμε για ιμπεριαλιστικά στοιχεία εντός του ρωσικού λαού, χαρακτηρίζοντάς τα ως σταλινικούς πράκτορες, μισθοφόρους, προδότες και εχθρούς του ίδιου τους του λαού και των εργαζομένων γενικά».

Ενάντια στη συμμαχία με την ένοπλη πολωνική παρανομία

Στη λεγόμενη «λαϊκή» Πολωνία της μεταπολεμικής περιόδου, που είχε ενσωματωθεί στο σοβιετικό μπλοκ, η ουκρανική μειονότητα υπέστη εθνοκάθαρση: αρχικά εκδιώχθηκε προς τη Σοβιετική Ουκρανία στο πλαίσιο «ανταλλαγής πληθυσμών», και στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της «Επιχείρησης Βιστούλα» (μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση του 1947), όσοι είχαν γλιτώσει από την απέλαση προς την ΕΣΣΔ απελάθηκαν προς τις βόρειες και δυτικές περιοχές, που ονομάζονταν «ανακτηθέντα εδάφη » (σε βάρος της Γερμανίας), όπου διασκορπίστηκαν και καταδικάστηκαν σε πολωνοποίηση. Η νέα Πολωνία ήταν τότε ένα κράτος που εφάρμοζε μόνιμη εθνοκάθαρση, τόσο στα δυτικά και στα βόρεια όσο και στα ανατολικά, σε βάρος των γερμανικών και ουκρανικών μειονοτήτων.

Ο UPA, που ήταν ενεργός μετά τον πόλεμο στην Πολωνία, υπερασπίστηκε σθεναρά αυτόν τον πληθυσμό και επιδίωξε τη συνεργασία με την πολωνική ένοπλη αντίσταση: την οργάνωση «Ελευθερία και Ανεξαρτησία» (WiN), που προήλθε από τον Εσωτερικό Στρατό (AK), ο οποίος είχε αποτελέσει την κύρια δύναμη της αντίστασης κατά τη διάρκεια της κατοχής. Στόχος ήταν να διασφαλιστεί ότι οι Ουκρανοί αγρότες θα μπορούσαν, όχι μόνο να αποφύγουν τις απελάσεις κρυβόμενοι σε περιοχές που ελέγχονταν από Ουκρανούς αντάρτες ή πέρα από τα σλοβακικά σύνορα -για να επιστρέψουν στα χωριά τους μόλις αποχωρούσε ο πολωνικός στρατός-, αλλά και να αναζητήσουν καταφύγιο στα δάση που ελέγχονταν από τους Πολωνούς αντάρτες. Σχετικά με αυτό το θέμα συνήφθησαν μάλιστα τοπικές συμφωνίες μεταξύ των δύο αντάρτικων ομάδων.

Ωστόσο, ο Πολτάβα εξηγούσε ότι μια συνολική στρατιωτική συμμαχία κατά του καθεστώτος στην Πολωνία έπρεπε να αποκλειστεί. «Έχουμε έναν κοινό εχθρό -και, στην πραγματικότητα, δεν έχουμε τίποτα άλλο το κοινό», έγραφε στην οδηγία που προαναφέραμε. «Αυτό συμβαίνει επειδή, ενώ εμείς δηλώνουμε σαφώς ότι αγωνιζόμαστε για ένα ανεξάρτητο και ενωμένο ουκρανικό κράτος και ότι θέλουμε κάθε έθνος να ζει στο δικό του ανεξάρτητο εθνικό κράτος, ο AK στην πραγματικότητα υπάγεται στην εξόριστη κυβέρνηση [στο Λονδίνο], η οποία επιδιώκει την παλινόρθωση της Πολωνίας στα προ του 1939 σύνορά της, δηλαδή και στα εδάφη της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας. Ενώ εμείς είμαστε εναντίον των γαιοκτημόνων και των καπιταλιστών, ο AK αντιτίθεται ενεργά στη διανομή των μεγάλων κτημάτων μεταξύ των αγροτών». Ο Πολτάβα πρόσθετε: «Το ίδιο ισχύει για τη ρουμανική Σιδηρά Φρουρά, τους Σέρβους Τσέτνικ, τους Κροάτες Ουστάσι και τις βουλγαρικές παράνομες ομάδες».

Η ηγεσία της OUN ήταν ενήμερη για την κατάσταση σε αυτές τις χώρες, κυρίως χάρη στις αναφορές των επιχειρήσεων του UPA που διεξήγαγαν επιδρομές πολιτικής αναγνώρισης και προπαγάνδας στη Σλοβακία, στη Ρουμανία και στην Ουγγαρία. Όταν, μετά την επιχείρηση «Βιστούλα», ο UPA βρέθηκε σε μια περιοχή που είχε εκκενωθεί από τον ουκρανικό πληθυσμό της, ένα μέρος των αποσπασμάτων του κατάφερε να επιστρέψει στην Ουκρανία, ενώ ένα άλλο τμήμα κατάφερε, μέσω της Τσεχοσλοβακίας, να φτάσει στη ζώνη αμερικανικού ελέγχου στη Γερμανία (η άφιξη στα συνοριακά σημεία ελέγχου οπλισμένων και ένστολων ανταρτικών αποσπασμάτων, που προέρχονταν από το σοβιετικό μπλοκ, προκάλεσε πραγματική πολιτική αίσθηση στις κατοχικές αρχές). […]

Στα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης που εντάχθηκαν στο σοβιετικό μπλοκ, τα «υποτιθέμενα αριστερά κόμματα» στην εξουσία είναι σοβιετικοί πράκτορες, εκτιμάει ο Πολτάβα. Όμως «τα προγράμματα αυτών των κυβερνήσεων και αυτών των κομμάτων σε διάφορες χώρες είναι σωστά από την άποψη των αναγκών των λαϊκών μαζών, και οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόζουν είναι ααναγκαίες». «Αν, πίσω από αυτές τις μεταρρυθμίσεις, δεν υπήρχαν οι φιλοδοξίες της μπολσεβίκικης Μόσχας να κυριαρχήσει σε αυτές τις χώρες πολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά, όλα θα πήγαιναν καλά».

Γι’ αυτό, στην προπαγάνδα τους, οι Ουκρανοί εθνικιστές δεν έπρεπε να επιτίθενται ούτε στα προγράμματα αυτών των κομμάτων ούτε στις μεταρρυθμίσεις που εφαρμόζουν αυτές οι κυβερνήσεις, αλλά «μόνο στις ηγεσίες που ενεργούν ως πράκτορες, προδότες και αποστάτες στην υπηρεσία αυτών των κομμάτων και κυβερνήσεων στη δούλεψη του εξωτερικού». Παραμένοντας πιστοί σε αυτή τη θέση, «δεν θα βαδίσουμε στο πλευρό ορισμένων αντιδραστικών ομάδων σε αυτές τις χώρες που, παρακινούμενες από τα εγωιστικά ταξικά τους συμφέροντα, αντιτίθενται σε κάθε μεταρρύθμιση».

Επιπλέον, θέλουμε οι αντιμπολσεβίκικοι κύκλοι σε άλλους λαούς «να συνειδητοποιήσουν ότι ο αγώνας κατά του μπολσεβικισμού μπορεί να κερδηθεί παρά μόνο αν τον διεξάγουν με πραγματικά προοδευτικά και λαϊκά συνθήματα και αν υιοθετήσουν ένα πολιτικό και κοινωνικοοικονομικό πρόγραμμα που να είναι πραγματικά προοδευτικό», επέμενε ο Πολτάβα σε άλλα κείμενά του. «Με βάση την εμπειρία μας, τα θεμελιώδη σημεία ενός τέτοιου προγράμματος θα πρέπει να είναι τα εξής:

  • α) ένα σύστημα ελεύθερων εθνικών κρατών για όλους τους λαούς·
  • β) η δημοκρατία ως πολιτικό καθεστώς κάθε κράτους·
  • γ) η οικοδόμηση μιας αταξικής κοινωνίας με βάση την κοινωνική ιδιοκτησία των κύριων μέσων και εργαλείων παραγωγής.

Αν δεν υιοθετήσουν αυτό το πρόγραμμα, θα ηττηθούν επειδή δεν θα καταφέρουν να κερδίσουν τις μάζες».

Αυτή είναι η θέση μας ως προς αυτό, διότι «είμαστε πεπεισμένοι ότι η ιδεολογία μας είναι αυτή που ανταποκρίνεται περισσότερο στις ανάγκες ενός καταπιεσμένου λαού που αγωνίζεται για την πραγματική εθνική και κοινωνική του απελευθέρωση, σε αυτή την κρίσιμη εποχή εθνικοαπελευθερωτικών και κοινωνικών επαναστάσεων, απελευθέρωσης των λαών από τον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό και χειραφέτησης των εργαζομένων από τα δεσμά της εκμετάλλευσης και της καπιταλιστικής σκλαβιάς».

Να μην πολεμάμε ό,τι είναι μπολσεβίκικο

Το 1950, ο Πολτάβα έστειλε μια πολύ μακριά επιστολή, μεγέθους φυλλαδίου, στην οποία εξηγούσε και δικαιολογούσε τις αρχές της νέας πορείας. Η επιστολή αυτή απευθυνόταν στους αγωνιστές της OUN στην εξορία. […]

Μεταξύ άλλων θεμάτων, ο Πολτάβα υπερασπιζόταν στη μακριά του επιστολή τη θέση ότι ορισμένες ιδέες που προωθούσαν οι μπολσεβίκοι (για παράδειγμα, «η κατάργηση της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο, μια πολιτιστική και άνετη ζωή για τις ευρύτερες δυνατές λαϊκές μάζες, η εξάλειψη των ανταγωνισμών μεταξύ πόλης και υπαίθρου, μεταξύ χειρονακτικής και πνευματικής εργασίας»), όπως και ορισμένα κοινωνικά μέτρα που εφάρμοσαν (για παράδειγμα, «η καθιέρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και του συστήματος πρώτων βοηθειών στην ύπαιθρο, η δωρεάν ιατρική περίθαλψη» ) ήταν από μόνες τους σωστές, και ότι οι εθνικιστές δεν μπορούσαν να τις καταπολεμήσουν ως τέτοιες.

Διαφορετική είναι η περίπτωση όταν «υπερασπίζονται αυτές τις ιδέες απλώς τυπικά, [αλλά] δεν τις εφαρμόζουν, [ή όταν] κρύβουν, πίσω από ιδέες που είναι από μόνες τους προοδευτικές, την πολιτική τους, η οποία είναι εντελώς αντιλαϊκή». Σε αυτή την περίπτωση, «καταπολεμούμε την πρακτική των Μπολσεβίκων και όχι τις ιδέες τους». Κατά τρίτον, αντίθετα, «τα πράγματα διαφέρουν όταν αντιμετωπίζουμε τις ψευτο-θεωρίες της μπολσεβίκικης ιδεολογίας, για παράδειγμα τη θεωρία του Στάλιν για τη δυνατότητα οικοδόμησης του κομμουνισμού σε μία μόνο χώρα, τη θεωρία της ανωτερότητας του ρωσικού λαού κ.λπ. Σε αυτές τις περιπτώσεις, καταπολεμούμε επίσης και τη θεωρία».

Ο μαρξισμός ως κίνδυνος για τον μπολσεβικισμό

Το 1948, οι Χορνόβι και Πολτάβα διεξάγουν -με την υποστήριξη του Σούκεβιτς και του Κουκ- έναν έντονο ιδεολογικό αγώνα ενάντια στη θέση των ηγετών της OUN, μεταξύ των οποίων ο Vassyl Sydor, γνωστός και ως «Chelest» (1910-1949), αναπληρωτής αρχιστράτηγος του UPA, ο οποίος, ενάντια στη «σχολή του Kyivsky» (Μπουσέλ), υπερασπιζόταν την παλιά «κοσμοθεωρία της βούλησης» και, γενικότερα, την ιδεαλιστική φιλοσοφία ως θεμέλιο για την εκπαίδευση των αγωνιστών. Εξάλλου, με την ευκαιρία αυτή, ο Σίντορ παραπονέθηκε στον Πολτάβα ότι πλέον διεξάγονταν αδιάκοπα συζητήσεις για την Οκτωβριανή Επανάσταση εντός της οργάνωσης, οι οποίες ζάλιζαν το μυαλό των ανθρώπων.

Ο Χόρνοβι εξήγησε τότε ότι, πρώτον, τα μέλη δεν ήταν υποχρεωμένα να υιοθετήσουν κάποια συγκεκριμένη φιλοσοφία. Αρκούσε να αποδεχθούν την ιδεολογία και το πρόγραμμα της οργάνωσης, η οποία αριθμούσε στις τάξεις της τόσο ιδεαλιστές όσο και υλιστές. Δεύτερον, εξήγησε, «πρέπει να διακρίνουμε τον διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό του Μαρξ και του Ένγκελς από τον διαλεκτικό υλισμό του Στάλιν. Θεωρούμε ότι ο πρώτος αντιπροσωπεύει μια φιλοσοφική σχολή του υλισμού και ότι η κριτική του εμπίπτει στον χώρο της επιστήμης. Αλλά αγωνιζόμαστε ενάντια στην σταλινική εκδοχή του διαλεκτικού και ιστορικού με τον πιο αποφασιστικό τρόπο, διότι είναι αντιεπιστημονική, βαθιά εχθρική προς την επιστήμη και αποτελεί ένα εργαλείο του Μπολσεβίκικου Κόμματος για τη νομιμοποίηση της πολιτικής αποικιακής εκμετάλλευσης. Δεν έχει καμία σχέση με τον υλισμό του Μαρξ και του Ένγκελς».

Επιπλέον, ο Χορνόβι διαπίστωνε: «Για τους σταλινικούς μεγιστάνες, είναι όλο και πιο δύσκολο να προσαρμοστούν στον μαρξισμό ακριβώς επειδή ο μαρξισμός είναι η θεωρία που τους πλήττει περισσότερο, αντιτιθέμενη στη μπολσεβικική θεωρία και αποκαλύπτοντας την πολιτική τους. Σήμερα, ο μαρξισμός γίνεται κίνδυνος για τον μπολσεβικισμό, όπως ήταν κάποτε για τον τσαρισμό».

Ο επαναστατικός εθνικισμός απέναντι στον μαρξισμό

Το μαρξιστικό Ουκρανικό Επαναστατικό-Δημοκρατικό Κόμμα (URDP), που λειτουργούσε στην ουκρανική διασπορά στη Δύση, παρακολουθούσε στενά τη στροφή προς τα αριστερά της OUN. Το κόμμα αυτό ήταν καλά προετοιμασμένο για αυτό, καθώς, εκτός από μέλη που προέρχονταν από τη Σοβιετική Ουκρανία, αριθμούσε στις τάξεις του και παλαιότερα στελέχη του τμήματος της OUN που είχε συγκροτηθεί πριν από τον πόλεμο από τον Ιβάν Μιτρίνγκα (το ένα από αυτά τα πρώην “μιτρινγκιστικά” στελέχη συνεργαζόταν τότε με τον Ρομάν Ροσντόλσκι27). Το URDP υποστήριζε θερμά τη νέα πορεία του ουκρανικού εθνικισμού και διέδιδε τις ιδέες του στην αντισταλινική αριστερά της Ευρώπης και της Αμερικής (ιδίως στην αριστερή πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας, στην 4η Διεθνή και στο ρεύμα του Σάχτμαν28), καθώς και στα αντι-αποικιοκρατικά κινήματα του Τρίτου Κόσμου.

Το 1950, μέσω της ZP UHVR (του Λεμπέντ), το κόμμα αυτό ήρθε σε επαφή με την ηγεσία της OUN στην Ουκρανία. Το URDP επιθυμούσε διακαώς να μάθει ποια ήταν η θέση της OUN απέναντι στον μαρξισμό, καθώς, σύμφωνα με τις δικές του αναλύσεις, υπήρχαν δύο τάσεις εντός της OUN: η μία, εθνικιστική-επαναστατική, εκπροσωπούμενη από τον Πολτάβα, και η άλλη, μαρξιστική, εκπροσωπούμενη από τον Χορνόβι.

Σε μια μακριά απαντητική του επιστολή, ο Πολτάβα, αφού διευκρινίζει ότι έχει ήδη συμφωνήσει ως προς το περιεχόμενό της με τον Χορνόβι, εξηγεί με σαφήνεια: «Συμφωνούμε μόνο ως προς τα βασικά σημεία της κριτικής του Μαρξ για τον καπιταλισμό, όπως επίσης κρίνουμε θετικά τη σοσιαλιστική του αντίληψη (δηλαδή την αντίληψη που προωθούν οι σοσιαλιστές των διαφόρων ρευμάτων) σε σχέση με την οικοδόμηση της κοινωνίας που θα πρέπει να αντικαταστήσει την καπιταλιστική κοινωνία». Όμως «δεν πρέπει να μας ταυτίσουν με τον μαρξισμό, διότι, με την ευρύτερη έννοια του όρου, εμείς είμαστε ένα εθνικό κίνημα και όχι ένα ταξικό ή διεθνιστικό ταξικό κίνημα, όπως απαιτεί ο μαρξισμός». Εμείς «διαμορφώσαμε τις απόψεις μας με καθαρά εμπειρικό τρόπο, ξεκινώντας από τις εθνικιστικές ιδεολογικές μας αντιλήψεις».

Με εμπειρικό τρόπο: δηλαδή, όπως εξήγησε ο Χόρνοβι στα γραπτά του, ξεκινώντας από το γεγονός ότι «οι εργαζόμενοι της ΕΣΣΔ δεν θέλουν ούτε τον καπιταλισμό ούτε τον σταλινικό ψευδοσοσιαλισμό. Επιθυμούν μια πραγματική αταξική κοινωνία, μια πραγματική λαϊκή δημοκρατία και μια ελεύθερη ζωή στα δικά τους ανεξάρτητα κράτη». Και, όπως το έλεγε και ο Πολτάβα, το ότι «οι σοβιετικές μάζες μισούν τον μπολσεβικικό “σοσιαλισμό”, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι σοβιετικοί λαοί ονειρεύονται τον καπιταλισμό που ανέτρεψαν στο έδαφος της σημερινής Σοβιετικής Ένωσης μεταξύ 1917 και 1920. Η απόλυτη πλειοψηφία του σοβιετικού λαού τάσσεται σαφώς κατά της αποκατάστασης του καπιταλισμού. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της επανάστασης».

Στον Χόρνοβι διακρίνεται μια μαρξιστική σχολή

Ακόμη και αν ο Πολτάβα επέμενε στο ότι οι εθνικιστές δεν αρνούνται «την ταξική πάλη, επειδή αυτή αποτελεί γεγονός και επειδή στη ζωή κάθε πρόοδος, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής, είναι αδύνατη χωρίς πάλη», ωστόσο τόσο ο ίδιος όσο και ο Χορνόβι, ως εθνικιστές, έδιναν προτεραιότητα στον αγώνα για την εθνική απελευθέρωση έναντι της ταξικής πάλης. Ομοίως, η αντίληψή τους για μια αταξική κοινωνία δεν ήταν σοσιαλιστική, αλλά εθνικιστική-επαναστατική: θεωρούσαν ότι, ως αποτέλεσμα των εθνικών -και, κατ’ επέκταση, και κοινωνικών- επαναστάσεων, η οικοδόμηση τέτοιων κοινωνιών δεν είναι μόνο δυνατή, αλλά και μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο στο πλαίσιο ανεξάρτητων εθνικών κρατών και ενός παγκόσμιου συστήματος αυτών των κρατών. Ωστόσο, για τον μαρξισμό, μια τέτοια οικοδόμηση είναι αδύνατη αν δεν εντάσσεται εξ αρχής στη διαδικασία ενός προοδευτικού μαρασμού του κράτους και αν δεν διεξάγεται σε διεθνή κλίμακα. Αυτό ακριβώς το απέδειξε με εξαιρετική σαφήνεια και η τύχη της ρωσικής επανάστασης. Ως εθνικιστές, όσο επαναστάτες και αν ήταν, οι Χόρνοβι και Πολτάβα δεν μπορούσαν αυτό να το αποδεχθούν. […[

Είναι γνωστό ότι η μελέτη του Κεφαλαίου και άλλων μαρξιστικών έργων εξαπλωνόταν μεταξύ των ηγετών της OUN, και μάλιστα ότι αυτό το ενθάρρυνε και η ηγεσία, ιδίως στους τομείς που υπάγονταν στον Κουκ (ο οποίος γνώριζε το Κεφάλαιο εδώ και καιρό) και στον Πολτάβα. Το 1948, ο συνταγματάρχης Ολέξα Χασίν, γνωστός γνωστός και ως «Λίτσαρ» (1907 -1949), αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του UPA και πρώην “ολοκληρωτικός” εθνικιστής, ανακοίνωνε, σε επιστολή του προς την Πολτάβα, ότι εκείνη την περίοδο διάβαζε Το Κεφάλαιο. Ωστόσο, μελετούσαν τη μαρξιστική σκέψη ως σημαντική, ή και αναγκαία, πηγή έμπνευσης για τη δική τους εθνικιστική επαναστατική σκέψη. […]

Μετά την ήττα, πρώτον, της Λαϊκής Δημοκρατίας της Δυτικής Ουκρανίας -την οποία την ανακήρυξαν στο Λβιβ το 1918 οι Ουκρανοί εθνικιστές και για την οποία πολέμησαν ενάντια στο πολωνικό κράτος που αναγεννιόταν-, και μετά την ήττα, δεύτερον, της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ουκρανίας -που ανακηρύχθηκε το 1918 στο Κίεβο και ηττήθηκε στους πολέμους που διεξήγαγε εναντίον της η Σοβιετική Ρωσία-, ο ουκρανικός εθνικισμός έκανε στροφή προς τα δεξιά. […] Με τη σειρά της, απέναντι στη σοβιετική κατοχή της Δυτικής Ουκρανίας το 1944, και στη συνέχεια με τον αγώνα που διεξήχθη εναντίον της μέχρι το 1954, πραγματοποιήθηκε μέσα στην OUN μια εξίσου ριζοσπαστική στροφή, αυτή τη φορά προς τα αριστερά, προς έναν επαναστατικό-δημοκρατικό εθνικισμό. Παρό,τι εξίσου βαθιά με τη στροφή προς τα δεξιά, δεν έχει ωστόσο ακόμα αποτελέσει αντικείμενο εμπεριστατωμένων ερευνών ούτα από την ουκρανική ούτε και, φυσικά, από την πολωνική ιστοριογραφία της OUN. Αυτό συμβαίνει επειδή αυτή η στροφή «δεν ταιριάζει» καθόλου με τις «ιστορικές πολιτικές» ή τις κυρίαρχες ιδεολογίες στις οποίες υποτάσσονται αυτές οι ιστοριογραφίες. Πολύ συγκεκριμένα, αυτό που «δεν ταιριάζει», είναι το γεγονός ότι, μετά από αυτή τη στροφή, η OUN υιοθέτησε ένα πρόγραμμα που προωθούσε μια ανεξάρτητη Ουκρανία όχι μόνο χωρίς μπολσεβίκους επιτρόπους, αλλά και «χωρίς καπιταλιστές ούτε μεγάλους γαιοκτήμονες» , συνδυάζοντας την πολιτική δημοκρατία με την οικοδόμηση μιας «κοινωνίας χωρίς τάξεις, απαλλαγμένης από κάθε εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο». […]

Έτσι, η ίδια η ιστοριογραφία παραλείπει με την ίδια προσοχή και επιμονή αυτό που -στην περίπτωση της Ουκρανίας- η ίδια η αρχαιογραφική της προεργασία, αν και αξιοσημείωτη, ή και παραδειγματική, φέρνει στο φως. Αγνοώντας το, όμως, αφήνει το πεδίο ελεύθερο σε όσους περιορίζουν την ιστορία και τη φύση του ουκρανικού εθνικισμού αποκλειστικά στη στροφή του προς τα δεξιά, προκειμένου να τον εξομοιώσουν με τον φασισμό, χωρίς να φοβούνται καν κάποια σημαντική ιστοριογραφική αμφισβήτηση.

Κάθε εθνικισμός των καταπιεσμένων αποτελεί θέατρο της ταξικής πάλης

Είναι αδύνατο να γνωρίσει κανείς την πραγματική ιστορία της OUN ή να κατανοήσει την πολιτική της φύση αν δεν συνεκτιμήσει τη σημασία των δύο στροφών της. Το να εξετάζουμε την OUN μόνο μέσα από το πρίσμα της στροφής της προς τα δεξιά, παραβλέποντας την μεταγενέστερη στροφή της προς τα αριστερά, ισοδυναμεί με βαθιά παραποίηση της ουσίας της: αυτή ου εθνικισμού ενός καταπιεσμένου λαού, που μπορεί να είναι, ανάλογα με τις φάσεις, από εξαιρετικά αντιδραστικός ώς εξαιρετικά προοδευτικός. Είναι σημαντικό να τον κατανοήσουμε στην ολότητά του, γιατί μόνο με αυτή την προϋπόθεση μπορούμε να κατανοήσουμε τι ήταν στην πραγματικότητα: ούτε φασισμός μετά την πρώτη στροφή, ούτε μαρξιστικός σοσιαλισμός μετά τη δεύτερη, αλλά ακριβώς ένας εθνικισμός μέσα στο πλαίσιο του οποίου διαδραματίστηκε, με διαφορετικές εκβάσει, ανάλογα με τη στιγμή τα στάδια της ιστορίας του, μια πραγματική πάλη των τάξεων, τόσο ιδεολογική όσο και πολιτική.

Κάθε εθνικισμός καταπιεσμένου λαού αποτελεί, εξ ορισμού, το θέατρο μιας τέτοιας πάλης.

Από τη στιγμή που ο σταλινισμός έθεσε υπό έλεγχο το κομμουνιστικό κίνημα για να το υποτάξει στη σοβιετική γραφειοκρατία, και ακόμη περισσότερο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο επαναστατικός εθνικισμός εξελίχθηκε στο πιο δυναμικό ανατρεπτικό ρεύμα του 20ού αιώνα -κυρίως στον Τρίτο Κόσμο, αν και το παράδειγμα της Ουκρανίας δείχνει ότι δεν περιορίστηκε μόνο εκεί. Επομένως, χωρίς αυτόν -είτε από μόνο του είτε σε συνδυασμό με άλλα ρεύματα- καμία επανάσταση, κανένας επαναστατικός πόλεμος των αποικιακών και καταπιεσμένων λαών δεν μπόρεσε να θριαμβεύσει, ακόμη και όταν στην ηγεσία, όπως στην Κίνα ή στο Βιετνάμ, βρίσκονταν κομμουνιστικά κόμματα. Κάποιοι θα μπορούσαν προφανώς να αντιτάξουν ότι η γιουγκοσλαβική επανάσταση αποτελεί εξαίρεση· αλλά αυτή η ιδιαίτερη περίπτωση αποκλίνει μόνο εν μέρει από τον κανόνα, καθώς ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με έναν επαναστατικό γιουγκοσλαβισμό, βεβαίως πολυεθνικό. Ο δυναμισμός του επαναστατικού εθνικισμού αποδείχθηκε τόσο ισχυρός ώστε, στην περίπτωση της κουβανικής επανάστασης, από μόνος του -όχι μαζί με το κομμουνιστικό κόμμα, αλλά εναντίον του, ή τουλάχιστον αγνοώντας το, και παρακάμπτοντας την ίδια τη Σοβιετική Ένωση- αυτός ανέτρεψε τον καπιταλισμό.

Το δοκίμιο του Χόρνοβι αποτελεί ένα από τα πρώτα προμηνύματα -και ήδη εξαιρετικά διαυγή- της ανάδυσης της ιδιαιτερότητας αυτού του ρεύματος και της άνθισής του σε διεθνές επίπεδο. Η αξιοσημείωτη σαφήνεια αυτού του δοκιμίου και ο πρωτοποριακός του χαρακτήρας οφείλονται ακριβώς στο γεγονός ότι ήταν η έκφραση ενός επαναστατικού εθνικισμού ο οποίος, σε αντίθεση με όλους τους άλλους, διαμορφώθηκε κάτω από το ζυγό του σταλινικού ρωσικού ιμπεριαλισμού, που τόσο διαφέρει δομικά από κάθε άλλο ιμπεριαλισμό στον κόσμο. Γι’ αυτό είναι τόσο πολύτιμο να ανακαλύψουμε εκ νέου αυτό το κείμενο, που είχε χαθεί κάπου μέσα στους 86 τόμους του Litopys UPA. Γιατί ρίχνει ουσιαστικό φως σε ένα κρίσιμο κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας μας.

Αλλά ταυτόχρονα, αποκαλύπτει τις βαθιές αδυναμίες και τις κραυγαλέες αντιφάσεις αυτού του επαναστατικού ρεύματος. Στις εποχές που έρχονται, είναι πολύ πιθανό -για να μην πούμε βέβαιο- ότι θα αναγεννηθεί σε πολλά μέρη του κόσμου· επομένως, με το φως των εμπειριών του παρελθόντος, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τη φύση του, τόσο τα πλεονεκτήματά του όσο και τα μειονεκτήματά του.

Zbigniew Marcin Kowalewski

Αύγουστος – Σεπτέμβρης 2026


[Ολόκληρο το άρθρο του Zbigniew Marcin Kowalewski βρίσκεται σε μορφή .pdf εδώ: 0,5 MB, 37 σελίδες, 18.000 λέξεις]

[(*) Ο Zbigniew Marcin Kowalewski μελετά τα επαναστατικά και απελευθερωτικά κινήματα. Τα πιο πρόσφατα έργα του στα πολωνικά είναι:

  • Rap. Μεταξύ Malcolm X και υποκουλτούρας των συμμοριών. Το Έθνος του Ισλάμ στη μαύρη Αμερική (2020)
  • Οι ουκρανικές επαναστάσεις (2023, και στα γαλλικά το 2025)
  • «Δεν είναι χώρα για ελεύθερους ανθρώπους. Η πολωνική περίπτωση στην επανάσταση της Αϊτής» (2024).

Από τη δεκαετία του 1980, έχει συγγράψει διάφορα δοκίμια και μελέτες για την ιστορία της OUN και του UPA που έχουν δημοσιευτεί σε αγγλικά, ισπανικά, γαλλικά, πολωνικά και ουκρανικά.]

[Μετάφραση Τάσος Ανστασιάδης από τα γαλλικά, “L’OUN en Ukraine : des lueurs dans les ténèbres”, Marx21 ch, 30/8/2026 & “L’OUN, Le tournant à gauche, 1944-1954 : Hornovy, Poltava et le nationalisme révolutionnaire ukrainien”, Marx21.ch, 7/9/2026.]


Σημειώσεις

1Όλες οι σημειώσεις είναι του μεταφραστή (στα γαλλικά ή στα ελληνικά). Επίσης, για διευκόλυνση του αναγνώστη, όπου μπορέσαμε προσθέσαμε σχετικά links κυρίως στην wikipedia.

2John A. Armstrong (1922-2010) : Αμερικανοκαναδός πολιτικός επιστήμονας, ειδικός στον εθνικισμό και την Ανατολική Ευρώπη. Το βιβλίο του -”Ukrainian Nationalism”, 1939 — 1945. Νέα Υόρκη: Columbia University Press, 1955- αποτελεί πρωτοποριακό έργο σχετικά με την ιδεολογία και την οργάνωση του ουκρανικού εθνικισμού, ιδίως της OUN. Ειδικότερα, επιδιώκει να διαχωρίσει τον ουκρανικό εθνικισμό από τις κλασικές μορφές του ευρωπαϊκού εθνικισμού.

3Η επανάσταση των σκλάβων στην Αϊτή πέρασε από μια φάση σφαγών των αποικιοκρατών, κυρίως Γάλλων, που έμεινε στην ιστορία ως ιδιαίτερα άγριων -αν και σκοτώθηκαν κάπου 4.000 – 7.000 άνθρωποι, λιγότεροι από άλλες
μαζικές σφαγές, π.χ. του 20ου αιώνα. Ας θυμίσουμε για το ελληνικό κοινό ότι η απελευθερωμένη Αϊτή είναι ίσως η πρώτη χώρα που αναγνώρισε την ελληνική πολιτεία, μετά την ελληνική επανάσταση, ήδη από το 1822.

4Η περιοχή αυτή είχε καταληφθεί από την ΕΣΣΔ τον Σεπτέμβριο του 1939, σε συνέχεια του γερμανο-σοβιετικού συμφώνου, μέχρι τον Ιούνιο του 1941, εξ ου και η παρουσία κολχόζ και σοβχόζ, τα οποία η ναζιστική κατοχή τα συνέχισε για να διευκολύνει τον έλεγχο των αγροτών και τις επιτάξεις.

5«Σουμσκισμός», πλειοψηφικό ρεύμα του KPZU, από το όνομα του Alexander Shumsky, πρώην ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ουκρανίας (μποροτβιστών), υπέρμαχου της ουκρανοποίησης της Σοβιετικής Ουκρανίας, ο οποίος είχε τότε απομακρυνθεί από το αξίωμα του λαϊκού επιτρόπου Παιδείας από τον Στάλιν, με την κατηγορία της “εθνικιστικής παρέκκλισης”.

6Μάρκο Μπόιτσουν [1951-2023], Βρετανός ιστορικός, πολιτικός επιστήμονας και οικονομολόγος ουκρανικής καταγωγής.

7Ιβάν Μιτρούγκα [1907-1943].

8Borys Levitsky [1915-1984]

9Jerzy Giedroyc: διευθυντής του Πολωνικού Λογοτεχνικού Ινστιτούτου στο Παρίσι μεταξύ 1946 και 2000, ο οποίος υποστήριζε την πολωνική δημοκρατική αντιπολίτευση και εργάζονταν υπέρ μιας πολωνο-ουκρανικής συνεννόησης.

10Mykola Lebed [1909-1998].

11Roman-Taras Osypovych Shukhevych [1907-1950].

12Ο Σίμον Πετλιούρα [Symon Vasyliovych Petliura] ήταν μια προσωπικότητα του ουκρανικού εθνικισμού, πρόεδρος του Διευθυντηρίου της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ουκρανίας, Φεβρουάριος 1919-Οκτώβριος 1920.

13Mykola Khvylovy [1893-1933].

14 Lev Shankovsky [1903-1995].

15 Yevhen Pavlovych Stakhiv [1918-2014].

16 Vasyl Stepanovych Kuk [1913-2007].

17Η “σφαγή της Βολυνίας” κορυφώθηκε τον Ιούλιο-Αύγουστο του 1943.

18Mykhaylo Stepaniak [1905-1967].

19Andrey Sheptytsky [1865-1944].

20Vasyl Mudry [1893-1966].

21Τον Ιούλιο του 1944.

221 Αυγούστου — 2 Οκτωβρίου 1944.

23 Petro Fedun « Poltava » [1919-1951].

24 Osyp Diakiv « Hornovy » [1920-1950].

25Дяків Осип (Osyp Diakiv, «Hornovy», 1921-1950).

26Petro Mykolaiovych Fedun, γνωστός με το ψευδώνυμο “Petro Poltava”, (1919-1951).

27Ο Roman Rosdolsky (1898-1967) ήταν Ουκρανός ιστορικός και οικονομολόγος, ειδικός στο έργο του Μαρξ και του Ένγκελς [σημείωση του συγγραφέα].

28Το ρεύμα του Σάχτμαν -από τον Μαξ Σάχτμαν (1904-1972), ο οποίος αντιτάχθηκε στον Τρότσκι στις αρχές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αρνούμενος τη θέση του δεύτερου υπέρ της υπεράσπισης της Σοβιετικής Ένωσης-, θα αναπτύξει τη θεωρία του «γραφειοκρατικού κολεκτιβισμού» για να χαρακτηρίσει τη σταλινική ΕΣΣΔ [σημείωση του συγγραφέα].


https://tpt4.org/?p=11426

Σχολιάστε