Ύπαρξη και διαλεκτική

Σπάρτακος 30, Ιούνιος-Αύγουστος 1991

ΣΚΕΨΗ: ΥΠΑΡΞΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ

Αντιμετώπιση της δοσμένης πραγματικότητας κάτω από το πρίσμα του υποκείμενου της πραγματικά επαναστατικής πράξης σημαίνει πριν απ’ όλα κατανόησή της. Η προσπάθεια για την υπέρβασή της είναι η δεύτερη εξίσου απαραίτητη προϋπόθεση. Οι δύο αυτές προϋποθέσεις, συνυφασμένες διαλεκτικά μεταξύ τους, συνθέτουν την ουσία της επαναστατικής πράξης.

Α. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Κατανόηση και μεταβολή είναι δύο εκφάνσεις μιας ενιαίας διαδικασίας, που μεταβάλλει τον άνθρωπο από αντικείμενο μιας ανεξέλεγκτης μοίρας, σε υποκείμενο της ιστορίας.

Με το να κατανοεί τη δοσμένη πραγματικότητα και με το να τη μεταβάλλει, μ’ άλλα λόγια με το να κρατάει απέναντι στη δοσμένη αυτή πραγματικότητα μια στάση αληθινά επαναστατική, το δρων υποκείμενο κατορθώνει να υπερνικά ολοένα και περισσότερο σε πλάτος και βάθος τους όρους της αλλοτρίωσής του. Παύει να είναι έρμαιο αόρατων δυνάμεων και πετυχαίνει την αυτοεπιβεβαίωσή του. Ο Καμύ έχει πει επιγραμματικά: Επαναστατώ, άρα υπάρχω.

Επρεπε να διανυθεί μακρύς δρόμος για να γίνει κατορθωτή μια τέτοια θεωρητικοποίηση. Η κατανόηση της ουσίας της ύπαρξης δεν επιβοηθείται σημαντικά με την παραδοχή της ελευθερίας της, που εκπηγάζει από την ανυπαρξία μιας τέτοιας ουσίας, όπως θάλεγε ο Σαρτρ. Είτε το θέλουμε, είτε όχι η ουσία της ύπαρξης μέσα στη διαδικασία της ιστορικής εξέλιξης εμφανίζεται πάντοτε επαρκώς προσδιορισμένη, άσχετα αν το περιεχόμενο προσφέρεται a priori, ή η πρόσκτησή του γίνεται ex post και είναι κάθε φορά και διαφορετικό. Οι διαφοροποιήσεις του αυτές έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: Η ουσία της ύπαρξης δεν φαίνεται να απορρέει από την ίδια την ύπαρξη. Απλά την προσδιορίζει. Θα ήταν χρήσιμο να δούμε τι περιεχόμενο έπαιρνε η ουσία της ύπαρξης ιστορικά, έστω και αν κάτι τέτοιο δεν μπορεί παρά να δοθεί με τρόπο σχηματικό.

Για μια μεγάλη ιστορική περίοδο, που σαν κύριο χαρακτηριστικό της έχει την υποτυπώδη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ο άνθρωπος είναι έρμαιο των νόμων της φύσης. Την ουσία της ύπαρξής του προσδιορίζουν το ένστιχτο της αυτοσυντήρησης και το εξωτερικό περιβάλλον που μέσα του ζει και κινείται και που η σχέση του μ’ αυτό μοιάζει να είναι περισσότερο σχέση συνέχειας, παρά ασυνέχειας. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο, που στη φάση αυτή αντιστοιχεί μια φιλοσοφία, που δεν έχει σαν αντικείμενό της την ύπαρξη και την ουσία της. Αναζητεί την πρωταρχική ύλη μέσα στη φύση (φωτιά, νερό κλπ.) και γι’ αυτό είναι υλιστική. Ο φιλόσοφος της περιόδου αυτής δε ρωτάει: Γιατί ζω; Τι είμαι; Πέρα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα υπάρχει η αμετάτρεπτη μοίρα, που κυβερνά θεούς και ανθρώπους. Αν είχε τη συμπυκνωτική ικανότητα του Descartes θα αναφωνούσε: Αναγκάζομαι, άρα υπάρχω.

Σ’ ένα μεταγενέστερο στάδιο είναι ο θεός, που θα δώσει νόημα και ουσία στην ύπαρξη. Ο θεός είναι ο δημιουργός, που μας δίνει τη ζωή και που του την οφείλουμε. Γι’ αυτό και η ουσία της ύπαρξης είναι η πίστη στο θεό και η ομολογία της μεγάλης του δόξας: «Αρχά σοφίας, φόβος Κυρία». Ο άνθρωπος είναι παθητικό ον. Υπάρχει επειδή εξυπηρετεί τις βουλές του Υπέρτατου Οντος και για να τις εξυπηρετεί. Και οι βουλές αυτές είναι άγνωστες. Ας θυμηθούμε τον τυφλό του Ευαγγελίου: Γεννήθηκε, έζησε, τυφλώθηκε και τελικά ανάβλεψε «ίνα δοξασθή ο υιός του ανθρώπου». Η συνείδηση αυτοπροσδιορισμού του ανθρώπου είναι ανύπαρκτη. Ολα είναι θέλημα θεού. Τι άλλο μένει; Ο βυζαντινός υμνογράφος μας δίνει επιγραμματικά όλη την ουσία:

Η ελπίς μου ο Πατήρ

Καταφυγή μου ο Υιός

Σκέπη μου το Πνεύμα το Αγιον.

Ο Descartes φυσικά θα έλεγε: Πιστεύω, άρα υπάρχω.

Οπως, όμως, ξέρουμε ο Descartes τελικά έχει πει: Σκέφτομαι, άρα υπάρχω. Σκέφτομαι, σημαίνει χρησιμοποιώ τη λογική. Πώς όμως; Εδώ ο Γάλλος φιλόσοφος έχει υπόψη του μια αφηρημένη δυνατότητα σκέψης και όχι μια ολόκληρη διαδικασία, που ξεκινάει από το απλό ερέθισμα, γίνεται γνώση, μεταλλάζει ποιοτικά σε κατανόηση και υλοποιείται κάποτε σε συνειδητή δράση. Ο Τζων Λοκ θα δώσει αργότερα το προβάδισμα στις αισθήσεις, κάνοντας ένα σημαντικό βήμα στην κατανόηση αυτής της διαδικασίας. Ο Descartes αγνοεί το μονοπάτι αυτό, για να καταλήξει έτσι σ’ ένα παράδοξο συμπέρασμα που δεν προωθεί ουσιαστικά την προσπάθεια αυτοπροσδιορισμού του ανθρώπου και που είναι τουλάχιστον αντιφατικό: Συναντά και τελικά αποδέχεται το υπέρλογο με μέσο τη λογική.

Είναι γνωστό το ερώτημα που έβαλε ο Σαρτρ: Η ύπαρξη προηγείται της ουσίας ή η ουσία της ύπαρξης; Η αναδρομή που προηγήθηκε έδειξε ότι το περιεχόμενο της ουσίας έχει μια σχετικότητα, αφού υφίσταται μέσα στην ιστορική εξέλιξη μια σειρά από διαφοροποιήσεις. Ενώ όμως είναι η ύπαρξη αυτή που τελικά προσδιορίζει την ουσία της, ανάλογα με το βαθμό ανάπτυξης της συνείδησής της, ιστορικά είδαμε πως η ύπαρξη φροντίζει με κάθε τρόπο να γίνεται τελικά ο απολογητής του ετεροπροσδιορισμού της ουσίας της.

Η ύπαρξη, έχοντας εκούσια υποταχθεί, άλλοτε σε κάποια απροσδιόριστη μοίρα, άλλοτε στο θεό κι άλλοτε με το να αποδέχεται τα αυθαίρετα συμπεράσματα μιας αφηρημένης δυνατότητας σκέψης, υποχρεώνεται να προσαρμόζει ανάλογα και το σύνολο των εκδηλώσεων, που την υποδηλώνουν. Αντί να προσδιορίζει την ουσία της, προσδιορίζεται τελικά από αυτή, με αποτέλεσμα να μην αποτελεί ένα άθροισμα των δυνατοτήτων της, αλλά ένα ισοδύναμο αυτού, που αισθάνθηκε υποχρεωμένη να είναι ή αυτού που «πρέπει» κάθε φορά να είναι. Τελικά να είναι αυτό, που έγινε ή που «πρέπει» να γίνει κι όχι αυτό που θα μπορούσε να γίνει.

Οι εκπρόσωποι των διαφόρων σχολών του ιδεαλισμού πιθανόν εδώ να διαφωνούσαν. Είναι όμως τάχα μόνο οι υλιστές, που αρκούνται στις εξαντικειμενοποιημένες μορφές της πραγματικότητας ή μήπως και οι ιδεαλιστές, που ανεξάρτητα αν έστρεψαν την προσοχή τους σ’ αυτό που ο Μαρξ ονόμασε στην πρώτη θέση για τον Φόυερμπαχ «ενεργό όψη», ακριβώς, επειδή η σχετική αντιμετώπιση έγινε από μέρους τους αφηρημένα, αδυνατούν κι αυτοί να ξεφύγουν από την εκδοχή μιας ύπαρξης, που προβάλλεται πάνω της η σκιά του θεού και της ίστορίας; Δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε το γνωστό σωκρατικό δίδαγμα προς τον Θεάγη: «Εάν μέν τω θεω φίλον ή, πάνυ πολύ επιδώσεις και ταχύ, ει δέ μή ου», ή την κατάληξη του «Περί Αρετής» πλατωνικού διαλόγου για τον καθοριστικό ρόλο της θείας βούλησης, που προαγγέλλει χωρίς περιστροφές τη θεολογική αντίληψη της ιστορίας του Αυγουστίνου και του Μποσσουέ.

Η αναγνώριση του υπερβατικού χαρακτήρα της ύπαρξης από τον αντικειμενικό ιδεαλισμό έρχεται σε αντίφαση με τη διακήρυξη της ελευθερίας της, αφού γι’ αυτόν η ουσία της έχει προκαθοριστεί ανεξάρτητα από αυτή. Τα γνωστά σοφίσματα ευφυών θεολόγων δεν συνιστούν παρά απεγνωσμένες προσπάθειες, που δικαιώνουν τελικά την χωρίς περιστροφές ωμή τοποθέτηση του Λούθηρου. Ακόμα και ο Μπερντιάγεφ, που έδωσε μεγάλο βάρος στην «ενεργό όψη» της ύπαρξης, ορίζοντάς την σαν «ενέργημα ελευθερίας» μπορούσε να λέει ότι «ο υπερβατικός άνθρωπος δρα σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά έρχεται από έναν άλλο κόσμο, από τον κόσμο της ελευθερίας». Μα ακριβώς εδώ βρίσκεται το παράλογο αυτής της σύλληψης. Γιατί πώς υποδηλώνεται ο υπερβατικός χαρακτήρας της ύπαρξης και η ελευθερία που τη διακρίνει, όταν είναι υποχρεωμένη να υποκύψει στα καυδιανά δίκρανα ενός αντικειμενοποιημένου κόσμου; Και πώς μπορεί να διατηρηθεί, παραμένοντας στο χώρο της ιστορίας, παρά και ενάντια στους αλλοτριωτικούς προσδιορισμούς της; Πώς θα μπορούσε η ζοφερή όψη της σκλαβιάς να ελκύσει έστω και προσωρινά ένα ενέργημα ελευθερίας; Ο άνθρωπος δεν θα πρέπει να έρχεται από έναν κόσμο ελευθερίας. Μπορεί όμως να πάει σ’ έναν τέτοιο κόσμο, δημιουργώντας τον με την ίδια του τη δράση.  Γιατί κανένας ελεύθερος δεν έχει λόγους συνειδητά να δουλωθεί, ενώ ο σκλάβος μπορεί κάποια στιγμή να παλέψει για την απελευθέρωσή του.

Ο αντικειμενικός ιδεαλισμός παρουσιάζεται σαν γνώστης της ουσίας της ύπαρξης. Τη συλλαμβάνει είτε μέσα από θεόπνευστες συλλήψεις, είτε μέσα από την παρατήρηση της αντικειμενοποιημένης μορφής της απόλυτης ιδέας. Αδικα όμως κομπορρημονεί. Απολυτοποιεί, ενώ διαψεύδεται από την ιστορική σχετικότητα.

Από τη δική του σκοπιά ο υποκειμενικός ιδεαλισμός φαίνεται πως ξεπερνάει αυτό το σκόπελο. Γι’ αυτόν η ουσία είναι ρευστή. Η ύπαρξη είναι ό,τι γίνεται. Μια τέτοια τοποθέτηση όμως δεν βοηθάει ουσιαστικά. Απλά περιγράφει την ύπαρξη, όπως οι δικολάβοι περιγράφουν τους νόμους. Κάτι που γίνεται είναι κάτι που έγινε. Μόνο έτσι μπορεί να κατανοηθεί. Για τον υποκειμενικό ιδεαλισμό η ύπαρξη αθροίζει εταστικά το παρελθόν της. Της διαφεύγει όμως το παρόν και αγνοεί το μέλλον. Η ουσία της παρίσταται ακρωτηριασμένη. Από εκεί πηγάζει και η αγωνία της.

Με το μαρξισμό το πρόβλημα αυτό ξεπερνιέται. Η ύπαρξη δεν νοείται πια ούτε σαν μανεκέν για την επίδειξη του γούστου υπερβατικών δυνάμεων, όπως τη θέλει ο αντικειμενικός ιδεαλισμός, ούτε σαν ένα παράλογο μηχανικό προτσές, που οι διάφορες φάσεις του επιλέχτηκαν συμπτωματικά, όπως την παρουσιάζει ο υποκειμενικός ιδεαλισμός. Με το μαρξισμό αναγνωρίζεται στην ύπαρξη η δυνατότητα αυτοσυνειδητοποίησής της. Δυνατότητα που δεν της έχει χαριστεί, αλλά που είναι το κοπιαστικό εξαγόμενο της δικής της αποκλειστικά προσπάθειας. Αναγνωρίζεται έτσι σαν η κεφαλή που μπορεί να αναμετρήσει τη μολυβένια ουρά της. Να κρίνει, να αξιολογήσει και να εξηγήσει η ίδια τον εαυτό της και προπάντων να τον αλλάξει. Να διαμορφώσει καθοριστικά ό,τι αυτή η ίδια κρίνει άξιο περιεχόμενο της ουσίας της, κι όπως λέει ο ίδιος ο Μαρξ, να συλλάβει την πραγματικότητα, άρα και τον πραγματικό εαυτό της «σαν αισθητή ανθρώπινη ενέργεια, σαν πρακτική με υποκειμενικό τρόπο», δηλαδή να τον διαμορφώσει με τη συνειδητή επαναστατική πράξη.

Αντώνης ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Σπάρτακος 30, Ιούνιος-Αύγουστος 1991

Σπάρτακος αρχείο


https://wp.me/p6Uul6-tF

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s