Τα εθνικά κινήματα της Βαλτικής

Σπάρτακος 30, Ιούνιος-Αύγουστος 1991

ΒΑΛΤΙΚΗ

ΤΑ ΕΘΝΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ  ΤΗΣ ΒΑΛΤΙΚΗΣ

Γιατί και πώς τα υποστηρίζουμε

Μια εχθρική στάση απέναντι στα δημοκρατικά δικαιώματα των εθνικών κινημάτων είναι αυτό ακριβώς που ενισχύει τους κινδύνους διάσπασης και διαμελισμού.

Σταύρος ΟΡΦΑΝΟΓΙΑΝΝΗΣ

Οι διεθνιστές ποτέ δεν αδιαφόρησαν για το «εθνικό ζήτημα» και τα εθνικά κινήματα. Πολλές φορές στα ταραχώδη χρόνια του 20ού αιώνα συμπαραστάθηκαν και συμμετείχαν σε εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες. Σε τί οφείλεται λοιπόν ο δισταγμός πολλών αριστερών να ταχθούν ανεπιφύλαχτα υπέρ των δημοκρατικών διεκδικήσεων των εθνικών κινημάτων της Βαλτικής; Για να μην ενισχύσουν την αντισοσιαλιστική πολιτική των εθνικιστών στις χώρες αυτές; Ο φόβος μήπως μια τέτοια στάση τους συμβάλλει στην καπιταλιστική παλινόρθωση και τον διαμελισμό της ΕΣΣΔ -πράγμα που μόνο τους ιμπεριαλιστές της Δύσης θα ευνοούσε; Ωστόσο μια εχθρική στάση απέναντι στα δημοκρατικά δικαιώματα των εθνικών κινημάτων είναι αυτό ακριβώς που ενισχύει τέτοιους κινδύνους.

Εθνική καταπίεση

Τι είναι, όμως, αυτό που διεκδικούν και υπερασπίζονται τα εθνικά κινήματα στη Λιθουανία, την Εσθονία και τη Λετονία; Και δεν εννοούμε τους απώτερους πολιτικούς στόχους των εθνικιστικών ηγεσιών αλλά τις θεμελιακές διεκδικήσεις και τα βασικά αίτια ανάπτυξης των μαζικών κινημάτων. Δεύτερον με τι είδους εθνικισμό έχουμε να κάνουμε -με έναν εθνικισμό ρατσισμού και ξενοφοβίας ή με μια εθνικοαπελευθερωτική πάλη; Τι είναι αυτό που πυροδοτεί τους μαζικούς αγώνες για την εθνική οριοθέτηση και συγκρότηση στις χώρες αυτές; Μήπως μια προσπάθεια υπεράσπισης ενός απειλούμενου από τους «ρώσους» ιδιαίτερου και μυθικού τρόπου ζωής μιας «κατά φαντασία κοινότητας»(1) που συνήθως αποκαλούμε έθνος; ‘Η μήπως πηγάζει από κάποια ιδιάζουσα ψυχολογική κατάσταση των λαών της περιοχής;(2) Πάντως δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι πέρα απ’ όλα αυτά οι μη ρωσικές εθνότητες στην ΕΣΣΔ υπήρξαν -και είναι και σήμερα- τα θύματα μιας βίαιης πολιτικής καταπίεσης. Για 50 και πλέον χρόνια το σταλινικό καθεστώς υπήρξε καθεστώς καταστολής των πολιτικών δικαιωμάτων και άρνησης των βασικών δημοκρατικών ελευθεριών. Σε ένα πολυεθνικό κράτος όπως είναι η ΕΣΣΔ αυτό από μόνο του σήμαινε και εθνική καταπίεση-ξέχωρα από την οποιαδήποτε «πολιτιστική» πολιτική εκρωσισμού που ασκούσε η σταλινική γραφειοκρατία.

Ωστόσο, θάταν λάθος να θεωρούμε το σταλινισμό απλά σαν ένα καθεστώς ρωσικής αποικιοκρατίας. Αν είχαμε να κάνουμε με έναν ρωσικό ιμπεριαλισμό δεν θάχαμε τον παραμικρό ενδοιασμό να ταχθούμε υπέρ ενός εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, οπως κάναμε στην Αλγερία, την Αγκόλα, την Ινδία, σε πρώην αποικίες του δυτικού ιμπεριαλισμού. Σε μια τέτοια περίπτωση θα τασσόμαστε όχι μόνο υπέρ της ανεξαρτησίας των χωρών της Βαλτικής αλλά και της απόσχισής τους από την κρατική δομή της ΕΣΣΔ. Γιατί μόνο η εξάλειψη της καταπίεσης από το ρωσικό έθνος με την ίδρυση ανεξάρτητων κρατών στη Βαλτική θα μπορούσε να δημιουργήσει εκ νέου τους όρους για μια γνήσια πολιτική ενότητα και την κρατική επανενοποίηση στη βάση της αλληλεγγύης. Στρατηγικές συμμαχίες με ρώσους εποίκους θάταν έξω από κάθε συζήτηση. Το ότι ο σταλινισμός δεν είναι ρωσικό αλλά πολυεθνικό φαινόμενο είναι αυτό που καθορίζει σαν βασική στρατηγική της πάλης για εθνική αυτοδιάθεση τη συμμαχία μεταξύ των μη-ρωσικών και ρωσικών αντισταλινικών δυνάμεων στις βαλτικές χώρες.

Η ιδιαιτερότητα όμως αυτής της εθνικής καταπίεσης και η αναγκαιότητα μιας τέτοιας στρατηγικής είναι ψιλά γράμματα για τους εθνικιστές της Βαλτικής καθώς έχουν να αντιμετωπίσουν έναν σταλινισμό βεβαρυμένο με τη βίαιη προσάρτηση των χωρών τους. Η επίσημη εκδοχή της εθελοντικής προσχώρησης των βαλτικών κρατών στην ΕΣΣΔ αμφισβητείται ανοιχτά πλέον και στη Μόσχα. Ο Yuri Afanasyev μιλώντας σε συγκέντρωση στο Tallin το 1988 απέρριψε κατηγορηματικά την επίσημη εκδοχή:

«Μιλάμε για ιστορικές αδικίες που δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να αποσιωπούμε… Σε καμιά χώρα η ιστορία δεν έχει πλαστογραφηθεί στο βαθμό που έχει γίνει στη Σοβιετική Ενωση… Ο κάθε μαθητής στη Δύση τις γνωρίζει, αλλά εμείς συνεχίζουμε να αγνοούμε την ύπαρξή τους».(3)

Υπάρχει σίγουρα ένα πρόβλημα νομιμότητας στην «εθελοντική προσχώρηση» στην ΕΣΣΔ, το 1940, των κατεχόμενων από τον Κόκκινο Στρατό κρατών της Βαλτικής. Μπορεί όμως να θεωρούμε ότι και σήμερα υπάρχει ένα καθεστώς κατοχής στις χώρες αυτές; Ο Otto Latsis γράφοντας για τη διάσπαση του ΚΚ Λετονίας λέει για τα γεγονότα του ’40:

«Αλλά επέμενε (η πλειοψηφία του ΚΚΛ) πως η απόφαση ενώσεως με την ΕΣΣΔ το 1940 πάρθηκε ελεύθερα και δημοκρατικά. Τέτοια επιχειρήματα όμως το μόνο που πετυχαίνουν είναι να πείθουν τον κόσμο ότι τον θεωρούν ηλίθιο… Μήπως όμως δεν αντιμετωπίζουν και μένα σαν ηλίθιο κι αυτοί που μιλώντας για «κατοχή» πεισματικά εξισώνουν τη σημερινή κατάσταση με γεγονότα που συνέβησαν πριν 50 χρόνια;»(4)

Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι παρά την υποταγή της Λετονίας στη ρωσική αυτοκρατορία, από το 1975, εντούτοις το 1917 το 72% του εκλογικού σώματος της Λετονίας στις περιοχές που δεν κατέχονταν από τους Γερμανούς ψήφισαν τους μπολσεβίκους, στις εκλογές για ανάδειξη Συνταχτικής Συνέλευσης. Το 1919 η πρώτη Σοβιετική Δημοκρατία της Λετονίας συντρίφτηκε από το γερμανικό στρατό και το βρετανικό στόλο στον εμφύλιο που ακολούθησε το 1917 και οι στρατοί 14 των κρατών που εισέβαλαν υποχρέωσαν τη Σοβιετική Ρωσία να υπογράψει τη συνθήκη της Ρίγας, και να αποδεχτεί την ανεξαρτησία της Λετονίας.(5)

Αντίθετα, από τη Λετονία και την Εσθονία, που σχεδόν ποτέ δεν γνώρισαν την εθνική τους ανεξαρτησία, εφόσον από τον 13ο αιώνα δέχονταν διαδοχικές εισβολές από Γερμανούς, Δανούς, Πολωνούς και Σουηδούς, η Λιθουανία ανήκε στην κατηγορία «μεγάλης δύναμης» στη διάρκεια του 15ου αιώνα. Η σφαίρα επιρροής της έφτανε από τη Βαλτική έως την Μαύρη Θάλασσα. Σε αντιστάθμισμα της αυξανόμενης ισχύος της Ρωσίας, η Λιθουανία και η Πολωνία σχημάτισαν κοινοπολιτεία που κράτησε μέχρι την προσάρτηση της Λιθουανίας στη Ρωσική Αυτοκρατορία το 1795. Οι στενές σχέσεις Λιθουανίας και Πολωνίας οφείλονται και στην επικράτηση του καθολικισμού στις χώρες αυτές, ενώ στη Λετονία και την Εσθονία η θρησκευτική παράδοση είναι Λουθηρανική. Αυτές οι ιστορικές ιδιαιτερότητες και εθνικές διαδρομές αντανακλώνται και στη δημογραφική σύνθεση των χωρών αυτών. Στη Λετονία και την Εσθονία ο ντόπιος πληθυσμός μόλις φτάνει το 50-60%, ενώ στη Λιθουανία ξεπερνάει το 80%.

Λαϊκά μέτωπα και Interfront

Και στις τρεις δημοκρατίες της Βαλτικής η εθνικιστική δραστηριότητα συνέπεσε και ενισχύθηκε από την γκλάσνοστ και το σχηματισμό -αρχικά από διανοούμενους- των «Λαϊκών Μετώπων»: Το Sayudis στη Λιθουανία, το Tautas Fronte στη Λετονία και το Rahvarinne στην Εσθονία- οργανώσεις που γρήγορα αναπτύχθηκαν ώστε τα μέλη τους να φτάνουν το 5-20% του πληθυσμού! Στις εκλογές του 1989 η υπεροχή των Λαϊκών Μετώπων ήταν σαρωτική: Στη Λιθουανία κέρδισαν 31 από τις 34 έδρες, στη Λετονία 24 από τις 29 και στην Εσθονία 26 από 30.(6)

Υπάρχουν όμως και πιο ριζοσπαστικές εθνικιστικές ομάδες όπως η Laisves Lyga, (Σύνδεσμος Ελευθερίας) στη Λιθουανία, το Nacionales Neatkaribas Kustiba (Εθνικό Κίνημα Ανεξαρτησίας) της Λετονίας και το Rahvusliku Soltumatuse Partei (Κόμμα Εθνικής Ανεξαρτησίας) της Εσθονίας. Ολες αυτές οι ομάδες είναι ανοιχτά αντισοβιετικές και αποσχιστικές. Εχουν όμως περιθωριοποιηθεί κάπως λόγω της αποχής τους από τις εκλογές του ’89 και εξαιτίας της όλο και μεγαλύτερης εθνικιστικής ριζοσπαστικοποίησης των Λαϊκών Μετώπων.

Η εκρηκτική ανάπτυξη των εθνικών κινημάτων προκάλεσε τη διάσπαση των τοπικών ΚΚ και την κοινωνική και πολιτική περιθωριοποίησή τους. Ενδεικτική είναι η διάσπαση του ΚΚ Λετονίας στο 25ο συνέδριό του τον Απρίλη του 1990. Το ένα τρίτο των συνέδρων αποχώρησε ιδρύοντας το Ανεξάρτητο Κομμουνιστικό Κόμμα της Λετονίας. Η πλειοψηφία, αποτελούμενη σχεδόν αποκλειστικά από Ρώσους, κράτησε το παλιό ΚΚΛ -ένα κόμμα της Λετονίας, χωρίς Λετονούς!

Και στις τρεις βαλτικές χώρες δημιουργήθηκαν αντίβαρα κινήματα -τα interfront- με σκοπό να ενώσουν τους Ρώσους και τις άλλες εθνικές μειονότητες ενάντια στις εθνικιστικές προσδοκίες των ντόπιων πληθυσμών. Απέναντι στην εκρηκτική κατάσταση που προκάλεσαν αυτές οι αντιθέσεις δεν εκπλήττει που στις 15 Δεκέμβρη 1990, 53 σοβιετικοί αξιωματούχοι κυκλοφόρησαν μια κοινή έκκληση καλώντας τον Γκορμπατσόφ να κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε  περιοχές όπου είχαν εκδηλωθεί «μεγάλες αναταραχές»:

«Μας απειλεί μια μοιραία διχτατορία προσωπικοτήτων, αμείλιχτοι στην προσπάθειά τους να κυριαρχήσουν πάνω στα εδάφη, τους πόρους, τον πνευματικό πλούτο και την εργατική δύναμη της χώρας που αποκαλούμε ΕΣΣΔ. Προτείνουμε άμεσα μέτρα κατά των αποσχιστικών ενεργειών, της ανατρεπτικής αντικυβερνητικής δραστηριότητας, της προβοκάτσιας, των εθνικών συγκρούσεων…»(7)

Αυτή η προειδοποίηση από μια συμμορία στρατηγών, κομματαρχών και δεσποτάδων ζητούσε «σιδερένια γροθιά» για να αποτραπεί η απειλή διχτατορίας που την έβλεπαν να έρχεται από τα μαζικά κινήματα και ιδιαίτερα τα εθνικο-δημοκρατικά κινήματα. Και η απάντηση δεν άργησε να έρθει. Τα τανκς μπήκαν στη Λιθουανία το Γενάρη του 1991. Η επίθεση αυτή του Κρεμλίνου δικαιολογήθηκε όχι μόνο λόγω της άρνησης στράτευσης που είχε πάρει διαστάσεις επιδημίας στη Λιθουανία αλλά και γιατί η εθνικιστική  κυβέρνηση απειλούσε με ένα είδος «νεο-ολοκληρωτισμού», απόρροια του αντικομμουνισμού και της σοβινιστικής αδιαλλαξίας της -όπως η πρόσφατη προσπάθειά της να θέσει εκτός νόμου το φιλοσοβιετικό ΚΚ.

‘Ετσι έντεχνα καλλιεργείται το δίλημμα: με ποιον;  – με τη»διεθνιστική» γραφειοκρατία ή με τα «αντισοσιαλιστικά» εθνικά κινήματα; Αυτό ακριβώς το «δίλημμα» προσπαθεί να ξεδιαλύνει ο Buzgalin:

«Αλλά έχουμε μόνο δύο δυνάμεις… Από τη μια υπάρχουν οι γραφειοκράτες που προσπαθούν να σώσουν τη Σοβιετική Ενωση μέσα από μια πολιτική εκφοβισμού… Δεν λένε «χρησιμοποιήστε ένοπλη βία», αλλά την θεωρούν πιθανή. Η δεύτερη δύναμη είναι οι εθνικιστές. Δεν αποτελούν πια δημοκρατική δύναμη. Κάποια στιγμή ήταν, όταν υπερασπίζονταν τα εθνικά δικαιώματα των μικρών δημοκρατιών. Τώρα όμως οι ηγέτες των εθνικιστών στη Βαλτική έχουν κατά κάποιο τρόπο εξελιχθεί σε μισο-φασίστες».(8)

Αυτό το φαινομενικό αδιέξοδο καταφέρνει ως ένα βαθμό να το ξεπεράσει ο Buzgalin όταν απαντώντας στο ερώτημα του ποιος ευθύνεται για την κρίση της Ενωσης πάνω στο εθνικό ζήτημα δεν διστάζει να πει πως είναι «το κόμμα, που μέχρι σήμερα διέθετε τον απόλυτο έλεγχο πάνω σ’ όλες τις Δημοκρατίες, που φέρει την ευθύνη».(9)

Εξάλλου, γιατί να πιστέψει κανείς ότι οι αντικομμουνιστές εθνικιστές είναι περισσότερο φιλοκαπιταλιστές ή ολοκληρωτικοί απ’ ό,τι η «διεθνιστικη» γραφειοκρατία οποιασδήποτε απόχρωσης. Ο πραγματικός κίνδυνος καπιταλιστικής παλινόρθωσης πηγάζει από την ίδια τη γραφειοκρατική εξουσία όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει πάλι ο Buzgalin:

«Ακόμη έχουμε μια γραφειοκρατική δικτατορία, αλλά με νέα μορφή. Ο δικός μας καπιταλισμός βγαίνει μέσα από τη γραφειοκρατία μας και θάναι ένας γραφειοκρατικός καπιταλισμός. ‘Ετσι ο τρόπος για να αγωνιστούμε σήμερα για την καταστροφή ενός μελλοντικού γραφειοκρατικού καπιταλισμού στη χώρα μας είναι να καταπολεμήσουμε την προϋπόθεσή του: τον γραφειοκρατικό έλεγχο πάνω στην κοινωνία και την οικονομία».(10)

Υπεράσπιση της ΕΣΣΔ ή της προοπτικής της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας;

Αναμφίβολα πολλοί εθνικιστές στις Δημοκρατίες της Βαλτικής είναι ανοιχτά φιλοκαπιταλιστές υποστηρίζοντας την ένταξη των χωρών τους στην ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ. Και θα δέχονταν με ευχαρίστηση οποιαδήποτε βοήθεια από τη Δύση -ακόμη και από την CIA- για να πετύχουν τους στόχους τους. Δεν είναι όμως καθόλου νομοτελειακό ότι επειδή αυτό θέλουν θα το πετύχουν κιόλας. Και δεν πρέπει να ξεχάσουμε ούτε στιγμή πως αυτή η κατάσταση είναι το τίμημα της αξιοθρήνητης αποτυχίας της σοβιετικής ηγεσίας να οικοδομήσει μια βιώσιμη και σταθερή διεθνή σοσιαλιστική κοινοπολιτεία με τις χώρες της Α. Ευρώπης. Και δεν το πέτυχε αυτό εξαιτίας της αδυναμίας του σταλινισμού να αντιμετωπίσει τις διεθνικές σχέσεις με ένα ανοιχτό δημοκρατικό πνεύμα.

Αλλά ακόμη και η ιδέα της διάσπασης της ΕΣΣΔ σε ξεχωριστά κράτη φαντάζει σαν καταστροφή για πολλούς αριστερούς. Ολοι μας δεν υποστηρίζουμε τόσα χρόνια την υπεράσπιση της ΕΣΣΔ ενάντια στον ιμπεριαλισμό; Ναι, αλλά αυτή η υπεράσπιση ποτέ δεν σήμαινε τυφλή υποστήριξη του σταλινικού καθεστώτος και των υπαρκτών συνόρων της ΕΣΣΔ. Δεν υπάρχει τίποτε το ιερό στη διατήρηση αυτών των σνόρων. Αν στη θέση της ΕΣΣΔ είχαμε 12 και πλέον ανεξάρτητα εργατικά κράτη θα είχαμε πράγματι μια ποσοτική υποχώρηση τόσο της στρατιωτικοδιοικητικής δύναμης αυτών των κοινωνιών σε σύγκριση με μια ενιαία Σοβ. Ενωση καθώς και μια ποσοτική αποδυνάμωση της τάσης τους προς διεθνή οικονομική συνεργασία και ενοποίηση. Αλλά μια τέτοια απώλεια θάταν ασήμαντη, από ιστορική σκοπιά, αν η ξεχωριστή κρατική ύπαρξη αυτών των εθνών κατάφερνε να συμβάλει σε μια πολιτική αλληλεγγύη, που δεν υπάρχει σήμερα, σε μια ποιοτική ενίσχυση της πολιτικής ενότητας των εργαζομένων σ’ αυτά τα έθνη.

Το κριτήριο πρέπει πάντα να είναι: ποια πολιτική ενισχύει την πολιτική ενότητα της διεθνούς εργατικής τάξης; Μ’ αυτό το κριτήριο πρέπει να δούμε τις εξελίξεις στη Βαλτική και ανάλογα να καθορίσουμε τη στάση μας. Αλλιώς θα πρέπει να επικροτήσουμε τη μόνη εναλλακτική λύση -της συνέχειας της σταλινικής πρακτικής- της σιδερένιας γροθιάς και των τανκς. Αυτή η πολιτική εφαρμόστηκε στο παρελθόν στην εισβολή στην Τσεχοσλοβακία το ’68, στην πολιτική των Κινέζων στο Θιβέτ στη δεκαετία του ’50, στο σύμφωνο Ναζί-Σοβιετικών στη Βαλτική (το 1940). Τις συνέπειες αυτής της πολιτικής είναι που πληρώνουμε σήμερα.

Για τους σοσιαλιστές, ούτε η διατήρηση των πολυεθνικών κρατών ούτε η υποστήριξη της εθνικής ανεξαρτησίας και η ενίσχυση των εθνικών κρατών αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο του προγράμματός τους. Ούτε βέβαια δηλώνουν αγνωστικιστές. Με βάση το παραπάνω κριτήριο δώσανε πολλαπλές μάχες άλλοτε για εθνική και κρατική ενοποίηση άλλοτε για την αυτονόμηση και την αποσκίρτηση.

Εχουμε και ένα ιστορικό παράδειγμα όπου οι μαρξιστές αγωνίστηκαν να αλλάξουν τα κρατικά σύνορα της ίδιας της ΕΣΣΔ -στην Ουκρανία στα τέλη της δεκαετίας του ’30. Την εποχή εκείνη η Ουκρανία ήταν διαιρεμένη και το εθνικό ζήτημα έπαιρνε τη μορφή ενός αγώνα για εθνική ένωση:

«Για τους Ουκρανούς σοσιαλιστές, βέβαια, ο στόχος είναι μια ενιαία σοσιαλιστική Ουκρανία. Αλλά ήταν καθαρά θέμα τακτικής το αν μια τέτοια ενιαία σοσιαλιστική Ουκρανία θάπρεπε να ενσωματωθεί ή όχι στην ΕΣΣΔ. Και στη δεκαετία του 1930, με το δυτικό μέρος της χώρας υποφέροντας τρομακτική εθνική καταπίεση στα χέρια του πολωνικού κράτους, η ανατολική Ουκρανία αιμορραγούσε κάτω από τις βάρβαρες επιπτώσεις της βίαιης κολλεκτιβοποίησης, και πάνω απ’ όλα από τον τρομερό λιμό. Οι εθνικές προσδοκίες του ουκρανικού λαού δεν μπορούσαν ούτε κατά φαντασία να εκπληρωθούν με μια προσπάθεια ενσωμάτωσης, εκείνη την εποχή, της δυτικής Ουκρανίας στην ΕΣΣΔ».(11)

Μόνο μέσα από την πάλη για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου ουκρανικού κράτους θα μπορούσαν οι μαρξιστές να προτείνουν ένα διέξοδο για την αυτοχειραφέτηση των Ουκρανών εργατών και αγροτών. Την «προσχώρηση» στην ΕΣΣΔ την απέκλειε η ίδια η θέληση του ουκρανικού λαού. Ο Τρότσκι έβλεπε στην εκτόπιση του ΚΚ της Δ. Ουκρανίας από μικροαστικά εθνικιστικά ρεύματα στη δεκαετία του 1930 την ένδειξη ότι οι μάζες της Δ. Ουκρανίας απέρριπταν απερίφραστα την ενσωμάτωση στην ΕΣΣΔ.

Σοσιαλισμός, εθνικισμός και δημοκρατία

Οι επαναστάτες μαρξιστές δεν είναι εθνικιστές, βέβαια, ούτε το θεωρούν αναγκαίο ή και επιθυμητό το κάθε έθνος στον κόσμο να έχει δικό του ανεξάρτητο κράτος. Το αντίθετο μάλιστα. Γιατί από μια οικονομική, αλλά και κοινωνική, οικολογική και πολιτιστική σκοπιά το ανεξάρτητο εθνικό κράτος αποτελεί φρένο στην ιστορική εξέλιξη.

Δεν παραγνωρίζουν ωστόσο ότι η εθνική ταυτότητα  παραμένει μια ισχυρή δύναμη στη φαντασία των λαών, ιδιαίτερα όσων καταπιέζονται. Είτε μας αρέσει είτε όχι η συντριπτική πλειοψηφία των λαών στη σημερινή φάση της παγκόσμιας ιστορίας επιμένει να βλέπει την ιστορία του με όρους εθνικής ταυτότητας και εθνικών φορέων.

Η εθνότητα όμως δεν είναι μόνο ένα πολιτιστικό φαινόμενο με γνωρίσματα γλωσσικά, καλλιτεχνικά και εθιμοτυπικά όπως θεωρούσαν οι αυστρομαρξιστές. Αλλά και ένα κίνημα για πολιτική ταυτότητα. Είναι αδύνατο να υπάρξει σοσιαλισμός και λαϊκή δημοκρατία αν η «φαντασίες» των λαών δεν μπορούν να εκφραστούν ελεύθερα και να ορίσουν την πολιτική ζωή του τόπου τους. Αν ο «σοσιαλισμός» καταστείλει αυτή τη διάσταση της δημοκρατικής επανάστασης θα αποτύχει στον ιστορικό του σκοπό.

Και χρησιμοποιώ τον όρο δημοκρατική επανάσταση συνειδητά γιατί η ολοκλήρωσή της είναι ακριβώς αυτό που παίζεται στη Σοβιετική Ενωση σήμερα και εκφράζεται και μέσα από τα εθνικά κινήματα. Για να υπάρξει μια σοσιαλιστική αναγέννηση στην ΕΣΣΔ, και στον κόσμο ολόκληρο, αυτή η μεγάλη δημοκρατική μάχη πρέπει να δοθεί. Και μόνο αναλαμβάνοντας τα ινία αυτού του δημοκρατικού αγώνα, μη αφήνοντάς τα στα χέρια της αντισοσιαλιστικής (και «μισο-φασιστικής») δεξιάς, θα καταφέρει ο σοσιαλισμός να ξαναμπεί στα οράματα και τα λάβαρα της μεγάλης πλειοψηφίας των σοβιετικών λαών.

Τα εθνικά κινήματα δεν αποτελούν παράκαμψη από το δρόμο του εκδημοκρατισμού αλλά αναπόσπαστο μέρος του δημοκρατικού αγώνα. Η δημοκρατία αφορά την αυτοδιάθεση της μάζας του λαού,  το δικαίωμά του να διεκδικήσει την εθνική του ταυτότητα, να αποφασίσει για κάθε πτυχή των κρατικών ρυθμίσεων, το αν θέλουν ή όχι δικό τους ξεχωριστό κράτος. Η υπεράσπιση του δικαιώματος στην εθνική αυτοδιάθεση, και του δικαιώμτος των εθνικών κινημάτων να εκφραστούν με απόλυτη δημοκρατική ελευθερία, δεν είναι μια θέση εθνικιστική, μια θέση που αναγκαστικά οδηγεί στην απόσχιση.

Οι σοσιαλιστές στις Βαλτικές Δημοκρατίες θα πρέπει ασφαλώς να καταπολεμήσουν την εθνικιστική ιδεολογία και τα πολιτικά προγράμματα αυτών που επιδιώκουν την παλινόρθωση του καπιταλισμού ή που θέλουν να συμμαχήσουν με το ΝΑΤΟ -αλλά κι αυτών με σωβινιστικές αντι-ρωσικές θέσεις που αντιμετωπίζουν τους ρώσους σαν βάρβαρους και εθνικά κατώτερους. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει παίρνοντας το μέρος της bandokratias(12) και της καταστολής. Χρειάζεται η αντιπαράθεση ενός άλλου προγράμματος -της πολιτικής επανάστασης και  της εθνικής αυτοδιάθεσης. Ενα πρόγραμμα που να οριοθετείται από τον σταλινισμό και τον εθνικισμό διεκδικώντας: i) το δικαίωμα εθνικής κυριαρχίας στις μη-ρωσικές δημοκρατίες, ii) πλήρη πολιτικά δικαιώματα σ’ όλους τους λαούς της ΕΣΣΔ, iii) ένα τέρμα στα προνόμια και το μονοπώλιο πολιτικής εξουσίας της γραφειοκρατίας.

Στη βάση ενός τέτοιου προγράμματος στηριζόμενου στη συμμαχία της ρωσικής αριστεράς με τη μη-ρωσική αριστερά σ’ όλη την ΕΣΣΔ θα μπορούσε να διεξαχθεί μια καμπάνια για μια νέα ενότητα,  μια νέα Σοβιετική Ενωση. Θα είμαστε υπέρ της προώθησης μιας τέτοιας προοπτικής. Θα είμαστε αντίθετοι σε μια ανεξαρτοποίηση στη βάση ενός άγνωστου ή αντιδραστικού προγράμματος. Οπως, με μια αντίστροφη λογική, είμασταν αντίθετοι με την ενοποίηση της Γερμανίας υπό τους όρους που έγινε, αλλά υπέρ μιας ενιαίας σοσιαλιστικής και δημοκρατικής Γερμανίας. Ασφαλώς θα πρέπει να σεβαστούμε τη δημοκρατικά εκφρασμένη θέληση των λαών της Βαλτικής, όποια και νάναι, και είτε μέσα είτε έξω από την ΕΣΣΔ θα συνεχίζουμε να παλεύουμε για τη δική μας αυθεντικά ενωτική και διεθνιστική προοπτική. Ομως όλες αυτές οι προσπάθειες θα πάνε στο βρόντο αν δεν τοποθετούνται απερίφραστα στα πλαίσια υπεράσπισης των δημοκρατικών δικαιωμάτων των εθνικών κινημάτων. Αυτό είναι σήμερα το καθήκον υπεράνω όλων ακριβώς γιατί η δημοκρατική ελπίδα που γέννησε η Οκτωβριανή Επανάσταση καταπνίγησε στην ΕΣΣΔ του Στάλιν και του σταλινισμού. ‘Οσοι δεν μπορούν να συλλάβουν αυτή την αλήθεια δεν έχουν αφομοιώσει την εγκληματική εμπειρία του σταλινισμού.

Σταύρος ΟΡΦΑΝΟΓΙΑΝΝΗΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Anderson B. – Imagined Communities, Λονδίνο, Verso 1985, σελ. 15.

2. Slavoj Zizek – Eastern Europe’ s Republics of Gilead, New Left Review No 183, σελ. 53.

3. Jeremy Lester. The Baltic Challeng. Labour Focus on Eastern Europe. No 2 1989, σελ. 14.

4. Otto Latsis. Farewell to the Communist Party in Latvia. New Left Review, Νο 182, Ιούλης/Αύγουστος 1990, σελ. 158.

5. Το ίδιο.

6. Τα στοιχεία αυτά από το άρθρο του Jeremy Lester.

7. International Viewpoint, Νο 198. Τη δήλωση υπέγραψαν ανάμεσα σ’ άλλους και ο αρχηγός του Γενικού Σοβιετικού Επιτελείου, ο Michail Moiseev γραμματεας του κόμματος στο Λένινγκραντ, και ο Aleksei II, πατριάρχης «πασών των Ρωσιών».

8. Βλέπε Σπάρτακος Νο 29, σελ. 32 (Μάρτης/Απρίλης 1991).

9. Το ίδιο.

10. Το ίδιο, σελ. 31.

11. Oliver MacDonald. Stalinism, The National Question and Separatism in the USSR. Labour Focus on Eastern Europe. No 2, 1989. ‘Εχω υιοθετήσει πολλά από τα επιχειρήματα που αναπτύσσει στο άρθρο αυτό ο Oliver MacDonald.

12. Bandokratia – τα τμήματα της γραφειοκρατίας που συνεργάζονται με τη «μαφία».


Σπάρτακος 30, Ιούνιος-Αύγουστος 1991

Σπάρτακος αρχείο


https://wp.me/p6Uul6-tJ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s