ΝΑΡ: Μια δειλή και αντιφατική προσέγγιση της επανάστασης

Σπάρτακος 29, Μάρτης 1991

Η Β’ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΝΑΡ

Μια δειλή και αντιφατική προσέγγιση της επανάστασης

Του Στέλιου ΝΙΚΟΛΑΙΔΗ

Κριτικάροντας μερικές από τις απόψεις που διατυπώνονται από τη Συντονιστική Επιτροπή του ΝΑΡ στην εισήγησή της προς η Β’ πανελλαδική συνδιάσκεψη του ρεύματος, ελπίζουμε ότι θα συμβάλουμε στο ξεκαθάρισμα ορισμένων θέσεων που, κατά τη γνώμη μας, αποτελεί προϋπόθεση για μια σύγκλιση των δυνάμεων της επαναστατικής Αριστεράς.

Είναι γνωστή η βούληση του ΝΑΡ να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στις επερχόμενες πολιτικές εξελίξεις. Μα για να γίνει κάτι τέτοιο σε μια περίοδο βαθύτατης κρίσης προσανατολισμού του εργατικού κινήματος δεν αρκούν οι βαρύγδουπες διακηρύξεις ούτε και ο ξέφρενος ακτιβισμός. Επιβάλλεται, τουλάχιστον στους συνειδητούς αγωνιστές, η μελέτη της συγκυρίας. Μόνο αυτή μπορεί να τους εγγυηθεί ότι θα επιβάλουν το δικό τους προσανατολισμό όταν ξεκινήσει η νέα ριζοσπαστικοποίηση των μαζών. Μια ριζοσπαστικοποίηση που αναμένεται όχι μόνο επειδή αρνούμαστε αξιωματικά τον γελοίο Fukuyama και το τέλος της ιστορίας του, αλλά γιατί έχει -κατά κάποιο τρόπο- προαναγγελθεί από την πρόσφατη εντυπωσιακή πολιτική κινητοποίηση της μαθητικής, σπουδαστικής και φοιτητικής νεολαίας.

Η μελέτη όμως της συγκυρίας προϋποθέτει ότι ο μελετητής έχει τη θέληση να καταρρίψει τους μύθους, να ανατρέψει τις προλήψεις, να ξεπεράσει την «κοινή λογική», να χαράξει ένα νέο δρόμο. Κάτι που είναι δύσκολο, δεδομένου ότι η σταλινική ακαμψία έχει σημαδέψει όλες τις πτυχές (πολιτικές, οικονομικές, ιδεολογικές) της πολιτικής σκέψης, μ’ έναν τρόπο που μπορεί να χαρακτηριστεί σαν συνέχεια της ασυνέχειας. Ασυνέχειας που δημιουργήθηκε σε μια κρίσιμη καμπή κατά την πρώτη δεκαετία του νεαρού σοβιετικού κράτους αλλά που διατήρησε έκτοτε μιαν αξιοθαύμαστη συνέχεια τόσο στη συστηματική απονέκρωση του μαρξισμού, όσο και στην ασταμάτητη παραχάραξη (αδιάφορο αν αυτή ήταν χονδροειδής ή εκλεπτυσμένη) της Ιστορίας. Φτιάχτηκε ένας «μαρξισμός» που κατόρθωνε να δικαιολογήσει το πέρασμα από τη ΝΕΠ στη βίαια κολλεκτιβοποίηση της γεωργίας, από το σοσιαλισμό σε μια μόνη χώρα σε κείνη την περίεργη εκδοχή του προλεταριακού διεθνισμού που εφαρμόστηκε στην Ουγγαρία του ’56, στην Τσεχοσλοβακία του ’68…, από τη σταλινική (και μετασταλινική!) εκδοχή του οικονομικού σχεδιασμού στις σύγχρονες παραλλαγές του σταλινισμού της αγοράς, από την προλεταριακή επιστήμη στην ενθουσιώδη άκριτη αποδοχή της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης. Ομοια φτιάχτηκε και μια «Ιστορία» που φρόντιζε επιμελημένα να διαστρεβλώνει την πραγματικότητα. Από τον εισαγγελέα των δικών της Μόσχας Βισίνσκι μέχρι τον καθηγητή της Ιστορίας Βολκογκόνωφ, από το Σύμφωνο Χίτλερ-Στάλιν μέχρι την έναρξη της επίθεσης του Τρίτου Ράιχ στη Σοβ. Ενωση, από τον ψυχρό πόλεμο μέχρι την ειρηνική συνύπαρξη οι επίσημοι κομματικοί διανοούμενοι εξανάγκασαν την ιστορία να υποτάσσεται στα κελεύσματα της καμαρίλας του Κρεμλίνου.

Αφήνοντας κατά μέρος τις υποκειμενικές δικαιολογίες (αντικειμενική δικαιολογία γι’ αυτή τη «συνωμοσία της σιωπής» δεν υπάρχει καμιά!) που κινούνται σε μια κατεύθυνση εντεινόμενης παραίτησης του ατόμου από το κοινωνικό γίγνεσθαι, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι αυτές οι εκτελέσεις των παραγγελιών της ηγεσίας οδηγούν σε έναν ιδιότυπο, χαρακτηριστικό τρόπο διατύπωσης ο οποίος συσκοτίζει τόσο πολύ την ουσία του που συχνά μπερδεύει και τους ίδιους τους επινοητές του. Δεν θα ασχοληθούμε με τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιούν οι συγγραφείς του ντοκουμέντου αλλά θα σημειώσουμε ότι επιχειρείται μια προσπάθεια να αφαιρεθεί από τον αναγνώστη η δυνατότητα κατανόησης του κειμένου με εργαλεία την ολοκληρωτικά ανιεράρχητη δομή αφενός, την αναδρομή σε ψυχολογικούς συνειρμούς που να τον οδηγούν σε αντίθετο συμπέρασμα απ’ αυτό που βγαίνει μέσα απ’ το κείμενο αφετέρου.

Δεδομένου ότι δεν πρόκειται για πρόβλημα διατύπωσης αλλά για πρόβλημα πολιτικής ανάλυσης, θα αποδείξουμε ότι οι συγγραφείς του ντοκουμέντου δεν έκαναν σοβαρή προσπάθεια να ξεφύγουν από το παρελθόν τους. Εκαναν μόνο ένα αδέξιο λεκτικό «χτένισμα» των παλιών τους απόψεων αφήνοντας ανέπαφο τον λογικό πυρήνα. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στην αντίληψή τους για το Κράτος και στη σκόπιμη συσκότιση του χαρακτήρα της διεθνούς οικονομίας, δηλαδή στα δυο σημαντικότερα συστατικά κάθε επίδοξης επαναστατικής ανάλυσης.

Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ

Ενα από τα ουσιωδέστερα ζητήματα της επαναστατικής θεωρίας είναι η αντίληψη για το κράτος. Αστικό κράτος από τη μια πλευρά το οποίο πρέπει να τσακιστεί από τη νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση, αναδυόμενο προλεταριακό κράτος από την άλλη το οποίο οφείλει να μαραίνεται διαρκώς μέχρι να εξαφανιστεί πλήρως στην κομμουνιστική κοινωνία.

Η διπλή αυτή κατανόηση του κράτους αποτελεί sine qua non προϋπόθεση για την υλοποίηση μιας επαναστατικής πολιτικής. Ενώ η τοποθέτηση που σταματάει στην αναγκαιότητα τσακίσματος του αστικού κράτους είναι ελλιπής αφου: α) δεν αναφέρεται καθόλου στο αναδυόμενο προλεταριακό κράτος, β) δεν απαντάει στο ερώτημα: μετά την κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο η ταξική πάλη εντείνεται, οπότε το κράτος οφείλει να δυναμώνει (σύμφωνα με τον Στάλιν) ή αμβλύνεται οπότε το κράτος οφείλει να μαραίνεται (σύμφωνα με όλους τους κλασικούς); γ) δεν εξετάζει τις υλικές προϋποθέσεις της επιβίωσης ενός προλεταριακού κράτους.

Δεν σκοπεύουμε να επιχειρήσουμε μιαν εξονυχιστική θεωρητική ανάλυση αυ τών των τριών ερωτημάτων. Προτιμάμε να δείξουμε ότι τα ερωτήματα αυτά όχι μόνον είχαν εντοπιστεί από την «παλιά φρουρά» των Μπολσεβίκων, μα και είχαν αναλυθεί πολύ βαθύτερα απ’ όσο αναλύονται στο επίμαχο ντοκουμέντο. Εβδομήντα χρόνια νωρίτερα το αποτέλεσμα ήταν καλύτερο. Αν προσθέσουμε στις αναλύσεις των πρωτοπόρων όλη τη μετέπειτα θεωρητική συζήτηση είναι νομίζουμε φανερό ότι η άγνοια δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν άλλοθι για τους συγγραφείς του ντοκουμένου.

Μια συνοπτική ιστορία της συζήτησης σχετικά με το γραφειοκρατικό εκφυλισμό του νεαρού σοβιετικού κράτους

Στο 4ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς ο Λένιν δεν τόνιζε μόνο το σταμάτημα των αγροτικών κινητοποιήσεων, τη μικρή ανάκαμψη της ελαφριάς βιομηχανίας, την έστω και υποτυπώδη βελτίωση των συνθηκών ζωής των εργαζομένων δείχνοντας πόσο σημαντικό θεωρούσε το να επανέλθει η ησυχία και η ηρεμία στη χώρα. Περιέγραφε και τη γενική κατάσταση αυτής της τάξης που είχε αντιμετωπίσει μόνη της μια πρωτόγνωρη επίθεση του παγκόσμιου καπιταλισμού. «Η τάξη αυτή καταλάβαινε ότι παίρνει την εξουσία μόνη της σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες και την άσκησε με τον τρόπο που ασκείται κάθε δικτατορία, δηλαδή άσκησε την πολιτική της κυριαρχία με τη μεγαλύτερη σταθερότητα και τη μεγαλύτερη αδιαλλαξία. Και μάλιστα δοκίμασε μέσα σ’ αυτά τα τριάμιση χρόνια της πολιτικής της κυριαρχίας τέτοιες συμφορές, τέτοιες στερήσεις, τέτοια πείνα, τέτοια χειροτέρευση της οικονομικής της κατάστασης όσο ποτέ καμιά άλλη τάξη στην ιστορία. Και είναι ευνόητο ύστερα από μια τέτοια υπεράνθρωπη ένταση να έχουμε σήμερα ιδιαίτερη κούραση και εξάντληση, ιδιαίτερο σπάσιμο των νεύρων αυτής της τάξης.» (Τόμος 43, σελ. 132-133 της ελληνικής έκδοσης των Απάντων).

Πρόσθετε ότι το κράτος αν και βρισκόταν στα χέρια του κόμματος δεν πήγαινε προς την κατεύθυνση που ο ίδιος ήθελε. Ο αρχηγός μιας ομάδας αστών εξόριστων -της ΣΜΕΝΑ ΒΕΧ- Ουστριάλωφ, θεωρούσε τη ΝΕΠ σαν «εκφυλισμό» ο οποίος δεν μπορούσε να μην οδηγήσει προς τον καπιταλισμό. Ο Λένιν δεν έκλεινε τα μάτια απέναντι στους ταξικούς εχθρούς. Αντίθετα, τους έπαιρνε σοβαρά υπόψη του: «Αυτοί οι ειλικρινείς εχθροί μας είναι ωφέλιμοι, πρέπει να το πούμε ανοιχτά. Τα πράγματα που λέει ο Ουστριάλωφ είναι δυνατόν να γίνουν. Η Ιστορία ξέρει λογής-λογής αλλαγές. Το να βασίζεσαι στην πεποίθηση στην αφοσίωση και στα άλλα υπέροχα ψυχικά προσόντα, δεν είναι καθόλου σοβαρό πράγμα στην πολιτική. Υπέροχα ψυχικά προσόντα έχει ένας μικρός αριθμός ανθρώπων, την έκβαση όμως των γεγονότων ιστορικά την κρίνουν οι γιγάντιες μάζες, που αν ο μικρός αυτός αριθμός ανθρώπων δεν τους ταιριάζει, φέρονται κάποτε σ’ αυτόν το μικρό αριθμό ανθρώπων όχι και πολύ ευγενικά.» (Τόμος 45, σελ. 94, της ελληνικής έκδοσης των Απάντων).

Λίγο αργότερα (τον Αύγουστο του 1928, ο Κριστιάν Ρακόφσκι, εξόριστος στο Αστραχάν, έγραφε σε έναν σύντροφό του, τον Βαλεντίνωφ, ένα γράμμα με τίτλο: «Οι επαγγελματικοί κίνδυνοι της εξουσίας». Στο γράμμα αυτό που θεωρείται ό,τι καλύτερο υπάρχει σαν κριτική της γραφειοκρατίας, διαβάζουμε ανάμεσα στα άλλα: «Δεν θα σταματήσω εδώ στη διαφοροποίηση που η εξουσία προκάλεσε μέσα στο προλεταριάτο και που τη χαρακτήρισα πιο πάνω «λειτουργική». Η λειτουργία έχει τροποποιήσει το ίδιο το όργανο, δηλαδή η ψυχολογία αυτών που είναι επιφορτισμένοι με τις κάθε λογής διευθυντικές εργασίες στις κυβερνητικές υπηρεσίες και στην οικονομία του κράτους, έχει αλλάξει σε τέτοιο σημείο, ώστε όχι μόνο αντικειμενικά αλλά ακόμη και υποκειμενικά, όχι μόνο υλικά αλλά ακόμη και ηθικά, έχουν πάψει να αποτελούν μέρος αυτής της ίδιας της εργατικής τάξης. Ετσι, π.χ., ένας διευθυντής εργοστασίου, ενεργώντας σαν «σατράπης», παρά το ότι είναι κομμουνιστής, παρά την προλεταριακή του προέλευση, παρά το ότι μέχρι πριν λίγα χρόνια δούλευε στο εργοστάσιο, δεν θα ενσαρκώσει στα μάτια των εργατών τα καλύτερα χαρακτηριστικά του προλεταριάτου.»

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι ανάμεσα στον Λένιν (1922) και τον Ρακόφσκι (1928) είχαν περάσει αρκετά χρόνια ώστε το φαινόμενο τη γραφειοκρατικοποίησης να έχει εκδηλωθεί καθαρά, να μην δρα υπόγεια και κρυφά. Εντούτοις και οι δύο επαναστάτες δείχνουν την ίδια κριτική ωριμότητα αποφεύγοντας να διώχνουν τη σκέψη τους από τα δυσάρεστα προβλήματα. Ο λόγος τους καθαρός και σαφής περιγράφει και αναλύει. Δεν χρησιμοποιεί κούφια λεκτικά σχήματα, δεν ανατρέχει στη σαχλή συναισθηματική φόρτιση του παρελθόντος, δεν δραστηριοποιεί ψυχολογικούς συνειρμούς για να παραπλανήσει τον αναγνώστη. Αρκείται να καταγράφει την πραγματικότητα. Τι άλλο μπορούσε να κάνει άλλωστε;

Η τοποθέτηση του ντοκουμέντου στο ζήτημα της κατάρρευσης των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού

1. Το ντοκουμέντο παρατηρεί πολύ σωστά ότι η καθυστέρηση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων ήταν μια από τις αιτίες αυτής της τραγωδίας. (Σελ. 23). Μα συνεχίζει: «Η επικράτηση του οικονομισμού εμπόδισε την κατανόηση της βασικής μαρξιστικής αρχής ότι η μετατροπή των παραγωγικών σχέσεων σε σοσιαλιστικές, η κυριαρχία των σοσιαλιστικών σχέσεων δεν εξαρτάται από την απλή κρατικοποίηση (όσο κι αν αυτή αποτελεί το πρώτο αναγκαίο βήμα), δεν εξαρτάται από την κεντρική σχεδιοποίηση στη μορφή, δεν εξαρτάται από τους ποσοτικούς ή νομικούς όρους ιδιοκτησίας. Αλλά εξαρτάται από την ποιοτική αλλαγή στις πραγματικές παραγωγικές, κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις των ανθρώπων. Από την πραγματική κυριαρχία τους στις συνθήκες της ύπαρξής τους, από την εργασία τους για λόγους κάλυψης κοινωνικών αναγκών και όχι κυρίως ατομικής επιβίωσης ή το κέρδος.» (Οι υπογραμμίσεις δικές μας). Βγάζοντας την άχρηστη σάλτσα απ’ αυτήν την πρόταση, καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για ταυτολογία: Η μετατροπή των παραγωγικών σχέσεων σε σοσιαλιστικές εξαρτάται από την ποιοτική αλλαγή στις πραγματικές παραγωγικές σχέσεις. Επεκτείνοντας αυτή τη «λογική» καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η ήττα είναι υπεύθυνη για την ήττα, ο εκφυλισμός για τον εκφυλισμό, κλπ. Ενα τέτοιο όμως συμπέρασμα μπορεί να ικανοποιήσει μόνο όσους θέλουν να ΚΡΥΨΟΥΝ την ευθύνη της γραφειοκρατίας, διότι ανάγοντας τα αίτια της κατάρρευσης σε νομοτέλειες αρνείται το ρόλο της συγκεκριμένης ηγεσίας, η οποία είχε εγκαταλείψει κάθε επαναστατική ευαισθησία προκειμένου να διατηρήσει τα προνόμιά της.

Γι’ αυτό θεωρεί ότι η αδυναμία επικράτησης της επανάστασης σε μια ευρύτερη διεθνή βάση  είναι μια επιπλέον αιτία αυτής της κατάρρευσης. Σωστότερο θα ήταν να λέμε ότι η επανάσταση δεν επικράτησε σε μια ευρύτερη διεθνή βάση διότι η Κομμουνιστική Διεθνής και το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (KPD) ολιγώρησαν το 1923 και υποχώρησαν χωρίς να δώσουν τη μάχη, διότι η σταλινική ηγεσία είναι η κύρια υπεύθυνη για την ήττα της ισπανικής επανάστασης, διότι η ηγεσία αυτή φέρνει στο ακέραιο την ευθύνη για την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Ετσι δεν θα εμφανίζαμε την επανάσταση σαν γεγονός ανεξάρτητο από τη βούληση των ανθρώπων, των πολιτικών κομμάτων, των ηγεσιών, όπως κάνει το ντοκουμέντο.

2. Οι συγγραφείς φροντίζουν να κρατήσουν τις αποστάσεις τους από το ΚΚΕ διαπιστώνοντας: «Και το ΚΚΕ επιχειρεί την υπέρβαση αυτού του μοντέλου οικοδόμησης του σοσιαλισμού αλλά από τη σκοπιά του καπιταλισμού, της ταξικής συμφιλίωσης και της σύγκλισης στο πρόγραμμα της Σοσιαλδημοκρατίας» (Σελ. 22). Πρέπει να σημειώσουμε ότι το ΚΚΕ δεν εγκαινίασε την πολιτική της ταξικής συμφιλίωσης μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού αλλά τουλάχιστον 50 χρόνια πριν απ’ αυτή. Μόνον που οι συγγραφείς του ντοκουμένου βρίσκονταν τότε μέσα σε κείνο το ΚΚΕ δίνοντας τη μάχη ενάντια στην επαναστατική Αριστερά με όπλο τη λογική των γρονθοκοπημάτων, της κατασυκοφάντησης κλπ. Επομένως, μια κριτική στάση απέναντι στο παρελθόν θα τους υποχρέωνε να κρίνουν και τη δική τους πολιτική πρακτική. Φαίνεται όμως ότι μόνον για τέτοια αυτοκριτική δεν έχουν διάθεση. Ισχυρίζονται πως:»Δεν έφταιξε η Λαοκρατία της Κατοχής για την ήττα. Αλλά το ότι δεν είχε ξεκαθαρίσει πως το περιεχόμενό της ήταν σοσιαλιστικό και όχι αστικοδημοκρατικό. Ετσι η πάλη που πρωτοπόρα διεξήγαγε το ΚΚΕ δεν είχε ζωντανή σύνδεση με το στρατηγικό στόχο. Από την άλλη μεριά, δυνάμεις που είχαν δώσει απάντηση και είχαν προσδιορίσει το σοσιαλιστικό περιεχόμενο και το χαρακτήρα της επανάστασης δεν πήραν μέρος στην πάλη δεν συνδέθηκαν με το ζωντανό κίνημα, ακύρωσαν κάθε θετική θεωρητιή σύλληψη» (σελ. 20) (η υπογράμμιση δική μας). Ούτε λόγος για το ρόλο του ΚΚΕ απέναντι στους επαναστάτες εκείνης της εποχής, ούτε λόγος για την ΟΠΛΑ, ούτε λόγος για τα εγκλήματα της σταλινικής ηγεσίας. Για όλα φταίγανε οι δυνάμεις (δεν έχουν όνομα σύντροφοι;) που δεν συνδέθηκαν με το ζωντανό (sic) κίνημα. Οσοι συνδέθηκαν (Βερούχης και δεκάδες άλλοι) τι τύχη είχαν; Αν δεν τρέμετε μπροστά στην εκδίκηση της ιστορίας γιατί δεν λέτε τα πράγματα με το όνομά τους;

Η τοποθέτηση του ντοκουμέντου σχετικά με τη διπλή κατανόηση του κράτους

1. Αποκαλύπτει μια πρώτη σύγχυση γύρω από την ιστορία της σταλινικής καινοτομίας αλλά και μια δεύτερη σύγχυση σχετική με την αναγκαιότητα ανατροπής του αστικού κράτους. Ο ίδιος ο Λένιν και ο Μαρξ είχαν αιτιολογήσει πολύ παλιότερα την άποψη ότι το αστικό κράτος πρέπει να τσακιστεί. Ωστόσο το ντοκουμέντο ισχυρίζεται: «Από την άλλη μεριά η ύπαρξη των νέων σχέσεων των μονοπωλίων, η λειτουργία νέων εθνικών και υπερεθνικών οργανισμών, ο ρόλος των ιδεολογικών μηχανισμών και η κυριαρχία τους στη συνείδηση των μαζών δείχνει ότι δεν μπορείς να κάνεις αναδιοργάνωση των κοινωνικών σχέσεων του παλιού αστικού κράτους και των θεσμών του. Απαιτείται τσάκισμά τους» (σελ. 19). Χωρίς να δικαιολογήσουν πουθενά την εκτίμηση ότι πρόκειται πράγματι για νέα φαινόμενα σπεύδουν να τους αποδώσουν την αναγκαιότητα τσακίσματος του αστικού κράτους. Δηλαδή να απαλλάξουν τη σταλινική παραχάραξη (στις ευρωκομμουνιστικές της εκδοχές) από την ευθύνη για τη θεωρία της άλωσης του κράτους από τα μέσα. Τότε δεν υπήρχαν αυτά τα νέα φαινόμενα, άρα ίσως και να μην επιβαλλόταν το τσάκισμα του αστικού κράτους! Αυτή η παράγραφος είναι χαρακτηριστική της κινητοποίησης των ψυχολογικών συνειρμών. Ο αναγνώστης μπορεί να βγάλει όποιο συμπέρασμα θέλει ανάλογα με τις δικές του απόψεις. Διορατικότητα (αντιλαμβάνονται τα νέα φαινόμενα) ή σκόπιμη διαστρέβλωση της θεωρίας (για να δημιουργηθεί σύγχυση σχετικά με τις ευθύνες της σταλινικής ηγεσίας στην επεξεργασία της πολιτικής του παρελθόντος); Καθένας μπορεί να διαλέξει ότι επιθυμεί!!

Στον ίδιο τόνο γράφουν: «Η λενινιστική αντίληψη του τσακίσματος του κράτους χρησιμοποιήθηκε από τα γραφειοκρατικά καθεστώτα όχι για να μετασχηματιστούν οι δημοκρατικές ελευθερίες σε ανώτερο επίπεδο με νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά, με την εργατική τάξη συνειδητό συμμέτοχο και ουσιαστικό πρωτοπόρο στη διεύθυνση του κράτους αλλά για το αντίθετο, για να πνιγούν οι δημοκρατικές ελευθερίες» (Σελ. 19). Θα ήταν πιο τίμιο να πουν ότι η λενινιστική αντίληψη του κράτους παραποιήθηκε, διαστρεβλώθηκε, καταδιώχθηκε, υποκαταστάθηκε αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε σε καμιά περίπτωση. Ο Λένιν χρησιμοποιεί τις εκφράσεις «τσάκισμα» και «μαρασμός» όταν αναφέρεται στο αστικό κράτος και στο αναδυόμενο προλεταριακό κράτος αντίστοιχα. Σε καμιά περίπτωση δεν περιορίζεται πάντως στις δημοκρατικές ελευθερίες!

2. Γράφουν: «Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να εννοούμε, μιλώντας για εργατικό, το κράτος εκείνο που ήρθε σε αντίθεση με τις ιδέες του σοσιαλισμού» (Σελ. 19). Μ’ αυτή τη λογική μπορούμε θαυμάσια να πούμε ότι και το γαλλικό κράτος δεν είναι αστικό κράτος αφού οι αρχές της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης (Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη) έρχονται σε ολοφάνερη αντίθεση με τις αρχές της σημερινής 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας. Οι κλασικοί του μαρξισμού τόνιζαν ότι το χαρακτηριστικό στοιχείο ενός κράτους είναι ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής και όχι οι ιδέες. M’ αυτή την έννοια, αστικά κράτη είναι όσα στηρίζονται στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής ενώ εργατικά (ας είναι και εκφυλισμένα ή παραμορφωμένα) είναι όσα στηρίζονται σ’ έναν μετακαπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Είτε το θέλουν είτε όχι οι φωστήρες του ΝΑΡ οι ιδέες δεν μπορούν να στηρίξουν κράτη.

ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Η λεκτική αποδοχή και η ουσιαστική απόρριψη

Το τροτσκιστικό κίνημα αναφέρεται συχνά στο νόμο της ανισόμερης και συνδυασμένης ανάπτυξης, επιδιώκοντας να τονίσει το διπλό χαρακτήρα της ανάπτυξης (γεωγραφική ανισομέρεια – όχι αυτόματη αντιστοίχιση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και των νομικών μορφών κυριαρχίας του κεφαλαίου). Ο νόμος αυτός παρουσιάζει δύο βασικά πλεονεκτήματα: α) Εμπεριέχει το διεθνή χαρακτήρα της καπιταλιστικής οικονομίας, β) δεν κάνει το σφάλμα να θεωρεί τη νομική πλευρά της κυριαρχίας του κεφαλαίου, προϋπόθεση για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στα πλαίσια μιας «εθνικής» οικονομίας. Προφυλάσσει έτσι τους επαναστάτες από τον αγώνα για τον θεσμικό εκσυγχρονισμό του αστικού κράτους ο οποίος δεν έχει δώσει ποτέ στην ιστορία μια νίκη στην εργατική τάξη αλλά της έχει επιφυλάξει πάμπολλες ήττες.

Το ντοκουμέντο όμως αναφέρεται σ’ έναν νόμο της ανισόμετρης ανάπτυξης χωρίς να μας δώσει μια, ας είναι και συμπυκνωμένη, διατύπωσή του. Είναι πάντως φανερό ότι υπονοεί πως η ανάπτυξη δεν είναι παντού ίσου μέτρου. Αν αφήσουμε κατά μέρος το βασικό θεωρητικό πρόβλημα (ποιο είναι αυτό το μέτρο;) οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι ο νόμος αυτός δεν μπορεί να αποτελέσει άξονα για πολιτική παρέμβαση αφού περιορίζεται από μόνος του στη σφαίρα της Οικονομίας. Εντούτοις οι συγγραφείς του ντοκουμέντου τον εκβιάζουν να μας οδηγήσει σε κάποια πολιτικά συμπεράσματα. Πρόκειται,  μας λένε, και για ανισόμετρη ανάπτυξη της επαναστατικής συνείδησης (σελ. 21).

Φαντάζονται δηλαδή ένα επαναστατικό συνειδησιόμετρο που θα κατατάσσει τους λαούς σε αριθμητικές κατηγορίες με την ίδια αυθαιρεσία που κατέταξαν οι ίδιοι νωρίτερα τις αντίστοιχες οικονομίες σε μιαν απροσδιόριστη αναπτυξιοκλίμακα. Οφείλουν όμως να αναγνωρίσουν ότι δεν είναι σαφείς, σχετικά με το αν η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σημαίνει -κατ’ αυτούς- ανάπτυξη ή καθυστέρηση της επαναστατικής συνείδησης. Ωστόσο οι δύο αυτές πιθανές εκδοχές οδηγούν σε διαμετρικά αντίθετους πολιτικούς προσανατολισμούς έτσι που δεν είναι προς τιμήν των θεωρητικών μας αυτή η παράλειψη!

2. Λίγο πιο μπροστά το ντοκουμέντο γράφει: «Η ΕΟΚ, το Σύμφωνο του Ειρηνικού, οι γιγαντιαίες ολοκληρώσεις της εποχής μας είναι νέες μορφές μοιράσματος και ξαναμοιράσματος του κόσμου υπέρ των πιο ισχυρών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σε βάρος της εργατικής τάξης» (σελ. 12). Οσες χώρες δεν ανήκουν στις ισχυρές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είναι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, καπιταλιστικές χώρες. Αυτό σημαίνει ότι την εξουσία την ασκεί η εκάστοτε αστική τάξη και όχι βέβαια η εργατική τάξη. Κατά συνέπεια, σ’ ένα ξαναμοίρασμα του κόσμου μερικές αστικές τάξεις μπορεί να υποβαθμιστούν απέναντι σε κάποιες άλλες. Ωστόσο, μόνον ένας υποστηριχτής της εθνικής «του» αστικής τάξης μπορεί να αντιπαραθέτει απευθείας  την εργατική τάξη και τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αφού αυτή η αντιπαράθεση δεν απαντάει καθαρά στο ερώτημα: Οφείλουμε να υπερασπιστούμε την εθνική «μας» αστική τάξη απέναντι σε κάποια άλλη που την επιβουλεύεται;

3. Κάθε κριτική στο σταλινικό ή μετασταλινικό οικονομικό σχεδιασμό η οποία δεν καταδικάζει αμετάκλητα τον γραφειοκρατικό χαρακτήρα του -για τον οποίο δεν είναι αμέτοχη και η αντίληψη για το κράτος- είναι καταδικασμένη να περιορίζεται σε μια μαοϊζουσα φιλολογία σχετική με «το διαχωρισμό σε λειτουργίες διεύθυνσης και εκτέλεσης, τον τεηλορισμό-φορντισμό στην οργάνωση της εργασίας, στην αποξένωση της εργασίας…» (σελ. 23).

Στέλιος ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ

20 Μάρτη 1991


Σπάρτακος 29, Μάρτης 1991

Αρχείο Σπάρτακου


https://wp.me/p6Uul6-t1

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s