Κατάρρευση του σταλινισμού και σοσιαλισμός

Σπάρτακος 29, Μάρτης 1991

ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ  ΤΩΝ «ΟΙΚΟΝΟΜΙΩΝ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗΣ»

του Jan Malewski

Το κείμενο που δημοσιεύουμε, συμβολή στη συζήτηση για την πορεία του (αν)ύπαρκτου σοσιαλισμού και τη σοσιαλιστική διέξοδο στην κρίση του, αποτελεί μια πιο ολοκληρωμένη παρουσίαση της εισήγησης που μας έκανε ο συγγραφέας στο διήμερο του Σπάρτακου στις 28 Ιανουαρίου. Ο συγγραφέας, Πολωνός δημοσιογράφος που ζει στη Γαλλία, συνεργάτης του περιοδικού Inprecor, έχει δημοσιεύσει τα περισσότερα γραπτά του με το ψευδώνυμο Cyril Smuga, εξαιτίας της καταστολής που ασκούσε το παλαιό πολωνικό καθεστώς.

Η κατάρρευση των οικονομιών που ονομάζονται καταχρηστικά «σοσιαλιστικές» δεν τίθεται σήμερα σε αμφισβήτηση από κανέναν. Είναι γενικά παραδεκτό ότι πρόκειται για μια διαρθρωτική και όχι συγκυριακή κρίση της οποίας η αιτία βρίσκεται κυρίως στην αύξηση της διαφοράς παραγωγικότητας της εργασίας ανάμεσα στις οικονομίες αυτές και στην οικονομία του αναπτυγμένου καπιταλισμού.

«Στην οικονομία του χρόνου εργασίας», έλεγε ο Μαρξ, «ανάγεται τελικά όλη η οικονομία». Η απόσταση που χωρίζει σήμερα την παραγωγικότητα της εργασίας στις οικονομίες σοβιετικού τύπου από αυτές των κύριων ιμπεριαλιστικών κέντρων δείχνει το ιστορικό αδιέξοδο στο οποίο οδηγήθηκε η πρώτη ιστορική εμπειρία μετακαπιταλιστικής ανάπτυξης με την έλευση της σταλινικής αντεπανάστασης.Η αποτυχία του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», οι απόπειρες καπιταλιστικής παλινόρθωσης τις οποίες βλέπουμε σήμερα δεν είναι παρά το -ετεροχρονισμένο- αποτέλεσμα της υποταγής του προλεταριάτου και της σοβιετικής αγροτιάς στη σταλινική γραφειοκρατία. Υποταγή που διευρύνθηκε μετά από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στις εργατικές και αγροτικές τάξεις των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης.

Η απόσταση αυτή επιδεινώθηκε μετά από την τεχνολογική επανάσταση που χαρακτήρισε τη γενίκευση των τεχνικών της πληροφορικής. ‘Ενα παράδειγμα είναι πιο εύγλωττο από μεγάλα λόγια: Ενώ το 1983 στα εργοστάσια Fiat στην Ιταλία παράγονταν κατά μέσον όρο 11,8 αυτοκίνητα ανά εργαζόμενο ετησίως, στο πολωνικό εργοστάσιο αυτοκινήτων στο Bielsko-Biala (που κατασκευάστηκε κατά τη δεκαετία του 1970 με τη χρήση μιας άδειας της Fiat) παράγονταν μόνο 7, ενώ στο εργοστάσιο αυτοκινήτων της Βαρσοβίας (που είχε εκσυγχρονιστεί κατά τη δεκαετία του 1960 χάρη επίσης σε μια άδεια της Fiat) ένας εργαζόμενος στατιστικά δεν παρήγε παρά μόνο 3,9 αυτοκίνητα! Από το 1983, η παραγωγικότητα της εργασίας αυξήθηκε κατά μέσον όρο κατά 5 με 7% ετησίως στην αυτοκινητοβιομηχανία των ιμπεριαλιστικών κέντρων. Στην Πολωνία μειώθηκε. Αυτό δεν είναι καθόλου το αποτέλεσμα μιας πιο μεγάλης εργατικότητας των μισθωτών στις ιμπεριαλιστικές επιχειρήσεις ούτε μιας τεμπελιάς των Πολωνών εργαζομένων -και γενικότερα των εργαζομένων στην ΕΣΣΔ και στις χώρες της Ανατολής. Αυτό οφείλεται στην τεχνολογική καθυστέρηση που συσσώρευσε η Ανατολή, καθώς η αντικατάσταση των χειροτεχνιών από τη σύγχρονη βιομηχανία πήγαζε από την τεχνολογική υπεροχή αυτής της τελευταίας.

Γιατί οι οικονομίες του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» (ανύπαρκτος θα ήταν πιο σωστός όρος!) χρεοκόπησαν στο κατώφλι της πιο πρόσφατης τεχνικής επανάστασης; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό απαιτεί να θυμίσουμε, έστω και σύντομα, τη λειτουργία τους.

Ι. ΟΙ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ|ΤΗΣ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΗΣ|ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ

Ι-1. Η αλλοτριωμένη ιδιοκτησία

Η κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας της βιομηχανίας και των τραπεζών δεν οδήγησε στην κοινωνικοποίηση της οικονομίας. ‘Ηδη ο Τρότσκι υπογράμμιζε το γεγονός ότι εάν «η ιδιωτική ιδιοκτησία, για να γίνει κοινωνική, πρέπει αναπόφευκτα να περάσει μέσα από την κρατικοποίηση, όπως και ο μεταξοσκώληκας για να γίνει πεταλούδα πρέπει να περάσει από τη χρυσαλίδα (…), μυριάδες χρυσαλίδες πεθαίνουν πριν να γίνουν πεταλούδες». Στην Ανατολή, η εργατική τάξη (και μαζί της και η πλειοψηφία της κοινωνίας) στερήθηκε της κύριας λειτουργίας της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής: Της ικανότητας να τα διαχειριστεί και να διαθέσει το κοινωνικό υπερπροϊόν που παράγει. Τη λειτουργία αυτή την ιδιοποιήθηκε ο κρατικό-οικονομικός μηχανισμός, που κυριαρχούσε την κοινωνία μέσα από καταναγκαστικά μη οικονομικά μέσα.

Το κοινωνικό στρώμα που προήλθε από το μηχανισμό αυτόν δεν κατάφερε ωστόσο να γίνει ένας πραγματικός ιδιοκτήτης των παραγωγικών μέσων -η ικανότητά του να τα διαθέτει παρέμεινε περιορισμένη. Τα διέθετε στο όνομα του «εργαζόμενου λαού των πόλεων και των χωριών». Δεν επρόκειτο για ένα απλό συνταγματικό σύνθημα, γιατί η έκφραση αυτή, όπως και άλλες ανάλογες, αντικαθρέπτιζαν το πλαίσιο συσχετισμού των δυνάμεων που είχε εγκαθιδρυθεί ανάμεσα στον «εργαζόμενο λαό» και στο γραφειοκρατικό στρώμα. Μέσα από τη σχέση αυτήν εκφράζεται το γεγονός ότι ο γραφειοκρατικός μηχανισμός στο σύνολό του, σαν κοινωνικό στρώμα, δεν έγινε πλήρως ιδιοκτήτης των αγαθών που φαινόταν να κυριαρχεί πλήρως. Το ίδιο και τα μέλη του γραφειοκρατικού στρώματος ατομικά, όποια και να μπόρεσαν να είναι τα υλικά προνόμια που διέθεταν, αντλούσαν αυτά τα προνόμια από τη θέση τους και όλες οι προσπάθειες να τα χρησιμοποιήσουν υπερβολικά για να αυξήσουν τον ιδιωτικό τους πλούτο μπορούσαν να τιμωρηθούν επειδή ξεπερνούσαν το πλαίσιο του συστήματος (και τιμωρήθηκαν όταν έθεσαν σε κίνδυνο τη σταθερότητα του γραφειοκρατικού κέντρου).

Ι-2. ‘Ενα διασπασμένο κυρίαρχο στρώμα

Εξαιτίας των ορίων αυτών, η νομενκλατούρα του κράτους-κόμματος παρέμεινε πολύ διαφοροποιημένη. Μόνο οι κορυφές της κυριαρχούν έως ένα βαθμό τη δική τους εργασία και την εργασία των άλλων. Τα κατώτερα τμήματα είναι υποταγμένα στις κορυφές του μηχανισμού μέσα από τα ίδια μέσα άμεσου καταναγκασμού με τους εργάτες -κυριαρχούν επομένως την εργασία των άλλων αλλά όχι και τη δική τους εργασία. Ο φόβος του αύριο, έκφραση της αλλοτρίωσης απέναντι στη εργασία του εαυτού τους, χαρακτηρίζει όχι μόνον τους άμεσους παραγωγούς αλλά και τους οργανωτές της παραγωγής.

Η γραφειοκρατική εξουσία είναι λοιπόν ήδη από τη γέννησή της ασταθής, της λείπει ένα ρίζωμα μέσα στις παραγωγικές σχέσεις που θα μπορούσε να νομιμοποιήσει το ρόλο της στα μάτια της κοινωνίας.

Καθώς η θέληση πλουτισμού των ιδιοκτητών είναι η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, μόνο η συνεχώς αυξανόμενη ικανοποίηση των αναγκών του συλλογικού ιδιοκτήτη της κοινωνίας μπορεί να είναι η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης της συλλογικής ιδιοκτησίας. Μόνο με αυτή την προϋπόθεση μπορούμε να ελπίζουμε πως ο συλλογικός αυτός ιδιοκτήτης (ή τα τμήματά του: οι εργαζόμενοι σε μια συγκεκριμένη επιχείρηση) θα συμπεριφερθεί σαν αληθινός ιδιοκτήτης -θα προσπαθήσει να μεγιστοποιήσει τα αποτελέσματα και να ελαχιστοποιήσει τις προσπάθειες. Αλλά, στο σύστημα της συγκεντροποιημένης από τη γραφειοκρατία οικονομίας, κανένα οικονομικό υποκείμενο δεν μπορεί να συμπεριφερθεί έτσι, γιατί τα ζωτικά συμφέροντα της κάθε μίας από τις κοινωνικές ομάδες επιβάλλουν άλλες συμπεριφορές σε όλα τους τα μέλη. Με άλλα λόγια, οι κοινωνικές σχέσεις που γεννήθηκαν μέσα στο πλαίσιο της γραφειοκρατικής κυριαρχίας διαβρώνουν από τα μέσα την κυρίαρχη σχέση ιδιοκτησίας και τις παραγωγικές σχέσεις που θεμελιώνονται μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Ας προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε με σχηματικό τρόπο τις συμπεριφορές αυτές:

  • Καθώς οι εργαζόμενοι στερούνται της δυνατότητας να επηρεάζουν το αποτέλεσμα της εργασίας τους και να συμμετέχουν στα οφέλη που σχετίζονται με το αποτέλεσμα αυτό, είναι καταδικασμένοι να έχουν μια αμυντική στάση: Απαιτούν μια αύξηση των μισθών και ταυτόχρονα εξοικονομούν τις δικές τους προσπάθειες.

  • Οι διευθύνοντες στα διάφορα επίπεδα πρέπει πάνω απ’όλα να φροντίσουν να σώσουν την κεκτημένη τους προνομιούχα θέση. Μέσα στο πλαίσιο των γραφειοκρατικών κανόνων, αυτό σημαίνει αφενός, έστω και μόνο επιφανειακά, την πραγματοποίηση των κεντρικών οδηγιών -κατά πρώτο λόγο την υποταγή των εργαζομένων και την αύξηση της εκμετάλλευσης της εργασίας τους (επιθετική συμπεριφορά). Αφετέρου αυτό απαιτεί την ένταξη μέσα σε μια κλίκα του μηχανισμού και τη διεύρυνση της επιρροής αυτής της κλίκας στο εσωτερικό της γραφειοκρατίας, πράγμα που συνιστά μια αμυντική στάση απέναντι στον κεντρικό μηχανισμό. Οι κλίκες αυτές, ή τα λόμπι αυτά, για να επεκτείνουν την επιρροή τους μέσα στη νομενκλατούρα, πρέπει να πραγματοποιούν εκτεταμένες επενδύσεις, που αποτελεί τον κύριο τρόπο για να αυξήσουν την πελατεία τους και να εξασφαλίσουν την κυριαρχία τους σε όλο και πιο σημαντικούς τομείς της νομενκλατούρας. ‘Οσο αναπτύσσεται το βάρος τους μέσα σε αυτήν τόσο και καταφέρνουν καλύτερα να επιβάλουν τους όρους τους κατά την κατανομή των πόρων του προϋπολογισμού και των νέων επενδύσεων. Κατά συνέπεια, οι πιο σημαντικοί κλάδοι της οικονομίας είναι επίσης αυτοί που εξασφαλίζουν τον καλύτερο μισθό στους εργαζομένους που προσλαμβάνουν και που αναπτύσσονται πιο γρήγορα (τουλάχιστον όσο δεν εμφανίζεται κρίση που να αλλάζει τους συσχετισμούς δύναμης στο εσωτερικό της γραφειοκρατίας). Η σταλινική τρομοκρατία μπόρεσε να αποσταθεροποιήσει για ορισμένο καιρό τα λόμπι αυτά και να επιβραδύνει την άνοδό τους στην εξουσία. Από την έλευση της «αποσταλινοποίησης» -δηλαδή το σταμάτημα της τρομοκρατίας που κατευθύνεται και ενάντια στον ίδιο το μηχανισμό- τα λόμπι αυτά ανάπτυξαν τη σκοτεινή τους εξουσία, σε τέτοιο βαθμό που στέρησαν το γραφειοκρατικό κέντρο από το ουσιαστικό τμήμα των ικανοτήτων του σε σχέση με την κατανομή του εθνικού προϊόντος.

  • Η γραφειοκρατική ηγεσία συμπυκνώνει τις αντιφατικές πιέσεις των διάφορων κοινωνικών ομάδων, τις ορέξεις των ενδιάμεσων λόμπι και τις απαιτήσεις της πελατείας της, τις ανάγκες της ανάπτυξης του μηχανισμού κυριαρχίας (στρατός και αστυνομία, αλλά και τα ενδιάμεσα κλιμάκια διαχείρισης και ελέγχου της κοινωνίας, από το κόμμα έως την οικονομική και ιδεολογική διοίκηση). Επιφανειακά πανταχού παρούσα, εξαιτίας της ικανότητάς της να καθαιρεί τον κάθε ενδιάμεσο ηγέτη, παίζει ένα βοναπαρτιστικό ρόλο κατά πρώτον λόγο για να διαχωρίσει τις ορέξεις των διάφορων τομέων του μηχανισμού, που και αυτοί αποτελούν έδρες άτυπων ομάδων πίεσης.

Ι-3. Οι καρποί της συγκεντροποιημένης διαχείρισης του συνολικού κοινωνικού προϊόντος

Για να απαντήσει στις απαιτήσεις αυτές που αυξάνονται με την ενίσχυση των διάφορων άτυπων ομάδων στο ίδιο το εσωτερικό του κρατικού μηχανισμού, της οικονομίας και του κόμματος, το γραφειοκρατικό κέντρο τείνει να συγκεντρώσει στα χέρια του όχι μόνο το υπερπροϊόν, αλλά και το συνολικό κοινωνικό προϊόν. Οι επιχειρήσεις κατά συνέπεια παύουν να διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα για την ανοικοδόμηση των παραγωγικών μέσων ή και για τη διεύρυνση της παραγωγής τους και οι αναγκαίοι πόροι για την ικανοποίηση των συλλογικών αναγκών (εκπαίδευση, υγεία…) των εργαζομένων και για την κοινωνική πρόνοια μειώνονται πιο πέρα και από το ελάχιστο αναγκαίο επίπεδο. Αλλά και το ίδιο το κέντρο, που διασπάται από τις αντιφατικές απαιτήσεις που ξεπερνούν κατά πολύ τις ικανότητές του, δεν ικανοποιεί πλέον τις ανάγκες αυτές ή τις ικανοποιεί μόνο μερικά. Αποτέλεσμα είναι, από τη μια μεριά, μια μείωση των κοινωνικών δαπανών αλλά και, από την άλλη, η αποσύνθεση του παραγωγικού μηχανισμού και η ανικανότητα των επιχειρήσεων να εκσυγχρονίσουν το παραγωγικό τους εργαλείο. Σε αυτή την πραγματικότητα  είναι που αναφέρεται η καταχρηστική ονομασία «σοσιαλιστικός σχεδιασμός» και που οι οικονομολόγοι των χωρών της Ανατολής ονόμασαν, με μεγαλύτερη ακρίβεια, «οικονομία της καθοδήγησης».

Γιατί η γραφειοκρατία είναι ανίκανη να σχεδιάσει. ‘Οπως και η αγορά δεν είναι απλώς μια τεχνική σχέση ανάμεσα στους παραγωγούς και ανάμεσα σε παραγωγούς και καταναλωτές αλλά μια κοινωνική σχέση, το σχέδιο είναι πάνω απ’όλα μια κοινωνική σχέση παραγωγής. Δεν είναι νοητό παρά μόνο ανάμεσα σε παραγωγούς ελεύθερα συνεταιρισμένους. Η γραφειοκρατία, αντίθετα, υψώθηκε σε έναν αναγκαστικό ενδιάμεσο ανάμεσα στις παραγωγικές επιχειρήσεις. Καθώς είναι ξένη από αυτά που απασχολούν τους εργαζόμενους, αντί να εναρμονίζει και να συντονίζει την παραγωγική προσπάθεια, την αποδιοργανώνει.

Για τη γραφειοκρατία, η κοινωνική κατανάλωση είναι ένα κόστος, που πρέπει να μειωθεί στο ελάχιστο, στο όνομα της πραγματοποίησης των δικών της στόχων, ενώ για τους άμεσους παραγωγούς η κατανάλωση και η αύξησή της είναι ένας στόχος από μόνος του. Το ίδιο, για τη γραφειοκρατία ο χρόνος εργασίας των εργατών είναι ελαστικός, ενώ για τους εργαζόμενους είναι δεδομένος μέσα στο πλαίσιο ενός δεδομένου επιπέδου ανάπτυξης και τείνουν να τον μειώσουν.

Η αύξηση της κατανάλωσης και η μείωση των δαπανών σε εργασία -νά δύο λειτουργίες της κοινωνικής και τεχνικής προόδου. ‘Ετσι το σχέδιο που καθορίζουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι με βάση το δικό τους συμφέρον και τις ανάγκες που οι ίδιοι αισθάνονται διαθέτει καταρχήν έναν αυτόματο μηχανισμό που στοχεύει στην ανάπτυξη της τεχνικής και των τεχνολογιών.

Αντίθετα, ο γραφειοκρατικός σχεδιασμός, ένας σχεδιασμός που βρίσκεται έξω από την παραγωγική διαδικασία δεν διαθέτει τέτοιο μηχανισμό. Οι διοικήσεις των επιχειρήσεων είναι γενικά εχθρικές στην εισαγωγή νέων τεχνολογιών, θεωρώντας ότι θα έβαζε σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των δεικτών του σχεδίου που έχουν τραβηχτεί όσο γίνεται για να ενταχθούν στον κανόνα της συγκεντροποίησης του κοινωνικού προϊόντος. Επιπλέον, όταν το προϊόν αυτό είναι εξαιρετικά φτωχό και δεν μπορεί έτσι να ικανοποιήσει ταυτόχρονα και τις ανάγκες της αύξησης της παραγωγής και της κατανάλωσης και τις ανάγκες της συντήρησης και της ανάπτυξης του μηχανισμού κυριαρχίας, το γραφειοκρατικό κέντρο κάνει περικοπές στην κατανάλωση, περιορίζει την ανάπτυξη της παραγωγής και αυξάνει τις εντάσεις στις ανταλλαγές. Τέτοιες δραστηριότητες δημιουργούν κοινωνικές εντάσεις που απαιτούν όχι μόνο τη χρήση βίας αλλά και επιβάλλουν να ξεμπλοκαριστεί η κατανάλωση και να εξισορροπηθούν οι παραγωγικές παροχές για να μειωθούν οι εντάσεις. Απέναντι σε έναν τέτοιο φαύλο κύκλο η γραφειοκρατία, αναζητώντας συνεχώς αποθέματα που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει, οικοδόμησε έναν τεράστιο (μη παραγωγικό) μηχανισμό ελέγχου και επιχείρησε να συμπεριλάβει στο σχέδιο το σύνολο των παραγωγικών λειτουργιών.

Παρόλο που μπορεί να φαίνεται παράδοξο, η αρρώστεια από την οποία υποφέρει «η οικονομία της καθοδήγησης» εδώ και δεκαετίες είναι η ανεπάρκεια και όχι η υπερβολή σχεδιασμού!

Ι-4. Από τις ντροπαλές επιλογές ώς το νομισματικό κανόνα

Οι επιλογές κατανομής του κοινωνικού προϊόντος που συγκεντροποιείται από τη γραφειοκρατική ηγεσία δεν μπορούν να είναι διάφανες επιλογές. Πρώτα-πρώτα, επειδή εναντιώνονται στο συμφέρον της τεράστιας πλειοψηφίας του πληθυσμού. Αλλά και επειδή προσκρούουν γενικά στο σύνολο των ενδιάμεσων σκαλοπατιών που σπάνια καταφέρνουν να πάρουν ό,τι αντιστοιχεί στις δηλωμένες τους ανάγκες. Τέλος, πολλές από τις επιλογές αυτές είναι απλώς και σαφώς χορηγήσεις που αποφασίζονται μονομερώς, μετά από τη νόμιμη διαδικασία του σχεδιασμού, από το κέντρο ή από ορισμένα λόμπι που είναι ιδιαίτερα δυνατά. Οι επιλογές αυτές είναι επιπλέον αντιφατικές μεταξύ τους βραχυπρόθεσμα και, κυρίως, μακροπρόθεσμα. Δεν μπορούν παρά να γίνονται κρυφά, όπως και τα προνόμια της γραφειοκρατίας. Στηρίζονται σε μια επισσώρευση άνισων ανταλλαγών ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο, ανάμεσα στους διάφορους κλάδους και ανάμεσα στην εθνική οικονομία και το εξωτερικό. Οι αντιφατικές επιδοτήσεις που επισσωρεύονται, οι χορηγήσεις «ανάλογα με τον πελάτη» και οι μονομερείς καθορισμοί των τιμών από τις επιχειρήσεις και τους κλάδους έχουν μακροπρόθεσμα επιβάλει μια διάρθρωση των τιμών που είναι τελείως τεχνητή και ασταθής, η οποία έχει καταστρέψει το γενικό μέτρο της αξίας που ήταν το χρήμα. Τέλος, αυτό εμπόδισε κάθε συνειδητή επιλογή από την πλευρά του γραφειοκρατικού κέντρου.

ΙΙ. Η ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΛΥΣΗ

‘Ηδη από τη δημιουργία της, έτσι, η γραφειοκρατική οικονομία οδηγήθηκε σε αποσύνθεση εξαιτίας της αντίφασης ανάμεσα στις σχέσεις συλλογικής ιδιοκτησίας και στη διαχείρισή της από έναν γραφειοκρατικό μηχανισμό που έχει τεθεί πάνω από την κοινωνία και που ξεφεύγει από κάθε δικό της έλεγχο.

Η αντίφαση αυτή μπορεί να λυθεί με δύο τρόπους: Είτε κατατέμνοντας και ιδιωτικοποιώντας την κρατική ιδιοκτησία έτσι ώστε οι σχέσεις ιδιοκτησίας να αντιστοιχούν στις σχέσεις διαχείρισης, είτε, αντίθετα, κοινωνικοποιώντας τη διαχείριση της συλλογικής ιδιοκτησίας. Το 1981, στην Πολωνία, η Αλληλεγγύη είχε λάβει θέση υπέρ του περάσματος από την κρατική ιδιοκτησία προς την κοινωνική ιδιοκτησία, δηλαδή υπέρ της μεταβίβασης της διαχείρισης στα όργανα αυτοδιαχείρισης των παραγωγών.

Η επιλογή του ενός από τους δύο δρόμους δεν είναι ουδέτερη. Η επιλογή της ιδιωτικοποίησης και της κατάτμησης της ιδιοκτησίας σημαίνει ότι η συνθήκη του εργάτη μέσα στην κοινωνία θα παραμείνει αμετάβλητη. Θα συνεχίσει να είναι εκμεταλλευόμενος και υποβαθμιζόμενος, θα παραμείνει ένα αντικείμενο και όχι το υποκείμενο της παραγωγικής διαδικασίας. Θα εξακολουθεί να στερείται του ελέγχου της εργασίας του και του νοήματός της. Αυτό που θα αλλάξει είναι ο ανώτερός του -τη θέση του γραφειοκράτη διοικητή που δεν είναι ποτέ σίγουρος για το τί του επιφυλλάσσει το μέλλον θα πάρει ένας «θεμιτός» ιδιοκτήτης που θα έχει συνείδηση της θέση του. Είναι επομένως ο ανώτερος του παραγωγού που θα γίνει το υποκείμενο της παραγωγής και λίγο ενδιαφέρει εάν θα είναι ο παλιός διοικητής, κάποιος τέως υπουργός ή ακόμα και κάποιος εγχώριος ή ξένος καπιταλιστής. Η επιλογή της κοινωνικοποίησης της διαχείρισης, δηλαδή της αυτοδιαχείρισης, επιτρέπει, αντίθετα, να ξεκινήσει η κοινωνική ανάπτυξη στην κατεύθυνση της απο-αλλοτρίωσης της εργασίας μέσα από τον οποίο οι εργαζόμενοι γίνονται το υποκείμενο.

Οι δύο λύσεις οδηγούν σε μια ρήξη με το σταλινισμό, στο κλείσιμο της ιστορικής παρένθεσης που άνοιξε η καθυπόταξη της εργατικής τάξης από τη γραφειοκρατία μετά την κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων. Δεν είναι ωστόσο δύσκολο να διακρίνει κανείς ότι στην περίπτωση της ιδιωτικοποίησης πρόκειται για μια οπισθοδρόμηση στο σημείο της αφετηρίας -πράγμα που από την άποψη της εργατικής τάξης θα σημαίνει την επανεμφάνιση της άμεσης πάλης της με το κεφάλαιο. Αντίθετα, στην περίπτωση της κοινωνικοποίησης, είναι ένα προχώρημα προς τη δημιουργία ενός νέου κοινωνικού συστήματος που να στηρίζεται στο συμφέρον της πλειοψηφίας της πολωνικής κοινωνίας, πράγμα που σημαίνει μια επανασύνδεση με τα παραδοσιακά οράματα του εργατικού κινήματος.

ΙΙΙ. ΜΙΑ «ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΜΕΤΑΒΑΣΗ» ΣΤΗΝ ΠΟΛΩΝΙΑ

Η Πολωνία μπορεί από πολλές απόψεις να θεωρηθεί σαν ένα εργαστήριο για τις προσπάθειες οικονομικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων που έχουν σα στόχο να ξεπεραστούν οι εσώτερες αντιφάσεις της γραφειοκρατικής κυριαρχίας. Πράγματι, στην Πολωνία είναι που, μετά από μια δεκαετία ατελέσφορων προσπαθειών εμπορευματικών οικονομικών μεταρρυθμίσεων με την καθοδήγηση της γραφειοκρατίας, η τελευταία παραμερίστηκε μπροστά στην πίεση του μαζικού κινήματος και προσπάθησε να κάνει έναν ιστορικό συμβιβασμό με την ηγεσία που προήλθε από το κίνημα αυτό. Στην Πολωνία είναι που το παλιό καθεστώς, λίγο πριν την πτώση του, κατάργησε τη διοκητική κηδεμονία των τιμών, ανοίγοντας το δρόμο στη νεοφιλελεύθερη λύση. Στην Πολωνία είναι, τέλος, που ένα σταθεροποιητικό σχέδιο με τη συμφωνία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (γνωστό με το όνομα «σχέδιο Μπαλσέροβιτς», από το όνομα του αντιπροέδρου και υπουργού οικονομίας της κυβέρνησης του Ταντέους Μαζοβιέτσκι) τέθηκε σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου του 1990. Τα πρώτα αποτελέσματά του μπορούν λοιπόν να εκτιμηθούν.

Οι πρώτες επιπτώσεις του «σχεδίου Μπαλσέροβιτς»

α.

Οδήγησε στην τροποποίηση της δομής της κατανομής του εθνικού εισοδήματος. Τα εισοδήματα από εργασία μειώθηκαν σοβαρά: Το «σχέδιοΜπαλσέροβιτς» προέβλεπε μια μείωση των πραγματικών μισθών κατά 25% περίπου (ο στόχος της οικονομικής μεταρρύθμισης που εισήχθη την 1η Ιανουαρίου του 1982 με την πρόφαση της κατάστασης πολέμου ήταν ο ίδιος, αλλά τότε οι απεργίες δεν επέτρεψαν μια τέτοια πτώση), αλλά στην πραγματικότητα οι μισθοί μειώθηκαν κατά σχεδόν 40%. Τα εισοδήματα κεφαλαίου προβλεπόταν να αυξηθούν σοβαρά, αλλά η ύφεση που προκάλεσαν οι κυβερνητικές επιλογές και η αποδιοργάνωση της παραγωγής χάλασαν την ωραία αυτή μηχανική. Στην πράξη, ενώ τα εισοδήματα των αγροτών έμειναν στάσιμα, ή και μειώθηκαν σε ορισμένους τομείς (γαλακτοκομικά και παραγωγή κρέατος), ενώ τα εισοδήματα των παραδοσιακών βιοτεχνών και του μικρού εμπορίου κατέρρευσαν, οι κερδοσκοπικές τοποθετήσεις και τα εισοδήματα των οικονομικών και πιστωτικών ενδιαμέσων εκτινάχθηκαν στα ύψη.

β.

Δημιούργησε ένα φάσμα ανεργίας, που θεωρείται σαν απαραίτητος παράγοντας για να πειθαρχηθούν οι εργαζόμενοι και να διαλυθούν οι σχέσεις αλληλεγγύης μεταξύ τους. Πρόκειται, σύμφωνα με τη γνώμη της κυβέρνησης, για μια απαραίτητη συνθήκη για να προσελκυστεί το ξένο κεφάλαιο στην Πολωνία. Η ανεργία, που ήταν ανύπαρκτη το Δεκέμβριο του 1989, ξεπερνάει σήμερα το ένα εκατομμύριο, χωρίς καν να έχουν αρχίσει τα μεγάλα κύματα συλλογικών απολύσεων. Εάν η πολιτική αυτή έχει συμβάλει στον υποβιβασμό της θέσης του συνδικάτου Αλληλεγγύη, ωστόσο δεν το έχει διαλύσει. Η πρόσφατη άνοδος των απεργιών, όπως και τα πρώτα σημάδια μιας δυνητικής ανασύνθεσης μέσα στην Αλληλεγγύη (ιδιαίτερα η κατάρρευση στο εσωτερικό της των θέσεων που κατείχε ο τομέας ο πιο υποταγμένος στην κυβέρνηση), δείχνουν ότι η πολωνική εργατική τάξη έχει διατηρήσει ακόμα τις ικανότητες συλλογικής της αντίστασης.

γ.

‘Ανοιξε την πολωνική αγορά στα εισαγόμενα εμπορεύματα -πράγμα που ήταν και παραμένει η κύρια διεκδίκηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, του οποίου η πολιτική έχει σα κύριο στόχο σήμερα να αντισταθμίσει την κρίση υπερπαραγωγής που ήδη έχει αρχίσει στις ΗΠΑ. Η κατάρρευση ενός μέρους της πολωνικής βιομηχανίας -του τμήματος που παράγει για την εσωτερική αγορά- ήταν μια δεύτερη επίπτωση. Η βιομηχανία αυτή δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το δυτικό ανταγωνισμό, γιατί είναι λιγότερο αποτελεσματική (χρησιμοποιεί γενικά τεχνολογίες που καταναλώνουν περισσότερη εργασία και περισσότερη ενέργεια για το ίδιο τελικό αποτέλεσμα) και δεν διαθέτει επενδυτικές ικανότητες που θα της επέτρεπαν να καλύψει την καθυστέρησή της. ‘Ενα τέτοιο «άνοιγμα της αγοράς» (δηλαδή η κατάργηση του μονοπωλίου του εξωτερικού εμπορίου και η κατάργηση μιας σημαντικής μερίδας από τους δασμούς στις εισαγωγές) δεν μπορούσε να έχει αποτέλεσμα παρά μόνο με την προϋπόθεση ότι θα αυξάνονταν οι εγχώριες τιμές και θα έφταναν το επίπεδο των παγκόσμιων τιμών. Η υποτιθέμενη «πληθωριστική κάλυψη» (οι αυξήσεις των διοικητικών και άλλων τιμών τον Ιανουάριο του 1990) εξυπηρετούσαν αυτό το στόχο κατά κύριο λόγο.

δ.

Η πτώση της βιομηχανικής παραγωγής (μείον 30% το πρώτο εξάμηνο του 1990) ήταν το αντίτιμο της δραστικής μείωσης του επιπέδου ζωής των μαζών. Αυτή ενισχύθηκε από την απουσία ανταγωνιστικότητας της πολωνικής βιομηχανίας, και πρώτα-πρώτα από των καταναλωτικών αγαθών. Τέλος, προκλήθηκε κατά πολύ από τον απότομο περιορισμό των πιστώσεων και τη σημαντική αύξηση του κόστους της πίστωσης. Η πλειοψηφία των πολωνικών επιχειρήσεων χρειάστηκε έτσι να αντιμετωπίσουν απίστευτες ταμειακές  δυσκολίες που τις οδήγησαν σε ένα σύμπλεγμα αμοιβαίων χρεών.

ε.

Μετά από μια άνοδο των καταναλωτικών τιμών της τάξης του 150% κατά το πρώτο τρίμηνο του 1990, ο πληθωρισμός επιβραδύνθηκε προσωρινά: Οι δείκτες τιμών τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο δεν ξεπερνούν το 10% το μήνα (το 1989 ολοκληρώθηκε με μια άνοδο των τιμών της τάξης του 1.000% ετησίως). Ωστόσο, η μείωση της βιομηχανικής παραγωγής που συνεχίζει να προμηνύει μια απογείωση του πληθωρισμού στο μέλλον, καθώς τα εισοδήματα των νοικοκυριών από μισθούς δεν μπορούν να μειώνονται επάπειρον. Η επιβράδυνση του πληθωρισμού μαζί με την πτώση του δολαρίου στις συναλλαγματικές συναλλαγές επέτρεψε τη διατήρηση μιας σταθερής ισοτιμίας στο εσωτερικό (γύρω στα 9.400 ζλότυς το δολάριο), συνθήκη απαραίτητη για να επιτραπούν οι ξένες επενδύσεις.

ΙΙΙ-2. Μια αδικαιολόγητη νεο-φιλελεύθερη αισιοδοξία

Ο στόχος της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που διεξάγει η κυβέρνηση του Ταντέους Μαζοβιέτσκι είναι να εισάγει τις καπιταλιστικές σχέσεις στην Πολωνία. Αυτό δε σημαίνει ωστόσο ότι ο στόχος αυτός μπορεί εύκολα να επιτευχθεί.

Μια τέτοια πολιτική δε διαθέτει στη χώρα κοινωνική βάση, σε καμία τάξη ή σοβαρό κοινωνικό στρώμα. Μπόρεσε για ένα διάστημα να επωφεληθεί της συμπάθειας του πληθυσμού που πίστευε αδίκως ότι αυτή θα επέτρεπε την πραγματοποίηση των δικών του προσδοκιών. Αλλά, όπως δείχνει η σημερινή ανάπτυξη των απεργιακών κινημάτων, πρόκειται για μια ασταθή υποστήριξη. Γιατί το κόστος της πολιτικής αυτής βαρύνει κατά πρώτον τις τρεις κύριες κοινωνικές ομάδες: Το επίπεδο ζωής των εργατών και της ιντελιγκέντσιας μειώθηκε σοβαρά, ενώ οι αγρότες είδαν να μειώνονται οι επενδυτικές τους ικανότητες, πράγμα που θα έχει επιπτώσεις και στην αγροτική παραγωγή.

Οι προσπάθειες να δημιουργηθεί εκ του μηδενός μια αστική τάξη στην Πολωνία προσκρούει σε αμέτρητες δυσκολίες. Ο παραδοσιακός ιδιωτικός τομέας και τα ανώτερα στρώματα της γραφειοκρατίας είχαν βέβαια στο παρελθόν επωφεληθεί από τεράστια καταναλωτικά προνόμια. Αλλά ο πλούτος τους, που κατά μεγάλο μέρος καταναλώνεται με μη παραγωγικό τρόπο, δεν επιτρέπει την πραγματοποίηση πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου παρά μόνο σε πολύ μικρό βαθμό. Μπροστά στην απουσία μιας μαζικής προθυμίας του ξένου κεφαλαίου για επενδύσεις στην Πολωνία, η ομάδα του Ταντέους Μαζοβιέτσκι κατέθεσε και ψήφισε στη Δίαιτα ένα νόμο ιδωτικοποιήσεων που προβλέπει μια μεγάλη κατάτμηση της ιδιοκτησίας μέσα από τη διανομή κρατικών χρεογράφων που ανταλλάσσονται με τις μετοχές ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων σε όλους τους πολίτες, μέσα από την πώληση μετοχών σε χαμηλές τιμές στους μισθωτούς των ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων (έως το 20% του κεφαλαίου) και μέσα από την πώληση μετοχών με πίστωση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια τέτοια κατάτμηση της ιδιοκτησίας θα επιτρέψει τελικά σε μια πολύ μικρή μειοψηφία μετόχων να εξασφαλίσουν τον έλεγχο ενός μεγάλου μέρους των ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων. Αλλά μια τέτοια αλλαγή των σχέσεων ιδιοκτησίας δεν ρυθμίζει καθόλου του πρόβλημα της υπο-επένδυσης της βιομηχανίας και δεν επιτρέπει επομένως τις ελπίδες για οικονομική απογείωση.

Η «εμπορευματοποίηση» της οικονομίας, που εισήχθη την τελευταία στιγμή από την κυβέρνηση του Μιέσυσλαβ Ρακόβσκι και συνεχίστηκε από την κυβέρνηση του Ταντέους Μαζοβιέτσκι συνίσταται κυρίως στην απελευθέρωση των τιμών. Οι σχεδιαστές του προγράμματος αυτού πιστεύουν ότι αυτό θα επιτρέψει το μετασχηματισμό της άρρωστης δομής των τιμών στην Πολωνία -που είναι ο καρπός μιας πολύ πλατιάς «απονομισματοποίησης» της οικονομίας κατά τα τελευταία σαράντα χρόνια και μεταρρυθμίσεων των τιμών που δεν είχαν συνοχή και επικάθονταν η μία πάνω στην άλλη κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Υποθέτουν ότι ο αυθορμητισμός των τιμών θα οδηγήσει τελικά από τη μια σε μια κατάσταση ισορροπίας ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση και από την άλλη θα επιτρέψει τη χρεοκοπία των παραγωγών των οποίων το κόστος παραγωγής είναι ανώτερο από το μέσο κόστος παραγωγής. Ελπίζουν επίσης ότι το άνοιγμα προς την παγκόσμια αγορά θα εξαναγκάσει τις επιχειρήσεις να μειώσουν το κόστος παραγωγής τους, μέσα από την πίεση του ανταγωνισμού των ξένων εμπορευμάτων, που υποτίθεται εξάλλου ότι -μαζί με την ιδιωτικοποίηση της βιομηχανίας- θα αντισταθμίσουν τη μονοπωλιακή δομή της πολωνικής βιομηχανίας.

Η άποψη αυτή πάσχει από αισιοδοξία

Πρώτον, η δομή των τιμών στην Πολωνία αντικατοπτρίζει την άρρωστη δομή της παραγωγής, της οποίας η πιο οξεία έκφραση είναι η υποανάπτυξη της μεταποιητικής βιομηχανίας που παράγει καταναλωτικά αγαθά. Η βιομηχανία αυτή, που αφέθηκε σε δεύτερη μοίρα εδώ και δεκαετίες, στην οποία το κόστος παραγωγής (αν αφαιρέσουμε τους μισθούς) είναι πολύ υψηλό και της οποίας τα προϊόντα απέχουν πολύ από τα διεθνή πρότυπα, δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό των εισαγόμενων εμπορευμάτων. Θα ήταν δυνατόν να αντιμετωπιστεί η κατάσταση αυτή με την επιβολή σημαντικών δασμών σε αυτά τα εμπορεύματα και με τη χρησιμοποίηση των πόρων που έτσι θα συλλέγονταν για επενδύσεις εκσυγχρονισμού στους αντίστοιχους βιομηχανικούς κλάδους -πρόκειται ωστόσο για μια λύση που συνεπάγεται μια έντονη δόση κρατικού παρεμβατισμού πράγμα που αντιτίθεται στον ακραίο φιλελευθερισμό που πρεσβεύει η σημερινή κυβερνητική ομάδα. Επιπλέον, η επίπτωση μιας τέτοιας λύσης στην παραγωγική δομή θα ήταν αργή.

Δεύτερον, η παραγωγικότητα του παγίου «κεφαλαίου» στην Πολωνία είναι πολύ χαμηλή σε σύγκριση με το παγκόσμιο επίπεδο. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της χρήσης παλαιών τεχνολογιών, που καταναλώνουν πολλή εργατική δύναμη, ενέργεια και πρώτες ύλες. Επιπλέον το πολύ χαμηλό κόστος της εργατικής δύναμης δεν ωθεί μια αντικατάσταση της ζωντανής εργασίας από νεκρή εργασία, που είναι το θεμέλιο της ανακαίνισης. Αυτό ισχύει επίσης και για τις ενδεχόμενες ξένες επενδύσεις, που ενδιαφέρονται κατά κύριο λόγο για τη φτηνή εργατική δύναμη στην Πολωνία, πράγμα που τις ωθεί να μεταφέρουν στη χώρα αυτήν την παραγωγή που απαιτεί πολλή ζωντανή εργασία, δηλαδή την παραγωγή που δεν είναι σύγχρονη! Η επίδραση τέτοιων επενδύσεων στη δομή της οικονομίας θα είναι επομένως πολύ μικρή.

Τρίτον, η πολωνική βιομηχανία -τόσο ο ιδιωτικός όσο και ο κρατικός τομέας- υποφέρουν από την έλλειψη μέσων για επένδυση. Πρόκειται εδώ για το συσσωρευμένο αποτέλεσμα του μεγάλου ημι-άλματος προς τα μπροστά του Γκιέρεκ και της πολιτικής που συνίσταται στη μεταφορά του βάρους της δημοσιονομικής ανισορροπίας στους ώμους των επιχειρήσεων, πολιτική που διεξήγε η ομάδα της κατάστασης πολέμου. Η κυβέρνηση του Ταντέους Μαζοβιέτσκι, περιορίζοντας ριζικά τις επιδοτήσεις στη βιομηχανία και πλαισιώνοντας έντονα τις πιστώσεις, επιδείνωσε ακόμα περισσότερο την κατάσταση αυτήν. Είναι δύσκολο να φανταστούμε πώς οι επιχειρήσεις που βρίσκονται στο όριο της πιστωτικής ασφυξίας θα μπορούσαν να είναι σε θέση να ξεκινήσουν τις απαραίτητες επενδυτικές προσπάθειες για να αλλάξουν τη δομή του κόστους παραγωγής, ακόμα περισσότερο που η κυβέρνηση αποφάσισε να προχωρήσει σε μια πολιτική ακριβών πιστώσεων.

Τέταρτον, Η σχετική έλλειψη κεφαλαίων στην παγκόσμια αγορά, που οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στο δημοσιονομικό έλλειμμα των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων και που αυξάνεται ακόμα περισσότερο από τις επιπτώσεις της κρίσης στον Κόλπο, καθιστά απατηλές τις κυβερνητικές ελπίδες σε σχέση με μια μαζική εισροή ξένων κεφαλαίων. Η πολιτική, κοινωνική και οικονομική αστάθεια στην Πολωνία (όπως και στις άλλες ανατολικές χώρες), που χαρακτηρίζει την «αντίστροφη μετάβαση», προς τον καπιταλισμό, που την ξεκίνησαν οι ηγέτες των χωρών αυτών αυξάνει ακόμα περισσότερο τους δισταγμούς αυτών που διαθέτουν κεφάλαια στο εξωτερικό.

Πέμπτον, θα ήταν απατηλό να πιστέψουμε πως η ενδεχόμενη γρήγορη ανάπτυξη του ιδιωτικού κεφαλαίου θα οδηγήσει σε αισθητές αλλαγές στη δομή της παραγωγής. Το κεφάλαιο αυτό εξακολουθεί να είναι πάντα πολύ αδύναμο (το 1989 ο ιδιωτικός τομέας συμμετείχε κατά 7,4% στη βιομηχανική παραγωγή και πραγματοποίησε το 5,2% του συνόλου των επενδύσεων στη βιομηχανία) και ακόμα και μια ευνοϊκή για αυτό πολιτική για πολλά χρόνια δεν θα το καταστήσει σοβαρό επενδυτικό παράγοντα. Επιπλέον στην Πολωνία είναι πάντα πιο ενδιαφέρον να επενδυθεί το κεφάλαιο εκτός παραγωγής και τίποτα δεν επιτρέπει να προβλέψουμε μια αλλαγή της κατάστασης αυτής.

ΙΙΙ-3. Η λαθεμένη εναλλακτική προοπτική του Βαλέσα

Η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης του Ταντέους Μαζοβιέτσκι υπέστη πρόσφατα την κριτική των οικονομικών ειδικών του Συμφώνου του Κέντρου που υποστηρίζουν την προεδρική υποψηφιότητα του Λεχ Βαλέσα. Οι οικονομικές προτάσεις του τελευταίου συνίστανται στη συνέχιση στην ουσία των πολιτικών και κοινωνικών επιλογών του «σχεδίου Μπαλσέροβιτς». Διαφέρει από τον τελευταίο σε δύο σημεία. Από τη μια πλευρά, έχοντας συνείδηση της αναποτελεσματικότητας του laissez-faire στο χώρο της οικονομικής πολιτικής, απαιτεί μια μεγαλύτερη χρήση της δύναμης του κράτους στην υπηρεσία της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, για να επιταχύνει το ρυθμό της. Από την άλλη, μπροστά στον κίνδυνο μιας κοινωνικής έκρηξης, αναγγέλλει μια πλατιά δωρεάν διανομή μερίδων της οικονομίας που ιδιωτικοποιούνται και υπόσχεται να μειωθεί η ανεργία.

‘Οσο στο χώρο της κοινωνικής χειραγώγησης το σχέδιό τους είναι για ένα διάστημα ρεαλιστικό, τόσο στο χώρο της οικονομίας έχει τις ίδιες αδυναμίες με των ανταγωνιστών τους. Πρόκειται πράγματι για μια φυγή προς τα εμπρός μπροστά στα εμπόδια στα οποία προσκρούει ο Ταντέους Μαζοβιέτσκι.

ΙV. ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

Σε μια κατάσταση γενικευμένων ελλειμμάτων όπως αυτή της πολωνικής οικονομίας θα ήταν απατηλό να στηριχτεί κανείς σε αυθόρμητους μηχανισμούς. Αντίθετα, μόνο η συγκέντρωση των μέσων γύρω από συνειδητές επιλογές μπορεί να επιτρέψει την απογείωση της οικονομίας. Η επιλογή των τομέων μέσα από τους οποίους θα έπρεπε να ξεκινήσει ο εκσυγχρονισμός της βιομηχανίας δεν είναι εύκολη. Απαιτεί μια λεπτομερειακή γνώση της κατάστασης της οικονομίας και όλων των επιχειρήσεων. Απαιτεί δύσκολες επιλογές ανάμεσα στην τεράστια έκταση των μη ικανοποιημένων αναγκών και στη συγκέντρωση αδύνατων μέσων εκεί όπου τα αποτελέσματα θα είναι τα πιο γρήγορα και θα ανταποκρίνονται καλύτερα στις κοινωνικές επιθυμίες. Μια τέτοια επιλογή δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με τη συμμετοχή όλων των εργαζομένων -και αυτό σημαίνει την ανάπτυξη της αυτοδιαχείρισης στις επιχειρήσεις και το συντονισμό των συμβουλίων αυτοδιαχείρισης στην κλίμακα της χώρας και των περιοχών. Αυτό σημαίνει και στερήσεις, αλλά ενός άλλου κοινωνικού περιεχομένου από αυτές που εισάγει ο Μπαλσέροβιτς.

Η πρόσφατη άνοδος των κοινωνικών αγώνων και το άνοιγμα συζητήσεων γύρω από την κρίση ηγεσίας μέσα στην Αλληλεγγύη -μόνη εργατική οργάνωση που επηρεάζει στην Πολωνία (καθώς και -με την εξαίρεση ίσως της νέας Συνομοσπονδίας Σοβιετικών Εργαζομένων- στο σύνολο αυτού που ήταν το σοβιετικό στρατόπεδο!)- επέτρεψαν την ελπίδα ότι οι απαραίτητες κοινωνικές συνθήκες για την πραγματοποίηση μιας τέτοιας μεταρρύθμισης θα μπορέσουν να αναδυθούν στη χώρα αυτήν. Πράγματι, χωρίς μια πλατιά αυτενέργεια της εργατικής τάξης, οι προτάσεις που γίνονται εδώ δεν έχουν νόημα.

Η Αλληλεγγύη, που -παρά μια πλατιά αυτονόμηση της ηγεσία της και τις φιλοκαπιταλιστικές αυταπάτες που κυριαρχούν μέσα της για την ώρα- είναι μια εργατική οργάνωση που διαθέτει μια πολύ δημοκρατική δομή και μια παράδοση αυτοοργάνωσης χωρίς προηγούμενο στον ευρωπαϊκό συνδικαλιστικό χώρο, μπορεί να γίνει η κινητήρια δύναμη μιας τέτοιας μεταρρύθμισης. Αυτό σημαίνει αναμφισβήτητα ότι η εμπειρία που γνωρίζουν οι πολωνοί εργαζόμενοι σήμερα του δρόμου της καπιταλιστικής παλινόρθωσης μπορεί να αφομοιωθεί από αυτούς. Αυτό σημαίνει επίσης μια επιστροφή στις προγραμματικές πηγές του συνδικάτου: Στο πρόγραμμα που υιοθέτησε το πρώτο του Συνέδριο το φθινόπωρο του 1981, που υποστήριζε «μια νέα οικονομική και κοινωνική τάξη που θα συνδέει το σχέδιο, την αυτοδιαχείριση και την αγορά».

Υποστηρίζουμε μια ριζοσπαστική αυτοδιαχειριστική μεταρρύθμιση, γιατί μόνο μια τέτοια μεταρρύθμιση μπορεί να επιτρέψει στην πολωνική οικονομία να βγει από την κρίση και την υπανάπτυξη. Μια τέτοια μεταρρύθμιση δεν μπορεί να εισαχθεί από τα πάνω, με διάταγμα ή και με νόμο που να υιοθετήσουν ομόφωνα οι δύο Βουλές του Κοινοβουλίου. Απαιτεί τη συνειδητή συμμετοχή της πλειοψηφίας των εργαζομένων και των αγροτών και την αυτοοργάνωσή τους.

Εδώ παρουσιάζουμε τα πιο γενικά χαρακτηριστικά μιας τέτοιας μεταρρύθμισης.

1.

Οι επιχειρήσεις πρέπει να διοικούνται από τους εργαζόμενους -μέσα από συμβούλια που να αποτελούνται από εκπροσώπους των τμημάτων και των άλλων μονάδων που υπάρχουν μέσα στην επιχείρηση, οι οποίοι να εκλέγονται μέσα από ελεύθερες εκλογές και να είναι ανακλητοί ανά πάσα στιγμή από τους εκλογείς. Το συμβούλιο της αυτοδιαχείρισης μπορεί να χρησιμοποιήσει διάφορους ειδικούς ή να παραγγείλει μια εργασία εάν το θεωρήσει αναγκαίο για τη δραστηριότητά του. Θα παρουσιάζει στον τύπο της επιχείρησης και σε τακτικές συνελεύσεις (τουλάχιστον μία το μήνα, μέσα στο ωράριο εργασίας) την κατάσταση της επιχείρησης και τον απολογισμό της πραγματοποίησης των στόχων που του ανέθεσαν οι εργαζόμενοι. Ο διευθυντής πρέπει να εκλέγεται και να είναι ανακλητός από το συμβούλιο, δηλαδή θα εξαρτάται από το συμβούλιο. Μόνο έτσι είναι δυνατόν να μπούμε στο δρόμο του μαρασμού του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας (δηλαδή να ξεκινήσει η εξίσωση των διαφορών ανάμεσα στους διαχειριστές και τους διαχειριζόμενους) και να ενδιαφερθεί ο καθένας για το μέλλον της επιχείρησης στην οποία δουλεύει και για την οικονομία στο σύνολό της. Αυτό θα επιτρέψει να απελευθερωθεί η τεράστια κοινωνική ενέργεια που κοιμάται, πράγμα που θα οδηγήσει στην αύξηση της απόδοσης της εργασίας και στη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων.

2.

Η οικονομία είναι ένα σύνολο και οι διαδικασίες που διεξάγονται στο χώρο αυτόν σημαίνουν ένα συνολικό κοινωνικό έλεγχο. Είναι επομένως απαραίτητο να διατεθεί μια οντότητα για τη διεύθυνση των διαδικασιών αυτών. Στην κλίμακα όλης της χώρας, αυτή πρέπει να είναι η Βουλή Αυτοδιαχείρισης, που να αποτελείται από εκπροσώπους των άμεσων παραγωγών εκλεγμένων και ανακλητών από τα συμβούλια της αυτοδιαχείρισης των εργατών, αγροτών και βιοτεχνών. Μια τέτοια Βουλή θα έπρεπε να διαθέτει όλα τα οικονομικά προνόμια της σημερινής Δίαιτας και ιδιαίτερα την υιοθέτηση του κρατικού προϋπολογισμού και του σχεδίου. Το τελευταίο πρέπει να παρουσιάζεται με τη μορφή εναλλακτικών προοπτικών (οι ουσιαστικές αποφάσεις στην οικονομία συμπυκνώνονται σε απλές κοινωνικές και πολιτικές επιλογές: Από ποιόν παίρνουμε και σε ποιόν δίνουμε -τέτοιες αποφάσεις δεν μπορούν να παρθούν πίσω από την πλάτη αυτών από τους οποίους παίρνουμε ή δίνουμε). Το πρώτο καθήκον μιας τέτοιας Βουλής θα έπρεπε να είναι η οργάνωση μιας συζήτησης σε εθνική κλίμακα  πάνω στα προγράμματα εξόδου από την κρίση και η επιλογή ανάμεσα στις προτεινόμενες εναλλακτικές λύσεις.

3.

Η επεξεργασία του οικονομικού σχεδίου θα έπρεπε να γίνεται από τα κάτω, μέσα από το συντονισμό των σχεδίων που επεξεργάζεται η κάθε επιχείρηση στην κλίμακα της περιοχής και των περιφερειακών σχεδίων στην κλίμακα της χώρας. Η συγκεντροποίηση των πόρων δεν μπορεί να αφορά, και αυτό για ένα μεγάλο μεταβατικό διάστημα, παρά τη χρήση ενός μέρους του συνολικού κοινωνικού υπερπροϊόντος. ‘Ενα άλλο μέρος -του οποίου η σημασία θα πρέπει να καθορίζεται από τη Βουλή Αυτοδιαχείρισης για όλες τις επιχειρήσεις- θα παραμένει στη διάθεση των συμβουλίων των επιχειρήσεων, επιτρέποντάς τους να προχωρούν στις απαραίτητες επενδύσεις για τον εκσυγχρονισμό της τεχνολογίας τους. Ο βέλτιστος βαθμός συγκεντροποίησης του κοινωνικού υπερπροϊόντος εξαρτάται πράγματι σε τελευταία ανάλυση από το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και επομένως από την διατήρηση εμπορευματικών σχέσεων μέσα στην οικονομία. Τέλος, ο δημοκρατικός σχεδιασμός δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να συνίσταται σε μια συγκεντρωτική διαχείριση του συνολικού κοινωνικού προϊόντος.

Η επεξεργασία των σχεδίων των επιχειρήσεων πρέπει να γίνεται πάνω στη βάση των γενικών δεικτών (που υιοθετεί η Βουλή της Αυτοδιαχείρισης) για την κατανομή του κοινωνικού υπερπροϊόντος ανάμεσα σε ένα τμήμα που αφιερώνεται στην κατανάλωση των εργαζομένων, σε ένα τμήμα πόρων για κοινωνική κατανάλωση (νοσοκομεία, εκπαίδευση, αστικές συγκοινωνίες, κλπ.), στη συσσώρευση των επιχειρήσεων και στο κεντρικό ταμείο των επενδύσεων. Υιοθετούνται -πάνω στη βάση των παρουσιαζόμενων εναλλακτικών λύσεων- από τα συμβούλια της αυτοδιαχείρισης, αφού πρώτα συζητηθούν από τους  εργαζόμενους. Τα σχέδια των επιχειρήσεων πρέπει έπειτα να συντονιστούν στην κλίμακα των περιοχών και της χώρας, πράγμα που επιτρέπει να εκτιμηθεί a priori ένα μεγάλο τμήμα των υλικών αγαθών και να πραγματοποιηθούν οι επιλογές που επιβάλλονται σε σχέση με το συγκεντροποιημένο τμήμα των πόρων για επένδυση. Οι αποφάσεις για τη χρήση των κεντρικών πόρων για επενδύσεις παίρνονται στο κεντρικό επίπεδο. Αφορούν τη χρηματοδότηση επενδύσεων στις επιλεγμένες επιχειρήσεις. ‘Ολες οι συζητήσεις και οι αποφάσεις αυτές πρέπει να είναι διάφανες, πράγμα που θα περιορίσει τον κίνδυνο να παρθούν λαθεμένες αποφάσεις.

4.

Για να μπορέσει να γίνει μια σοβαρή οικονομική πολιτική και ιδιαίτερα για να μπορέσει να σχεδιαστεί η οικονομική ανάπτυξη, πρέπει να υπάρχει ένα γενικό μέτρο της αξίας. ‘Ενα τέτοιο μέτρο δεν υπάρχει σήμερα στην Πολωνία, γιατί το σύστημα των τιμών δεν αντικατοπτρίζει ούτε τη σχέση προσφοράς και ζήτησης ούτε την ποσότητα ενσωματωμένης εργασίας σε κάθε εμπόρευμα. Πρέπει λοιπόν να δημιουργηθεί ένα τέτοιο μέτρο.

Πώς; Το πιο γενικό μέτρο της αξίας είναι ο χρόνος της ανθρώπινης εργασίας. Από αυτόν είναι επομένως που πρέπει να ξεκινήσουμε. Σε όλες τις παραγωγικές μονάδες οι εργαζόμενοι θα έπρεπε να καθορίσουν πόσος χρόνος εργασίας απαιτεί η ετήσια παραγωγή τους. (‘Ετσι θα έχουμε, σε πρώτη φάση, μια προσέγγιση, που δεν θα παίρνει υπόψη της τις -πολλές- σπατάλες του χρόνου εργασίας μέσα στις επιχειρήσεις, ούτε τις διαφορές στην ειδίκευση. Αυτό αποτελεί ωστόσο ένα λογιστικό μέτρο που είναι κατά πολύ ανώτερο από όλα αυτά που κληροδότησαν τα σαράντα χρόνια γραφειοκρατισμού). Είναι τότε απλό να υπολογιστεί πόσος χρόνος εργασίας ενσωματώνεται σε κάθε προϊόν που φεύγει από την επιχείρηση και πόση είναι η μέση ποσότητα εργασίας που χρειάζεται για την παραγωγή κάθε είδους προϊόντος. Αυτό θεμελιώνει μια καθολική λογιστική. Επιπλέον επιτρέπει να καθοριστεί άμεσα η σύγκριση ανάμεσα στην παραγωγικότητα της εργασίας στις επιχειρήσεις με παρόμοιο κέρδος καθώς και, με βάση αντίστοιχα δεδομένα στο εξωτερικό, να μετρηθεί η απόσταση που χωρίζει την πολωνική βιομηχανία από τις πιο αναπτυγμένες. Η λογιστική σε ώρες εργασίας θα έπρεπε να γίνεται παράλληλα με τη νομισματική λογιστική, πράγμα που επιτρέπει τη σύγκριση της τιμής και της αξίας των εμπορευμάτων και την αντίδραση όταν η ψαλίδα ανάμεσα σε αξία και σε τιμή ανοίγει.

5.

Το σύστημα των τιμών είναι άρρωστο εδώ και πολύ καιρό στην Πολωνία: Οι τιμές δεν έχουν παρά μακρινή σχέση με την ποσότητα ενσωματωμένης εργασίας και με την κοινωνική ζήτηση (από τη φιλελευθεροποίησή τους αντικατοπτρίζουν πάνω κάτω την κατάσταση της ενεργούς ζήτησης, πράγμα που με κανέναν τρόπο δεν αντικατοπτρίζει τις κοινωνικές ανάγκες). Η αλλαγή της δομής των τιμών, εάν αντιστοιχεί στη θέληση του μεγαλύτερου αριθμού, απαιτεί μια βαθιά αλλαγή στη δομή των εισοδημάτων και της αποταμίευσης (του συσσωρευμένου πλούτου). Είναι ο μόνος τρόπος που επιτρέπει να καταπολεμηθεί ο πληθωρισμός. Η δομή των εισοδημάτων θα έπρεπε να στηρίζεται στην προσφορά εργασίας και να είναι μόνο λίγο διαφοροποιημένη (είναι το μόνο μέσον για να ανταποκριθεί στο σύνολο της παραγμένης αξίας). Σε κάθε επιχείρηση πρέπει λοιπόν να υπολογιστεί ο δαπανόμενος χρόνος εργασίας και να διαιρείται με τον αριθμό των μισθωτών με πλήρες ωράριο. Το αποτέλεσμα που έτσι έχουμε θα επιτρέψει να υπολογιστεί πόσο χρόνο εργασίας δαπανά συνολικά η κοινωνία. ‘Επειτα -αλλά είναι ήδη μια πολιτική απόφαση που πρέπει να παρθεί από την εθνική αντιπροσωπεία των παραγωγών- πρέπει να αποφασιστεί το μέρος που αφιερώνεται στην κατανάλωση (ξεκινώντας από την αρχή ότι δεν διαφοροποιείται η κατανάλωση των παραγωγικών εργαζομένων από την κατανάλωση των υπαλλήλων των δημοσίων υπηρεσιών) και το μέρος που χρησιμεύει για συσσώρευση. Τέλος, ξέροντας πόσο είναι το μερίδιο που αφιερώνεται για την κατανάλωση, είναι δυνατόν να αποφασιστεί ποιές διαφορές είναι η κοινωνία έτοιμη να ανεχτεί στην ατομική κατανάλωση -δηλαδή ποιά κοινωνική διαφοροποίηση και σε σχέση με ποιά κριτήρια θεωρείται σαν υποφερτή. Μόνο τέτοιες λειτουργίες θα επιτρέψουν μια ριζική αλλαγή στη δομή των εισοδημάτων -μερικοί θα χάσουν, άλλοι θα κερδίσουν, αλλά το σύστημα που θα επιτευχθεί έτσι θα είναι διάφανο και δίκαιο (δηλαδή θα αντιστοιχεί στην αντίληψη περί κοινωνικής δικαιοσύνης της πλειοψηφίας της κοινωνίας.).

6.

Η εξαφάνιση του πληθωρισμού απαιτεί την τροποποίηση της δομής του κρατικού προϋπολογισμού μέσα από τη μείωση των μη παραγωγικών δαπανών. Για το σκοπό αυτόν πρέπει αμέσως να καταργηθούν όλες οι δαπάνες γοήτρου του κράτους και να μειωθούν ριζικά οι στρατιωτικές δαπάνες καθώς και οι διοικητικές δαπάνες. Απαιτεί επίσης να σταματήσει αμέσως η πληρωμή του εξωτερικού χρέους και να ξεκινήσουν ενέργειες με στόχο τη συγκρότηση μιας συμφωνίας των χρεωμένων χωρών για να απορριφθεί από κοινού το εξωτερικό χρέος. Τέτοιες ενέργειες μπορεί να πετύχουν την υποστήριξη της κοινής γνώμης στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις, όπως δείχνουν οι κινητοποιήσεις υπέρ της κατάργησης του χρέους του τρίτου κόσμου που αναπτύσσονται εκεί. Είναι επίσης αναγκαίο να καταργηθεί το πλεόνασμα συγκεντροποιημένων  ρευστών στην Πολωνία στα χέρια μιας πολύ μικρής μειονότητας του πληθυσμού και που προέρχεται κατά πολύ από αθέμιτες δραστηριότητες. Αυτό σημαίνει την εισαγωγή ενός νέου νομίσματος. Από μια καθορισμένη ημερομηνία εισάγεται μια νέα νομισματική μονάδα και ο κάθε πολίτης παίρνει το αντίτιμο που αντιστοιχεί στο εισόδημά του με βάση τις αποφάσεις που προέρχονται από το μηχανισμό που παρουσιάζεται στο σημείο5. Αυτό επιτρέπει το πάγωμα για ένα διάστημα όλης της αποταμίευσης (το χρήμα χωρίς αντίκρυσμα με τη μορφή εμπορεύματος). Η κλίμακα κάλυψης της αποταμίευσης αυτής θα έπρεπε να αποφασιστεί από την εθνική αντιπροσωπεία των παραγωγών, αλλά η διάρκεια του παγώματος πρέπει να συναρτάται από την ανάπτυξη της παραγωγής αγαθών. Δεν είναι μια πολύ δίκαια λύση -όλοι αυτοί που μπόρεσαν προηγουμένως να μετασχηματίσουν την αποταμίευσή τους σε υλικά αγαθά ή να την μετατρέψουν σε συνάλλαγμα θα έχουν κερδίσει. Αλλά είναι η μόνη δυνατή εάν θέλουμε να δώσουμε μια ριζική λύση στο «χρήμα που καίει».

7.

Μόνο μετά από μια τέτοια ριζική τροποποίηση στη δομή των εισοδημάτων και στην αποταμίευση μπορούμε να αρχίσουμε να μιλάμε για εισαγωγή εμπορευματικών σχέσεων. Αυτές είναι πράγματι αναγκαίες μέσα στο πλαίσιο μια οικονομίας ένδειας -ο μαρασμός τους δεν είναι δυνατός παρά μόνο όταν η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων φτάσει σε ένα επίπεδο που να αρκεί για την εμφάνιση αφθονίας αγαθών. Τέτοια δεν είναι προφανώς η περίπτωση της Πολωνίας σήμερα. Η μερική τους κατάργηση από το Στάλιν ήταν μια ιδιαίτερα επιβλαβής εκδήλωση του γραφειοκρατικού τυχοδιωκτισμού και δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να ταυτιστεί με μια σοσιαλιστική πολιτική. Ωστόσο, η ανοικοδόμηση τέτοιων κοινωνικών σχέσεων δεν μπορεί με τη σειρά της να γίνεται χωρίς προφυλάξεις, εάν θέλουμε να ελαχιστοποιήσουμε το τρομερό κοινωνικό τους κόστος. Η απελευθέρωση των τιμών είναι μια από τις πλευρές αυτές της ανοικοδόμησης. Απαιτεί ορισμένα ελάχιστα αποθέματα και τουλάχιστον ένα επίπεδο παραγωγής που να επιτρέπει την ικανοποίηση των ελάχιστων αναγκών. Σε σχέση με τα κύρια καταναλωτικά αγαθά (χοιρινό και μοσχαρίσιο κρέας, γάλα και γαλακτοκομικά, κλπ.) απέχουμε σήμερα πολύ. Νά γιατί σε μια μεταβατική περίοδο -πριν η παραγωγή των αγαθών αυτών φτάσει ένα ικανοποιητικό επίπεδο (ή που να εμφανιστούν δυνατότητες για εισαγωγές τους), ο βαθμός εισαγωγής εμπορευματικών σχέσεων στη διανομή πρέπει να εξαρτάται από την απόφαση όλων αυτών που θα πρέπει να υποστούν τις συνέπειές τους. Το σύστημα των επιδοτήσεων και του δελτίου των εμπορευμάτων -που θεωρείται σεν μια προσωρινή απόκλιση από τους καθορισμένους κανόνες- μπορεί να είναι σε τέτοιες συνθήκες ένα μικρότερο κακό με την προϋπόθεση ότι η διανομή των αγαθών που δίνονται με δελτίο θα υπόκειται σε αυθεντικό κοινωνικό έλεγχο.

8.

Δύο κριτήρια θα έπρεπε να καθορίζουν τις αποφάσεις σε σχέση με τη χρήση του μέρους του κοινωνικού υπερπροϊόντος που αφιερώνεται στο κεντρικό ταμείο συσσώρευσης και να καθοδηγούν τις επενδυτικές επιλογές των συμβουλίων των επιχειρήσεων. Πρώτον, η συσσώρευση (οι νέες επενδύσεις) πρέπει να χρησιμεύουν για εξοικονόμηση του χρόνου εργασίας. Δεύτερον, οι νέες επενδύσεις πρέπει να χρησιμεύουν κυρίως για την ικανοποίηση των αναγκών των οποίων η μη ικανοποίηση επιβάλλει τη χρήση δελτίου. Η εξοικονόμηση του χρόνου της κοινωνικής εργασίας είναι σε πολλές περιπτώσεις δυνατή ήδη από σήμερα. Γιατί η δομή της απασχόλησης στις επιχειρήσεις είναι το προϊόν πολλών χρόνων προσπαθειών με στόχο την αύξηση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Υπάρχουν υπερβολικά πολλοί επόπτες, ελεγκτές, διοικητικοί υπάλληλοι, των οποίων ο ρόλος συνίσταται κυρίως στο να δημιουργούνται οι συνθήκες για να εξαναγκάζονται οι εργαζόμενοι να αποδέχονται την αυξημένη εκμετάλλευση. Τα συμβούλια αυτοδιαχείρισης σε συνεργασία με τα συνδικάτα θα έπρεπε αμέσως να προσανατολίσουν προς άλλη εργασία μέσα στην επιχείρηση (ή σε συμφωνία με άλλες επιχειρήσεις, στα περίχωρα) όλους αυτούς που απασχολούν πλεονάζοντα πόστα. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τους εργαζομένους στην κρατική και τοπική διοίκηση, που κατά μεγάλο μέρος κάνουν άχρηστη εργασία. Σε μια κατάσταση κρίσης, δεν μπορούμε να έχουμε την πολυτέλεια να διατηρούμε πόστα πλασματικής εργασίας, αλλά υπάρχει εργασία για όλο τον κόσμο! Πρέπει επίσης να περιοριστεί πολύ ο επαγγελματικός στρατός (εισάγοντας στη θέση του την αυτοάμυνα των εργαζομένων -αποθέματα όπλων στις επιχειρήσεις, κάτω από τον έλεγχο των συμβουλίων) καθώς και ο αστυνομικός μηχανισμός, στο ελάχιστο επίπεδο που κρίνεται σαν απαραίτητο. Με τον τρόπο αυτόν θα πετύχουμε μια μεγάλη εφεδρεία εργατικής δύναμης, της οποίας η απασχόληση στην παραγωγή και στις υπηρεσίες (στο όνομα της αρχής του ότι όποιος θέλει και μπορεί να εργαστεί έχει εργασία) θα επιτρέψει αμέσως να περιοριστεί η εβδομάδα εργασίας σε 35 ώρες (ή και λιγότερο). Αυτό θα απελευθερώσει μια τεράστια ενέργεια που ώς τώρα παγώνει από την άρχουσα γραφειοκρατία και θα επιτρέψει μια γρήγορη αύξηση της παραγωγής και του εθνικού εισοδήματος.

***

Η συνείδηση του ότι είναι κανείς ένας πολίτης που απολαμβάνει την ολότητα των δικαιωμάτων του, που συμμετέχει πραγματικά στον ορισμό της κοινωνικής ζωής και στην οικονομική ανάπτυξη είναι καθοριστικός παράγοντας για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και για την απελευθέρωση της κοινωνικής ενέργειας. Αρκεί να θυμηθούμε τον ενθουσιασμό και τη γενναιοδωρία που βασίλευε τον Αύγουστο του 1980 στις επιχειρήσεις υπό κατάληψη, να θυμηθούμε ώς ποιό βαθμό η συνείδηση ότι πολλά εξαρτώνται από τη συμπεριφορά του καθένα απελευθέρωσε στον κάθε απεργό ό,τι είχε το καλύτερο, για να πειστούμε. Ο καθένας να γίνει το υποκείμενο αντί να υψώνονται στη θέση αυτή μόνο μερικά άτομα στην τύχη, αυτός είναι ο στόχος για τον οποίο αξίζει να αγωνιστούμε.

Jan Malewski

Μετάφραση: Τάσου Γαλανού


Σπάρτακος 29, Μάρτης 1991

Αρχείο Σπάρτακου


https://wp.me/p6Uul6-sP

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s