Πουτινισμός: μια νέα μορφή φασισμού;

Ilya Boudraitskis

Πουτινισμός:

Μια νέα μορφή φασισμού;

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν βρίσκεται στην εξουσία στη Ρωσία εδώ και 26 χρόνια, είτε ως πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας είτε ως πρωθυπουργός της. Η κυριαρχία του έχει πάρει όλο και πιο αυταρχικές μορφές, ιδιαίτερα μετά την εισβολή στην Ουκρανία στις αρχές του 2022. Πώς μπορούμε άραγε να χαρακτηρίσουμε σήμερα τον πουτινισμό; Ο Ρώσος ερευνητής και ακτιβιστής Ιλύα Μπουντράϊτσκις, που σήμερα βρίσκεται σε εξορία, προτείνει εδώ να εξετάσουμε τη δικτατορία του Πούτιν με βάση την κατηγορία του φασισμού.

του Ilya Boudraitskis

Μετάφραση ΤΠΤ – “4” από το: Contretemps, 16/3/2026

Μετά τις 24 Φεβρουαρίου 2022, όταν η Ρωσία του Πούτιν ξεκίνησε μια μεγάλης κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία, ο κόσμος δεν βρέθηκε απλώς απέναντι σε μια αμφισβήτηση της δυτικής γεωπολιτικής ηγεμονίας. Πίσω από την επιθετική πολιτική του Κρεμλίνου κρυβόταν μια λογική που παραπέμπει στην κλασική ιμπεριαλιστική ιδεολογία, σύμφωνα με την οποία οι σχέσεις μεταξύ των χωρών υπακούουν αποκλειστικά στον νόμο του ισχυρότερου. Στις ομιλίες του, ο Βλαντιμίρ Πούτιν επέκρινε τις αμερικανικές στρατιωτικές επεμβάσεις στο Ιράκ ή στο Αφγανιστάν, αλλά αυτό που αμφισβητούσε κυρίως ήταν η αξίωση της Ουάσιγκτον να κατέχει εκείνη αποκλειστικά το δικαίωμα σε αυτοκρατορικές επεμβάσεις, σε επέκταση της σφαίρας επιρροής της και σε καταδίκη των άλλων δυνάμεων που τολμούν να κάνουν το ίδιο. Η πρόκλησή του προς τη Δύση συνοψιζόταν, λοιπόν, στην καταγγελία της αμερικανικής «υποκρισίας»: γιατί ορισμένοι θα είχαν το δικαίωμα να κάνουν αυτό που απαγορεύεται στους άλλους;

Αυτό που, σύμφωνα με τον Πούτιν, αποτελούσε προηγουμένως αποκλειστικό προνόμιο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού θα έπρεπε πλέον να γίνει ο μοναδικός και αναγνωρισμένος νόμος της διεθνούς πολιτικής1. Στην κοσμοθεωρία του, μόνο ορισμένα κράτη προορίζονται «οργανικά» να είναι αυτοκρατορίες, προικισμένα με «κυρίαρχη» ικανότητα να κάνουν πόλεμο, ενώ τα άλλα είναι καταδικασμένα να είναι απλώς «αποικίες», αντικείμενα προς έλεγχο και κατάκτηση. Το δικαίωμα αυτών των «κυρίαρχων» κρατών να ασκούν αυθαίρετη εξουσία στο εξωτερικό τους αντιστοιχεί και στο δικαίωμά τους να ασκούν αυθαίρετη εξουσία στο εσωτερικό τους: αν, πίσω από κάθε δικαίωμα, υπάρχει τελικά μόνο η γυμνή βία, τότε τα ανθρώπινα δικαιώματα ή το δικαίωμα σε δημοκρατική εκπροσώπηση εξαρτώνται επίσης από τη βία -και δεν είναι επομένως παρά ένα όπλο στην υπηρεσία της εξωτερικής επιρροής.

Από αυτή την αυτοκρατορική λογική απορρέει αναπόφευκτα και μια αντεπαναστατική και αντιδημοκρατική στάση στις ρωσικές ελίτ: όλες οι διαμαρτυρίες και όλες οι εξεγέρσεις θα ήταν πάντα χειραγωγούμενες από το εξωτερικό και από εχθρικές δυνάμεις, από την αμφισβήτηση της ρωσικής αντιπολίτευσης το 2011 μέχρι την Αραβική Άνοιξη, και μέχρι την Ρωσική Επανάσταση του 1917, την οποία ο Πούτιν την θεωρεί επίσης ως το προϊόν της δραστηριότητας ξένων μυστικών υπηρεσιών2. Είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς ότι αυτό το ιδεολογικό σχήμα εξομοιώνει τα κράτη με άτομα, που σε μια κοινωνία της αγοράς εμπλέκονται εξίσου σε έναν διαρκή αγώνα για επιτυχία, κυριαρχία και αναγνώριση.

Ο ίδιος «φυσικός» νόμος διέπει τα κράτη, τις εθνικές κοινότητες και την ανθρώπινη ζωή των ατόμων: ή διεκδικείτε το δικαίωμά σας να υπάρχετε σε βάρος των άλλων, ή αλλιώς θα γίνετε το θύμα αυτού του αγώνα. Στη σημερινή Ρωσία του Πούτιν, η ιδεολογία αυτή από ρητορεία έχει οριστικά μετατραπεί σε πρακτική εξουσίας: δεν στηρίζεται μόνο σε αντιδραστικές ή σοβινιστικές ιδέες, που υπάρχουν σε ένα τμήμα της ρωσικής κοινωνίας, αλλά και στο νεοφιλελεύθερο ορθολογισμό της αγοράς που κυριαρχεί. Κατατετμημένη σε άτομα, ξεχωριστά και αντιμαχόμενα, μια τέτοια κοινωνία γίνεται εύπλαστο υλικό στα χέρια των ελίτ και αποδέχεται τη δική της αδυναμία -την ανικανότητά της να δράσει αλληλέγγυα- ως συνέπεια ενός υποτιθέμενα αμετάβλητου ιστορικού πεπρωμένου και, “οργανικών” και αδιαμφισβήτητων, νόμων που διέπουν την κοινωνική ζωή.

Η εισβολή στην Ουκρανία επικύρωσε οριστικά στη Ρωσία του Πούτιν έναν αδιάσπαστο δεσμό μεταξύ εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής: η μία είναι η αναπόφευκτη συνέχεια της άλλης. Ο πόλεμος ξεκίνησε τη μεταμόρφωση του ρωσικού καθεστώτος σε μια νέα, ποιοτικά διαφορετική, μορφή -μια δικτατορία-, όπου κάθε δημόσια έκφραση που διαφέρει από την επίσημη γραμμή γίνεται έγκλημα, και όπου κάθε απόπειρα συλλογικής δράσης εξομοιώνεται με προδοσία του έθνους-κράτους. Αυτή η συνύπαρξη ενός κλίματος φόβου και υποταγής και σοβινισμού μαζί με ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, καθώς και η πλήρης ταύτιση της εθνικής βούλησης με τις αποφάσεις του αυταρχικού ηγέτη, οδήγησαν πολλούς ανθρώπους, κατά τους τελευταίους μήνες, να συγκρίνουν τη Ρωσία του Πούτιν -δικαίως, κατά τη γνώμη μου- με τον φασισμό.

Πρέπει να χρησιμοποιούμε τη λέξη «φασισμός»;

Ωστόσο, όταν επικαλούμαστε αυτή την επικίνδυνη «λέξη που αρχίζει από Φ» στην κοινωνική ανάλυση, πρέπει να διευκρινιστεί το πώς να τη χρησιμοποιούμε και πώς να μην τη χρησιμοποιούμε. Πρώτον, δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε τον όρο «φασισμός» ως συνώνυμο ενός απόλυτου κακού ενάντια στο οποίο θα έπρεπε να ενωθεί ο «ελεύθερος κόσμος». Αυτή η ηθικοποίηση του φασισμού δεν είναι παρά μια επιστροφή στις δυαδικότητες του ψυχρού πολέμου, όπου ο σοβιετικός κομμουνισμός θα αντικαθίστατο μηχανιστικά από τον «φασισμό του Πούτιν» ως εξωτερικό εχθρό της Δύσης.

Δεύτερον, μια ανάλυση του σύγχρονου φασισμού στη Ρωσία (όπως και των φασιστικών τάσεων εκτός Ρωσίας) δεν πρέπει να βασίζεται σε υποθετικές ιστορικές αναλογίες. Πρέπει να θυμόμαστε ότι η άνθηση του φασισμού κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα καθορίστηκε από ένα συνδυασμό μοναδικών ιστορικών συνθηκών, και ότι η ιδεολογία του ήταν αντιφατική και εκλεκτική. Με αυτή την έννοια, μπορούμε να επαναλάβουμε την πιο κάτω παρατήρηση του Pierre-André Taguieff, που διατυπώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990: “Ούτε ο «φασισμός» ούτε ο «ρατσισμός» δε θα μας κάνουν τη χάρη να επιστρέψουν σε μια μορφή που θα ήταν εύκολα αναγνωρίσιμοι. Αν η επαγρύπνηση ήταν απλώς ένα παιχνίδι αναγνώρισης κάτι ήδη γνωστού, το πρόβλημα θα ήταν απλώς θέμα μνήμης. Η επαγρύπνηση θα ήταν απλώς ένα κοινωνικό παιχνίδι αναμνήσεων και ταύτισης μέσω αναγνώρισης, δηλαδή μια παρηγορητική αυταπάτη μιας αμετάβλητης ιστορίας γεμάτης γεγονότα που ανταποκρίνονται στις προσδοκίες ή στους φόβους μας”3.

Τέλος -και αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό- η εφαρμογή της έννοιας του φασισμού στο σημερινό ρωσικό καθεστώς δεν πρέπει να οδηγήσει σε εξωτικές αντιλήψεις, όπως το να θεωρηθεί πως η «φασικοποίηση» της μετασοβιετικής Ρωσίας θα αποτελούσε μια μοναδικότητα που θα ήταν προκαθορισμένη από μια ιδιαίτερη εθνική ιστορία. Αντίθετα, ο χαρακτηρισμός του καθεστώτος του Πούτιν ως φασιστικού πρέπει να μας βοηθήσει να διακρίνουμε τα κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ των διαφόρων ακροδεξιών ρευμάτων που προέκυψαν από την κρίση της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής τάξης. Είμαι πεπεισμένος ότι ο χαρακτηρισμός της Ρωσίας ως φασιστικής δικαιολογείται μόνο αν ιδωθεί ως ανησυχητικό σημάδι παγκόσμιων τάσεων που ενδέχεται να οδηγήσουν σε παρόμοια καθεστώτα σε διεθνές επίπεδο -συμπεριλαμβανομένου του δυτικού κόσμου. Σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά τον βάναυσο πόλεμο του Πούτιν κατά της Ουκρανίας, είναι σαφές ότι αυτή η φασιστική πλευρά της διεθνούς πολιτικής δεν αποτελεί πλέον μεμονωμένο φαινόμενο. Η επιθετικότητα του αυταρχικού Αζερμπαϊτζάν το 2023, η οποία κατέληξε σε εκτεταμένη εθνοκάθαρση του αρμενικού πληθυσμού του Καραμπάχ· η γενοκτονική στρατιωτική επιχείρηση του Ισραήλ στη Γάζα· και, τέλος, οι πρόσφατες ενέργειες του Τραμπ στη Βενεζουέλα: όλα αυτά δείχνουν σαφώς ότι το δίκαιο του πιο ισχυρού τείνει να γίνει ο νέος νόμος στην παγκόσμια πολιτική. Όλα αυτά μας οδηγούν αναπόφευκτα στην ανάγκη να επανεξετάσουμε το φαινόμενο του φασισμού και να κατανοήσουμε τη ειδική εξέλιξη του καθεστώτος του Πούτιν ως αναπόσπαστο τμήμα του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.

Ορισμός του φασισμού: δόγμα, κίνημα ή καθεστώς;

Στην εκτενή ιστορική και πολιτικοφιλοσοφική βιβλιογραφία για τον φασισμό, μπορούν να διακριθούν τρεις προσεγγίσεις:

  1. η πρώτη τον θεωρεί πρωτίστως ως ιδεολογία (ή μάλλον ως σύνολο ιδεολογικών χαρακτηριστικών)·
  2. η δεύτερη ως ριζοσπαστικό μαζικό κίνημα·
  3. η τρίτη ως ένα ιδιαίτερο είδος κυριαρχίας, μια θεμελιωδώς νέα μορφή πολιτικού καθεστώτος και, γενικότερα, κοινωνικής εξουσίας.

Έτσι, ο περίφημος ορισμός του ιστορικού Roger Griffin (1948) -ο φασισμός ως μορφή «υπερεθνικιστικής παλιγγενεσίας», δηλαδή βασισμένος στον μύθο μιας αναγεννητικής αναζωογόνησης του έθνους- θέλει να ορίσει τον φασισμό με κανονιστικό τρόπο, κατασκευάζοντας έναν «ιδεώδη τύπο » που τον διακρίνει από άλλες αυταρχικές μορφές. Ο φασισμός, σύμφωνα με τον Griffin, συνδέεται πάντα με χαρακτηριστικά όπως: αναβίωση της χαμένης μεγαλοπρέπειας του έθνους· επαναστατική απόρριψη των προηγούμενων μορφών νομιμοποίησης· καλλιέργεια μιας οργανικής ιδέας της εθνικής κοινότητας· οργάνωση μαζικών κινητοποιήσεων για να επιβληθεί η τάξη τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Οι πρόσφατες συζητήσεις σχετικά με το αν το καθεστώς του Πούτιν είναι φασιστικό ή όχι δείχνουν σαφώς τα όρια αυτής της προσέγγισης.

Ο Timothy Snyder (1969), για παράδειγμα, επιδιώκει να αναδείξει τα ιδεολογικά θεμέλια του σημερινού ρωσικού καθεστώτος4. Όμως, κάνοντάς το αυτό, υπερβάλλει στην επιρροή που άσκησαν στον Πούτιν τα βιβλία του Ivan Ilyin (1883-1954), ιδεολόγου των αντιεπαναστατικών λευκών μεταναστών στις δεκαετίες του 1920 και του 1930. Πιστεύει επίσης ότι διακρίνει στη μιλιταριστική ρητορική του Ρώσου προέδρου μια «λατρεία του θανάτου» συγκρίσιμη με εκείνη του ρουμάνου φασίστα ηγέτη της μεσοπολεμικής περιόδου Corneliu Zelea Codreanu (1899-1938). Οι επικριτές του, αντίθετα, υπογραμμίζουν ότι το κράτος του Πούτιν δεν στηρίζεται, όπως ο «κλασικός φασισμός», σε μια ιδεολογικά υποκινούμενη μαζική κινητοποίηση5.

Προφανώς, ένας κανονιστικός ορισμός του φασισμού, βασισμένος στην παρουσία ή την απουσία συγκεκριμένων χαρακτηριστικών, αποσπά την προσοχή από την ανάλυση του ίδιου του καθεστώτος και της ιστορικής του εξέλιξης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, κατά τη διάρκεια της εισβολής στην Ουκρανία, ο Πούτιν ανέπτυξε στις ομιλίες του ένα περίτεχνο ιδεολογικό πρόγραμμα, και αυτό έδωσε στη ρωσική προπαγάνδα ένα εξαιρετικά αντιδραστικό πλαίσιο. Ωστόσο, όταν ο Πούτιν είχε αναλάβει την εξουσία πριν από είκοσι χρόνια, δεν ήταν προφανώς άνθρωπος με ιδεολογία, και οι συγκεκριμένες πολιτικές του δεν καθοδηγήθηκαν από την υιοθέτηση κάποιου ιδιαίτερου δόγματος.

Θα μπορούσε περισσότερο να ειπωθεί ότι οι απόψεις του διαμορφώθηκαν ως σύνθεση «πρακτικών αληθειών» που αφομοίωσε κατά τη διάρκεια των δομικών θέσεων που κατέλαβε. Τα πρώτα του χρόνια, μέσα από τις σοβιετικές υπηρεσίες ασφαλείας, τον οδήγησαν σε μια συνωμοσιολογική αντίληψη. Ο ρόλος του στη διαδικασία ιδιωτικοποιήσεων, ως αναπληρωτής δήμαρχος της Αγίας Πετρούπολης τη δεκαετία του 1990, του έδωσε την ηθική της βίας και της ωμής κυριαρχίας, την τόχο χαρακτηριστική των (ημι-)εγκληματικών και μαφιόζικων κύκλων με τους οποίους ήταν στενά συνδεδεμένος. Τέλος, τα πολλά χρόνια που πέρασε στην εξουσία ως αδιαμφισβήτητος αυταρχικός ηγέτης του ενστάλαξαν μια μεσσιανική αντίληψη για το πεπρωμένο: για την αποκατάσταση της χαμένης γεωπολιτικής ισχύος της Ρωσίας. Δεν είναι μια ιδεολογία που καθόρισε την πρακτική του· είναι η πρακτική του που τον ανάγκασε να αφομοιώσει διάφορες «αλήθειες» που τις θεωρεί αυτονόητες. Οι αναφορές του σε αντιδραστικούς στοχαστές, που τις ενσωματώνει προσεκτικά στις ομιλίες του, δεν κάνουν παρά να επιβεβαιώνουν τα συμπεράσματα που αντλεί από την εμπειρία του.

Οι αντιφάσεις και οι ρήξεις αυτής της ιδεολογίας καθορίζονται από τον χαρακτήρα της ως υλικής πρακτικής, για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του του Αλτουσέρ (1918-1990). Αυτή η έννοια μιας ιδεολογίας που καθορίζεται από την πρακτική της εξουσίας ισχύει για τον φασισμό ως ιστορικό φαινόμενο γενικά. Ο ιστορικός Robert Owen Paxton (1932) δείχνει, για παράδειγμα, πόσο διαφοροποιούνται οι διακηρύξεις των φασιστικών κινημάτων από τις πρακτικές των φασιστών ηγετών στην εξουσία6.

Οι διακηρύξεις αυτές δεν αποτελούσαν συνεκτικό σύνολο: περισσότερο συνίσταντο σε ένα αυθαίρετο σύνολο συνθημάτων που απευθύνονταν σε διάφορες κοινωνικές ομάδες και μεταβάλλονταν ανάλογα με τη συγκυρία του πολιτικού αγώνα. Ακόμα χειρότερα: αυτός ο ιδεολογικός εκλεκτισμός του φασισμού αναγορεύτηκε σε αρχή: οι φασίστες ηγέτες δεν έπαυαν να επαναλαμβάνουν ότι αυτοί στηρίζονταν στην ίδια τη «ζωή » και όχι σε άγονες δοξασίες. Για αυτούς, «η θεωρία είναι φυλακή», σύμφωνα με τη διάσημη ρήση του Μπενίτο Μουσολίνι.

Το πραγματικό πρόγραμμα του φασισμού αποκαλύπτεται κυρίως στις πρακτικές του καθεστώτος τους, οι οποίες δεν ήταν ποτέ απλώς η επέκταση του φασισμού ως κινήματος για την κατάκτηση της εξουσίας. Όπως επισημαίνει ο Paxton, τα φασιστικά καθεστώτα της Γερμανίας και της Ιταλίας αποτελούσαν μια περίπλοκη σύνθεση μεταξύ ολοκληρωτικών κομμάτων, του παλαιού κρατικού μηχανισμού7 και της λογικής των παραδοσιακών ελίτ (στρατός, γραφειοκρατία, Εκκλησία, κ.λπ.), σχηματίζοντας ένα είδος «διπλού κράτους». Η σύνθεση αυτή δεν έγινε ποτέ μονολιθική· οι κρίσεις των φασιστικών καθεστώτων πυροδοτήθηκαν πάντα από τις εσωτερικές τους αντιφάσεις. Στη συνωμοσία του 1944 εναντίον του Χίτλερ συμμετείχαν εξέχοντα μέλη της στρατιωτικής ελίτ· η πτώση του Μουσολίνι το 1943 ενορχηστρώθηκε από τον κύκλο του βασιλιά Βίκτωρ Εμμανουήλ (καθώς και από ορισμένες φατρίες της φασιστικής ηγεσίας), που μέχρι τότε αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα του καθεστώτος.

Ερευνητές για τους οποίους ο φασισμός αντιπροσωπεύει πρωτίστως ένα μαζικό κίνημα (για παράδειγμα ο Ernst Nolte, 1923-2016) τον ερμήνευσαν ως μια αντιδραστική δύναμη απέναντι στην επαναστατική απειλή του οργανωμένου εργατικού κινήματος και των σοσιαλιστικών κομμάτων, για να αντικαταστήσει ένα παλιό αστικό κράτος ανίκανο να αμυνθεί από μόνο του. Είναι αδύνατο να αρνηθεί κανείς τον αντεπαναστατικό αυτόν προσανατολισμό. Στην Ιταλία των αρχών της δεκαετίας του 1920, για παράδειγμα, ο φασισμός ήρθε ως άμεση βίαιη αντίδραση σε ένα μαζικό κίνημα απεργιών και στη αυθόρμητη δημιουργία εργατικών σοβιέτ σε κρίσιμα βιομηχανικά κέντρα. Αλλά η άνοδος του Μουσολίνι και του Χίτλερ στην εξουσία δεν θα ήταν δυνατή αν η παραδοσιακή ελίτ δεν είχε αποφασίσει συλλογικά να τους υποστηρίξει. Όπου οι άρχουσες τάξεις δεν είδαν την ανάγκη για φασιστική αλλαγή -στη Γαλλία, στη Μεγάλη Βρετανία ή στη Ρουμανία- τα φασιστικά κινήματα, παρά τις προοπτικές ανάπτυξής τους τη δεκαετία του 1930, τελικά ηττήθηκαν.

Μπορούμε λοιπόν να συμφωνήσουμε απόλυτα με τη δήλωση του Ουκρανού πολιτικού επιστήμονα, που ζει στις Ηνωμένες Πολιτείες, του Alexander J. Motyl (1953): «το κλειδί για να κατανοήσουμε τι είναι ο φασισμός βρίσκεται ίσως στην κατανόηση του τι είναι ένα φασιστικό καθεστώς»8. Αν, όπως έγραφε ο Merleau-Ponty (1908-1961), «οι επαναστάσεις είναι αληθείς ως κινήματα και ψευδείς ως καθεστώτα»9, θα μπορούσαμε να πούμε το ακριβές αντίστροφο για τον φασισμό: η σημασία και οι στόχοι του αποκαλύπτονται ακριβώς ως καθεστώς κρατικής εξουσίας, ενώ υπό τη μορφή ιδεολογίας ή κινήματος, τα χαρακτηριστικά του είναι ελλιπή και παραπλανητικά.

Ο σημερινός φασισμός προέρχεται από τα πάνω

Ο ορισμός του φασισμού ως καθεστώτος, του οποίου τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά ή η προϋπάρχουσα ύπαρξη ενός μαζικού κινήματος είναι δευτερεύοντα και όχι αναγκαστικά, μας επιτρέπει να έχουμε μια πιο καθολική εικόνα του φαινομένου. Σε μια τέτοια προσέγγιση, ο φασισμός δεν είναι μια παράλογη απόκλιση από την ορθολογική πορεία του δυτικού πολιτισμού (όπως συχνά το θεωρούν οι φιλελεύθεροι ερευνητές), αλλά ένα φαινόμενο που απορρέει άμεσα από την ίδια τη φύση της κοινωνίας της αγοράς.

Αυτή η θέση διατυπώθηκε με τη μεγαλύτερη σαφήνεια από τον Karl Polanyi (1886-1964), ο οποίος, στο La Grande Transformation, έβλεπε στον φασισμό την προσδοκία για την τελική νίκη της καπιταλιστικής λογικής επί κάθε μορφής αυτοοργάνωσης και κοινωνικής αλληλεγγύης10. Ο στόχος του φασισμού, σύμφωνα με τον Πολάνυι, ήταν η πλήρης κοινωνική ατομικοποίηση και η διάλυση του ατόμου μέσα στην ίδια την παραγωγική μηχανή. Ο φασισμός θα ήταν, έτσι, κάτι βαθύτερο από μια αντίδραση στον κίνδυνο των αντικαπιταλιστικών επαναστατικών κινημάτων «από κάτω». Θα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με την τελική εδραίωση της κυριαρχίας της οικονομίας πάνω στην κοινωνία. Ο στόχος του δεν θα ήταν μόνο η καταστροφή των εργατικών κομμάτων, αλλά και κάθε μορφής δημοκρατικού ελέγχου που προέρχεται από τα κάτω.

Ο Καρλ Πολάνυι περιέγραφε τον φασισμό όχι ως «κίνημα», αλλά ως μια ανατροπή -ή ακόμη και ως ένα πραξικόπημα-, δηλαδή ως μια συναίνεση των ελίτ σε απάντηση στην οικονομική κρίση, με σκοπό να αποτελέσει μια εναλλακτική λύση έναντι του σοσιαλισμού. Όμως, σε αντίθεση με μια γνωστή θέση της Κομιντέρν, η απάντηση αυτή, σύμφωνα με τον Πολάνυι, δεν έρχεται ως άμεση αντίδραση στον κίνδυνο κοινωνικής επανάστασης: βρίσκεται βαθιά ριζωμένη στην ίδια τη φύση της βιομηχανικής κοινωνίας, με την ουσιαστική της αντίφαση ανάμεσα στην καπιταλιστική αγορά και στη δημοκρατία. Ο φασισμός αντιπροσωπεύει έτσι μια ριζική λύση αυτής της εγγενούς αντίφασης («διπλής κίνησης», σύμφωνα με τα λόγια του Πολάνυι), μέσω ενός επαναπροσδιορισμού της «ανθρώπινης φύσης» που στηρίζεται στην συθέμελη άρνηση της ενότητας της ανθρωπότητας.

Στην ανάλυσή του, ο Καρλ Πολάνυι υπογράμμιζε το ότι μια «φασιστική κατάσταση μοιάζει με μια επαναστατική κατάσταση» και ότι αυτό το «χτύπημα» των ελίτ δεν είναι δυνατό παρά μόνο «σε μια σύνθετη κρίση των δημοκρατικών θεσμών». Ο φασισμός αναπτύσσεται, λοιπόν, σε μια περίοδο παγκόσμιας οικονομικής και πολιτικής κρίσης, όταν η αντίφαση ανάμεσα στα συμφέροντα της κοινωνίας και στα συμφέροντα της αγοράς γίνεται τόσο οξεία που δεν είναι πλέον δυνατή καμία προσωρινή ισορροπία. Για τον Καρλ Πολάνυι, η φασιστική στροφή ήταν μια άμεση συνέπεια της Μεγάλης Ύφεσης, την οποία θεωρούσε ως το τέλος του αγοραίου πολιτισμού του 19ου αιώνα.

Η σημερινή κρίση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού δημιουργεί παρόμοιες αντιφάσεις και μια πολιτική τάση προς έναν φασισμό που επιβάλλεται από τα πάνω, ως λύση για να επιβληθεί μια τάξη σε ένα σύστημα σε κρίση. Φυσικά, αυτή η τάση δεν αναπτύσσεται ούτε ομοιόμορφα ούτε ταυτόχρονα παντού, καθώς η άνιση και συνδυασμένη ανάπτυξη του παγκόσμιου καπιταλισμού και οι κρίσεις του δεν παράγουν ομοιογενή χρονικότητα. Για διάφορους δομικούς λόγους, η Ρωσία κατέστη ο «αδύναμος κρίκος» αυτής της εποχής κρίσης, ωθώντας τον Πούτιν να εγκαταλείψει τη κατευθυνόμενη δημοκρατία υπέρ ενός φασισμού.

Αυτή η μεταμόρφωση του καθεστώτος συνοδεύτηκε από την καταστροφή όλων των πολιτικών θεσμών που θα ήταν σε θέση να μεσολαβούν στην άμεση επιβολή της βούλησης του ηγέτη. Στη σημερινή Ρωσία, δεν υπάρχει πλέον «πολιτικό κράτος» με την έννοια ότι ένα δικαστήριο, ένα κοινοβούλιο ή μια τοπική κυβέρνηση θα διέθετε κάποια σχετική αυτονομία. Όλοι οι θεσμοί εκτελούν διαταγές που έρχονται από ψηλά.

Αυτή η πλήρης υποταγή των κρατικών θεσμών στη «βούληση του κυρίαρχου» ήταν χαρακτηριστική του χιτλερικού καθεστώτος. Είναι γνωστό ότι ένα από τα πρώτα διατάγματα του Χίτλερ, μόλις ανέλαβε την εξουσία, ήταν η κήρυξη «κατάστασης έκτακτης ανάγκης» -δηλαδή, σύμφωνα με τον περίφημο ορισμό του Carl Schmitt (1888-1985), ενός «νόμου που καταργεί όλους τους άλλους νόμους»-, η οποία παρέμεινε σε ισχύ μέχρι την κατάρρευση του ναζισμού το 1945. Τη διάβρωση των δημοκρατικών θεσμών και στοιχεία της «κατάστασης έκτακτης ανάγκης» τα βλέπουμε και σήμερα σε καθεστώτα όπως αυτά του Ναρέντρα Μόντι στην Ινδία, του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Τουρκία ή του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία. Ωστόσο, σε αντίθεση με τη Ρωσία του Πούτιν, αυτά τα καθεστώτα εκφράζουν περισσότερο μια φασίζουσα δυναμική παρά μια ήδη ολοκληρωμένη μεταμόρφωση: εξακολουθεί να υπάρχει μια μερική αυτονομία της κοινωνίας και των θεσμών.

Οι πολιτικές της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ από τις αρχές του 2025 περιέχουν σαφώς στοιχεία μιας τέτοιας «κατάστασης έκτακτης ανάγκης» που αποσκοπεί στη ριζική μεταμόρφωση του αμερικανικού πολιτικού συστήματος. Χωρίς να στηρίζεται σε ένα μαζικό κίνημα, ο Τραμπ χρησιμοποιεί τα εργαλεία του κρατικού μηχανισμού, για να καταστείλει την αντιπολίτευση, να περιορίσει τα θεμελιώδη δημοκρατικά δικαιώματα και να εκφοβίσει την κοινωνία, ενισχύοντας κατασταλτικούς θεσμούς όπως το ICE. Ο τραμπισμός, έχοντας κατακτήσει τους μοχλούς της κρατικής εξουσίας, διαφέρει ριζικά από την πρώτη θητεία του Τραμπ· μπορεί να θεωρηθεί ως μια απόπειρα φασιστικοποίησης από τα πάνω. Ωστόσο, ο Τραμπ εξακολουθεί να προσκρούει στα όρια του αμερικανικού φιλελεύθερου πολιτικού συστήματος (ακόμα και στα ομοσπονδιακά του θεμέλια), αναγκάζεται να παίρνει υπόψη του την εκλογική του απήχηση και προσκρούει σε ενεργή αντίσταση από ένα τμήμα της κοινωνίας.

Όπως θα δούμε παρακάτω, ο Πούτιν είχε πολύ περισσότερο χρόνο για να καταστρέψει μεθοδικά την αλληλεγγύη στη ρωσική κοινωνία καθώς και τα αδύναμα στοιχεία μιας δημοκρατικής κουλτούρας. Η Ρωσία του Πούτιν αντιπροσωπεύει λοιπόν σήμερα την πιο ολοκληρωμένη μορφή αυτής της διαδικασίας -σε αντίθεση με την Αμερική του Τραμπ, της οποίας η μετάβαση παραμένει επικίνδυνη και απρόβλεπτη.

Ατομικοποίηση και αποπολιτικοποίηση της κοινωνίας

Για να χαρακτηριστούν φασιστικές, τέτοιες κοινωνίες -ακόμη και με ακροδεξιές κυβερνήσεις- πρέπει να υποστούν ποιοτική μεταμόρφωση. Η Hannah Arendt (1906-1975) φωτίζει το βάθος αυτής της μεταμόρφωσης στο “Οι ρίζες του ολοκληρωτισμού. Τα συμπεράσματά της είναι παρόμοια με αυτά του Πολάνι11, αν και από διαφορετική θεωρητική προοπτική. Υποστηρίζει ότι ο φασισμός δεν έχει άμεση σχέση με τις προηγούμενες πνευματικές παραδόσεις και ότι δεν αποτελεί πολιτικό αλλά κοινωνικό φαινόμενο: είναι το ακραίο αποκορύφωμα κρίσιμων τάσεων της νεωτερικότητας -ατομικοποίηση της κοινωνίας και καταστροφή κάθε μορφής δημόσιας ζωής.

Για την Αρέντ, η ουσία μιας φασιστικής ολοκληρωτικής κοινωνίας δεν έγκειται στην ανάμειξη της πολιτικής σε ολόκληρη την κοινωνική ζωή, αλλά σε μια απόλυτη αποπολιτικοποίηση, δηλαδή στην εξαφάνιση κάθε έννοιας «κοινού συμφέροντος». Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν κατέλαβε με αξιοσημείωτη ακρίβεια αυτή την παθητική λειτουργία απο-κινητοποίησης του φασισμού.

Στο συμπέρασμα του «Το έργο τέχνης στην εποχή της τεχνικής αναπαραγωγής του»12, γράφει ότι ο φασισμός «αισθητικοποιεί την πολιτική»: μετατρέπει τα άτομα σε γοητευμένους θεατές, αποξενωμένους καταναλωτές μιας πολιτικής που έχει μετατραπεί σε θέαμα· ενώ ο κομμουνισμός, αντίθετα, «πολιτικοποιεί την αισθητική», μετατρέποντας το πολιτιστικό θέαμα σε χώρο άμεσης δημιουργικής συμμετοχής των μαζών. Το φασιστικό θέαμα έχει έτσι έναν αποκλειστικά ιεραρχικό χαρακτήρα: είναι μια δικτατορική παραγωγή στην οποία ο καθένας πρέπει να παίζει τον ρόλο που του έχει ανατεθεί, με τη μέγιστη πειθαρχία και υπακοή.

Στη Ρωσία, η κατάσταση αυτή συμβολίζεται σήμερα από τις «δημόσιες εκδηλώσεις αλληλεγγύης» που ενορχηστρώνει το κράτος με το ρωσικό στρατό: για παράδειγμα, μισθωτοί του δημόσιου τομέα και φοιτητές παραταγμένοι έτσι ώστε να σχηματίζουν το γράμμα Ζ, το θλιβερό έμβλημα της ρωσικής επιθετικότητας. Αυτό το πολιτικό θέαμα είναι καθαρά κατακόρυφο· δεν αφήνει χώρο σε καμία πρωτοβουλία που να προέρχεται από τα κάτω, ούτε καν φασιστική. Σε τέσσερα χρόνια πολέμου, το ρωσικό καθεστώς έστειλε στη φυλακή όχι μόνο αντιπολεμικούς ακτιβιστές, αλλά και όσους γνωστούς αυτοκρατορικούς εθνικιστές τόλμησαν να εκδηλώσουν την παραμικρή ανεξαρτησία (για παράδειγμα τον Igor Strelkov (1970), έναν από τους κύριους αρχιτέκτονες της ρωσικής επέμβασης στο Ντονμπάς το 2014) . Από αυτή την άποψη, η εξάλειψη της -σχετικά αυτόνομης- ομάδας μισθοφόρων Wagner και η θεαματική δολοφονία του αρχηγού της Evgueni Prigojine , το καλοκαίρι του 2023, μπορούν να συγκριθούν με τη Νύχτα των Μακριών Μαχαιριών στη Γερμανία το 1934.

Η έκφραση της μαζικής υποστήριξης στον πόλεμο μπορεί και πρέπει να γίνεται μόνο με μορφές που έχουν εγκριθεί αυστηρά από την εξουσία: πατριωτικές συναυλίες και «flash mobs», δηλαδή χορογραφημένες συγκεντρώσεις-αστραπές, που οργανώνονται από τις αρχές. Αυτά τα στολίδια μαζών έχουν την ίδια σημασία που είχαν και πριν από έναν αιώνα, όταν ο Siegfried Kracauer (1889-1966) έγραφε στο «Ο στολισμός της μάζας»: αποσύνθεση του ατόμου σε ξεχωριστά σωματικά στοιχεία, ενσωματωμένα στη διαδικασία της καπιταλιστικής παραγωγής και της ιδεολογικής αναπαραγωγής13.

Με άλλα λόγια, βρισκόμαστε μπροστά, όχι μόνο στα αποτελέσματα της αποσύνθεσης της κοινωνίας σε άτομα, αλλά και στον κατακερματισμό των ίδιων των ανθρώπων σε μέρη, ενσωματωμένα στην πολιτική και οικονομική μηχανή και υποταγμένα στη λογική της. Ο εμπορικός ορθολογισμός, που στοχεύει στον κατακερματισμό, δηλαδή στην πραγμοποίηση, με την έννοια του Γκέοργκ Λούκατς (1885–1971), της ανθρώπινης προσωπικότητας, ωθείται ώς το λογικό της άκρο: επεκτείνεται μέχρι την οργάνωση της πολιτικής και της κοινωνίας. Αν η ανθρώπινη φύση συνίσταται στον αγώνα για την κυριαρχία επί των ομοίων της, τότε η φύση του κράτους θα ήταν να συγκροτηθεί αυτό ως ενιαίο σώμα (ως «στολίδι» των θραυσμάτων του σώματος), μια «οντότητα» στρατευμένη σε μια υπαρξιακή πάλη εναντίον άλλων «οντοτήτων». Σε έναν τέτοιο κόσμο, έννοιες όπως ο πολιτισμός και η επικυριαρχία ανάγονται σε απλά χαρακτηριστικά αυτής της κρατικής ουσίας.

Το φασιστικό κράτος και το κεφάλαιο

Ο φασισμός εμφανίζεται, έτσι, ως μια νέα μορφή του αστικού κράτους, βασισμένη σε μια άμεση συγχώνευση μεταξύ του κρατικού μηχανισμού και του κεφαλαίου -σε σημείο που θα μπορούσαμε να πούμε ότι, με τον φασισμό, το κεφάλαιο παίρνει τη μορφή του κράτους. Το κράτος δεν παίζει πλέον το ρόλο του διαιτητή πάνω από την κοινωνία, ούτε του μεσολαβητή μεταξύ ταξικών συμφερόντων (όπως στον κλασικό βοναπαρτισμό): γίνεται το άμεσο όργανο μιας κυριαρχίας χωρίς προπετάσματα.

Με αυτή την έννοια ο Τρότσκι γράφει ότι το κεφάλαιο «παίρνει στα χέρια του, άμεσα, χωρίς μεσολαβήσεις, σαν σε χαλύβδινη μέγγενη, όλα τα όργανα και τους θεσμούς της κυριαρχίας: τις εκτελεστικές, διοικητικές και εκπαιδευτικές εξουσίες του κράτους». Και η ίδια η ουσία του φασισμού, προσθέτει, είναι ότι «το προλεταριάτο καταπίπτει σε μια άμορφη κατάσταση· δημιουργείται ένα διοικητικό σύστημα, που διεισδύει βαθιά στις μάζες και χρησιμεύει για να εμποδίσει την ανεξάρτητη κρυστάλλωση του προλεταριάτου»14.

Ο Γερμανός νομικός και πολιτικός επιστήμονας Franz Neumann (1900-1954), στο διάσημο βιβλίο του Béhémoth, προτείνει μια παρόμοια ανάλυση του φασιστικού κράτους15. Για τον Neumann, ο φασισμός είναι η άμεση εξουσία του κεφαλαίου, το οποίο δεν χρειάζεται πλέον το κράτος ως μεσολαβητική δύναμη. Βασιζόμενος στις μαρξιστικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού, ο Neumann δείχνει ότι η μετάβαση στον ναζισμό καθορίστηκε από τη θέση του γερμανικού καπιταλισμού, ο οποίος είχε στερηθεί τις εξωτερικές αγορές κατά την εποχή της ιμπεριαλιστικής ανακατανομής του κόσμου.

Η κυρίαρχη τάση στη Γερμανία ήταν η μονοπώληση της βιομηχανίας και η μετατροπή της συντριπτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού σε προλετάριους κινητοποιήσιμους ως στρατιώτες και ως εργάτες. Ο Neumann υποστηρίζει ότι, στην τελική του μορφή, το κεφάλαιο συγχωνεύεται με το κράτος: δεν χρειάζεται πλέον ούτε ελεύθερο εμπόριο ούτε ελεύθερη αγορά εργασίας. Οι αδύναμες επιχειρήσεις δεν κρατιούνται σε τυπική ισότητα με τις μεγάλες: το κράτος τις κρίνει αναποτελεσματικές και αναδιανέμει τα περιουσιακά τους στοιχεία στα καρτέλ (οι κατασχέσεις εβραϊκών περιουσιών εντάσσονται στην ίδια λογική). Στο φασισμό, δεν είναι πλέον ο νόμος που εγγυάται την ιδιοκτησία, είναι η διοικητική διοικητική πράξη. Με άλλα λόγια, το δικαίωμα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας δεν εξαρτάται από έναν κοινό κανόνα, αλλά από μια ειδική απόφαση του ηγεμόνα. Κάθε διάκριση μεταξύ του πολιτικού (κράτος) και του οικονομικού (κεφάλαιο) εξαφανίζεται· η πραγματική ανισότητα δικαιωμάτων που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό δεν καλύπτεται πλέον από τη μάσκα μιας τυπικής νομικής ισότητας.

Η πλήρης απασχόληση που διακήρυξε ο Χίτλερ επέτρεψε, σύμφωνα με τον Neumann, να στερηθούν οι εργαζόμενοι κάθε δυνατότητα επιλογής: μην έχοντας ούτε συλλογικά ούτε ατομικά δικαιώματα πρέπει να ενσωματωθούν στην οργανική ενότητα της επιχείρησής τους. Έτσι, υλοποιείται στην πράξη η ναζιστική φόρμουλα «η πολιτική πάνω από την οικονομία»: το κεφάλαιο υπερβαίνει την ανάγκη για ελεύθερες αγορές και για ανταγωνισμό μετατρέποντας το κράτος σε όργανο της δικής του επέκτασης. Ο φασισμός δημιουργεί, λοιπόν, μια νέα σχέση μεταξύ κεφαλαίου και κράτους.

Φυσικά, η συγχώνευση αυτή δεν δημιουργεί ούτε ομοιογένεια ούτε πλήρη ταύτιση: σημαίνει μάλλον μια εναρμόνιση των λογικών τους. Δεν μπορεί να ειπωθεί, για παράδειγμα, ότι το Ολοκαύτωμα ήταν «προς το συμφέρον» του γερμανικού κεφαλαίου, ωστόσο διεξήχθη ακολουθώντας μια “manager” καπιταλιστική λογική, αντιπροσωπεύοντας μάλιστα την καπιταλιστική παραγωγική μηχανή στην πιο ακραία και τερατώδη μορφή της -κάτι που το ανέλυσε εξαιρετικά ο κοινωνιολόγος Zygmunt Bauman (1925-2017) στο Modernité et Holocauste (επίλογος του Enzo Traverso, Βρυξέλλες: Éditions Complexe, σειρά «Complexe Poche », 2008).

Φασισμός και στενοί συγγενείς του

Είναι εντυπωσιακό το πόσο η περιγραφή του χιτλερισμού από τον Neumann συγκλίνει με τον «καπιταλιστικό αυταρχισμό» που προωθούν ορισμένα πνευματικά είδωλα της αμερικανικής ακροδεξιάς (alt-right), όπως ο Nick Land (1962) ή ο Curtis Yarvin (1973). [16] Η «επιτάχυνση»16 του καπιταλισμού θα οδηγούσε αναπόφευκτα, σύμφωνα με αυτούς, τα κράτη να εγκαταλείψουν κάθε αυτονομία του δικαίου και της δημοκρατικής νομιμοποίησης. Το δημοκρατικό κράτος, με την ψευδή τυπική ισότητα μεταξύ ισχυρών και αδύναμων, θα αντικαθίστατο από μια «Gov-corp » (μια κυβέρνηση-εταιρεία), μια ιεραρχική εταιρεία που θα διευθύνεται από managers που θα έχουν αποκτήσει απόλυτη εξουσία μέσω της φυσικής επιλογής.

Για τον Nick Land, ένα τέτοιο κράτος δεν θα προέκυπτε από πολιτική πάλη ούτε μέσα από ένα μαζικό κίνημα, αλλά από την «επιτάχυνση» της καπιταλιστικής οικονομίας, της οποίας η δυναμική καταστρέφει και ξεπερνά όλες τις πολιτικές μορφές. Αυτή η αυταρχο-ελευθεριακή ουτοπία μοιάζει παραδόξως με την αντιστροφή του πουτινικού κρατικού καπιταλισμού: αυτός βασίζεται σε έναν αδιάσπαστο δεσμό μεταξύ δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και πολιτικής εξουσίας, και σε μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη για τον αριστοκρατικό, σχεδόν κάστας, χαρακτήρα της κρατικής γραφειοκρατίας (με τις υπηρεσίες ασφαλείας στην κορυφή της πυραμίδας).

Η παράξενη ομοιότητα ανάμεσα στην κοσμοαντίληψη των siloviki (ανδρών των υπηρεσιών και του μηχανισμού ασφαλείας: πληροφοριών, στρατού, αστυνομία) του Πούτιν και στην αντίστοιχη των θαυμαστών του Νικ Λαντ στη Silicon Valley δύσκολα εξηγείται από κοινές ιδεολογικές καταβολές ή κοινές αναγνώσεις. Εκεί όπου ο Νικ Λαντ παραθέτει Thomas Hobbes (1588–1679) και Gilles Deleuze (1925–1995), ο Πούτιν παραθέτει Ivan Ilyin (1883–1954) ή Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (1821–1881). Οι πνευματικές αναφορές είναι δευτερεύουσες· αυτό που έχει σημασία είναι μια φασιστική λογική, που εσωτερικεύεται στις ασυνείδητες ιδεολογικές πρακτικές του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και που χαρακτηρίζει τον τύπο υποκειμενικότητας που παράγει.

Ο σύγχρονος φασισμός δεν χρειάζεται πλέον αντιδραστικά μαζικά κινήματα. Δεν χρειάζεται πλέον μεθόδους εμφυλίου πολέμου για να συντρίψει την οργανωμένη εργατική τάξη και να την υποβιβάσει με τη βία σε μια «άμορφη» κατάσταση. Αυτό το έργο έχει, σε μεγάλο βαθμό, ολοκληρωθεί κατά τη διάρκεια των δεκαετιών της νεοφιλελεύθερης στροφής στις δυτικές χώρες, καθώς και με τις αγοραίες μεταρρυθμίσεις με «θεραπείες σοκ» στα μετασοσιαλιστικά κράτη τη δεκαετία του 1990. Το μόνο που μένει είναι ένα «χτύπημα» από τα πάνω, που θα θάψει οριστικά κάθε δημοκρατική συμμετοχή και θα δώσει στο κεφάλαιο μια δικτατορική μορφή κράτους. Όπως και ο παλιός φασισμός, ο φασισμός του 21ου αιώνα είναι μια τάση που γεννιέται από την κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Από αυτή την άποψη, είναι εντυπωσιακό το πόσο ο πουτινισμός, που γεννήθηκε από τις συνθήκες της μετασοβιετικής μετάβαση, αντιστοιχεί σε αυτές τις παγκόσμιες τάσεις. Δεν κινείται καθόλου από μια ειδικά εθνική δυναμική. Στη ρητορική του, δυσκολεύεται κανείς να βρει κάτι που να μην είναι οικείο σε κάθε ψηφοφόρο της Λεπέν, σε κάθε υποστηρικτή του Όρμπαν ή σε κάθε θαυμαστή του Τάκερ Κάρλσον: ίδιος επιθετικός αντι-οικουμενισμός· ίδιος πανικός γύρω από τις «μειονότητες»· ίδια υπεράσπιση της «παραδοσιακής οικογένειας» και των «πνευματικών αξιών» ενάντια στον φιλελευθερισμό και τον «πολιτισμικό μαρξισμό»· ίδια εκμετάλλευση του μίσους απέναντι στις αφηρημένες «ελίτ».

Η μόνη θεμελιώδης διαφορά του πουτινισμού φαίνεται να είναι ότι έχει ήδη μετατρέψει το κράτος σε φασιστικό καθεστώς του 21ου αιώνα. Με αυτή την έννοια, δεν χρησιμεύει τόσο στο να μας θυμίσει το παρελθόν όσο στο να μας προειδοποιήσει για το μέλλον.

Αλλά γιατί η μετασοβιετική Ρωσία υπέστη αυτή τη μοίρα και έγινε αυτό το τρομακτικό παράδειγμα;

Πουτινισμός: σύντομη ιστορία μιας «φασιστικοποίησης»

Στα μέσα της δεκαετίας του 2000, όταν ο Βλαντιμίρ Πούτιν είχε μόλις επανεκλεγεί θριαμβευτικά για δεύτερη θητεία, ο συγγραφέας αυτών των γραμμών συμμετείχε ήδη ενεργά στην αριστερή πολιτική σκηνή της Μόσχας. Ένα από τα πιο δημοφιλή συνθήματα σε πολλές διαδηλώσεις -που ήταν ακόμα ανεκτές από τις αρχές, ακόμη στο κέντρο της πρωτεύουσας- ήταν: «Ενωμένη Ρωσία, φασιστική χώρα!»17. Οι νέοι σοσιαλιστές και αναρχικοί που φώναζαν αυτό το σύνθημα το θεωρούσαν απαραίτητο, έστω και ως υπερβολή. Στην αρχή της διακυβέρνησης του Πούτιν, υπήρχαν ακόμη πολιτικές ελευθερίες, ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης, υποψήφιοι της αντιπολίτευσης και συνδικάτα με δικαίωμα απεργίας.

Ωστόσο, ήταν ήδη ορατός ένας επικίνδυνος συνδυασμός εδραίωσης της προσωπικής εξουσίας, μιας μαζική αποπολιτικοποίησης και της διάδοση σοβινιστικών και ρατσιστικών αντιλήψεων. Η πολιτική καριέρα του Πούτιν και η φύση της δημοτικότητάς του συνδέθηκαν με τον πόλεμο από την αρχή. Στα τέλη του 1999, όταν ο Μπόρις Γέλτσιν (1931-2007) τον όρισε ως διάδοχό του, ο ρωσικός στρατός διεξήγαγε ήδη μια «αντιτρομοκρατική επιχείρηση» μεγάλης κλίμακας στην Τσετσενία.

Η συντριπτική νίκη του Πούτιν στις προεδρικές εκλογές του Μαρτίου 2000 σηματοδότησε την εμφάνιση αυτού που ορισμένοι φιλικοί με το Κρεμλίνο αναλυτές ονόμασαν «πουτινική πλειοψηφία». Τα κυρίαρχα συναισθήματα αυτής της πλειοψηφίας ήταν η στέρηση, η κόπωση και ο φόβος: στέρηση, απέναντι στη δημοκρατία, από την πολιτική και κοινωνική αστάθεια· κόπωση απέναντι στη φτώχεια και την οικονομική ανασφάλεια· φόβος, τροφοδοτούμενος από τα ΜΜΕ, για μια τρομοκρατική απειλή που αποδιδόταν στους «ριζοσπάστες ισλαμιστές», αναμεμειγμένος με εχθρότητα απέναντι σε όλους αυτούς τους «άλλους» από τον Καύκασο που «γεμίζουν τις πόλεις μας».

Είναι εντυπωσιακό ότι αυτή η νοοτροπία συσπείρωσης γύρω από τη σημαία δεν στόχευε τη δύση. Αντίθετα, ο Πούτιν παρουσίαζε την επιχείρηση στην Τσετσενία ως αναπόσπαστο τμήμα της σταυροφορίας κατά της «διεθνούς τρομοκρατίας» που ξεκίνησε μετά την 11η Σεπτεμβρίου από τον Τζορτζ Μπους. Η εσωτερική του πολιτική έμοιαζε εκπληκτικά με το δυτικό νεοσυντηρητικό σχέδιο: επιθετική ιδιωτικοποίηση του δημόσιου τομέα, νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις του δικαίου, σε συνδυασμό με την ενίσχυση του αστυνομικού ελέγχου και μια πατριωτική ρητορική «εθνικής ενότητας». Τα πρώτα χρόνια της εξουσίας του Πούτιν είδαν την υιοθέτηση ενός νέου Εργατικού Κώδικα που περιόριζε σημαντικά τα δικαιώματα των εργαζομένων, ενός νέου Στεγαστικού Κώδικα που διευκόλυνε την ιδιωτικοποίηση του αστικού χώρου, και ενός κατ’αποκοπή φόρου 13% που μετέτρεπε τη Ρωσία σε παράδεισο για τις μεγάλες επιχειρήσεις.

Ταυτόχρονα, η θεαματική άνοδος των τιμών του πετρελαίου επέτρεψε την αύξηση μισθών και συντάξεων, διατηρώντας παράλληλα έναν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό. Εκεί τέθηκαν τα θεμέλια του παράδοξου συνδυασμού νεοφιλελευθερισμού και κρατικού καπιταλισμού, χαρακτηριστικού του πουτινικού σχεδίου18. Το καθεστώς έθεσε σταδιακά υπό άμεσο ή έμμεσο κρατικό έλεγχο τις κερδοφόρες επιχειρήσεις που συνδέονται με τους φυσικούς πόρους, κρατώντας ταυτόχρονα τον δημόσιο τομέα (εκπαίδευση, υγεία) σε μόνιμη νεοφιλελεύθερη λιτότητα.

Με τον Πούτιν, οι «ολιγάρχες» -ιδιοκτήτες τεράστιων επιχειρήσεων που αποκτήθηκαν σε εξευτελιστικές τιμές κατά τη διάρκεια των μετασοβιετικών ιδιωτικοποιήσεων- έχασαν την άμεση πολιτική επιρροή που είχαν υπό τον Ελτσίν. Ωστόσο, απέκτησαν τεράστιες δυνατότητες να εξαγοράσουν άλλες επιχειρήσεις μέσω της συνεχιζόμενης ιδιωτικοποίησης και να εξασφαλίσουν προσοδοφόρες συμβάσεις με το κράτος. Το καθεστώς, στηριζόμενο στην υποτιθέμενη «πουτινική πλειοψηφία», τους επέστρεψε τη νομιμοποίηση που είχαν χάσει κατά τη δεκαετία του 1990. Υπό τον Ελτσίν, επικρατούσε η ιδέα πως η ιδιωτικοποίηση ήταν άδικη και εγκληματική. Με την οικονομική ανάκαμψη, το καθεστώς του Πούτιν παρουσίασε τη λεηλασία αυτή ως μια «σελίδα που ήδη έχει γυρίσει», προειδοποιώντας ότι οποιαδήποτε αναθεώρησή της θα οδηγούσε σε κοινωνικό χάος και στην αποσύνθεση της χώρας.

Ώς τις αρχές της δεκαετίας του 2010, ο πουτινισμός βασιζόταν σε μια μαζική αποπολιτικοποίηση, συνδεόμενη όμως με την αύξηση της κατανάλωσης, την απόλαυση της «σταθερότητας», την επανεστίαση στην ιδιωτική ζωή. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτή, παρουσιαζόταν λιγότερο ως συντηρητικός και περισσότερο ως «μετα-πολιτικός» (με την έννοια του Ζακ Ρανσιέρ): μια καθαρή διαχείριση, η αποτελεσματικότητα της οποίας θα αντιπαρατιθόταν στα πολιτικά πάθη και στα συνθήματα των δημαγωγών του δρόμου. Σε αυτό το κλίμα, μετά τη λήξη των δύο πρώτων θητειών του Πούτιν, το 2008, ο Ντμίτρι Μεντβέντεφ -μια φιγούρα χωρίς βάθος- εξελέγη πρόεδρος με τη σύσταση της ίδιας «πουτινικής πλειοψηφίας». Τι σημασία έχει το όνομα του προέδρου αν το στυλ της διαχείρισης παραμένει το ίδιο;

Παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, αντιστάσεις και φασιστική στροφή

Όλα άλλαξαν στα τέλη του 2011, όταν ο Πούτιν ανακοίνωσε την πρόθεσή του να επιστρέψει στην προεδρία. Αυτό σηματοδότησε μια στροφή προς μια εξουσία ρητής προσωποποίησης. Στα τέλη του 2011 και στις αρχές του 2012, η Μόσχα και άλλες μεγάλες πόλεις συγκλονίστηκαν από δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές, άντρες και γυναίκες, που καταγγέλλανε την εκλογική νοθεία υπέρ της «Ενωμένης Ρωσίας» και τον αυταρχισμό του καθεστώτος. Οι κινητοποιήσεις αυτές αμφισβήτησαν το τεχνοκρατικό και «μετα-πολιτικό» μοντέλο19.

Ως αντίδραση, ο Πούτιν ξεκίνησε μια διαδικασία «φασιστικοποίησης». Η εκλογική του εκστρατεία το 2012 έσπασε με τις προηγούμενες: οι διαδηλώσεις παρουσιάστηκαν ως ελιγμοί εξωτερικών και εσωτερικών εχθρών που θα επεδίωκαν να υπονομεύσουν την εθνική ενότητα και να επιβάλουν ξένες αξίες. Ο Πούτιν παρουσιάστηκε ως υπερασπιστής της «παραδοσιακής οικογένειας», ενώ η ομοφοβία και η πατριαρχία αναδείχθηκαν σε κρατική ιδεολογία. Η «πουτινική πλειοψηφία» ανασυγκροτήθηκε σε «σιωπηλή συντηρητική πλειοψηφία », ενωμένη από μια κοινή χριστιανική πίστη και την αφοσίωση προς το ρωσικό έθνος.

Παρά την επανεκλογή του και τη διάλυση των διαδηλώσεων, ο Πούτιν συνέχισε να χάνει τη στήριξη των μαζών. Οι δημοκρατικές διεκδικήσεις (για πολιτικά δικαιώματα, για δίκαιες εκλογές) που προωθούσε η φιλελεύθερη αντιπολίτευση συνδυάζονταν με την αυξανόμενη εμπειρία της φτώχειας και των ανισοτήτων. Στις αρχές της δεκαετίας του 2010, η ρωσική ανάπτυξη, που είχε αποδυναμωθεί από την κρίση του 2008, έδωσε τη θέση της στη στασιμότητα και στη μείωση του βιοτικού επιπέδου.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Πούτιν αντιλήφθηκε το Ευρωμαϊντάν στο Κίεβο, το 2014, ως άμεση απειλή: μια αλλαγή εξουσίας, που επιβλήθηκε με κινητοποίηση στους δρόμους της Ουκρανίας, κατάλαβε πως είναι ένα προηγούμενο με μεταδοτικές δυνατότητες. Λόγω της γεωγραφικής εγγύτητας, των ιστορικών δεσμών και της απήχησης των μέσων ενημέρωσης, αυτό το σενάριο κινδύνευε, στα μάτια του, να προσφέρει στη ρωσική κοινωνία ένα συγκεκριμένο παράδειγμα ανατροπής εξουσίας που θεωρείται πλέον χωρίς νομιμοποίηση. Έτσι, απάντησε με μια επιθετική κλιμάκωση -προσάρτηση της Κριμαίας και στη συνέχεια επέμβαση στην ανατολική Ουκρανία-, τόσο για να επαναβεβαιώσει τη ρωσική κυριαρχία στον «κοντινό εξωτερικό χώρο» όσο και για να ενισχύσει, στο εσωτερικό, μια λογική «πολιορκημένου φρουρίου» . Από τότε, εξωτερική και εσωτερική πολιτική έγιναν αδιαχώριστες: η μία χρησιμοποιείται για να κλειδώσει την άλλη.

Η προσάρτηση της Κριμαίας και η στρατιωτική επέμβαση στην ανατολική Ουκρανία σηματοδότησαν μια καμπή στο μετασχηματισμό του καθεστώτος. Η κλονισμένη νομιμοποίηση του πουτινισμού αποκαταστάθηκε μέσω του πολέμου και της σταδιακής μετάβασης σε μια πολιτική «πολιορκημένου φρουρίου». Η «σιωπηλή συντηρητική πλειοψηφία» της ιδεολογικής κατασκευής του Πούτιν αντικαταστάθηκε από τη «κριμαϊκή συναίνεση»: μια παθητική, κατά πολύ συμμεριζόμενη, συναίνεση με τις γεωπολιτικές περιπέτειες του καθεστώτος. Όποιος εκφράζει διαφωνία του απέναντι σε αυτόν τον ιμπεριαλισμό χαρακτηρίζεται πλέον «προδότης της πατρίδας». Η εσωτερική πολιτική έδωσε τότε τη θέση της στην εξωτερική πολιτική: ενεργό υποκείμενο μπορεί πλέον να είναι μόνο ο εθνικός ηγέτης και αρχιστράτηγος, ενώ το πολιτειακό καθήκον των υπολοίπων περιορίζεται στην παθητική υποστήριξή του.

Όμως η «κριμαϊκή συναίνεση» δεν κράτησε. Ήδη από το 2017, ένα νέο κύμα πολιτικοποίησης αναδύθηκε στη Ρωσία, με διάφορες μορφές: διαδηλώσεις στους δρόμους κατά της διαφθοράς, με πρωτοβουλία του λαϊκιστή φιλελεύθερου Αλεξέι Ναβάλνι· μαζική δυσαρέσκεια απέναντι σε μια νεοφιλελεύθερη μεταρρύθμιση των συντάξεων· δυναμικά κινήματα για την υπεράσπιση του περιβάλλοντος· αγώνες για τη διατήρηση της αυτονομίας της τοπικής εξουσίας στις περιφέρειες. Σε όλη τους την ποικιλομορφία, οι κινητοποιήσεις αυτές έθεσαν το ζήτημα των κοινωνικών ανισοτήτων με πολύ πιο σαφή τρόπο από ό,τι το 2011. Η καταστολή και η γεωπολιτική ρητορική δεν αρκούσαν πλέον στο καθεστώς για να επιτύχει τον απόλυτο έλεγχο της κοινωνίας: χρειαζόταν ένας πραγματικός πόλεμος.

Έτσι, βλέπουμε ότι, στηριζόμενος σε μια φαντασιακή αποπολιτικοποιημένη πλειοψηφία (της οποίας το περιεχόμενο επαναπροσδιορίζεται συνεχώς από τα πάνω), ο πουτινισμός ολίσθησε προς τον φασισμό στην προσπάθειά του να επιλύσει τη δομική του κρίση, καταστέλλοντας εσωτερικές και εξωτερικές προκλήσεων. Όσο πιο σοβαρή ήταν η πρόκληση, τόσο περισσότερο κινδύνευε και να αποκαλύψει τις αντιφάσεις ανάμεσα στην καπιταλιστική ελίτ και στη φτωχοποιημένη εργατικής τάξης. Για να διατηρηθεί, το καθεστώς ωθήθηκε προς όλο και πιο ριζοσπαστικά και φασιστικά μέτρα.

Η τάξη βασιλεύει στη Μόσχα

Εάν η πρώτη «τεχνοκρατική» μορφή του πουτινισμού διέθετε μια παθητική εκλογική βάση μέσα την κρατική γραφειοκρατία, στις μικρές επιχειρήσεις και σε ορισμένες ατομικοποιημένες μερίδες της εργατικής τάξης, η τελική του μορφή επιδεικνύει την εξουσία απογυμνωμένη: το κράτος επιβάλλει μια τάξη βασισμένη στην ωμή ταξική ανισότητα. Στην τωρινή κατάσταση, η μεσαία τάξη υποστηρίζει ευρέως τη σοβινιστική αντιουκρανική ρητορική, αλλά δεν στέλνει τα παιδιά της στο στρατό. Το μεγαλύτερο μέρος των ρωσικών δυνάμεων στην Ουκρανία προέρχεται από φτωχούς εργαζόμενους της επαρχίας και άνεργους, για τους οποίους η στρατολόγηση είναι μερικές φορές η μόνη δυνατότητα να βρουν δουλειά με αξιοπρεπή αμοιβή.

Στις αρχές της άνοιξης του 2022, χρειάστηκαν μόνο λίγες εβδομάδες στο καθεστώς για να επιβάλει μια νέα πολιτική τάξη μετά την εισβολή στην Ουκρανία -με ακραία σκληρότητα. Οι κακο-οργανωμένες αντιπολεμικές διαδηλώσεις καταστάλθηκαν με πρωτόγνωρη βία: πάνω από 16.000 άνθρωποι συνελήφθησαν και τιμωρήθηκαν κατά τη διάρκεια της άνοιξης. Εισήχθη η στρατιωτική λογοκρισία, με ποινές που φτάνουν τα δεκαπέντε χρόνια φυλάκισης. Κάθε δημόσια αντίθεση στην εισβολή έγινε έγκλημα -όχι μόνο οι συγκεντρώσεις, αλλά και ένα μήνυμα στα κοινωνικά δίκτυα ή ένα σχόλιο στη δουλειά. Η καταστολή παραμένει επιλεκτική αλλά εντείνεται· και έχει ήδη προκαλέσει γενικευμένο κλίμα εκφοβισμού.

Η μαζική υποστήριξη στον πόλεμο, όπως εμφανίζεται σε δημοσκοπήσεις που διεξάγονται κυρίως από ινστιτούτα που ελέγχονται από το Κρεμλίνο, έχει έναν χαρακτήρα επιδεικτικό και εξαναγκαστικό. Οι απαντήσεις θεωρούνται ως πράξη πίστης που επιτρέπει τη διαφύλαξη της ιδιωτικής ζωής. Είναι δύσκολο να πει κανείς πόσο σταθερή είναι αυτή η κατάσταση. Η πτώση του βιοτικού επιπέδου, λόγω των κυρώσεων και των στρατιωτικών δαπανών, καθώς και το μέγεθος των απωλειών -που για πολύ καιρό αποκρύφτηκε- θα αποτελέσουν παράγοντες δυσαρέσκειας. Γι’ αυτό και ο πόλεμος, με τη μία ή την άλλη μορφή, θα είναι πιθανώς η προϋπόθεση ύπαρξης του καθεστώτος -και ίσως και η αιτία της κατάρρευσής του.

Μπορούμε ωστόσο να υποστηρίξουμε ήδη από τώρα ότι το πουτινικό καθεστώς γνώρισε, σε διάστημα πάνω από είκοσι ετών, μια σταδιακή εξέλιξη: από τον αποπολιτικοποιημένο νεοφιλελεύθερο αυταρχισμό σε μια βίαιη δικτατορία. Πρόκειται για μια εξέλιξη που μοιάζει γελοιογραφική, αλλά απορρέει ακριβώς από την «κανονικότητα» μιας καπιταλιστικής κοινωνίας όταν αυτή αντιμετωπίζει οικονομική κρίση, μαζικές κοινωνικές ανισότητες και μια τάξη πραγμάτων που δεν μπορεί να κρατηθεί παρά με εσωτερική καταστολή και εξωτερικό ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Αυτό είναι το «κανονικό» και το οικείο στο καθεστώς του Πούτιν: η παθητικότητα και η ατομικοποίηση της κοινωνίας, ο αντιδραστικός αντι-οικουμενισμός της ρητορικής του, και όλο αυτό πολλαπλασιασμένο από την κυνική λογική των ελίτ. Πρέπει να χαρακτηριστεί με σαφήνεια ως φασιστικό, όχι μόνο επειδή ανταποκρίνεται σε αυτόν τον ορισμό, αλλά και για να μπορέσουν τα σημερινά κινήματα χειραφέτησης να κατανοήσουν την έκταση της παγκόσμιας απειλής που βαρύνει το κοινό μας μέλλον.

Ilya Budraitskis

Contretemps, 16/3/2026

Μετάφραση ΤΠΤ – “4” από το: Ilya Budraitskis “Le poutinisme : une nouvelle forme de fascisme ?”, Contretemps, 16/3/2026.

Ilya Budraitskis είναι Ρώσος ιστορικός και ερευνητής πολιτικών επιστημών, σοσιαλιστής ακτιβιστής που σήμερα βρίσκεται στην εξορία. Πρώην μέλος του Ρωσικού Σοσιαλιστικού Κινήματος (RSM/РСД), μιας αντικαπιταλιστικής οργάνωσης που ιδρύθηκε το 2011, που ήταν το ρωσικό τμήμα της 4ης Διεθνούς,αλλά αναγκάστηκε να αυτοδιαλυθεί το 2024 μετά τον χαρακτηρισμό της ως «πράκτορας του εξωτερικού». Ο Ιλύα Μπουντράιτσκις δίδασκε στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας και συμμετείχε στην οργάνωση του αντιπολεμικού κινήματος στη Ρωσία μέχρι την εξορία του το 2022. Είναι συγγραφέας, μεταξύ άλλων, του Dissidents among Dissidents: Ideology, Politics, and the Left in Post-Soviet Russia (Verso, 2022). Ένα καινούργιο υπό έκδοση έργο του είναι το New Russian Imperialism: Capital and Ideology, που το έχει συγγράψει μαζί με τον Ilya Matveev, και που θα εκδοθεί από την Stanford University Press το 2026.]

Σημειώσεις

1Βλαντιμίρ Πούτιν, «Η ομιλία του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν στο Διεθνές Οικονομικό Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης» (γαλλική μετάφραση), 17 Ιουνίου 2022, Υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας (ιστότοπος Γαλλίας), https://france.mid.ru/fr/presse/vladimir_poutine_au_forum_conomique_/.

2Βλαντιμίρ Πούτιν, «Η ρωσική νίκη στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εκλάπη», Kommersant, 1 Αυγούστου 2014, https://www.kommersant.ru/doc/2537963.

3Pierre-André Taguieff, «Discussion or Inquisition: The Case of Alain de Benoist», Telos, αρ. 98-99, 1993-1994, σ. 34-54.

4Timothy Snyder, “We should say it. Russia is fascist” (Πρέπει να το πούμε: η Ρωσία είναι φασιστική), The New York Times, 19 Μαΐου 2022.

5Grigory Golosov, «Fascist Russia?;» (Φασιστική Ρωσία;) Riddle, 30 Μαΐου 2022, https://ridl.io/fascist-russia/.

6Robert Paxton, «Le Fascisme en action» (Ο φασισμός σε δράση), Παρίσι: Seuil, 2004).

7Paxton, Ibid.

8Alexander J. Motyl, “Putin’s Russia as a Fascist Political System,” (Η Ρωσία του Πούτιν ως φασιστικό πολιτικό σύστημα, Communist and Post-Communist Studies, τ. 49, αρ. 1, 2016, σ. 25-36.

9Maurice Merleau-Ponty, Les aventures de la dialectique (Παρίσι: Gallimard, 1955), κεφ. «Sartre et l’ultra-bolchevisme».

10Karl Polanyi, La Grande Transformation. Aux origines politiques et économiques de notre temps (Παρίσι: Gallimard, 1983). Βλ. επίσης Jérôme Maucourant, « Bonnes feuilles de Avez-vous lu Polanyi ? – postface », Contretemps, 29 Οκτωβρίου 2011, https://www.contretemps.eu/bonnes-feuilles-de-avez-vous-lu-polanyi-de-jerome-maucourant-postface/ (Σημείωση της γαλλικής έκδοσης).

11Hannah Arendt, Les Origines du totalitarisme, τ. 3 : Le Système totalitaire, Παρίσι, Seuil, σειρά « Points/Essais », 2005

12 Walter Benjamin, «Το έργο τέχνης στην εποχή της τεχνικής αναπαραγωγής του», στο «L’œuvre d’art à l’époque de sa reproductibilité technique», Παρίσι, Gallimard, σειρά «Folio Plus philosophie », 2008.

13Siegfried Kracauer, Ο στολισμός της μάζας. Δοκίμια για τη Βαϊμαρική Νεωτερικότητα (L’Ornement de la masse. Essais sur la modernité weimarienne, Paris : La Découverte, 2008).

14Λέων Τρότσκι, «Πώς θριάμβευσε ο Μουσολίνι;» (Γαλλική έκδοση online) [Από το Λέων Τρότσκι, Γενάρης 1932 “Η γερμανική επανάσταση και η σταλινική γραφειοκρατία”, υποκεφ.7 “Τα μαθήματα της ιταλικής εμπειρίας”].

15Franz Neumann, Béhémoth. Structure et pratique du national-socialisme, Παρίσι, Payot, 1987.

16Αφήνουμε το “επιτάχυνση του καπιταλισμού” ως απόδοση του ακροδεξιού “Accelerationism” [ΣτΜ].

17Ενωμένη Ρωσία” (Edinaïa Rossiïa) είναι το κύριο φιλο-κρεμλινικό κόμμα, που συχνά παρουσιάζεται ως το κόμμα της εξουσίας· ιδρύθηκε την 1η Δεκεμβρίου 2001 με τη συγχώνευση διαφόρων κινημάτων και κομμάτων που υποστήριζαν το Κρεμλίνο.

18Ilya Matveev, “Russia Inc.”, openDemocracy, 16 Μαρτίου 2016, https://www.opendemocracy.net/en/odr/russia-inc/

19Ilya Budraitskis, «The Weakest Link of Managed Democracy: How the Parliament Gave Birth to Nonparliamentary Politics» [«Ο πιο αδύναμος κρίκος της κατευθυνόμενης δημοκρατίας: πώς το κοινοβούλιο γέννησε την εξωκοινοβουλευτική πολιτική»], South Atlantic Quarterly, τ. 113, αρ. 1, 2014, σ. 169-185.


https://tpt4.org/?p=11066

Σχολιάστε