του Christian Zeller
Οικοσοσιαλιστική στρατηγική για την κοινωνική, οικολογική και στρατιωτική ασφάλεια
Από το emanzipation 10.1, 17/3/2026
Δημοσιεύουμε εδώ, για να εμπλουτιστεί η σχετική συζήτηση, ένα άρθρο του Κρίστιαν Τσέλερ, σε σχέση με την αντιμετώπιση του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού στα θέματα ασφάλειας, σε αυτή την περίοδο πολέμων, ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, εξοπλισμών και ανόδου της ακροδεξιάς και των φασιστικών κινδύνων. Το άρθρο που δημοσιεύουμε είναι το τρίτο, το πιο “προγραμματικό” που δημοσίευσε ο Κρίστιαν Τσέλερ στο αυστριακό emanzipation. Τα δύο πρώτα εμπεριέχουν μια εκτεταμένη επιχειρηματολογία σε σχέση με:
- (α) τις προκλήσεις της περιόδου και την ανάγκη να ιδωθεί η “ασφάλεια” ολοκληρωμένα, δηλαδή συνδυάζοντας την οικολογική, την κοινωνική και τη στρατιωτική της διάσταση. Βλ. «Προς τη βαρβαρότητα; Κλίμα, πόλεμος και ασφάλεια» (Zeller 2026a). Και
- (β) ότι μια τέτοια ολοκληρωμένη αντίληψη, αναγνωρίζοντας την αντιφατικότητα και την περιπλοκή των στόχων, οφείλει να βασιστεί στις απελευθερωτικές αρχές, όπως η αλληλεγγύη, και σε ορισμένες στρατηγικές παραδοχές, μεταξύ τους και η ανεπάρκεια του εθνικού πλαισίου και η ανάγκη να ιδωθούν εκ των προτέρων τουλάχιστον σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Βλ. «Κοινωνική ασφάλεια στην Ευρώπη αντί για ιμπεριαλιστική ανασφάλεια» (Zeller 2026b).
- Το τρίτο άρθρο, που δημοσιεύουμε εδώ, στη βάση των προηγουμένων, είναι το πιο “προγραμματικό”, με 15 προτεινόμενα σημεία, αλλά και αυτό τίθεται προς συζήτηση, όπως το εξηγεί και ο συγγραφέας:
“Το άρθρο σκιαγραφεί, με βάση μια ευρεία αντίληψη της ασφάλειας, μια οικοσοσιαλιστική στρατηγική για την κοινωνική, οικολογική και στρατιωτική ασφάλεια στην Ευρώπη. Η βασική παραδοχή είναι ότι μια τέτοια στρατηγική είναι εφικτή και υλοποιήσιμη μόνο σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η προσέγγιση αυτή βασίζεται στην προοπτική των ταξικών συμφερόντων των μισθωτών και συνδυάζει έναν απελευθερωτικό, οικολογικό και αντιμιλιταριστικό προσανατολισμό. Μια προοπτική παγκόσμιας αλληλεγγύης, η οποία λαμβάνει υπόψη την παγκόσμια άνιση ανάπτυξη και αντιτίθεται στον ιμπεριαλισμό των ευρωπαϊκών κρατών με συγκεκριμένα αιτήματα, πρέπει επίσης να αναπτυχθεί σε ηπειρωτικό επίπεδο. Ο προτεινόμενος προσανατολισμός συνδυάζει την υποστήριξη του αμυντικού αγώνα του ουκρανικού λαού ενάντια στη ρωσική κατοχή, την αντίσταση ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, την απόρριψη του γενικού κύματος εξοπλισμών στην Ευρώπη, την αντίσταση ενάντια στις ενισχυόμενες εθνικοσυντηρητικές και φασιστικές δυνάμεις, τον αγώνα ενάντια στην λιτότητα και την επείγουσα ανάγκη μιας ριζικής κοινωνικο-οικολογικής αναδιάρθρωσης του βιομηχανικού και ενεργειακού συστήματος”.
[Εισαγωγή του μεταφραστή]
Η επιλεκτική προσαρμογή στην υπερθέρμανση του πλανήτη, οι σχέσεις εκμετάλλευσης, καταπίεσης και διακρίσεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η συνακόλουθη παγκόσμια άνιση ανάπτυξη, οι μεγάλοι και τοπικοί πόλεμοι, ο εξοπλισμός που συνοδεύει την ιμπεριαλιστική αντιπαλότητα και η πολιτική λιτότητας υπονομεύουν και απειλούν τη ζωή όλο και περισσότερων ανθρώπων. Στο άρθρο «Προς τη βαρβαρότητα; Κλίμα, πόλεμος και ασφάλεια» (Zeller 2026a) εξήγησα αυτές τις προκλήσεις και υπογράμμισα την ανάγκη να αναπτυχθεί μια ολοκληρωμένη αντίληψη της ασφάλειας, που να συνδυάζει την οικολογική, την κοινωνική και τη στρατιωτική ασφάλεια. Ωστόσο, μια τέτοια ολοκληρωμένη αντίληψη μπορεί να διαμορφωθεί μόνο αν καταφέρουμε να εναρμονίσουμε μεταξύ τους αντικρουόμενους στόχους, βασιζόμενοι σε απελευθερωτικές αρχές και στρατηγικές παραδοχές. Στο άρθρο μου «Κοινωνική ασφάλεια στην Ευρώπη αντί για ιμπεριαλιστική ανασφάλεια» έθεσα αυτές τις σκέψεις προς συζήτηση (Zeller 2026b).
Με βάση την παραδοχή μιας οξυμένης ιμπεριαλιστικής αντιπαλότητας για σφαίρες επιρροής, μιας απειλής από ενισχυόμενες εθνικοσυντηρητικές και φασιστικές δυνάμεις, οι οποίες υποστηρίζονται με συγκεκριμένο τρόπο από τη δικτατορία του Πούτιν και την αυταρχική κυβέρνηση Τραμπ, και της δομικής ευθραυστότητας του νεοφιλελεύθερου ευρωπαϊκού εγχειρήματος, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι μια στρατηγική αλληλεγγύης και οικολογικής βιωσιμότητας είναι εφικτή και υλοποιήσιμη μόνο σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Διατυπώνω την έννοια αυτή από την οπτική γωνία των ταξικών συμφερόντων των μισθωτών και των καταπιεσμένων. Στο πλαίσιο αυτό, στοχεύω σε έναν απελευθερωτικό, οικολογικό και αντιμιλιταριστικό προσανατολισμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μια προοπτική παγκόσμιας αλληλεγγύης, η οποία συμπαραστέκεται στους αγώνες των καταπιεσμένων και απειλούμενων πληθυσμών για εθνική αυτοδιάθεση και αντιτίθεται στους ιμπεριαλισμούς, συμπεριλαμβανομένου εκείνου των ευρωπαϊκών κρατών, με συγκεκριμένα αιτήματα, πρέπει αναγκαστικά να αναπτυχθεί σε ηπειρωτικό επίπεδο. Οι σκέψεις των δύο προαναφερθέντων άρθρων αποτελούν τη βάση για το στρατηγικό σχέδιο που παρουσιάζεται εδώ.
Α. Διπλή στρατηγική: Ασφάλεια και αλληλεγγύη
Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την πρόκληση να συνδυάσουμε ταυτόχρονα και ισότιμα διάφορους, εν μέρει αντικρουόμενους προσανατολισμούς. Κάθε προοπτική αλληλεγγύης πρέπει να αντιταχθεί στην καταστροφή της παλαιστινιακής κοινωνίας από το κράτος του Ισραήλ, στον ισραηλινό πόλεμο κατά του λιβανικού πληθυσμού, στον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ (που γίνεται ανεκτός από το ΝΑΤΟ και αρκετές ευρωπαϊκές χώρες) κατά του Ιράν, ο οποίος σκοτώνει πολλούς ανθρώπους, καταστρέφει τις υποδομές της χώρας και προκαλεί έτσι μεγάλη ζημιά στις δημοκρατικές δυνάμεις της χώρας.
Ταυτόχρονα, στην Ευρώπη είναι καθοριστικό το αν και σε ποιο βαθμό η ουκρανική αντίσταση θα καταφέρει να αποτρέψει το ρωσικό σχέδιο κατοχής και υποταγής της. Μια ρωσική νίκη -που θα γίνει ανεκτή ή θα υποστηριχθεί από την όλο και πιο αυταρχική κυβέρνηση Τραμπ- θα είχε καταστροφικές συνέπειες όχι μόνο για τους ανθρώπους στην Ουκρανία, αλλά και στην Ευρώπη. Πολλοί Ουκρανοί θα εγκατέλειπαν τη χώρα. Οι εθνικοσυντηρητικές και φασιστικές δυνάμεις θα γνώριζαν μια νέα τεράστια ώθηση. Η εισβολή σε άλλα κράτη και πληθυσμούς θα γινόταν πιο ελκυστική.
Γι’ αυτό η υποστήριξη του αγώνα για ανεξαρτησία του ουκρανικού λαού ενάντια στη ρωσική κατοχή αποτελεί κεντρικό στοιχείο ενός οικοσοσιαλιστικού προσανατολισμού. Αυτό πρέπει να συνδεθεί με την απόρριψη του γενικού κύματος εξοπλισμών στην Ευρώπη, την αντίσταση ενάντια στις ενισχυόμενες εθνικοσυντηρητικές και φασιστικές δυνάμεις, τον αγώνα ενάντια στην λιτότητα και για καλές συνθήκες εργασίας, καθώς και την επείγουσα ανάγκη για μια ριζική κοινωνικο-οικολογική αναδιάρθρωση του βιομηχανικού και ενεργειακού συστήματος.
Πρόκειται για το πώς μπορούμε1 [1] να συνδυάσουμε την ανάγκη για απο-ορυκτοποίηση, δηλαδή την κοινωνικο-οικολογική αναδιάρθρωση και αποδόμηση ολόκληρου του σημερινού συστήματος παραγωγής και ενέργειας, καθώς και την αναδιάρθρωση της αναπαραγωγής, με τη στήριξη της ουκρανικής αντίστασης ενάντια στη ρωσική κατοχή και με έναν ευρωπαϊκό προσανατολισμό που να παίρνει σοβαρά υπόψη της την ανάγκη για προστασία όλων των ανθρώπων.
Με αυτό το προσχέδιο μιας οικοσοσιαλιστικής στρατηγικής κοινωνικής, οικολογικής και στρατιωτικής ασφάλειας, συμπυκνώνω τις σκέψεις μου, προκειμένου να ενθαρρύνω τη συζήτηση μεταξύ των οικοσοσιαλιστών και της ευρύτερης αριστεράς σχετικά με συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις. Συνδέεται με σκέψεις που είχα ήδη διατυπώσει μαζί με συναγωνιστές το καλοκαίρι του 2024 στη διεθνή διακήρυξη «Ουκρανία: ειρήνη των λαών, όχι αυτοκρατορική ειρήνη» (Διεθνής Διακήρυξη 2024; Zeller 2024b) και σε άλλες συνεισφορές στη συζήτηση για μια ευρωπαϊκή οικοσοσιαλιστική στρατηγική (Zeller 2024a; Samary και Zeller 2025).
Σύμφωνα με τις προκλήσεις που συζητήθηκαν, πρέπει να αναπτύξουμε μια πολιτική που πρώτον να βοηθά στην ενίσχυση της αυτοπεποίθησης και της ταξικής συνείδησης των μισθωτών σε μια απελευθερωτική προοπτική· δεύτερον να στοχεύει σε μια ριζική κοινωνικο-οικολογική μετατροπή και αποδόμηση καθώς και στην απο-ορυκτοποίηση της οικονομίας, και τρίτον να δίνει συγκεκριμένο περιεχόμενο στην αρχή της διεθνιστικής αλληλεγγύης, όχι μόνο αφηρημένα σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και συγκεκριμένα στην Ευρώπη, στο πλαίσιο μιας αντικαπιταλιστικής αντίληψης για τη μετάβαση (Zeller 2020). Κατ’ αρχάς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν θέλουμε να υπερασπιστούμε κράτη ή μια αντιδραστική αντίληψη της πατρίδας, αλλά κοινωνίες με τα κοινωνικά και δημοκρατικά τους επιτεύγματα. Ωστόσο, οι κοινωνίες είναι κρατικά οργανωμένες και γι’ αυτό δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε τις κοινωνίες ανεξάρτητα από τα κράτη και τα όργανα εξουσίας τους, όπως ο στρατός. Από αυτό προκύπτει η ανάγκη να αναπτυχθεί μια διπλή στρατηγική.
Αφενός, υποστηρίζουμε μια πολιτική ασφάλειας των κρατών και των συμμαχιών τους που να έχει όσο το δυνατόν ευρύτερη βάση και να είναι δημοκρατική και αλληλέγγυα, γνωρίζοντας καλά ότι οι κρατικοί μηχανισμοί ασφάλειας αποτελούν το αποφασιστικό μέσο εξουσίας της άρχουσας τάξης. Η κοινωνική ασφάλεια και ανθεκτικότητα εξαρτώνται από την ποιότητα της κοινωνικής υποδομής. Όσο καλύτερα είναι διαμορφωμένα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, οι υποδομές ενέργειας και μεταφορών, τα νοσοκομεία και οι μονάδες φροντίδας, τόσο πιο κινητοποιημένα και αποτελεσματικά συμμετέχουν οι άνθρωποι στην υπεράσπιση αυτών των επιτευγμάτων.
Από την άλλη πλευρά, προσανατολιζόμαστε προς την ανεξάρτητη οργάνωση του εργατικού πληθυσμού σε συνδικάτα, κοινωνικά κινήματα και άλλες μορφές αυτοοργάνωσης, είτε στον χώρο εργασίας, είτε στον τόπο διαμονής, είτε για συγκεκριμένα ζητήματα. Η άνοδος των φασιστικών δυνάμεων και η στρατιωτική απειλή σε ορισμένες κοινωνίες της Ευρώπης -εκτός από την Ουκρανία, για παράδειγμα, και στις χώρες της Βαλτικής και στη Μολδαβία- μας θέτει όλο και περισσότερο ενώπιον του καθήκοντος να σκεφτούμε ανεξάρτητες δομές αυτοάμυνας και ασφάλειας, που να στηρίζονται στους οργανωμένους μισθωτούς και στα προοδευτικά κινήματα. Οι δομές αυτοοργάνωσης και αντίστασης αποτελούν ουσιαστικούς πυλώνες της κοινωνικής άμυνας και μπορούν ταυτόχρονα να εξελιχθούν προοπτικά σε όργανα της αντίστασης.
Β. Στρατηγική αλληλεγγύης για τη μετάβαση στην ασφάλεια
Οι 15 πτυχές μιας οικοσοσιαλιστικής στρατηγικής για την κοινωνική, οικολογική, φυσική και στρατιωτική ασφάλεια που τίθενται εδώ προς συζήτηση αποτελούν ένα προσωρινό σχέδιο προσανατολισμού. Στο πλαίσιο των κοινών συζητήσεων σε ηπειρωτικό επίπεδο, πρέπει να τροποποιηθεί, να βελτιωθεί και να την επεξεργαστούμε με μεγαλύτερη ακρίβεια έτσι ώστε να καταλήξει σε ένα κοινό πρόγραμμα. Η πρόταση ξεκινά συγκεκριμένα με τις άμεσες απαιτήσεις να υποστηριχθεί η ουκρανική αντίσταση, να εκφραστεί αλληλεγγύη προς τον παλαιστινιακό λαό και να αντιταχθούμε στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν. Στη συνέχεια, ενσωματώνει όλο και πλατύτερες διαστάσεις της ασφάλειας, προτείνει την προοπτική μιας νέας ευρωπαϊκής ένωσης που να στηρίζεται στους μισθωτούς και, τέλος, τονίζει την ανάγκη για μια οικοσοσιαλιστική αναδιάρθρωση και αναδόμηση, καθώς και για παγκοσμίως συντονισμένο αφοπλισμό, κάτι που απαιτεί αναγκαστικά την αποδυνάμωση του κεφαλαίου και των εκπροσώπων των συμφερόντων του.
1. Όπλα για την Ουκρανία, αλληλεγγύη στον παλαιστινιακό λαό, σταματήστε τον πόλεμο κατά του Ιράν και αλληλεγγύη στον ιρανικό και κουρδικό λαό.
Πρέπει να συνδέσουμε την αντίσταση στον πόλεμο των ΗΠΑ και του κράτους του Ισραήλ κατά του Ιράν, την αλληλεγγύη προς τον ιρανικό, τον λιβανέζικο και τον παλαιστινιακό λαό με την υποστήριξη της ουκρανικής αντίστασης. Όποιος διαλύει αυτή την ενότητα της διεθνούς αλληλεγγύης, παίζει το παιχνίδι μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης.
Πρέπει να χτίσουμε ένα κίνημα που θα συμβάλει στο να σταματήσει ο πόλεμος κατά του Ιράν και ταυτόχρονα θα υποχρεώσει τα ευρωπαϊκά κράτη να παραδώσουν στην Ουκρανία μεγάλο μέρος των αποθεμάτων όπλων τους, ιδίως όπλα αεράμυνας, καθώς και πληροφορίες των μυστικών υπηρεσιών. Η Ουκρανία πρέπει να λάβει ό,τι χρειάζεται για να αμυνθεί ενάντια στον ρωσικό ιμπεριαλισμό και να αναγκάσει τη δικτατορία του Πούτιν να σταματήσει τον επιθετικό της πόλεμο. Προς αυτή την κατεύθυνση πάει και η ανακοίνωση του Ευρωπαϊκού Δικτύου Αλληλεγγύης με την Ουκρανία (ENSU/RESU) «Η Ουκρανία πρέπει να λάβει όλα όσα χρειάζεται για να κερδίσει μια δίκαιη ειρήνη!» (ENSU 2025). Οι παραδόσεις όπλων σε δικτατορίες και χώρες που τρομοκρατούν ολόκληρους πληθυσμούς, ιδίως στο Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο, πρέπει να σταματήσουν.
2. Εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία.
Επειδή τα ευρωπαϊκά κράτη δεν στηρίζουν επαρκώς την Ουκρανία, τίθεται το πρόβλημα των εγγυήσεων ασφάλειας. Αν η Ουκρανία είχε λάβει την απαραίτητη υποστήριξη τα τελευταία τέσσερα χρόνια του πολέμου, θα ήταν σε θέση να αποκρούσει τη ρωσική επίθεση, να αποδυναμώσει ουσιαστικά τον ρωσικό στρατό και, ως εκ τούτου, να αποσταθεροποιήσει το καθεστώς Πούτιν.
Από την αρχή της μεγάλης ρωσικής εισβολής εναντίον του ουκρανικού πληθυσμού, η ουκρανική κυβέρνηση έθεσε στο επίκεντρο όλων των συνομιλιών για τον τερματισμό του πολέμου το αίτημά της για εγγυήσεις ασφάλειας. Η Ουκρανία είχε ήδη ζητήσει εγγυήσεις ασφάλειας κατά τις αποτυχημένες «ειρηνευτικές συνομιλίες» στην Κωνσταντινούπολη στις αρχές Απριλίου 2022. Η Ρωσία δεν τις αποδέχτηκε. Οι ΗΠΑ και οι ευρωπαϊκές χώρες δεν ήθελαν να τις παραχωρήσουν.
Δεδομένου ότι η ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ δεν τέθηκε ποτέ πραγματικά υπό συζήτηση και παραμένει μη ρεαλιστική, το αίτημα της Ουκρανίας για ισχυρές εγγυήσεις ασφάλειας από τις ΗΠΑ και τις ευρωπαϊκές χώρες παραμένει δικαιολογημένο. Οι νύξεις της κυβέρνησης Τραμπ για τέτοιου είδους εγγυήσεις ασφάλειας δεν είναι αξιόπιστες και, επιπλέον, συνδέονται με απαράδεκτους όρους. Για παράδειγμα, η αμερικανική κυβέρνηση απαιτεί από την Ουκρανία να παραχωρήσει εκ των προτέρων στη Ρωσία περαιτέρω, στρατιωτικά ισχυρά οχυρωμένες, περιοχές στην περιοχή του Ντονμπάς. Η ουκρανική ηγεσία, όπως είναι φυσικό, το απορρίπτει. Τα ευρωπαϊκά κράτη μέχρι στιγμής δεν έχουν προχωρήσει πέρα από αόριστες υποσχέσεις.
Πώς πρέπει να τοποθετηθούν τα προοδευτικά κινήματα και οι αριστερές οργανώσεις ως προς το αίτημα για εγγυήσεις ασφάλειας; Καθώς αγωνιζόμαστε για την υπεράσπιση της αυτοδιάθεσης και της κυριαρχίας της Ουκρανίας, υποστηρίζουμε επίσης και το ουκρανικό αίτημα για ισχυρές εγγυήσεις ασφάλειας. Από αυτό προκύπτει ότι θα υποστηρίζαμε επίσης ένα αίτημα της Ουκρανίας, σε περίπτωση ειρηνευτικής συμφωνίας, να σταθμεύσουν στην Ουκρανία στρατεύματα ευρωπαϊκών κρατών με επαρκή στρατιωτική δύναμη, προκειμένου να αποτραπεί η Ρωσία από μια νέα επίθεση. Ο ρόλος μας είναι να αγωνιστούμε ώστε αυτές οι εγγυήσεις ασφάλειας να διαμορφωθούν και να εφαρμοστούν με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αλληλεγγύη.
Ωστόσο, οι ισχυρές εγγυήσεις ασφάλειας από τις ΗΠΑ και τα ευρωπαϊκά κράτη για την Ουκρανία παραμένουν απίθανες. Είναι πιθανό τα ευρωπαϊκά κράτη να προσφέρουν στην Ουκρανία μάλλον αόριστες εγγυήσεις ασφάλειας που συνδέονται με όρους· όχι από αλληλεγγύη, αλλά επειδή επιδιώκουν τα δικά τους συμφέροντα, θέλουν να ανοίξουν προσοδοφόρες επενδυτικές ευκαιρίες για τις «δικές τους» εταιρείες και να επηρεάσουν την περαιτέρω πορεία της πολιτικής και οικονομικής ανάπτυξης της Ουκρανίας και σε διεθνές επίπεδο. Η πιο αποτελεσματική και βιώσιμη εγγύηση ασφάλειας για την Ουκρανία είναι μια ευρεία κοινωνική οργάνωση αλληλεγγύης, ένας ισχυρός δικός της στρατός και η ανατροπή του καθεστώτος Πούτιν μέσω ενός δημοκρατικού μαζικού κινήματος στη Ρωσία, ως αποτέλεσμα μιας μαζικής αποδυνάμωσης του ρωσικού στρατιωτικού και ασφαλιστικού μηχανισμού.
Ωστόσο, καλούμαστε να σκεφτούμε πέρα από αυτή την κρατική και στρατιωτική διάσταση και να συνδεθούμε με παλιές αρχές και εμπειρίες της διεθνούς αλληλεγγύης στο εργατικό κίνημα και μεταξύ των προοδευτικών κοινωνικών κινημάτων. Τα συνδικάτα και τα κοινωνικά κινήματα πρέπει να δεσμευτούν να σταθούν αμέσως στο πλευρό των Ουκρανών συναδέλφων τους σε περίπτωση νέων απειλών, για παράδειγμα με δική τους βοήθεια, αλλά και με κινητοποιήσεις στους δρόμους και απεργίες, προκειμένου να αναγκάσουν τις κυβερνήσεις τους να υποστηρίξουν αποτελεσματικά την Ουκρανία.
3. Να απορριφθεί το πρόγραμμα Rearm Europe.
Το πρόγραμμα επανεξοπλισμού Rearm Europe, που αποφασίστηκε τον Μάρτιο του 2025 και στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Readiness 2030, αποσκοπεί πρωτίστως στη διευκόλυνση της χρηματοδότησης του επανεξοπλισμού των επιμέρους κρατών και στη μείωση της στρατηγικής εξάρτησης της ΕΕ από τις ΗΠΑ στον τομέα του εξοπλισμού. Δεν εξυπηρετεί την ενίσχυση της ουκρανικής αντίστασης ενάντια στις ρωσικές δυνάμεις κατοχής, αλλά έχει ως στόχο την επέκταση του γεωπολιτικού και γεωοικονομικού περιθωρίου ελιγμών των ιμπεριαλιστικών κρατών στην Ευρώπη καθώς και της ΕΕ ως μπλοκ. Το πρόγραμμα «Rearm Europe» οδηγεί σε μαζικές αγορές όπλων από τις ΗΠΑ, παρόλο που για πολλά οπλικά συστήματα δεν είναι δυνατή η λειτουργία τους ανεξάρτητα από τις ΗΠΑ. Αυτό δεν ενισχύει, αλλά υπονομεύει την ασφάλεια. Ο τρέχων εξοπλισμός (για παράδειγμα, το σχέδιο ενός γαλλικού αεροπλανοφόρου) των μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών στοχεύει περισσότερο στη διεθνή επιχειρησιακή ικανότητα και στις ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες παρά στην αμυντική προστασία των δικών τους κοινωνιών. Παράλληλα με τον εξοπλισμό, οι κυβερνήσεις προωθούν επίσης τη στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας. Αυτή δεν εξυπηρετεί ούτε την υποστήριξη της Ουκρανίας ούτε ενδεχομένως άλλων απειλούμενων κρατών, αλλά ενισχύει τις αυταρχικές τους τάσεις. Μέσω της παράλληλης αυτής κοινωνικής αποδυνάμωσης, η πολιτική αυτή ανοίγει επίσης την πόρτα στις αντιδραστικές και φασιστικές δυνάμεις, που καταπολεμούν την υποστήριξη της Ουκρανίας και που γενικότερα προωθούν την αποσύνδεση της αλληλεγγύης.
4. Το ΝΑΤΟ και η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης.
Λόγω των αντικρουόμενων συμφερόντων των μελών της, το ΝΑΤΟ είχε ήδη ολισθήσει σε κρίση πριν από την έναρξη της πλήρους ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Ωστόσο, η ρωσική εκστρατεία βοήθησε το ΝΑΤΟ να ανακτήσει την ελκυστικότητά του και να αποκτήσει δύο νέα μέλη, τη Φινλανδία και τη Σουηδία. Από την ανάληψη της προεδρίας των ΗΠΑ από τον Ντόναλντ Τραμπ, οι αντιφάσεις εμφανίζονται εκ νέου και με ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Η καταγγελία της στρατιωτικής υποστήριξης προς την Ουκρανία από τις ΗΠΑ τον Μάρτιο του 2025, οι απαιτήσεις της κυβέρνησης Τραμπ να φροντίσουν τα ευρωπαϊκά κράτη τα ίδια για τη στρατιωτική τους ασφάλεια, οι επαναλαμβανόμενες απειλές προς τη Γροιλανδία και, τέλος, η στρατηγική ασφάλειας των ΗΠΑ που δημοσιεύθηκε στις αρχές Δεκεμβρίου 2025 δημιουργούν αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία της αμερικανικής πίστης στη συμμαχία και της δέσμευσης της για αλληλοϋποστήριξη. Γι’ αυτό και πολιτικοί της ΕΕ διαφορετικών πολιτικών προσανατολισμών υποστηρίζουν όλο και περισσότερο μια στρατηγική αυτονομία της ΕΕ έναντι των ΗΠΑ. Δεδομένου ότι τα συστήματα παραγωγής και καινοτομίας στρατηγικά σημαντικών αγαθών είναι διακρατικά συνδεδεμένα και τα ευρωπαϊκά κράτη στερούνται αυτόνομων στρατιωτικών και τεχνολογικών προϋποθέσεων, μια τέτοια αυτονομία από τις ΗΠΑ είναι αδύνατη βραχυπρόθεσμα. Επίσης, δεν μπορεί να αποτελεί στόχο μιας χειραφετητικής και οικοσοσιαλιστικής προοπτικής, καθώς δεν υποστηρίζουμε τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα των ευρωπαϊκών κρατών.
Εν τω μεταξύ, πληθαίνουν οι δηλώσεις υπέρ μιας στρατιωτικής συνιστώσας της ΕΕ, δηλαδή τελικά της δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού στρατού. Ωστόσο, οι ευρωπαϊκές αστικές τάξεις απέχουν πολύ από το να συμφωνήσουν σε μια κοινή στρατηγική κατεύθυνση. Τα ισχυρότερα εθνικά κράτη συνεχίζουν να επιδιώκουν τα δικά τους συγκεκριμένα συμφέροντα, τα οποία συχνά συγκρούονται με τα συμφέροντα των «ευρωπαϊκών κρατών-εταίρων» τους. Γι’ αυτό είναι απίθανο να δημιουργηθεί ευρωπαϊκός στρατός στο άμεσο μέλλον. Πιο ρεαλιστικές φαίνονται οι περιφερειακές στρατιωτικές συνεργασίες, για παράδειγμα μεταξύ των σκανδιναβικών και των βαλτικών κρατών. Αυτές θα μπορούσαν ενδεχομένως να δημιουργηθούν ως συμπλήρωμα του διαβρωμένου ΝΑΤΟ.
Ένας ευρωπαϊκός στρατός, ο οποίος θα μπορούσε να υλοποιηθεί αποτελεσματικά μόνο ως επαγγελματικός στρατός, δεν μπορεί να αποτελέσει ένα αξιόπιστο, δημοκρατικά νομιμοποιημένο μέσο κοινωνικής και δημοκρατικής άμυνας. Αντίθετα, θα δημιουργούνταν μόνο ως δύναμη επέμβασης για τη διασφάλιση ιμπεριαλιστικών συμφερόντων. Ένας στρατός της ΕΕ δεν θα ενίσχυε την αμυντική ικανότητα και την ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών κοινωνιών, αλλά θα αποτελούσε ένα μέσο εξουσίας, απαλλαγμένο από κάθε δημοκρατικό έλεγχο, στα χέρια της γραφειοκρατίας της ΕΕ και των πιο ισχυρών κρατών. Για τον λόγο αυτό, η δημιουργία ενός στρατού της ΕΕ πρέπει να απορριφθεί προς το παρόν. Μόνο υπό τις συνθήκες μιας αλληλέγγυας ένωσης των ευρωπαϊκών κρατών και της ανάληψης της εξουσίας από τους οργανωμένους μισθωτούς μπορεί ένας ευρωπαϊκός στρατός να γίνει αποδεκτός ή ακόμη και απαραίτητος.
5. Αλληλέγγυα ευρωπαϊκή προοπτική αντί του ΝΑΤΟ.
Πρέπει να αναπτυχθεί μια αλληλέγγυα πανευρωπαϊκή προοπτική ασφάλειας με βάση τα συμφέροντα των κατώτερων τάξεων σε ολόκληρη την Ευρώπη, όχι ενός μεμονωμένου εθνικού κράτους. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να απορριφθεί κατηγορηματικά η ρητορική των ευρωπαϊκών αξιών, με την αποικιοκρατική της κληρονομιά, τις ρατσιστικές πρακτικές της καθημερινότητας, την ανοχή ή ακόμη και υποστήριξη της γενοκτονίας του παλαιστινιακού πληθυσμού στη Γάζα και του πολέμου κατά του Ιράν, καθώς και την απλώς επιλεκτική και υποκριτική υποστήριξη της ουκρανικής αντίστασης κατά των ρωσικών δυνάμεων κατοχής.
Η αριστερά παραδοσιακά τάσσεται υπέρ της αποχώρησης των χωρών της από το ΝΑΤΟ και/ή της διάλυσης του ΝΑΤΟ. Αν, για παράδειγμα, στην Ισπανία αναδυθεί ένα κίνημα για την αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, θα πρέπει να το υποστηρίξουμε και να το διευρύνουμε. Ωστόσο, το αίτημα για αποχώρηση έχει τα όριά του. Αν η Γαλλία ή η Γερμανία αποχωρούσαν από το ΝΑΤΟ, δεν θα ήταν λιγότερο ιμπεριαλιστικές από ό,τι εντός του ΝΑΤΟ. Μια διάλυση του ΝΑΤΟ δεν θα έκανε τις κοινωνίες της Ευρώπης και αλλού πιο ασφαλείς. Τα ιμπεριαλιστικά κράτη θα απειλούσαν και άλλες κοινωνίες ακόμη και χωρίς το ΝΑΤΟ. Ταυτόχρονα, οι χώρες που αισθάνονται απειλούμενες πρέπει να έχουν το δικαίωμα να προσχωρήσουν στο ΝΑΤΟ παρά τον ιμπεριαλιστικό του χαρακτήρα. Αυτή η διαφοροποιημένη προσέγγιση ακούγεται αντιφατική, αλλά αντανακλά τις άνισες πραγματικότητες και δυναμικές στην ήπειρο.
Παράλληλα, το ΝΑΤΟ πρέπει να απορριφθεί κατ’ αρχήν. Ωστόσο, η κατάργησή του πρέπει να συνοδεύεται από την επιβολή ενός αλληλέγγυου ευρωπαϊκού σχεδίου ασφάλειας. Ένα τέτοιο σχέδιο μπορεί όμως να υλοποιηθεί μόνο στο πλαίσιο μιας συνολικής κοινωνικής μεταμόρφωσης, η οποία συνοδεύεται από την αποδυνάμωση του κεφαλαίου και μια οικοσοσιαλιστική μεταμόρφωση. Γι’ αυτό, ένα αλληλέγγυο αμυντικό σχέδιο σε ηπειρωτικό επίπεδο πρέπει να αποτελεί μέρος ενός συνολικού οικοσοσιαλιστικού μεταβατικού προγράμματος.
Πρέπει όμως να αναπτύξουμε και άμεσα μεταβατικά σχέδια. Γι’ αυτό πρέπει να ξεκινήσει αμέσως μια συνολική ηπειρωτική συζήτηση για ένα πανευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στις ανάγκες των δυνητικά απειλούμενων κρατών της Βαλτικής και της Μολδαβίας. Πρέπει να αποτρέψουμε την υπονόμευση της κοινωνικής, οικολογικής και φυσικής ασφάλειας αυτών των πληθυσμών και την ενδεχόμενη στρατιωτική απειλή εναντίον των ανθρώπων. Μια ολοκληρωμένη ηπειρωτική αντίληψη της ασφάλειας συνδέει την κοινωνική, οικολογική και φυσική ασφάλεια. Αυτό είναι δυνατό μόνο σε ηπειρωτικό επίπεδο, αλλά απαιτεί ταυτόχρονα αυτοοργάνωση σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει ότι υποστηρίζουμε σε ευρωπαϊκό επίπεδο ένα σύστημα ολοκληρωμένης κοινωνικής ασφάλειας και μια ριζική κοινωνικο-οικολογική αναδιάρθρωση του ενεργειακού και παραγωγικού συστήματος, και σχεδιάζουμε επίσης τη φυσική-στρατιωτική προστασία αυτών των επιτευγμάτων σε ηπειρωτικό επίπεδο. Αυτό εγείρει πολλά ερωτήματα, με τα οποία η όλη αριστερά δεν έχει ασχοληθεί εδώ και δεκαετίες. Πώς πρέπει να οργανωθεί η στρατιωτική θητεία; Τι σημαίνει οπλισμός ενόψει του πολέμου με drones και της ηλεκτρονικής και ρομποτικής πολεμικής τέχνης; Αυτές οι τεχνολογίες διαμορφώνουν τον ρωσικό πόλεμο και την ουκρανική άμυνα, καθώς και τον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν και την άμυνά του. Ποιες δυνατότητες και κινδύνους προσφέρουν αυτές οι τεχνολογίες για μια αμυντική οργάνωση που να στηρίζεται στη δημοκρατία και την κοινωνία;
6. Υποχρεώσεις αλληλοϋποστήριξης.
Τα κράτη μέλη του ΝΑΤΟ λαμβάνουν εγγύηση ασφάλειας μέσω της ιδιότητας μέλους τους. Στο βαθμό που το ΝΑΤΟ χάνει την αξιοπιστία του, το ζήτημα των πολυμερών εγγυήσεων ασφάλειας στην Ευρώπη θα μπορούσε να τεθεί στην ημερήσια διάταξη από άλλα κράτη που αισθάνονται απειλούμενα. Μια γενική απάντηση σε αυτό από μια αλληλέγγυα διεθνιστική ταξική προοπτική είναι αδύνατη. Τελικά, πρέπει να αποφασιστεί στην συγκεκριμένη κατάσταση αν τέτοιες εγγυήσεις ασφάλειας πρέπει να υποστηριχθούν από μια αλληλέγγυα ταξική προοπτική. Κρίσιμο κριτήριο είναι αν ο πληθυσμός που επηρεάζεται ζητά πραγματικά τέτοιες μορφές υποστήριξης και θέλει να αντισταθεί σε μια επιθετική δύναμη.
Η διεθνής αλληλεγγύη μπορεί να είναι ένας αποφασιστικός παράγοντας για την πολιτική και υλική υποστήριξη του απειλούμενου και αντιστεκόμενου πληθυσμού. Μέσω της πολιτικής οργάνωσης μπορεί να ασκηθεί πολιτική πίεση στη δική μας κυβέρνηση, ώστε να βοηθήσει πιο αποτελεσματικά τον απειλούμενο πληθυσμό. Τα συνδικάτα και τα κοινωνικά κινήματα μπορούν να οργανώσουν άμεσες συνεργασίες και προγράμματα ανταλλαγών. Υπό ορισμένες συνθήκες, μπορεί να είναι λογικό να αξιοποιηθούν οι εμπειρίες των διεθνών ταξιαρχιών στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο και να ενισχυθεί στρατιωτικά η διεθνής αλληλεγγύη.
7. Στρατιωτική θητεία.
Αρκετά κράτη στην Ευρώπη έχουν στρατιωτική θητεία, ενώ μερικά, όπως η Γερμανία, όπου αναστάλθηκε το 2011, επιθυμούν να την επαναφέρουν. Η συγκεκριμένη μορφή της αποτελεί αντικείμενο πολιτικών αντιπαραθέσεων. Οι ειρηνιστές και μεγάλα τμήματα της αριστεράς στη Γερμανία τάσσονται κατ’ αρχήν κατά της επαναφοράς της υποχρεωτικής θητείας. Αυτή η στάση δεν ανταποκρίνεται στις τρέχουσες προκλήσεις από πολλές απόψεις. Ακολουθώντας αντιμιλιταριστικές αρχές, οι σοσιαλιστές έχουν μέχρι τώρα πάντα απορρίψει τους επαγγελματικούς στρατούς και έχουν δώσει προτεραιότητα σε εθνοφρουρές με στρατεύσιμους (βλ. Zeller 2026b: σ. 184–191). Αυτή η θέση παραμένει σωστή. Πολλές εμπειρίες δείχνουν ότι οι επαγγελματικοί στρατοί αποτελούν πολύ πιο υπάκουα εργαλεία στα χέρια των κυρίαρχων τάξεων, είτε για ιμπεριαλιστικές περιπέτειες είτε για την εκτέλεση επιχειρήσεων καταστολής κατά της κοινωνικής αντίστασης στη χώρα τους. Η γενική στρατιωτική θητεία έχει μια ισχυρή ιδεολογική συνιστώσα και χρησιμεύει στην κατήχηση του πληθυσμού. Ταυτόχρονα, οι στρατοί εθνοφρουράς δίνουν στους κριτικούς στρατιώτες την ευκαιρία να διεξάγουν αντιμιλιταριστικές εκστρατείες στο εσωτερικό του στρατού και να πείθουν πολιτικά και άλλους στρατιώτες. Οι στρατοί υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας είναι πιο δύσκολο να χρησιμοποιηθούν ως όργανα καταστολής και για ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στο εξωτερικό. Επιπλέον, οι επαγγελματικοί στρατοί, ως κεντρικό όργανο εξουσίας των κυρίαρχων, αντιτίθενται κατ’ αρχήν σε κάθε επαναστατικό κίνημα. Η ιστορία μας δείχνει ότι οργανωμένοι στρατιώτες σε στρατούς εθνοφρουράς μπορούν, σε καταστάσεις ακραίας πολιτικής έντασης ή ακόμη και σε συνθήκες διπλής εξουσίας, να σταθούν ενάντια στην καταστολή και στο πλευρό του εξεγερμένου πληθυσμού. Η γενική στρατιωτική θητεία δεν ισοδυναμεί με αναγκαστική θητεία στα όπλα. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες διαθέτουν από τη δεκαετία του 1960 και του 1970 μια εναλλακτική υπηρεσία πολιτικής υπηρεσίας. Τόσο η στρατιωτική θητεία όσο και η πολιτική εναλλακτική υπηρεσία θα πρέπει να εναρμονιστούν σταδιακά σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι σοσιαλιστές και οι φεμινίστριες θα πρέπει να εξετάσουν πώς μπορούν να αναπτύξουν μια πολιτική πρακτική εντός των στρατών και να υποστηρίξουν την αυτοοργάνωση των στρατιωτών.
8. Προσανατολισμός στη βάση – Λαϊκή άμυνα.
Κάθε άμυνα που στηρίζεται στην κοινωνία βασίζεται στην τοπική ριζοσπαστικοποίηση. Αυτή οργανώνεται συνήθως από το κράτος, αλλά μπορεί επίσης να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αυτοοργάνωση των ανθρώπων επί τόπου. Ποια διδάγματα μπορούν να αντληθούν από τις μορφές πολιτικής άμυνας και πολιτικής προστασίας όπως αυτές υπάρχουν στη Φινλανδία, τη Σουηδία και την Ελβετία; Αποτελούν αυτές οι δομές απλώς μέρος της ιδεολογικής και στρατιωτικής διασφάλισης της αστικής κυριαρχίας ή μπορούν να βρεθούν και θετικά στοιχεία για την προστασία των ανθρώπων σε περίπτωση καταστροφών και στρατιωτικών απειλών; Στη Στοκχόλμη, για παράδειγμα, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών δραστηριοποιούνται για τη σωματική ασφάλεια του τοπικού πληθυσμού έναντι της επικίνδυνης εγκληματικότητας συμμοριών και παρέχουν επίσης άμεση ιατρική βοήθεια έκτακτης ανάγκης. Τέτοιες εμπειρίες θα μπορούσαν επίσης να ενσωματωθούν σε μια ευρύτερη αντίληψη της κοινωνικής και σωματικής ασφάλειας.
9. Κοινωνικές υποδομές.
Η υπεράσπιση των δημοκρατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και επιτευγμάτων συνδέεται με τον αγώνα για τη διατήρηση και τη βελτίωση της κοινωνικής υποδομής. Οι καλές και γενικά προσβάσιμες υποδομές για εκπαίδευση, υγεία, φροντίδα και περίθαλψη συμβάλλουν στη μείωση των διακρίσεων και στη μείωση ή, μακροπρόθεσμα, στην υπέρβαση του έμφυλου καταμερισμού της εργασίας. Ωστόσο, έχουν επίσης κεντρική σημασία και για τη βελτίωση της προστασίας και της ανθεκτικότητας του πληθυσμού σε περιόδους οικονομικών κρίσεων, σοβαρών «φυσικών καταστροφών» και στρατιωτικών συγκρούσεων. Ο πόλεμος στην Ουκρανία δείχνει ότι οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας συμβάλλουν ουσιαστικά στην αλληλέγγυα και αποτελεσματική άμυνα. Οι νεοφιλελεύθερες και νεοσυντηρητικές περικοπές σε αυτούς τους τομείς υπονομεύουν την κοινωνική ανθεκτικότητα και τη γενική ασφάλεια. Οι Ουκρανοί που υποφέρουν από τη νεοφιλελεύθερη πολιτική του Ζελένσκι βιώνουν αυτή τη στιγμή οδυνηρά αυτή την εμπειρία.
10. Μάθηση και καινοτομία.
Η προετοιμασία για τον πόλεμο και η διεξαγωγή του πολέμου εξελίσσονται σήμερα ραγδαία από τεχνολογική άποψη. Η συλλογή πληροφοριών, τα drones, ο ηλεκτρονικός πόλεμος και η Τεχνητή Νοημοσύνη προωθούν αυτή την αλλαγή. Η χρήση νέων τεχνολογιών αναγνώρισης, επικοινωνίας και ελέγχου, της Τεχνητής Νοημοσύνης και drones με τις πιο ποικίλες ιδιότητες απαιτεί, κατά πρώτον, καλά εκπαιδευμένους ειδικούς. Αλλά, κατά δεύτερον, επιτρέπει ταυτόχρονα και τη συμμετοχή πλατιών στρωμάτων του πληθυσμού σε συλλογικές αμυντικές προσπάθειες, είτε στο πλαίσιο μιας εθνοφρουράς είτε σε αυτοοργανωμένες μορφές άμυνας. Οι εμπειρίες των Solidarity Collectives στην Ουκρανία μπορούν επίσης να είναι διδακτικές για παρόμοιες πρωτοβουλίες σε άλλες κοινωνίες. Και τα κινήματα εξέγερσης θα κάνουν χρήση αυτών των τεχνολογιών. Βρισκόμαστε μπροστά στο ερώτημα του πώς θα αντιμετωπίσουμε τη χρήση και τη διάδοση αυτών των τεχνολογιών, προκειμένου να προωθήσουμε τους αγώνες για την απελευθέρωση και τον οικοσοσιαλισμό.
Πρέπει να αξιοποιήσουμε τις εμπειρίες της ουκρανικής αντίστασης. Η ικανότητα για καινοτομία καθώς και η δημοκρατική συμμετοχή του πληθυσμού και των στρατιωτών, ενισχύουν την ανθεκτικότητα. Η επιβολή των δημοκρατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των στρατιωτών αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο μιας στρατηγικής αμυντικής αλληλεγγύης. Γι’ αυτό υποστηρίζω ότι οι σοσιαλιστικές και αντιμιλιταριστικές δυνάμεις πρέπει να αναβιώσουν την παλαιότερη παράδοση των αντιμιλιταριστικών δραστηριοτήτων με τη μορφή επιτροπών στρατιωτών και συνδικαλιστικής οργάνωσης στους στρατούς. Η οργάνωση στον στρατό δεν είναι μόνο καθοριστική για την κατάκτηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων των στρατιωτών, αλλά μπορεί επίσης να βελτιώσει τη συλλογική μάθηση, ώστε να προσαρμοστούμε στην τεχνολογική εξέλιξη και να δοκιμάσουμε πιο κατάλληλες μορφές οργάνωσης στον στρατό. Η αυτοοργάνωση των στρατιωτών είναι απολύτως καθοριστική σε οξυμένες κοινωνικές συγκρούσεις και καταστάσεις δυαδικής εξουσίας.
11. Κοινωνική απαλλοτρίωση της βιομηχανίας όπλων.
Η βιομηχανία όπλων πρέπει να προσανατολίσει την παραγωγή της στις τρέχουσες ανάγκες της Ουκρανίας και στην άμυνα των ευρωπαϊκών κοινωνιών στο πλαίσιο μιας ηπειρωτικής και παγκόσμιας αλληλεγγύης. Ο εξοπλισμός προς όφελος νεοαποικιακών και ιμπεριαλιστικών συμφερόντων πρέπει κατ’ αρχήν να απορριφθεί και να καταπολεμηθεί. Ολόκληρη η παραγωγή όπλων πρέπει να εκδημοκρατιστεί. Αυτός ο εκδημοκρατισμός των όπλων είναι όμως δυνατός μόνο αν μπορέσει η βιομηχανία όπλων να ενσωματωθεί στην κοινωνία, δηλαδή να κοινωνικοποιηθεί. Αυτό σημαίνει ότι η βιομηχανία πρέπει να αποσπαστεί από το κεφάλαιο και τα κερδοσκοπικά του συμφέροντα. Αυτό από μόνο του δεν αποτελεί εγγύηση, αλλά δημιουργεί σαφώς καλύτερες συνθήκες για αποφάσεις με προοπτική αλληλεγγύης. Εδώ, ωστόσο, αντιμετωπίζουμε την πρόκληση, στον αγώνα για κοινωνικοποίηση, να διευκρινίσουμε σε ποια γεωγραφικά επίπεδα και σε ποιο θεσμικό πλαίσιο πρέπει να επιβληθεί αυτή η κοινωνικοποίηση. Ποια πολεμικά αγαθά και υπηρεσίες πρέπει να παράγονται ή να παρέχονται σε περιφερειακό, εθνικό ή διεθνικό επίπεδο; Η κοινωνική απαλλοτρίωση της βιομηχανίας όπλων είναι προϋπόθεση για την οικολογικά αναγκαία αναδιάρθρωση και μετατροπή της. Το σύνθημα «Αφοπλίστε τη Rheinmetall», δημοφιλές στη ριζοσπαστική αριστερά της Γερμανίας, στοχεύει λοιπόν διπλά προς τη λάθος κατεύθυνση. Δεν πρόκειται για γενική αποστρατιωτικοποίηση, ούτε για την αποστρατιωτικοποίηση του ομίλου, αλλά για την κοινωνική απαλλοτρίωσή του ως προϋπόθεση για την πλήρη αναδιάρθρωση και αποδόμησή του. Το άμεσο ερώτημα, ωστόσο, είναι με ποιες άμεσες προτάσεις μπορούμε να κερδίσουμε τους εργαζόμενους και τα συνδικάτα για μια συζήτηση σχετικά με τα ζητήματα και τις προκλήσεις που τίθενται εδώ.
12. Κοινωνική απαλλοτρίωση του χρηματοπιστωτικού τομέα και των βασικών βιομηχανιών.
Οι εταιρείες όπλων είναι στενά συνδεδεμένες με τους μεγάλους χρηματοπιστωτικούς ομίλους, οι οποίοι αποσπούν μεγάλο τμήμα των κερδών τους. Το κύμα εξοπλισμού συνοδεύεται από βιομηχανικές αναδιαρθρώσεις στους ομίλους αυτοκινήτων, οι οποίοι υποφέρουν από υπερπαραγωγή και τώρα απελευθερώνουν παραγωγικές δυνατότητες για την παραγωγή όπλων. Ο ενεργειακός τομέας αποτελεί κεντρική βάση για την ενεργοβόρα παραγωγή όπλων (χάλυβας, αλουμίνιο, χημεία, ηλεκτρονικά, τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών, τεχνητή νοημοσύνη). Για τον λόγο αυτό, η κοινωνική απαλλοτρίωση του τομέα των όπλων πρέπει να συνδεθεί με εκείνη των τομέων των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, της ενέργειας και των μεταφορών, και να προσανατολιστεί προς μια παραγωγή που να καθορίζεται δημοκρατικά, να σχεδιάζεται και να προσανατολίζεται προς τις ανάγκες. Οι τρέχουσες συζητήσεις για την κοινωνικοποίηση, για παράδειγμα του ενεργειακού τομέα ή της παραγωγής χάλυβα, πρέπει επομένως να συνδεθούν με αυτές για τον κοινωνικό έλεγχο της αμυντικής βιομηχανίας και του χρηματοπιστωτικού τομέα.
13. Διεθνική συνείδηση των μισθωτών.
Πρέπει να αναπτύξουμε μια πολιτική που θα συμβάλει στο να πείσουμε τις εργατικές τάξεις να μην ακολουθούν πλέον τις ηγεσίες των κρατών τους και τους εκπροσώπους των συμφερόντων του κεφαλαίου. Πρόκειται για την εκπόνηση μιας ταξικής στρατηγικής για την οικολογική, κοινωνική και στρατιωτική ασφάλεια σε ολόκληρη την Ευρώπη. Για το σκοπό αυτό απαιτούνται πολλά μικρά βήματα διαμεσολάβησης, τα οποία μπορούν να δοκιμαστούν και να βελτιωθούν μόνο στην πολιτική πράξη.
Μια ιδιαίτερη πρόκληση παρουσιάζεται όσον αφορά τους μισθωτούς στη Ρωσική Ομοσπονδία. Τι μπορούν να κάνουν τα κοινωνικά κινήματα και τα συνδικάτα για να προωθήσουν την αυτοοργάνωση των μισθωτών και των δημοκρατικών κινημάτων στη Ρωσία και μεταξύ των καταπιεσμένων εθνικοτήτων και να εμβαθύνουν τα ρήγματα στο τσαρικό-φασιστικό σύστημα εξουσίας; Γι’ αυτό πρέπει επίσης να αποκαλυφθεί η προπαγάνδα που επικαλείται μια σύγκρουση μεταξύ μιας «κοινότητας δυτικών αξιών» και μιας «ρωσικής δεσποτικής εξουσίας». Τα κοινωνικά κινήματα και τα συνδικάτα πρέπει να εξετάσουν συστηματικά ποιες κοινές πολιτικές πρωτοβουλίες και πρακτικά σχέδια μπορούν να αναπτύξουν με Ρώσους εταίρους που αντιτίθενται τόσο στον ρωσικό όσο και στον «δυτικό» ιμπεριαλισμό και είναι αλληλέγγυοι με την ουκρανική αντίσταση.
Ομοίως, πρέπει να απορριφθεί η υποκριτική εκστρατεία κατά του «ισλαμικού φονταμενταλισμού». Είναι προφανές ότι τόσο οι ΗΠΑ όσο και τα ευρωπαϊκά κράτη συνεργάζονται πολύ καλά με ισλαμιστικά καθεστώτα, εφόσον αυτά εξυπηρετούν τα δικά τους συμφέροντα. Ταυτόχρονα, φυσικά, πρέπει να υποστηριχθούν τα δημοκρατικά και απελευθερωτικά κινήματα ενάντια σε αυτά τα καθεστώτα.
14. Αφοπλισμός και κοινωνικο-οικολογικός μετασχηματισμός.
Οι πόλεμοι και ο εξοπλισμός έρχονται σε πλήρη αντίθεση με κάθε, έστω και την πιο μικρή, προσπάθεια κοινωνικο-οικολογικού μετασχηματισμού και της απαραίτητης για αυτό μετατροπής της βιομηχανίας όπλων σε κοινωνικά χρήσιμες και οικολογικά συμβατές γραμμές παραγωγής. Ωστόσο, η ειρηνιστική αποδοχή της ρωσικής κατοχικής δύναμης και της τρομοκρατίας της, η οποία επιπλέον βασίζεται εξ ολοκλήρου σε ορυκτά καύσιμα και επεκτείνει περαιτέρω τον ορυκτό τομέα, θα στερούσε από την ουκρανική κοινωνία κάθε πιθανότητα για ελάχιστα δημοκρατικά και κοινωνικά δικαιώματα, πόσο μάλλον για μια οικοσοσιαλιστική μετάβαση. Ομοίως, τα κράτη που απειλούνται από την ορυκτο-ενεργειακή υπερδύναμη των ΗΠΑ έχουν το δικαίωμα να αμυνθούν με τα όπλα. Κατ’ αρχήν, θα ήταν αντίθετο προς κάθε απελευθερωτική αντίληψη να αρνηθεί κανείς την υποστήριξη της αντίστασης ενός καταπιεσμένου λαού, επειδή αναγκαστικά πρέπει να ασκήσει αυτή την αντίσταση με τα όπλα.
Φυσικά, η προοπτική μιας παγκοσμίως συντονισμένης ριζοσπαστικής αποστρατιωτικοποίησης και μετατροπής της βιομηχανίας όπλων παραμένει απαραίτητη. Στο βαθμό που καταφέρνουμε να δημιουργήσουμε βιώσιμες συνδέσεις με προοδευτικά κοινωνικά κινήματα σε άλλα μέρη του κόσμου -ειδικά στα πολυπληθή κράτη της Ασίας- πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη και τα ζητήματα ασφάλειας. Σε ποια προγράμματα εξοπλισμού και εξαγωγές όπλων αντιστεκόμαστε με συνέπεια; Ποιες δυνάμεις στον κόσμο θέλουμε, αντίθετα, να ενισχύσουμε συνειδητά, παρέχοντάς τους πολιτική, υλική και, αν χρειαστεί, και στρατιωτική υποστήριξη; Αυτά τα ερωτήματα πρέπει να τίθενται ανοιχτά και συνεχώς εκ νέου και να απαντώνται συγκεκριμένα, ανάλογα με την κατάσταση και τις ισορροπίες δυνάμεων.
Στο πλαίσιο ενός παγκοσμίως συντονισμένου κινήματος για αμοιβαία και παράλληλα εγγυημένη αποστρατιωτικοποίηση και, τελικά, για την αναδιάρθρωση και μετατροπή της αμυντικής βιομηχανίας σε κοινωνικά χρήσιμη παραγωγή, πρέπει επίσης να καταργηθούν τα πυρηνικά όπλα. Μόνο ένα παγκόσμιο κίνημα μπορεί να επιβάλει πραγματικά αυτή την προοπτική. Τα στρατιωτικο-βιομηχανικά συστήματα αποτελούν τον πυρήνα του αστικού-καπιταλιστικού μηχανισμού εξουσίας. Εν όψει της οξυνόμενης ιμπεριαλιστικής αντιπαλότητας, μια ριζική αποστρατιωτικοποίηση, συμπεριλαμβανομένης της κατάργησης των πυρηνικών όπλων, αποτελεί ρεαλιστική προοπτική μόνο στο πλαίσιο της αποδυνάμωσης των κυρίαρχων τάξεων και του κεφαλαίου.
15. Ο παγκοσμίως συντονισμένος αφοπλισμός απαιτεί ρήξη με την κυριαρχία του κεφαλαίου.
Ένας παγκοσμίως συντονισμένος αφοπλισμός και η μετατροπή της βιομηχανίας όπλων και, τελικά, η υπέρβαση της στρατιωτικής λογικής είναι δυνατά μόνο αν καταφέρουμε να σπάσουμε και να ξεπεράσουμε την κυριαρχία του κεφαλαίου σε ευρεία κλίμακα -σε ηπειρωτικό, διεθνικό και, τελικά, παγκόσμιο επίπεδο. Γι’ αυτό πρέπει να συγκεκριμενοποιούμε την προοπτική της ρήξης με την καπιταλιστική κυριαρχία, της μετατροπής και της αποδόμησης της βιομηχανίας όπλων και, τελικά, της οικοσοσιαλιστικής ανατροπής σε κάθε πρακτική διαμάχη, με τρόπο τακτικά και διδακτικά κατάλληλο, μέσα από τα καθημερινά πολιτικά αιτήματα. Τέτοιες διαδικασίες ρήξης μπορούν να εκδηλωθούν σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, αλλά, για να είναι επιτυχημένες, πρέπει οπωσδήποτε να αποκτήσουν διεθνικές, ηπειρωτικές και τελικά παγκόσμιες διαστάσεις.
Πρακτικά, πρόκειται για τον εμπλουτισμό των καθημερινών αιτημάτων με αιτήματα που να στοχεύουν σε μια ριζική οικοσοσιαλιστική μεταμόρφωση -αυτά είναι τα αιτήματα της μετάβασης. Αυτό σημαίνει ότι η υπεράσπιση των κοινωνιών μας από οικονομικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς, οικολογικούς και στρατιωτικούς κινδύνους πρέπει να σχεδιαστεί με μια όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένη και κατανοητή αντικαπιταλιστική προοπτική μετάβασης προς μια οικοσοσιαλιστική ανατροπή.
Christian Zeller
17/3/2026 emanzipation 10.1
[*] Ο Christian Zeller είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του “emanzipation” (“χειραφέτηση”) – επιθεώρηση για μια οικοσοσιαλιστική στρατηγική, είναι ενεργό μέλος του Ευρωπαϊκού Δικτύου Αλληλεγγύης με την Ουκρανία (ENSU) και καθηγητής οικονομικής γεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο του Σάλτσμπουργκ (Αυστρία).
Μετάφραση: ΤΠΤ – “4” (με τη βοήθεια της DeepL) από το πρωτότυπο: Christian Zeller “Ökosozialistische Strategie der sozialen, ökologischen und militärischen Sicherheit”, emanzipation 10.1.
Παραπομπές του συγγραφέα:
- Βίντεο τίτλου από τον Tom Fisk: Βρίσκοντας έναν βιώσιμο δρόμο,
- ENSU (2025): «Η Ουκρανία πρέπει να λάβει όλα όσα χρειάζεται για να κερδίσει μια δίκαιη ειρήνη!»: emanzipation και European Network for Solidarity with Ukraine / Réseau européen de solidarité avec l’Ukraine. 15 Σεπτεμβρίου 2025.
- Διεθνής Διακήρυξη (2024): Ουκρανία: ειρήνη των λαών, όχι αυτοκρατορική ειρήνη. emanzipation 8 (2) 4 Ιουνίου 2024, σ. 345-362.
- Samary, Catherine και Zeller, Christian (2025): Ευρωπαϊκές στρατηγικές: ξεκινώντας από τις συγκεκριμένες εμπειρίες. emanzipation 8 (2), σ. 227–246.
- Zeller, Christian (2020): Επανάσταση για το κλίμα. Γιατί χρειαζόμαστε μια οικοσοσιαλιστική εναλλακτική. Μόναχο: Oekom Verlag, 248 σ.
- Zeller, Christian (2024a): Οικοδομώντας μια ηπειρωτική αντίσταση ενάντια στο ορυκτό κεφάλαιο. emanzipation 8 (2) 9 Οκτωβρίου 2024, σ. 197-226.
- Zeller, Christian (2024b): Ειρήνη στην Ουκρανία και οικοσοσιαλιστικές προοπτικές στην Ευρώπη. emanzipation 8 (2) 25 Ιουλίου 2024, σ. 363–382.
- Zeller, Christian (2026a): Προς τη βαρβαρότητα; Κλίμα, πόλεμος και οικοσοσιαλιστικά διλήμματα ασφάλειας. emanzipation 10 (1), σ. 129–160.
- Zeller, Christian (2026b): Κοινωνική ασφάλεια στην Ευρώπη αντί για ιμπεριαλιστική ανασφάλεια. emanzipation 10 (1), σ. 161–196.
Σημειώσεις
1Όταν γράφω εδώ στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, συμπεριλαμβάνω όλους όσοι υποστηρίζουν μια οικοσοσιαλιστική αναδιάρθρωση της παραγωγής και της αναπαραγωγής, τη δημοκρατική και εθνική αυτοδιάθεση, καθώς και την αυτοοργάνωση των εργατικών τάξεων, και στέκονται, πέρα από γεωπολιτικές συγκυρίες, στο πλευρό των καταπιεσμένων, όσων πλήττονται από διακρίσεις και των εκμεταλλευόμενων. Βλέπε επίσης την έννοια της “χειραφέτησης” (emanzipation https://emanzipation.org/about-1/) [CZ].