Laurent Mauduit:
Η καυτή επικαιρότητα των προειδοποιήσεων του Ντανιέλ Γκερέν για το «Φασισμό και το Μεγάλο Κεφάλαιο»
Πρόσφατα κυκλοφόρησε η μετάφραση στα ελληνικά του βιβλίου του Daniel Guérin Φασισμός και Μεγάλο Κεφάλαιο (Fascisme et Grand Capital) από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων.
[Μια παρουσίαση του βιβλίου οργανώνουν οι «Εκδόσεις των Συναδέλφων» την Πέμπτη, 19/2/2026, στις 8:00 μ.μ., στο κοινωνικό πολιτιστικό κέντρο Βύρωνα (Λαμπηδόνα) -βλέπε και αφισούλα πιο κάτω]
Το βιβλίο αυτό γράφτηκε το 1936, τότε που ο φασισμός μεσουρανούσε στην Ευρώπη, και συμπληρώθηκε το 1945, όταν ο φασισμός φαινόταν να έχει καταρρεύσει Ζούμε τώρα μια νέα άνοδο της ακροδεξιάς. Οι συνθήκες σήμερα είναι γενικά διαφορετικές από το 1936, αν και υπάρχουν και κάποια κοινά σημεία με την περίοδο αυτή. Ωστόσο η προσέγγιση του θέματος από τον συγγραφέα, η ανάδειξη των σχέσεων φασισμού και μεγάλου κεφαλαίου και ο απολογισμός για την ανεπιτυχή αντιμετώπιση του φασισμού από την αριστερά διατηρούν και στις νέες συνθήκες μια επικαιρότητα. Στο άρθρο που ακολουθεί ο Lauren Mauduit εξηγεί γιατί οι απόψεις του Daniel Guerin για το φασισμό αξίζει να προσεχθούν και σήμερα.
ΤΠΤ – «4»
[Ντανιέλ Γκερέν, “Φασισμός και μεγάλο κεφάλαιο”, Μετάφραση: Τάσος Γ. Γουδέλης, Εκδόσεις των Συναδέλφων, σελίδες 470, Τιμή: 22.00€, ISBN: 978-618-5571-51-1]. Βλέπε και παρουσίαση του βιβλίου, στο site μας, από τον μεταφραστή.
Ακροδεξιά και εργοδοσία:
Η καυτή επικαιρότητα των προειδοποιήσεων του Ντανιέλ Γκερέν
Οι προειδοποιήσεις του επαναστάτη συγγραφέα σχετικά με τις σχέσεις ανάμεσα στο φασισμό και τους επιχειρηματικούς κύκλους ξεχάστηκαν γρήγορα. Ωστόσο, αν ξαναδιαβάσουμε το «La Peste brune» (Η φαιά πανούκλα) και το διάσημο «Fascisme et grand capital» (Φασισμός και μεγάλο κεφάλαιο), αντιλαμβανόμαστε την καυτή επικαιρότητά τους.
του Laurent Mauduit
από: Mediapart, “Extrême droite et patronat : la brûlante actualité des alertes de Daniel Guérin”, 9/2/2026
Στις δημόσιες συζητήσεις που προκάλεσε η σταδιακή άνοδος της ακροδεξιάς τις τελευταίες δεκαετίες, η ιδιαίτερη ευθύνη των επιχειρηματικών κύκλων και των εργοδοτών υποτιμήθηκε για πολύ καιρό. Όμως, εδώ και κάποιο διάστημα, αυτό δεν ισχύει πιά. Στη Γαλλία, τουλάχιστον από τις βουλευτικές εκλογές του Ιουλίου 2024, οι συνδέσεις ανάμεσα σε αυτούς τους επιχειρηματικούς κύκλους και τους ηγέτες του Rassemblement national (RN -Εθνικός Συναγερμός) έχουν γίνει όλο και πιο ορατές και όλο και πιο πολυάριθμες, όπως έχει αποδείξει ο συγγραφέας αυτών των γραμμών στο βιβλίο του Collaborations (La Découverte).
Και ο καπιταλιστικός ελευθερισμός1 που άνθισε στη Βραζιλία του Jair Bolsonaro, στη συνέχεια στην Αργεντινή του Javier Milei και κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες του Donald Trump, επιβεβαίωσε θεαματικά ότι είχαμε ξεχάσει κάπως υπερβολικά γρήγορα τις ιδιαίτερα επίκαιρες προειδοποιήσεις του επαναστάτη συγγραφέα Daniel Guérin (1904-1988), που αφορούσαν ακριβώς αυτές τις σχέσεις μεταξύ του φασισμού και των επιχειρηματικών κύκλων.
Όποιος θέλει να επιβεβαιώσει ότι αυτές οι προειδοποιήσεις είναι αναντικατάστατες, αρκεί να ξαναδιαβάσει δύο σημαντικά έργα που έγραψε ο συγγραφέας και τα οποία ευτυχώς έχουν πρόσφατα επανεκδοθεί: πρόκειται για το La Peste brune (Syllepse-Libertalia, 15 ευρώ, 205 σελίδες, Δεκέμβριος 2025) και το περίφημο Fascisme et grand capital (Libertalia, 13 ευρώ, 667 σελίδες, Μάιος 2025) [και ελληνικά: Ντανιέλ Γκερέν, “Φασισμός και μεγάλο κεφάλαιο”, Μετάφραση: Τάσος Γ. Γουδέλης, Εκδόσεις των Συναδέλφων, σελίδες 470, Τιμή: 22.00€, ISBN: 978-618-5571-51-1].
Στην αρχική τους έκδοση, το πρώτο από αυτά τα βιβλία εκδόθηκε το 1933 και το δεύτερο το 1936. Σε μια νεότερη έκδοση, τα δύο έργα εκδόθηκαν μαζί το 1965, με τον τίτλο Sur le fascisme (Σχετικά με τον φασισμό). Αυτή η σύνδεση έχει σήμερα μεγάλη σημασία, καθώς τα δύο βιβλία έχουν αντανακλάσεις που αναπόφευκτα φέρνουν στο νου τους σκοτεινούς και ανησυχητικούς καιρούς που ζούμε σήμερα.
Καταρχάς, επειδή την εποχή που γράφτηκαν, συχνά αντιμετωπίστηκαν με μεγάλη αδιαφορία ή δυσπιστία. Ωστόσο, η αδιαφορία ή η δυσπιστία είναι και σήμερα πολύ συχνά χαρακτηριστικό της εποχής μας, απέναντι στην καταστροφή της δημοκρατίας που αχνοφαίνεται.
Κατά τη διάρκεια των δύο περιπλανήσεων του στη Γερμανία –την πρώτη με τα πόδια, με σακίδιο στην πλάτη, με διανυκτερεύσεις σε ξενώνες νεότητας, τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1932, και τη δεύτερη με ποδήλατο, τον Μάιο και τον Ιούνιο του 1933– ο Ντανιέλ Γκερέν, ο οποίος στην αρχή της περιπλάνησής του ήταν μόλις 28 ετών, δημοσίευσε ωστόσο ανατριχιαστικές αναφορές για τον ναζισμό, ο οποίος γινόταν όλο και πιο απειλητικός. Αυτές οι αναφορές αποτέλεσαν τη βάση για το βιβλίο La Peste brune (Η φαιά πανούκλα).
Ο Ντανιέλ Γκερέν δεν μασάει τα λόγια του για να προειδοποιήσει για τα όσα ετοιμάζονται στη Γερμανία. «Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να με ακολουθήσετε στους τρελούς», λέει στους αναγνώστες του στην αρχή της αφήγησης του δεύτερου ταξιδιού του. Αλλά ο νεαρός συγγραφέας, που εκπαιδεύτηκε στη σχολή των επαναστατικών συνδικαλιστών κοντά στον Pierre Monatte (1881-1960) και που λίγο αργότερα θα πλησιάσει τους αριστερούς σοσιαλιστές με ηγέτη τον Marceau Pivert (1895-1958), προτού προσχωρήσει στον ελευθεριακό αναρχισμό, σύντομα κατάλαβε ότι στις γραμμές της αριστεράς πολύ λίγοι τον πίστευαν.
Όταν ο Blum προέβλεψε την ήττα των ναζί
Σε μια εισαγωγή στο La Peste brune που γράφτηκε πολύ αργότερα, το 1954, ο Daniel Guérin συνοψίζει τους λόγους για τους οποίους οι προειδοποιήσεις του δεν εισακούστηκαν από την αριστερά εκείνη την εποχή. «Αυτό το διχασμένο, απολιθωμένο, αρνητικό κίνημα, με το βλέμμα να περιορίζεται από τεράστιες παρωπίδες, θα ξυπνούσε με άλματα καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας από μια αδιάκοπη σειρά κεραυνών, αιφνιδιασμένο από γιγαντιαία γεγονότα, για τα οποία δεν είχε ούτε το προαίσθημά τους ούτε και το πού πήγαιναν, κάθε φορά βγαίνοντας από την παθητικότητά του από πιο επιθετικές αντίπαλες δυνάμεις», γράφει.
Ο κοινωνιολόγος Alain Bihr δίνει ένα παράδειγμα αυτής της τύφλωσης σε ένα πρόλογο που έγραψε το 2018 για το ίδιο βιβλίο, υπενθυμίζοντας ότι, μετά τις γερμανικές βουλευτικές εκλογές της 6ης Νοεμβρίου 1932, τις για πολύ καιρό τελευταίες ελεύθερες εκλογές της χώρας, ο Léon Blum έφτασε στο σημείο να προβλέψει ότι ο ναζιστικός κίνδυνος είχε εξαλειφθεί για πάντα. «Ο Χίτλερ έχει πλέον αποκλειστεί από την εξουσία. Έχει μάλιστα αποκλειστεί, αν μπορώ να το πω έτσι, από την ελπίδα για την εξουσία. Μεταξύ του Χίτλερ και της εξουσίας έχει υψωθεί ένα αδιάβατο φράγμα», έγραφε στην εφημερίδα Le Populaire, το όργανο της SFIO, στις 9 Νοεμβρίου 1932.
Ωστόσο, σε ένα διαφορετικό σήμερα πλαίσιο, θα μπορούσαμε να κάνουμε μια πολύ παρόμοια διαπίστωση: ενώ η γαλλική ακροδεξιά βρίσκεται στις πύλες της εξουσίας, υποστηριζόμενη πλέον όλο και πιο φανερά από τμήματα της εργοδοσίας, η αριστερά φαίνεται να υστερεί συνεχώς. Εντελώς απορροφημένη από τον απεχθή αγώνα των μικρών αλόγων των προεδρικών εκλογών, διαβρωμένη από τις εσωτερικές της διαιρέσεις, φαίνεται ανίκανη να αποτρέψει την καταστροφή που πλησιάζει.
Η αριστερά δεν είδε ότι έρχεται ο καπιταλιστικός ελευθερισμός
Αλλά το πρόβλημα είναι ακόμη πιο σοβαρό! Πάνε σχεδόν είκοσι χρόνια από τότε που ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός μπήκε σε κρίση, σαν συνέχεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης των ετών 2008-2010, και ένας νέος καπιταλισμός, ο “ελευθερισμός”, άρχισε να αναδύεται, εξασφαλίζοντας την περιουσία Καλιφορνέζων επιχειρηματιών που ονειρεύονται μια απότομη επιτάχυνση της απορρύθμισης, και ακόμη και έναν καπιταλισμό που θα απελευθερωθεί από τους κανόνες του κράτους του δικαίου και της δημοκρατίας.
Και στη Γαλλία, ποιος χτύπησε τον κώδωνα του κινδύνου; Χρειάστηκαν, πολύ αργά, τα δραματικά γεγονότα της Μινεάπολις για να πειστούν πολλοί ότι ο τραμπισμός ήταν πράγματι ένας νέος φασισμός.
Με άλλα λόγια, τα τελευταία χρόνια η αριστερά καθυστέρησε να συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε στους κύκλους των επιχειρηματιών της Καλιφόρνιας, με τον ίδιο τρόπο που κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 ολόκληροι κύκλοι της αριστεράς υποτίμησαν την άνοδο του φασισμού.
Αν οι μελέτες του Ντανιέλ Γκερέν φαίνονται πολύ επίκαιρες, αυτό οφείλεται κυρίως σε όσα λέει για τις ρίζες του φασισμού γενικά και για τους δεσμούς του με τον κόσμο των επιχειρήσεων. Επειδή οι διαπιστώσεις του χθες αντηχούν σήμερα ηχηρά.
Στο “Φασισμός και μεγάλο κεφάλαιο”, που εκδόθηκε χάρη στην παρέμβαση του André Malraux στον Gaston Gallimard, ο Daniel Guérin αναλαμβάνει μια μελέτη, σχεδόν την πρώτη του είδους της, που στόχο έχει να προσδιορίσει τις αιτίες της ανόδου της ακροδεξιάς και να διαπιστώσει τους δεσμούς ανάμεσα σε αυτήν και τους επιχειρηματικούς κύκλους. Και αυτό που γράφει το 1936 έρχεται σε αντίθεση με τις περισσότερες αναλύσεις της εποχής.
Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι αν η ανώτερη αστική τάξη ή ορισμένοι κύκλοι της επιλέγουν τον φασισμό, δεν είναι για να καταστείλουν μια επαναστατική άνοδο, αλλά πρώτα και κύρια για να διαφυλάξουν και να αυξήσουν τα κέρδη τους. Με άλλα λόγια, η επιλογή του φασισμού είναι αποτέλεσμα ενός εσωτερικού προβλήματος του καπιταλισμού. «Ο φασισμός, όποια και αν είναι η ονομασία του, κινδυνεύει να παραμείνει το εφεδρικό όπλο του παρακμάζοντος καπιταλισμού», γράφει.
Σε ένα επίλογο που έγραψε για την αμερικανική έκδοση του βιβλίου που χρηματοδότησε και που εκδόθηκε με τον τίτλο Fascism and Big Business, ο Ντουάιτ Μακντόναλντ (1906-1982), ο οποίος αργότερα θα γίνει μια από τις μεγάλες προσωπικότητες του New Yorker, πριν συνεργαστεί με την New York Times, συνοψίζει έτσι το 1939 την κύρια ιδέα που υποκρύπτει το έργο του Ντανιέλ Γκερέν: «Όταν η μεγάλη αμερικανική αστική τάξη θέσει το φασισμό στην ημερήσια διάταξη, αν τελικά το κάνει, δεν θα είναι επειδή «προκλήθηκε» από τον αγωνιστικό ζήλο των εργατών, ούτε επειδή επιδιώκει να «εκδικηθεί» το εργατικό κίνημα, ούτε για οποιονδήποτε άλλο υποκειμενικό λόγο. Θα είναι απλώς επειδή η μηχανική και ανεξέλεγκτη ανάπτυξη του καπιταλισμού […] δεν θα επέτρεπε πλέον στους καπιταλιστές να αποκομίζουν επαρκή κέρδη υπό την κυριαρχία της παλιάς δημοκρατικής κυβέρνησης».
Ο φασισμός δεν είναι «μια καθαρά παράλογη τρέλα»
Σε ένα πρόλογο στο La Peste brune, η ιστορικός Ludivine Bantigny υποστηρίζει μια παρόμοια ιδέα και τονίζει ότι «αυτή η ανάλυση καταρρίπτει μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση: ότι ο φασισμός είναι μια καθαρά παράλογη και ανήκουστη τρέλα». «Όχι, συνεχίζει, είναι λογικός από την άποψη εκείνων που έχουν συμφέρον να παρατείνουν την κοινωνική τάξη, προσποιούμενοι ότι την ανατρέπουν. Τελικά, χρησιμεύει για να περισώσει το κέρδος, να υπερασπιστεί την ιδιωτική ιδιοκτησία, να συντρίψει το εργατικό κίνημα».
Πρέπει όμως να τονιστεί ότι ο Daniel Guérin δεν παρουσιάζει τους επιχειρηματικούς κύκλους ως μια ομοιογενή κοινωνική ομάδα. Φροντίζει να διακρίνει, για παράδειγμα στην περίπτωση της Γερμανίας και της Ιταλίας, τη «βαριά βιομηχανία» και την «ελαφρά βιομηχανία», οι οποίες «δεν έχουν καθόλου την ίδια στάση απέναντι στον αναδυόμενο φασισμό». Εξήγηση: «Η βαριά βιομηχανία θέλει να συνεχίσει τον ταξικό αγώνα μέχρι την καταστολή του προλεταριάτου. η ελαφρά βιομηχανία πιστεύει ακόμα ότι μπορεί να τα τακτοποιήσει όλα με την «κοινωνική ειρήνη».»
Ωστόσο, είναι προφανές ότι αυτή η ερμηνευτική προσέγγιση είναι εξίσου πολύτιμη για την κατανόηση της τωρινής άνθησης του καπιταλιστικού ελευθερισμού, ο οποίος σε πολλές χώρες συμμαχεί με την ακροδεξιά και ευνοεί την εξάπλωση ενός νέου φασισμού. Γιατί είναι πράγματι ένα εσωτερικό πρόβλημα του καπιταλισμού που πείθει ορισμένους αμερικανικούς επιχειρηματικούς κύκλους, εν μέσω των αναταραχών της χρηματοπιστωτικής κρίσης στα τέλη της δεκαετίας του 2000, να αναζητήσουν ένα νέο είδος καπιταλισμού, πολύ πιο άγριο και αυταρχικό, που θα τους εγγυάται νέες πηγές κέρδους.
Και σε αυτό το σεισμό, γίνεται σαφές ότι οι επιχειρηματικοί κύκλοι δεν είναι πιο ομοιογενείς από ό,τι ήταν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930.
Σε ένα πρωτοποριακό βιβλίο, La Finance autoritaire. Vers la fin du néolibéralisme (Raison d’agir, 2021), δύο ακαδημαϊκοί, η Marlène Benquet και ο Théo Bourgeron, απέδειξαν με λεπτομέρεια, για παράδειγμα, στην περίπτωση της Μεγάλης Βρετανίας, ότι η χρηματοδότηση του Brexit, που έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 2020, προήλθε αρχικά από ένα μέρος του χρηματοπιστωτικού τομέα, των επενδυτικών κεφαλαίων και των hedge funds, που θεωρούσαν «την Ευρωπαϊκή Ένωση ως εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων τους» –εκείνο το τμήμα του χρηματοπιστωτικού τομέα που ανέτρεψε τα παλιά τραπεζικά ιδρύματα του Σίτυ και που υποστηρίζει «ένα ελάχιστο κράτος με σκοπό την προστασία της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, ακόμη και αν αυτό σημαίνει περιορισμό των πολιτικών και δημοκρατικών ελευθεριών».
Ο Guérin κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τη διαίρεση της αριστεράς
Στη μελέτη του Daniel Guérin, υπάρχουν και άλλα σημεία που μπορούν να μας κάνουν να προβληματιστούμε σήμερα. Έτσι, σε όλο το έργο του επιμένει πολύ στο γεγονός ότι ο αγώνας κατά της ακροδεξιάς δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικός αν περιορίζεται σε μια απλή υπεράσπιση της δημοκρατίας. «Συμπερασματικά, γράφει, ο αντιφασισμός είναι απατηλός και εύθραυστος, όταν περιορίζεται στην άμυνα και δεν στοχεύει στην ανατροπή του ίδιου του καπιταλισμού».
Και τέλος, στις προειδοποιήσεις του Ντανιέλ Γκερέν, υπάρχει μια τελευταία που εξακολουθεί να έχει ζωτική σημασία: αυτή της διαίρεσης της αριστεράς. Ο συγγραφέας, ο οποίος για ένα διάστημα το 1938 αλληλογραφούσε με τον Τρότσκι, υπερασπίζεται την ίδια θέση με εκείνον σε αυτό το ζήτημα: δεν υπάρχει σωτηρία εκτός από το ενιαίο μέτωπο! «Στην αρχή της δεκαετίας 1930-1940, όπου έμπαινε το ζήτημα να αντιμετωπίσει και να νικήσει τον φασισμό, ή να να καταπνιγεί από αυτόν, η γαλλική αριστερά παρουσίαζε ένα θλιβερό θέαμα: αυτό της διαίρεσης, της απολίθωσης, της ανικανότητας».
Ωστόσο, δυστυχώς, πρέπει να διαπιστώσουμε ότι «η θλιβερή εικόνα» μιας αριστεράς που διαβρώνεται από τη διαίρεση συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Μεταξύ των σοσιαλιστών ηγετών, που δέχονται να είναι οι υπάκουοι βοηθοί μιας εξουσίας που έχει απαξιωθεί και έχει εξαντληθεί, και των αυτοαποκαλούμενων ηγετών της Ανυπότακτης Γαλλίας (La France insoumise), που δεν δέχονται καμία εσωτερική δημοκρατία στο κίνημά τους, οι διαφορές φαίνονται πιο ανυπέρβλητες από ποτέ.
Έτσι, σαν αντίλαλο, ακούμε την αγανάκτηση του Daniel Guérin: «Ένας άλλος λόγος για τον οποίο ο φασισμός μπόρεσε να ριζώσει με σχετική ευκολία ήταν, χρειάζεται να το επαναλάβουμε, η διαίρεση των εργατών: η αδελφοκτόνος διαίρεση μεταξύ σοσιαλιστών και κομμουνιστών συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην αποδυνάμωση της αριστεράς απέναντι στον φασιστικό αντίπαλο».
Laurent Mauduit
9 Φεβρουαρίου 2026
Επίσης για διάβασμα (προτάσεις του συγγραφέα LM): 1) « Le RN ne taxera jamais les milliardaires » 2) Comprendre la logique de l’économie fasciste 3) « Vider la démocratie de son contenu » : pourquoi le patronat a choisi l’extrême droite dans les années 1930
Μετάφραση ΤΠΤ-”4” από το: Extrême droite et patronat : la brûlante actualité des alertes de Daniel Guérin
Σημείωση:
1Αποδίδουμε εδώ ελληνικά με “ελευθερισμός” τον όρο libertarianism, libertarien, κλπ. [Σ.τ.μ.]
Σχετικά με το ίδιο θέμα, βλέπε και Τάσου Γουδέλη, παρουσίαση του βιβλίου Daniel Guérin «Φασισμός και μεγάλο κεφάλαιο».
