του Τάσου Αναστασιάδη
Η οικονομική καταστροφή της [Ουκρανίας], αποτελεί ακριβώς “ευκαιρία για μεγάλες οικονομικές συμφωνίες” (σε βάρος της ασφαλώς), όπως το εξήγησε προχτές και ο απεστελμένος του Πούτιν, Κίριλ Ντιμιτρίεφ.
[Αναδημοσίευση από “Η Εποχή”, 5-6/4/2025: “Ουκρανία και Μεγάλες Δυνάμεις”]
Ουκρανία και Μεγάλες Δυνάμεις
“Το κρίσιμο είναι ότι η ανάγκη να δαπανηθούν περισσότερα για την άμυνα θα πρέπει να θεωρείται, όχι απλώς ως ανάγκη, ούτε απλώς ως κόστος, έστω και αν τα δύο αυτά είναι αλήθεια. Αν γίνει σωστά, είναι επιπλέον και μια οικονομική ευκαιρία”, έγραφε πρόσφατα ο Martin Wolf στην Financial Times. Με μια τέτοια φιλοδοξία, η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωράει στο πρόγραμμα επανεξοπλισμού της, Rearm, βρίσκοντας ξαφνικά 800 δις ευρώ, που τόση δυσκολία είχε να βρει για τους φτωχούς της ηπείρου της (“κρίσεις χρέους”, συνταξιούχους) και τους λαούς που υποτίθεται ότι στηρίζει, όπως τους Ουκρανούς ή και τους πρόσφυγες στο έδαφός της.
Σε αυτό, βέβαια, η ΕΕ εμφανίζεται επίσης πιεζόμενη, τόσο από την Αμερική, όσο και από τη Ρωσία, με ελαφρώς διαφορετικούς τρόπους, με την πρώτη κυρίως να αποσύρεται από την “αμυντική της ασπίδα”. Η τελευταία, που είναι ιδιαίτερα πρωτοποριακή όχι μόνο στους εξοπλισμούς, αλλά και στη χρήση τους, προχώρησε την εβδομάδα αυτή σε μια από τις μεγαλύτερες στρατολογήσεις της (αυξάνοντας τις ηλικίες στρατολόγησης και τον συνολικό αριθμό των εφέδρων του στα 2,4 εκατομμύρια) -θυμώνοντας κάπως και τον αμερικάνο φίλο, τον Τραμπ, που είπε μεν ότι “εγώ δεν παίζω”, αλλά ξέχασε δε να επιβάλει τους προαναγγελθέντες “πρόσθετους” δασμούς για τη Ρωσία. Θεωρητικά, μια πολεμική οικονομία μπορεί να προσφέρει μια πραγματική ώθηση, προσθέτοντας στους δυο τομείς της καπιταλιστικής συσσώρευσης και έναν τρίτο (πολεμική βιομηχανία) που δεν χρειάζεται αναγκαστικά επικύρωση από την αγορά.
Και πράγματι, οι οικονομικές επιδόσεις της Ρωσίας, αντίθετα απ’ό,τι υποτίθεται ότι της προκαλούν οι δυτικές “κυρώσεις”, μπορεί να της εξασφαλίσουν “τη συνέχιση του πολέμου για πολλά χρόνια”, όπως μας εξηγεί ο Michael Roberts , έστω και αν οι υποκείμενες “αδυναμίες σε επενδύσεις, παραγωγικότητα και κερδοφορία του ρωσικού κεφαλαίου” θα αναδειχτούν μετά από το τέλος του πολέμου -στην Ουκρανία- και, για αυτό ίσως, και δεν θέλει πολλές “εκεχειρίες”. Με λίγα λόγια, το κακό, με τη Ρωσία, είναι ότι η πολεμική της οικονομία μπορεί να της κάνει καλό μόνο όσο μεταφράζεται και σε πραγματικό πόλεμο [αν και τελικά το ίδιο συμβαίνει και με τον μιλιταρισμό γενικά -κατά τον ίδιο συγγραφέα].
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερες οικονομικές γνώσεις, πάντως, για να καταλάβει κανείς ότι το αντίστροφο ισχύει για τα θύματα, δηλαδή την Ουκρανία [idem]. Και, χειρότερα, η οικονομική καταστροφή της τελευταίας, αποτελεί ακριβώς “ευκαιρία για μεγάλες οικονομικές συμφωνίες” (σε βάρος της ασφαλώς), όπως το εξήγησε προχτές και ο απεστελμένος του Πούτιν, Kirill Dmitriev. Από αυτή την άποψη είναι επίσης κατανοητό, γιατί στην αμερικάνικη διεκδίκηση της Γροιλανδίας, ο Τραμπ βρήκε τον καλύτερο υπερασπιστή του στον Πούτιν, που εξήγησε ότι αυτή είναι και απολύτως “σοβαρή” και με “γερές ιστορικές ρίζες”, όπως άλλωστε ήταν και η δική του διεκδίκηση “ανυπαρξίας ουκρανικού έθνους” το οποίο θα ήταν απλώς ένα “λάθος του Λένιν”.
Η αναβίωση αυτή του Lebensraum αποτελεί και την κύρια συμβολή της ρωσικής ηγεσίας -ο Τραμπ και η ΕΕ ακολουθούν-, έστω και αν πάντα ήταν το όνειρο όλων των ακροδεξιών και έστω και αν, στη μορφή “θεμιτών” ή και δικαιολογήσιμων “σφαιρών επιρροής”, έχει διαβρώσει ακόμα και μια υποτιθέμενη “αριστερά”. Για να γίνει όμως και πράξη, η ιδέα αυτή έπρεπε και να υλοποιηθεί -με πραγματικό πόλεμο. Και ήταν ακριβώς η αντίσταση του ουκρανικού λαού στην εισβολή που αμφισβήτησε το αυτονόητο των “σφαιρών επιρροής” και τα “γεωπολιτικά συμφέροντα των «μεγάλων δυνάμεων»” (Διονυσί Βινοχράντιβ).
Όμως επίσης δείχνει πόσο αυτή η αμφισβήτηση χρειάζεται και τη διεθνή αλληλεγγύη για να νικήσει την ίδια τη λογική τους, ακριβώς στα προγράμματα Rearm. Προφανώς στη δύναμη των όπλων πρέπει να αντιταχθούν επίσης και όπλα, όμως για όσους τα διαθέτουν (“μεγάλες δυνάμεις”) αυτό που μετράει δεν είναι η χρήση τους (να ηττηθεί η εισβολή) αλλά η αξία τους (η χρέωση των θυμάτων, οι όροι, τα σταγονόμετρα, κλπ.), οι ροές προς άλλες “δημοκρατίες” (τύπου Ισραήλ, Σαουδικές Αραβίες), …
Τάσος Αναστασιάδης
Δημοσιογράφος, 3/4/2025
[Αναδημοσίευση από “Η Εποχή”, 5-6/4/2025: “Ουκρανία και Μεγάλες Δυνάμεις”]