Τι είναι ο φασισμός και πώς να τον σταματήσουμε

του Ernest Mandel

(La Gauche n°6, 18/03/1992)

[Αναδημοσίευση από το Contra-Xreos]

Τι είναι ο φασισμός και πώς να τον σταματήσουμε

Είναι 27 Φεβρουαρίου 1933. Η είδηση διαδίδεται σαν πυρκαγιά σε όλη τη Γερμανία: το Ράιχσταγκ καίγεται. Κάποιοι από τον πληθυσμό δεν ασχολούνται με την πολιτική και συνεχίζουν τις δουλειές τους ως συνήθως. Αλλά η πολιτική ασχολείται με αυτούς. Μέσα σε λίγες ώρες, το πολιτικό καθεστώς και η κοινωνική κατάσταση αλλάζουν βαθιά.

Ο Γκέρινγκ, εθισμένος στη μορφίνη και διεφθαρμένος μέχρι το κόκαλο, ο οποίος επρόκειτο να συγκεντρώσει μια τεράστια προσωπική περιουσία στο Τρίτο Ράιχ μέσω κλοπών και λεηλασιών, είναι αρχηγός της αστυνομίας ως πρωθυπουργός και υπουργός Εσωτερικών του Κράτους της Πρωσίας. Είναι το δεξί χέρι του Χίτλερ. Δίνει αμέσως το σήμα στην αστυνομία για δράση.

Αλλά όχι μόνο σε αυτήν. Οι παραστρατιωτικοί σχηματισμοί των Ναζί, τα SA και τα SS, αποκτούν επίσημα το καθεστώς των βοηθητικών σωμάτων της αστυνομίας. Χιλιάδες ακτιβιστές από εργατικές, αντιμιλιταριστικές, αντιφασιστικές και ανθρωπιστικές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων πολλών βουλευτών, συλλαμβάνονται, στέλνονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, βασανίζονται και δολοφονούνται. Οι δημοκρατικές ελευθερίες αναστέλλονται. Τα πολιτικά κόμματα και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις απαγορεύονται, τα γραφεία τους καταλαμβάνονται και τα περιουσιακά τους στοιχεία κατάσχονται. Οι Ναζί τρομοκρατούν τα προάστια της εργατικής τάξης.

Από την πλευρά τους, εκατομμύρια εργαζόμενοι προσπαθούν να αντιδράσουν. Παρά την τρομοκρατία, μια σειρά από γερμανικές πόλεις γνωρίζουν τις μεγαλύτερες εργατικές κινητοποιήσεις της ιστορίας τους, μεγαλύτερες ακόμη και από αυτές της Επανάστασης του 1918-1919. Αμέσως μετά την 27η Φεβρουαρίου, αντιπροσωπείες διαδέχονται η μία την άλλη στα κεντρικά γραφεία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και των συνδικάτων, καλώντας σε γενική απεργία, συμπεριλαμβάνοντας και την εξεγερτική γενική απεργία. Οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες αρνούνται, λέγοντας ότι δεν θέλουν να χύσουν το αίμα των εργατών. Σπάνια έχει υπάρξει πιο ανεύθυνη στάση. Το γεγονός ότι επέτρεψε στον Χίτλερ να πάρει και να διατηρήσει την εξουσία κόστισε τη ζωή εκατομμυρίων εργαζομένων.

Η πολιτική δικτατορία των ναζιστών δολοφόνων εδραιώνεται μεν αλλά δεν σημαίνει διόλου την οικονομική τους κυριαρχία. Εξυπηρετεί την εδραίωση της οικονομικής δύναμης του μεγάλου κεφαλαίου. Αυτό είναι πλέον το μοναδικό αφεντικό στα εργοστάσια. Τα γεγονότα το πιστοποιούν με αδιαμφισβήτητο τρόπο. Μεταξύ του 1928 (το τελευταίο έτος πριν από την οικονομική κρίση) και του 1938 (το τελευταίο έτος πριν από τον πόλεμο), το μισθολογικό κόστος παρέμεινε ακριβώς το ίδιο. Αλλά τα καπιταλιστικά κέρδη τριπλασιάστηκαν. Το ποσοστό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης αυξήθηκε έτσι κατά 300%.

Η ιστορική λειτουργία της φασιστικής δικτατορίας προκύπτει από αυτά τα δεδομένα. Η κύρια λειτουργία αυτής της δικτατορίας είναι να εξατομικεύσει την εργατική τάξη, να καταστρέψει το εργατικό κίνημα στο σύνολο του, να εμποδίσει κάθε οργανωμένη άμυνα των εργαζομένων, να καταστείλει τη συλλογική πώληση της εργατικής δύναμης. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αντίσταση όλων των εργαζομένων καθίσταται αδύνατη. Περιορίζει όμως την αντίσταση αυτή σε αποσπασματικές και αποσπασματικές δράσεις.

Κοινοβουλευτική δημοκρατία και φασιστική δικτατορία

Δεν είναι από πολιτική τύφλωση ή από το φόβο της επανάστασης που το Μεγάλο Κεφάλαιο αποδέχεται τη μεταβίβαση της άσκησης της εξουσίας στους φασίστες δολοφόνους. Αναγκάζεται να το πράξει λόγω της εξαιρετικά βαθιάς οικονομικής κρίσης που αντιμετωπίζει.

Οι περισσότεροι από τους μεγάλους βιομηχανικούς και οικονομικούς μεγιστάνες είναι αρχικά καχύποπτοι απέναντι στον ριψοκίνδυνο τυχοδιώκτη, τον μηδενιστή δημαγωγό Αδόλφο Χίτλερ που δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο. Μόνο λίγοι από αυτούς – μεταξύ των οποίων και μερικοί ξένοι όπως ο Χένρι Φορντ – τον υποστήριξαν οικονομικά στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Η αστική τάξη γενικά προτιμά ένα σιγά-σιγά παρακμάζον καθεστώς κοινοβουλευτικής δημοκρατίας που εξελίσσεται σε ένα Ισχυρό Κράτος, από την ολοκληρωτική διακυβέρνηση ενός φασιστικού κόμματος που αυτή δεν μπορεί να ελέγξει πλήρως.

Όμως, η διατήρηση ενός κοινοβουλευτικού καθεστώτος, ακόμη και αυτού που σταδιακά αδειάζει από μεγάλο μέρος της ουσίας του, συνεπάγεται ένα οικονομικό και κοινωνικό κόστος. Το εργατικό κίνημα διατηρεί θεσμούς για τη συλλογική υπεράσπιση των συμφερόντων του, μπορεί να διαπραγματευτεί ακόμα και τις διαδοχικές συνθηκολογήσεις του στο πλαίσιο μιας πολιτικής ταξικής συνεργασίας.

Όταν τα κέρδη μειώνονται καταστροφικά, αυτό το περιθώριο ελιγμών της αστικής τάξης συρρικνώνεται και στη συνέχεια εξαφανίζεται. Η ανάκαμψη των κερδών έχει τότε ως προϋπόθεση την καταστροφή του οργανωμένου εργατικού κινήματος.

Αλλά αυτό είναι πολύ ισχυρό, πολύ καλά δομημένο, πολύ καλά ριζωμένο στην κοινωνία για να μπορέσει ο κατασταλτικός μηχανισμός του αστικού κράτους να το καταβάλει. Χρειάζεται τη βοήθεια μιας πολύ μεγαλύτερης οργανωμένης δύναμης, που θα είναι και αυτή μαζική και θα ριζώνει σε όλους τους τομείς της κοινωνίας. Το μαζικό φασιστικό κόμμα και οι παραστρατιωτικοί τρομοκρατικοί σχηματισμοί του μπορούν να εκπληρώσουν αυτή τη λειτουργία.

Η φασιστική δικτατορία είναι επομένως η χρήση ενός μεγάλου και καλά οργανωμένου μαζικού κινήματος για την καταστροφή του εργατικού κινήματος, την τρομοκράτηση και την εξατομίκευση της εργατικής τάξης και άλλων δυνητικά αντιφασιστικών στρωμάτων.

Αυτός ο ορισμός της φασιστικής δικτατορίας υπογραμμίζει τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ ενός πολιτικού καθεστώτος στο οποίο η εργατική τάξη διατηρεί τις οργανώσεις της και την ικανότητά της για συλλογική αντίσταση και ενός καθεστώτος στο οποίο όλα αυτά έχουν εξαφανιστεί.

Κατά συνέπεια, αντιτίθεται σε κάθε προσπάθεια ελαχιστοποίησης ή ακόμη και άρνησης αυτής της θεμελιώδους διαφοράς. Ο φασισμός καταστρέφει και καταστέλλει όλες τις εργατικές οργανώσεις, ακόμη και τις πιο μετριοπαθείς. Για το σκοπό αυτό, χρησιμοποιεί την απογοήτευση και την απελπισία των εξαθλιωμένων μεσαίων τάξεων και των υποβαθμισμένων στρωμάτων άλλων κοινωνικών τάξεων. Ο φασισμός είναι η μετατροπή αυτής της άλλοτε πολιτικά και κοινωνικά μάλλον ανίσχυρης μάζας σε μια λυσσαλέα δύναμη κρούσης ενάντια στο εργατικό κίνημα.

Πώς έγινε δυνατή αυτή η καταστροφή;

Η κατάληψη της εξουσίας από τους Ναζί και η επακόλουθη εδραίωση αυτής της εξουσίας ήταν μια καταστροφή για τη γερμανική και την ευρωπαϊκή εργατική τάξη, για τη Σοβιετική Ένωση, για όλους τους λαούς της Ευρώπης, για τον ανθρώπινο πολιτισμό. Η δεύτερη μεγαλύτερη βιομηχανική δύναμη στον κόσμο έπεφτε υπό τον έλεγχο ενός ημιβάρβαρου καθεστώτος.

Ο λαός που είχε δώσει στην ανθρωπότητα τον Μπαχ και τον Μπετόβεν, τον Χέγκελ και τον Καντ, τον Γκαίτε και τον Σίλλερ, τον Μαρξ και τον Ένγκελς, της δίνει τώρα τους βασανιστές της Γκεστάπο, τη ρατσιστική νομοθεσία της Νυρεμβέργης, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης, το Γενικό Σχέδιο Οστ που προέβλεπε την εξόντωση εκατό εκατομμυρίων ανθρώπων στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.

Το φασιστικό μαζικό κίνημα, όπως και η φασιστική κατάληψη της εξουσίας, είναι προϊόν μιας εξαιρετικά βαθιάς κοινωνικής κρίσης. Η μικροαστική τάξη είναι συνήθως συντηρητική. Αλλά στη Γερμανία μετά το 1914, εξαθλιώθηκε από τον πληθωρισμό και την καταστροφή των μικρών επιχειρήσεων. Δεν είχε πού να ενταχθεί. Ο πρωτόγονος εθνικισμός της είχε τραυματιστεί ιδεολογικά από τη στρατιωτική ήττα και τις δρακόντειες ρήτρες της Συνθήκης των Βερσαλλιών.

Η οικονομική κρίση επιδείνωσε όλα αυτά από το 1930 και μετά. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης που αποσυντίθεται σταδιακά δεν της προσέφερε καμία προοπτική. Παραδόθηκε, λοιπόν, ψυχή τε και σώματι σε έναν αδίστακτο τυχοδιώκτη, ο οποίος, ως άριστος τακτικιστής, της υποσχέθηκε να ικανοποιήσει όλες τις επιθυμίες της, ακόμη και τις πιο αντιφατικές.

Το Μεγάλο Κεφάλαιο, και στη συνέχεια ο στρατός, ήταν αρχικά διστακτικοί, αλλά πείστηκαν όταν ο Χίτλερ υποσχέθηκε στο μεν πρώτο ότι θα ήταν ο μοναδικός αφέντης στις εταιρείες του, στο δε δεύτερο ότι θα επανεξόπλιζε τάχιστα τη Γερμανία..

Ταυτόχρονα, η μάστιγα της ανεργίας επρόκειτο να εξαλειφθεί, έστω και με το κόστος μιας επαπειλούμενης κρατικής χρεοκοπίας. Αλλά αυτή θα αντιμετωπιζόταν με τη λεηλασία της Ευρώπης και της Σοβιετικής Ένωσης. Ο πόλεμος για την παγκόσμια κυριαρχία ήταν η λογική κατάληξη της ναζιστικής επιχείρησης. Αποτελούσε συνέχεια της πολιτικής των εθνικιστικών συντηρητικών δυνάμεων των γερμανικών «ελίτ» από τα τέλη του 19ου αιώνα. Αυτές φέρουν την πλήρη ευθύνη για το φασιστικό εγχείρημα και τα εγκλήματα που αυτές κατέστησαν δυνατά και τα οποία αποδέχθηκαν πλήρως μέχρι τη στιγμή που κατάλαβαν ότι ο πόλεμος είχε χαθεί.

Αλλά για να εγκαθιδρυθεί και να εδραιωθεί η φασιστική δικτατορία, πρέπει επίσης η τρίτη παρούσα κοινωνική τάξη, που είναι πολυπληθέστερη από ό,τι τη μικροαστική και τη μεγαλοαστική τάξη παρμένες μαζί, να μην της προβάλει αποτελεσματική αντίσταση.

Αυτή η αντίσταση ήταν απολύτως δυνατή. Εκατομμύρια μισθωτοί το επεδίωκαν με όλες τους τις δυνάμεις. Η απουσία αυτής της επιτυχημένης αντίστασης οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην αδυναμία κατανόησης και την βλακεία των ηγεσιών του ΚΚ και της σοσιαλδημοκρατίας. Με εντολή του Στάλιν, οι ηγέτες του ΚΚ ισχυρίστηκαν ότι υπήρχε μια επαναστατική κατάσταση στη Γερμανία, ότι υπό αυτές τις συνθήκες η σοσιαλδημοκρατία ήταν το κύριο εμπόδιο που έπρεπε να νικηθεί, ότι πρώτα έπρεπε να νικήσουν τη σοσιαλδημοκρατία πριν νικήσουν τους Ναζί. Αποκάλεσαν τους σοσιαλδημοκράτες «σοσιαλφασίστες». Υποβάθμισαν εγκληματικά την καταστροφή που θα σήμαινε για το ΚΚ και ολόκληρο το εργατικό κίνημα η ναζιστική κατάληψη της εξουσίας. Υποστήριξαν ότι ο Χίτλερ δεν θα παρέμενε στην εξουσία για πολύ και ότι σύντομα θα ακολουθούσε η νίκη των κομμουνιστών.

Αυτός ο τυφλός δογματικός σεχταρισμός έκανε πολύ πιο δύσκολη την οικοδόμηση ενός ενιαίου μετώπου κατά των Ναζί, από τα κάτω προς τα πάνω, το οποίο οι σταλινικοί αρνήθηκαν εξάλλου για μεγάλο χρονικό διάστημα, αρκούμενοι σε ένα μη πραγματοποιήσιμο «ενιαίο μέτωπο στη βάση».

Ο λεγκαλίστικος και εκλογικίστικος κρετινισμός των σοσιαλδημοκρατών δεν ήταν λιγότερο εγκληματικός από τον σεχταρισμό των σταλινικών. Οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες προσκολλήθηκαν στη μυθοπλασία ότι δεν έπρεπε να βγουν από τη «νομιμότητα», ακόμη και την ώρα που οι Ναζί την παραβίαζαν ολοκληρωτικά. Συνέχισαν να ποντάρουν στις εκλογές, τις οποίες οι φασίστες ήταν αποφασισμένοι να απαγορεύσουν μια για πάντα. Αρνήθηκαν την ενότητα δράσης με το ΚΚ με το πρόσχημα της «εναντίωσης στη βία από όπου κι αν προέρχεται». Κατέπνιξαν τις προσπάθειες των εργαζομένων να αντιταχθούν στη ναζιστική κατάληψη της εξουσίας με μια εξεγερτική γενική απεργία.

Έτσι, δεν απέφυγαν τον εμφύλιο πόλεμο, μια διαρκή «κατάσταση πολιορκίας» κάτω από τις πιο άδικες και απάνθρωπες συνθήκες: μόνο η μία πλευρά ήταν οπλισμένη και ικανή να χτυπήσει, η άλλη πλευρά ήταν πολιτικά, στρατιωτικά και ηθικά αφοπλισμένη. Τα υπόλοιπα ήταν αυτονόητα.

Απειλές του χτες, απειλές του σήμερα

Δεδομένης της γενικής ανόδου της ακροδεξιάς σε όλη την Ευρώπη, μπορεί κανείς να θέσει εύλογα το ερώτημα: υπάρχει παραλληλισμός μεταξύ της χθεσινής και της σημερινής απειλής; Η απάντηση πρέπει να είναι ναι. Δεν πρέπει να παραπλανηθούμε από μια διπλή ασάφεια που καλλιεργούν σκόπιμα το Front National και το Vlaams Blok.

Πρώτον, υπάρχει η ασάφεια μεταξύ του πολιτικού προσωπείου που επιδεικνύουν δημόσια και των θεμελιωδών στόχων τους, τους οποίους εξακολουθούν να προσπαθούν να κρύβουν. Για να κερδίσουν ψήφους, να αναγκάσουν την παραδοσιακή δεξιά να τους θεωρήσει άξιους εταίρους, να αποκτήσουν ψευδοδημοκρατική νομιμοποίηση, παίζουν το χαρτί των «παραδοσιακών χριστιανικών αξιών»: πατρίδα, οικογένεια, ασφάλεια, υπεράσπιση της τάξης κ.λπ. Όταν όμως εξετάζει κανείς την ιδεολογία της «πιο δυναμικής πτέρυγας» τους, βρίσκει εκεί τους χωρίς φτιασίδια και ψευτο-ντροπές νοσταλγούς του φασισμού, τους ρατσιστές, αντισημίτες, ξενοφοβικούς, αντιφεμινιστές, σκληρούς εχθρούς των συνδικάτων και του εργατικού κινήματος, τους απολογητές και υποστηρικτές των χειρότερων εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας.

Δεύτερη απάτη: Το Vlaams Blok θέλει να παρουσιάζεται ως υπερασπιστής των ανθρωπάκων. Ισχυρίζεται ότι αντιτίθεται στους μετανάστες, ώστε οι Φλαμανδοί άνεργοι να μπορούν να βρουν δουλειά. Ο λόγος για τον οποίο χρησιμοποιεί κατά κόρον το επιχείρημα κατά των μεταναστών είναι ότι θεωρεί ότι αυτό το επιχείρημα συναντά τις προκαταλήψεις που υπάρχουν σε πολλούς κύκλους του λαού. Αλλά αυτή η μάσκα κρύβει και πάλι το πραγματικό πρόσωπο. Στο πρόγραμμα του Vlaams Blok, το θέμα των μεταναστών αναφέρεται ελάχιστα. Αναφέρεται μόνο σε μία παράγραφο.

Ο λεγόμενος «λαϊκός εθνικισμός» είναι στην πραγματικότητα ένας εθνικισμός των πλουσίων, με στόχο να καταστήσει τους φτωχούς ανίσχυρους. Ο ίδιος ο Λεπέν είναι πολυεκατομμυριούχος. Ο Dillen συνδέεται με γνωστούς τραπεζικούς και βιομηχανικούς κύκλους της Φλάνδρας.

Το Vlaams Blok θέλει να απαγορεύσει τις απεργιακές φρουρές ως «ιδιωτικές ένοπλες πολιτοφυλακές». Στόχος του είναι η διάλυση των συνδικάτων. Υποστηρίζει ένα συντεχνιακό καθεστώς τύπου Μουσολίνι, στο οποίο το αφεντικό είναι ο μοναδικός αφέντης στην επιχείρηση. Το μόνο «λαϊκό» σε όλα αυτά, είναι η δημαγωγία.

Πρέπει βέβαια να κάνουμε τη διάκριση μεταξύ της ιδεολογίας αυτής της μικρής κλίκας των νοσταλγών των Ναζί και της συγχυσμένης νοοτροπίας της μεγάλης μάζας των ψηφοφόρων του Vlaams Blok, που δεν συμμερίζονται καθόλου αυτή τη νοσταλγία. Τα κίνητρά τους είναι η απογοήτευση και το αίσθημα ότι έχουν γίνει παρίες. Αλλά στο βαθμό που αισθάνονται ότι η «κεντροδεξιά» και η «κεντροαριστερά» είναι όλο και περισσότερο «τι Γιάννης τι Γιαννάκης»- ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση που να προσφέρουν τα παραδοσιακά κόμματα, ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι μπλοκαρισμένη, ανίσχυρη και διεφθαρμένη, μπαίνουν στον πειρασμό να αναζητήσουν αλλού τη σωτηρία τους.

Υπό αυτή την έννοια, υπάρχει μια πραγματική απειλή ότι η ακροδεξιά, που όλο και περισσότερο ρίχνει τις μάσκες της, θα απλώσει το χέρι της στην εξουσία. Όχι βέβαια στο άμεσο μέλλον, αλλά στη περίπτωση που η οικονομική ύφεση θα έχει αυξήσει σημαντικά τον αριθμό των ανέργων, των «νέων φτωχών» και των «απόκληρων».

Καταπολέμηση της απειλής εν τη γενέσει της

Υπάρχουν, ωστόσο, σημαντικές διαφορές μεταξύ της σημερινής κατάστασης και εκείνης της δεκαετίας του 1930. Πρώτα απ’ όλα, ο κίνδυνος μιας φασιστικής δικτατορίας εμφανίζεται σήμερα για δεύτερη φορά. Αλλά ένας άνδρας ή μια γυναίκα που γνωρίζει αξίζει όσο δύο.

Δεύτερον, σε καμία χώρα της Ευρώπης η ανεργία και η περιθωριοποίηση δεν έφτασε στο 40%-50% του πληθυσμού, όπως συνέβη στη Γερμανία εκείνη την εποχή. Η δυνητική κοινωνική βάση του φασιστικού μαζικού κινήματος παραμένει κατά συνέπεια πολύ πιο στενή. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο, καθώς η ανεργία και η περιθωριοποίηση πλήττουν σήμερα κυρίως τμήματα των μισθωτών, που ξανακερδίζονται ευκολότερα από ό,τι οι αστοί, αν το εργατικό κίνημα και το αντιφασιστικό μέτωπο υιοθετήσουν απέναντι τους έναν κατάλληλο και σωστό προσανατολισμό.

Από αυτή την άποψη, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε μια θεμελιώδη αλήθεια που είχε ήδη εκφράσει ο πεπεισμένος σοσιαλιστής που ήταν ο Άλμπερτ Αϊνστάιν τη δεκαετία του ’30: κανένας αποτελεσματικός αντιφασιστικός αγώνας δεν είναι δυνατός χωρίς τη ριζική εξάλειψη της ανεργίας. Να γιατί έχει τεράστιες συνέπειες ο πολιτικός προσανατολισμός της αποδοχής της λιτότητας που υιοθετήθηκε από την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, καθώς και από την πλειοψηφία της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Προετοιμάζει αντικειμενικά το έδαφος για την ακροδεξιά.

Ο αντιφασιστικός αγώνας απαιτεί μια αποφασιστική κριτική αυτής της πολιτικής καθώς και συγκεκριμένες προτάσεις για μια εναλλακτική οικονομική πολιτική. Τέλος, οι άνδρες και οι γυναίκες δεν ζουν μόνο με ψωμί. Πίσω από την απήχηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας σε ορισμένα τμήματα του πληθυσμού κρύβεται η κρίση αξιοπιστίας του σοσιαλισμού ως εναλλακτικού κοινωνικού σχεδίου στον καπιταλισμό.

Δεν θα καταπολεμήσουμε τη φασιστική μάστιγα παρά μόνο αρνούμενοι να κάνουμε παραχωρήσεις στον ρατσισμό και στον στενό εγωισμό. Δεν θα την καταπολεμήσουμε παρά μόνο υπερασπιζόμενοι ειλικρινά τις σοσιαλιστικές και ανθρωπιστικές αξίες της αλληλεγγύης, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι αυτές εξυπηρετούν, καλύτερα από τις προκαταλήψεις, τα πραγματικά συμφέροντα όλων των εργαζομένων, ότι δίνουν νόημα στη ζωή χίλιες φορές πιο βάσιμο από τους απάνθρωπους μύθους. Δεν θα την καταπολεμήσουμε παρά μόνο επανεφευρίσκοντας την ελπίδα ευτυχίας για όλους.

Προειδοποιήσεις που αγνοήθηκαν

Μόνον ο Τρότσκι και μερικοί θαρραλέοι Γερμανοί διανοούμενοι κατανόησαν την έκταση του κινδύνου. Ο Τρότσκι προειδοποίησε τη γερμανική εργατική τάξη: αν αφήσετε τους Ναζί να έρθουν στην εξουσία, θα περάσουν πάνω από τα κόκκαλά σας σαν άρμα μάχης. Η εξουσία των Ναζί σημαίνει πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης, σημαίνει τη φυσική εξόντωση των εβραϊκών πληθυσμών της Ευρώπης, προέβλεψε ο Τρότσκι. Οι φασίστες πρέπει να εμποδιστούν με κάθε μέσο να έρθουν στην εξουσία. Πάνω απ’ όλα, πρέπει να υπάρξει εναντίον τους ενότητα δράσης, από τη βάση μέχρι την κορυφή, όλων των εργατικών οργανώσεων, χωρίς τελεσίγραφα. Αυτές οι απεγνωσμένες κραυγές δεν εισακούστηκαν.

Ernest Mandel

(La Gauche n°6, 18/03/1992)

Μετάφραση: Γιώργος Μητραλιάς

[Αναδημοσίευση από το Contra-Xreos]


https://tpt4.org/?p=7886

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s