Για την παγκόσμια γεωστρατηγική κατάσταση

Διεθνής Επιτροπή της 4ης Διεθνούς

Φλεβάρης 2022

Στοιχεία για την παγκόσμια γεωστρατηγική κατάσταση

Το κείμενο αυτό είναι ένα από τα τρία εισηγητικά κείμενα που άνοιξαν τη συζήτηση σχετικά με τη διεθνή κατάσταση στη συνεδρίαση της Διεθνούς Επιτροπής και τα οποία συμφωνήσαμε ότι θα αποτελέσουν όλα μαζί τη βάση για τη μελλοντική μας επεξεργασία1 Η συνεδρίαση έγινε λίγες ώρες πριν από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και γι’ αυτό παραπέμπουμε στην ανακοίνωση της 1ης Μαρτίου 2022, που υιοθετήθηκε μετά την επίθεση από το γραφείο της Τέταρτης Διεθνούς.

Η ιμπεριαλιστική επίθεση καταδεικνύει ότι η παγκόσμια γεωπολιτική κατάσταση είναι πολύ ασταθής, όπως αναλύσαμε στο κείμενο αυτό. Η στρατηγική προτεραιότητα του Τζο Μπάιντεν ήταν η Κίνα και η περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού. Όμως τώρα είναι αναγκασμένος να επικεντρωθεί στη Ρωσία και την Ευρώπη. Επιβεβαιώνεται λοιπόν ο κεντρικός ρόλος της Ευρασίας στις σχέσεις και διαμάχες των μεγάλων δυνάμεων.

Κατά τη συζήτηση στη ΔΕ επισημάνθηκε η ανάγκη για περαιτέρω αναστοχασμό σχετικά με (α) τη συνάρθρωση μεταξύ της οικονομικο-κοινωνικής και της γεωπολιτικής κρίσης (μαζί με την οικολογική κρίση), ιδίως μετά την καθοριστικής σημασίας οικονομικο-χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2008, (β) το ερώτημα αν, μετά την πανδημία, ο πρωτοφανής συνδυασμός αυτός κρίσεων εγακιανιάζει μια νέα, έστω αμυντική, στιγμή στην παγκόσμια κατάσταση- (γ) την υιοθέτηση από την Τέταρτη Διεθνή της ιδέας της κρίσης της κοινωνικής αναπαραγωγής, της φροντίδας (care) (κι επομένως της σημασίας που πρέπει να δοθεί στα θέματα της κοινωνικής φροντίδας στο πρόγραμμά μας).


Η διεθνής ήττα των επαναστατικών κινημάτων σε όλους τους μεγάλους τομείς της γεωπολιτικής τη δεκαετία του 1980 άνοιξε το δρόμο για τη νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση, την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και χρηματιστικοποίηση της οικονομίας, την επανένταξη της Κίνας και της Ρωσίας στην παγκόσμια αγορά και την έναρξη μιας νέας φάσης επέκτασης του κεφαλαίου.

Η θριαμβευτική φάση της παγκοσμιοποίησης συνοδεύτηκε από μια σειρά χρηματοπιστωτικών αναταράξεων, με αποκορύφωμα τη μεγάλη κρίση των στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου το 2007-2009, οι συνέπειες της οποίας συνεχίζονται ακόμη και σήμερα. Ο οικονομικός και κοινωνικός αντίκτυπος αυτών των κρίσεων, ιδίως της τελευταίας, ήταν πολύ σημαντικός και οδήγησε στη διεθνή αναδιανομή κεφαλαίου σε βάρος των χωρών που επλήγησαν περισσότερο από την κρίση (εξαγορά επιχειρήσεων σε εξευτελιστικές τιμές) και στη βίαιη φτωχοποίηση ορισμένων κοινωνικών στρωμάτων. Σε αρκετές χώρες, οι κατεστραμμένες μεσαίες τάξεις έχουν στραφεί στην αντίδραση.

Στο υπόβαθρο της πανδημικής (Covid-19), της κλιματικής και συνολικότερα της οικολογικής κρίσης, η θριαμβευτική φάση της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης έχει δώσει τη θέση της σε μια γεμάτη αντιφάσεις συγκρουσιακή παγκοσμιοποίηση. Ένα τόξο παλαιών κρίσεων (χρέος, διεθνής διακυβέρνηση κ.λπ.) διαπλέκεται τώρα με δυναμικό και εκρηκτικό τρόπο, εγκαινιάζοντας μια περίοδο παγκόσμιας, πολυδιάστατης κρίσης και οδηγώντας σε μια νέα τροπή τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό για ηγεμονία ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα.

Το μεγάλο ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο (Δύση, Ιαπωνία) είχε πειστεί ότι ήταν σε θέση να καταστήσει τη Ρωσία και την Κίνα υποτελείς (τη στιγμή που ήδη η Κίνα είχε μετατραπεί σε παγκόσμιο εργοστάσιο) – και ίσως θα μπορούσε να το καταφέρει. Δεν προέβλεψε όμως ότι οι νέες αστικές τάξεις, κατά κύριο λόγο της Κίνας, ήταν ικανές να αξιοποιήσουν την κληρονομιά της επανάστασης (με αφετηρία την ανεξαρτησία) για να προωθήσουν προς όφελός τους την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών και κεφαλαίων στην παγκόσμια αγορά. Παρότι ο κοινωνικός σχηματισμός της Κίνας έχει χαρακτηριστικά υποτέλειας, η χώρα έχει γίνει η δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη στον κόσμο, αλλάζοντας τις γεωπολιτικές σχέσεις. Η Ρωσία από την άλλη προωθεί διαρκώς την επιδίωξη να διατηρήσει τη ζώνη επιρροής της στο χώρο της πάλαι ποτέ τσαρικής αυτοκρατορίας και της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης.

Η ισχύς του αναλυτικού πλαισίου των κειμένων που προηγήθηκαν και υιοθετήθηκαν από τα όργανα της Τέταρτης Διεθνούς παραμένει, η κατάσταση ωστόσο αλλάζει με ραγδαίο τρόπο. Πρέπει να προχωρήσουμε σε μια συνολική εκτίμηση της επιτάχυνσης της παγκόσμιας κρίσης του καπιταλισμού, ζήτημα που διαποτίζει και τα τρία κείμενα συζήτησης της ΔΕ.

1. Εμβάθυνση, επιδείνωση της προηγούμενης δυναμικής

Μετά από 40 χρόνια νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Πολιτειών, οι χρηματοπιστωτικές, παραγωγικές και υπηρεσιακές αλυσίδες διεθνοποιούνται. Η «λογική» του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου απαιτεί την χωρίς σύνορα ελευθερία της κερδοσκοπίας και των επενδύσεων. Έρχεται σε αντίθεση με τη «λογική» των κρατών, τα οποία όχι μόνο περιορίζουν την ελεύθερη μετακίνηση των εργαζόμενων, αλλά αντιπαρατίθενται στη λογική του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου στο όνομα των γεωστρατηγικών συμφερόντων. Οι συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων οδηγούν στη διαίρεση «στρατοπέδων» σε μια παγκόσμια συνθήκη πολύ εκτεταμένης οικονομικής αλληλεξάρτησης, γεγονός που επιδρά όλο και πιο αρνητικά στην «καλή λειτουργία» του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος (ανάπτυξη ανταγωνιστικών και ασύμβατων μεταξύ τους τεχνολογιών). Ένα από τα πιο πρόσφατα παραδείγματα: Η Ουάσινγκτον έχει επιβάλλει αυστηρότερους ελέγχους (συμπεριλαμβανομένου και λογιστικού ελέγχου) σε ξένες εταιρείες που είναι εισηγμένες στη Wall Street και σε απάντηση, στο όνομα της εθνικής κυριαρχίας, το Πεκίνο έχει ξεκινήσει να επιβάλλει σε ορισμένες κινεζικές εταιρείες που υφίστανται την πολιτική αυτή τον «επαναπατρισμό» τους στο Χονγκ Κονγκ, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια διεθνή «οικονομική αποσύνδεση» παράλληλα με μια μερική «τεχνολογική αποσύνδεση».

Την ίδια στιγμή, όλο και πιο συχνά γίνεται λόγος για έναν «νέο ψυχρό πόλεμο» μεταξύ μιας Δυτικής συμμαχίας (με την πολιτική έννοια η οποία συμπεριλαμβάνει την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα, την Αυστραλία…) και της Κίνας (με ή χωρίς τη Ρωσία). Ήδη στην εποχή του «Ανατολικού και Δυτικού μπλοκ», η αναφορά σε ψυχρό πόλεμο ήταν ακατάλληλη, γιατί ήταν ευρωκεντρική: στην Ασία ο πόλεμος ήταν πάρα πολύ θερμός (αρκεί να θυμηθούμε μόνο την στρατιωτική κλιμάκωση των ΗΠΑ στο Βιετνάμ…). Σήμερα, η αναλογία με τον ψυχρό πόλεμο είναι παραπλανητική, καθώς η κατάσταση έχει αλλάξει δραματικά. Σήμερα, η Κίνα και η Ρωσία είναι ενταγμένες στην ίδια παγκόσμια αγορά με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση αποτελεί ουσιαστικό γεγονός.

Στο στρατιωτικό μέτωπο, έχουν αναδειχθεί δύο θερμές περιοχές: Η Ταιβάν μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας και μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης η Ουκρανία και η Μαύρη Θάλασσα. Σε γενικότερο επίπεδο, η κούρσα των εξοπλισμών εισέρχεται σε ένα νέο στάδιο που μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη όπλων (υπερηχητικοί πύραυλοι κλπ.) που θα κλονίσουν την αμυντική ικανότητα των πυραυλικών συστημάτων και τις αντιπυραυλικές ασπίδες. Επίσης με τη «σμίκρυνση» των πυρηνικών όπλων επιδιώκεται να καταστεί πολιτικά αποδεκτή η χρήση τους στο πεδίο των επιχειρήσεων. Τα χαρακτηριστικά και οι δυνατότητες των Μεγάλων Δυνάμεων γίνονται όλο και πιο σύνθετες. Το πολεμικό ναυτικό, με τις αρμάδες αεροπλανοφόρων και το στόλο υποβρυχίων, πρέπει πλέον να συμπεριλάβει τον αγώνα για την ηγεμονία στο διάστημα καθώς και το πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης (η οποία εξασφαλίζει σε ιδιαίτερα μεγαλό βαθμό τη χειραγώγηση των πληροφοριών και των επικοινωνιών).

2. Μια απρόβλεπτη κατάσταση

Προκειμένου να απαντήσουμε πολιτικά στις σημερινές προκλήσεις θα πρέπει να ξεκινήσουμε από το γεγονός της συνάρθρωσης διαφορετικών κρίσεων που συγκλίνουν σε μια ιστορική στιγμή διχοτόμησης, η οποία θέτει μια μεγάλη πρόκληση σε όλους τους πολιτικούς δρώντες:

– Η παγκόσμια οικολογική κρίση, της οποίας οι επιπτώσεις γίνονται ήδη αισθητές από τους ανθρώπους και της οποίας η εμπειρία οδηγεί στην ευαισθητοποίηση και την ανάπτυξη νέων κινημάτων αντίστασης. Πρόκειται προφανώς για την υπερθέρμανση του πλανήτη, αλλά και για την κατάρρευση της βιοποικιλότητας, τη διάβρωση του εδάφους, την εξάντληση των πηγών πόσιμου νερού κλπ.

– Η κρίση της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, η οποία δεν εκδηλώνεται με μια ομαλή διαδικασία απο-παγκοσμιοποίησης, αλλά με την ένταση των αντιφάσεων και συγκρούσεων στο εσωτερικό μιας κυρίαρχης νεοφιλελεύθερης τάξης, η οποία δεν έχει τεθεί σε ριζική αμφισβήτηση, παρά το γεγονός ότι οι αναταράξεις προκαλούνται από τον νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό τρόπο ρύθμισης που άρχισε να επιβάλλεται εδώ και περίπου πενήντα χρόνια.

– Η κρίση της διεθνούς καπιταλιστικής διακυβέρνησης («multilateralism»), η οποία πυροδοτήθηκε από τον Ντόναλντ Τραμπ, που όμως δεν μπορεί να ξεπεραστεί εύκολα με την εκλογή του Μπάιντεν. Στην ουσία η κρίση εκφράζει ένα ρήγμα στο αστικό στρατηγικό πολιτικό σχέδιο, ένα πολιτικό σχέδιο που υφίσταται από στις αρχές του αιώνα αλλά έχει διευρυνθεί σημαντικά τα τελευταία 15 χρόνια, ανάμεσα στα τμήματα αυτά που ποντάρουν στον παλιό κοσμοπολίτικο δημοκρατικό νεοφιλελευθερισμό και στα τμήματα εκείνα, που αναγνωρίζοντας την απώλεια νομιμοποίησης των «δημοκρατιών» σε παγκόσμιο επίπεδο, ποντάρουν σε μεταφασιστικές (εθνικιστικές, ξενοφοβικές ρατσιστικές, σκοταδιστικές) κατευθύνσεις και παραδείγματα των οποίων αποτελούν ο Τραμπ, ο Μπολσονάρο, ο Ντουτέρτε, ο Μόντι, ο Ερντογάν και πολλά κινήματα σε Ανατολή και Δύση, Βορρά και Νότο.

– Η υγειονομική κρίση που προκαλείται εξαιτίας της ιδιαιτερότητας της πανδημίας Covid-19. Σε αντίθεση με προηγούμενες επιδημίες κορονοϊών, η συγκεκριμένη πήρε κυριολεκτικά παγκόσμιες διαστάσεις και θα έχει μεγάλη διάρκεια, λόγω, κυρίως, της ικανότητας μετάλλαξης του Sars-Cov-2 που είναι πολύ μεγαλύτερη από την αρχικά αναμενόμενη, αλλά και λόγω της έντασης των ανταλλαγών στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. Είχαμε ήδη εισέλθει σε μια νέα περίοδο επαναλαμβανόμενων επιδημιών και πλέον γνωρίζουμε πόσο σημαντικό και κεντρικό ζήτημα είναι σε διεθνές επίπεδο. Η κλίμακα της σημερινής πανδημίας μπορεί να συγκριθεί μόνο με αναφορά στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (τη λεγόμενη ισπανική γρίπη).

– Η κοινωνική κρίση που τροφοδοτείται από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και το μέγεθος του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, που έχουν ως αποτέλεσμα τη γενική εξαθλίωση τμημάτων της κοινωνίας και τη διάλυση του κοινωνικού ιστού σε διάφορες περιοχές του πλανήτη. Οι ανισότητες παροξύνονται από τον αυξανόμενο βαθμό πλουτισμού των πλουσιότερων, από επιδημίες και πανδημίες, και αυξάνονται εκθετικά τόσο διεθνώς, μεταξύ διαφορετικών περιοχών, όσο και σε εθνικό επίπεδο στο εσωτερικό των περισσότερων χωρών.

– Η κρίση δημοκρατίας που έχει ως κύρια τάση της τις γενικευμένες επιθέσεις κατά των δημοκρατικών ελευθεριών και των δικαιωμάτων των λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων και ανθρώπων, τη ριζοσπαστικοποίηση των αυταρχικών καθεστώτων και την ισχυροποίηση ακροδεξιών και ομάδων και διαφόρων μορφών φασιστικών ρευμάτων (μεταξύ τους όσων έχουν θρησκευτική αναφορά και όσων βρίσκονται στο εσωτερικό όλων των θρησκειών με διεθνή παρουσία).

– Η κρίση της ιδιότητας του πολίτη με την όξυνση της ταξικής, έμφυλης και «φυλετικής» καταπίεσης, την υπονόμευση της καθολικότητας του δικαιώματος ψήφου σε όλο και περισσότερες χώρες και την συρρίκνωση της ουσίας της «αστικής δημοκρατίας» του παρελθόντος ακόμη και στη Δύση.

Αυτές οι κρίσεις συνδυάζονται και αλληλοτροφοδοτούνται, προκαλώντας, ενίοτε μαζικές και πολύμορφες κοινωνικές αντιστάσεις, ορισμένες εκ των οποίων με σημαντικές πολιτικές επιπτώσεις (βλ. τις προεδρικές εκλογές στη Χιλή), που όμως αντιμετωπίζουν δυσκολίες να διατηρηθούν και να συντονιστούν.

3. Ενδοϊμπεριαλιστικές συγκρούσεις των μεγάλων δυνάμεων

Η διεθνής πολιτική κατάσταση κυριαρχείται από τη σύγκρουση Ουάσινγκτον/Πεκίνου, με την καθιερωμένη δύναμη (ΗΠΑ) να αντιμετωπίζει την επέκταση της ανερχόμενης δύναμης (Κίνα) και με τη Ρωσία να επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση της σε αυτό το πλαίσιο. Θα ήταν πολύ φιλόδοξο να προσποιηθούμε ότι μπορούμε να προβλέψουμε το μέλλον αυτών των συγκρούσεων, των οποίων η έκβαση θα εξαρτηθεί ιδιαίτερα από την εξέλιξη της εσωτερικής κατάστασης στις χώρες αυτές.

Ο Τζο Μπάιντεν κατάφερε να κάνει αυτό που ήθελε ο Ομπάμα αλλά δεν μπόρεσε: να αναδιατάξει την αμερικανική παρουσία προς τον Ειρηνικό Ωκεανό, έχοντας παράλληλα στη Μέση Ανατολή τη στήριξη από περιφερειακές δυνάμεις (Ισραήλ, Σαουδική Αραβία, Αίγυπτος…) οι οποίες υπερασπίζονται τα συμφέροντά των ΗΠΑ στο τμήμα αυτό του πλανήτη. Απέναντι στην Κίνα, θέλει να επαναδιαπραγματευτεί το Σύμφωνο Συνεργασίας των Δύο Πλευρών του Ειρηνικού (TPP). Έχει ορίσει τις συμμαχίες των ΗΠΑ στο πεδίο του Ινδο-Ειρηνικού, έχοντας προσδώσει ένα περισσότερο επιχειρησιακό περιεχόμενο στη συμφωνία Quad (Ηνωμένες Πολιτείες, Ινδία, Ιαπωνία, Αυστραλία) και έχοντας υπογράψει τη συμφωνία Aukus με την Αυστραλία και τη Μεγάλη Βρετανία. Τα παραπάνω συνιστούν επιτυχία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, ο οποίος διαθέτει (μακράν) τη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη και ένα ασυναγώνιστο δίκτυο συμμαχικών κρατών και 750 στρατιωτικών βάσεων σε 80 χώρες.

Η Κίνα, από την άλλη πλευρά, έχει ουσιαστικά μόνο μία στρατιωτική βάση στο εξωτερικό, αν και διαθέτει πολλά λιμάνια σε όλο τον κόσμο όπου μπορεί να αγκυροβολήσει ο στόλος της. Εκτός της Ευρασίας δεν έχει ισχυρούς συμμάχους, έστω και εάν διαθέτει κράτη-πελάτες που εξαρτώνται από αυτήν. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι:

– Παρότι η ήττα στο Αφγανιστάν δεν σήμανε την αποχώρηση των ΗΠΑ από την ασιατική ζώνη, έχει ενισχύσει τη θέση της Κίνας στην Κεντρική Ασία.

– Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως η Ινδία και η Ιαπωνία, έχουν δικά τους συμφέροντα να υπερασπιστούν έναντι της Κίνας, τα οποία δεν θα ταυτίζονται απαραίτητα με τις προτεραιότητες της Ουάσινγκτον.

– Οι ΗΠΑ έχουν μικρότερη παρουσία στην Ευρασία από ό,τι η Κίνα, η οποία επεκτείνεται σημαντικά. Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαδραμάτισε στο παρελθόν σημαντικό ρόλο στην εδραίωση του ΠΟΕ, αλλά το βάρος της στις κύριες περιοχές της σύγκρουσης είναι μικρό. Στην Ευρασία δεν είναι καν σε θέση να προσφέρει έναν αποτελεσματικό σύμμαχο στις ΗΠΑ, ιδίως όταν η Κίνα και η Ρωσία ενώνουν τις δυνάμεις τους. Η Δυτική Ευρώπη, το λίκνο του παραδοσιακού ιμπεριαλισμού, δεν είναι το κέντρο βάρους της Ευρασίας.

– Παρά την παγκόσμια στρατιωτική υπεροχή τους, οι ΗΠΑ δεν έχουν ισχυρή θέση στην Κινεζική Θάλασσα, την οποία το Πεκίνο έχει στρατιωτικοποιήσει σε βάρος των γειτονικών της χωρών. Η ισχύς της Κίνας στην περιοχή αυτή πολλαπλασιάζεται λόγω της γεωγραφικής εγγύτητας τόσο των ακτών της όσο και του χερσαίου δικτύου μεταφορών, το οποίο της επιτρέπει να αναπτύσσει γρήγορα τις δυνάμεις της. Σε μια στρατιωτική σύγκρουση για την Ταϊβάν θα είχε το πλεονέκτημα.

Η Ουάσινγκτον θα είχε βέβαια τη δυνατότητα να αντεπιτεθεί αλλού κόβοντας τις γραμμές ανεφοδιασμού του Πεκίνου ή περιορίζοντας τη δυνατότητά του να χρησιμοποιεί τις διεθνείς τραπεζικές συναλλαγές κλπ. Κάτι τέτοιο όμως θα σήμαινε εμπλοκή σε μια παγκόσμια σύγκρουση με κίνδυνο κατάρρευσης του οικονομικού συστήματος. Αντικειμενικά ούτε η Κίνα ούτε οι ΗΠΑ έχουν συμφέρον σε μια τέτοια σύγκρουση. Ο πόλεμος είναι απίθανος, αλλά δεν είναι και αδιανόητος. Ένα ατύχημα είναι πάντα πιθανό, όπως είναι και μια πολιτική ή κοινωνική κρίση σε μια από τις εμπλεκόμενες χώρες. Η θέση του Τζο Μπάιντεν είναι πολύ εύθραυστη, ο Τραμπισμός συνεχίζει να είναι πολύ ισχυρός στις ΗΠΑ. Η θέση του Σι Τζινπίνγκ δεν έχει παγιωθεί και ίσως είναι πιο εύθραυστη από ό,τι φαίνεται.

Η Ρωσία επωφελείται από τη γεωστρατηγική της θέση στην Ευρασία, τους ενεργειακούς της πόρους, την παραγωγή όπλων, την τεχνογνωσία της στη στρατιωτική επιμελιτεία, τον στόλο υποβρυχίων της (πολύ μεγαλύτερο από της Κίνας), τα σταθερά ερείσματά της στη Μέση Ανατολή (κυρίως στη Συρία) και τα δίκτυα χάκερς που διαθέτει. Με αυστηρούς όρους δεν είναι μια τριτοκοσμική δύναμη, αλλά έχει ενισχύσει τη θέση της στον γεωπολιτικό της χώρο υποστηρίζοντας τη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων στη Λευκορωσία ή το Καζακστάν, κρατώντας τη Γεωργία διαιρεμένη και τώρα βρίσκεται σε μια αναμέτρηση ισχύος σχετικά με την προέλαση της Δύσης στην Ουκρανία. Είναι ακόμη σε θέση να ανταγωνιστεί τους αντιπάλους της, όπως για παράδειγμα στην Αφρική, χάρη κυρίως στην εξαγωγή των μισθοφόρων της (την οργάνωση Wagner) με αντάλλαγμα οικονομικά και πολιτικά οφέλη.

Η Ρωσία και η Κίνα βρίσκονται σε ανταγωνισμό, ιδίως στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας, αλλά είναι επίσης ενωμένες εναντίον της Ατλαντικής Συμμαχίας και του ΝΑΤΟ. Στην παρούσα κατάσταση η συμμαχία μεταξύ Πεκίνου και Μόσχας μπορεί να ενισχυθεί λόγω της απειλής μιας ταυτόχρονης στρατιωτικής σύγκρουσης στην περιοχή της Ταϊβάν και στα σύνορα της Ανατολικής Ευρώπης.

Η Ιαπωνία σχετίζεται άμεσα με τα δύο «καυτά σημεία» της κορεατικής χερσονήσου και της Ταϊβάν. Το Τόκιο επιδιώκει, εκμεταλλευόμενο τις δυνατότητες που τις δύνονται σε αυτό το πλαίσιο, να ολοκληρώσει την πολιτική του πλήρους επανεξοπλισμού της, να αποδεσμευτεί οριστικά από την ειρηνιστική ρήτρα που περιλαμβάνει το ιαπωνικό Σύνταγμα και να εξουδετερώσει την πίεση της αντιπολεμικής κοινής γνώμης. Ο ρόλος του ιαπωνικού ιμπεριαλισμού ενισχύεται στον Βόρειο Ειρηνικό.

Οι ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, κατά κύριο λόγο η Γερμανία και η Γαλλία, βρίσκονται σε περιθωριακή θέση σε αυτή τη σύγκρουση ΗΠΑ/Κίνας. Γενικότερα, βρίσκονται σε αδύναμη θέση απέναντι στα διεθνή ζητήματα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποδυναμωθεί τόσο από το Brexit όσο και από τη μεγάλη διάρκεια των επιπτώσεων της πανδημίας στη Δυτική Ευρώπη, γεγονός θέτει υπο διακύβευση τη θέση της ΕΕ κατά τη φάση οικονομικής ανάκαμψης. Επιπλέον, μια σειρά από εσωτερικές αντιφάσεις αποτελούν γι’ αυτήν εμπόδιο στο να διαδραματίσει έναν πολιτικό ρόλο ανάλογο με το οικονομικό της βάρος ως η τρίτη παγκόσμια μεγαλύτερη οικονομία.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι επίσης σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τις διεθνείς αλυσίδες αξίας και επιπλέον η Γερμανία εξαρτάται από τη Ρωσία για τον ενεργειακό της εφοδιασμό (που ενισχύεται με την ολοκλήρωση του αγωγού φυσικού αερίου Nordstream 2), ενώ η Κίνα κατέχει σημαντική θέση στις εξαγωγές της.

Οι κύριες ανησυχίες των Ευρωπαίων και ιδιαίτερα των Γερμανών ηγετών βρίσκονται στην Ανατολή και στη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου, αφενός στο ουκρανικό ζήτημα και αφετέρου στις σχέσεις με την ομάδα του Βίσεγκραντ (Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχία και Σλοβακία) των οποίων τα καθεστώτα, μέσα στη συνθήκη της αποδυνάμωσης της ΕΕ, παίζουν το χαρτί της εθνικιστικής αναδίπλωσης και του αυταρχικού κράτους.

Επιπλέον, οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναζητούν μια ανεξάρτητη πολιτική έναντι της Ρωσίας, βάσει της οποίας θα πρέπει να αντιμετωπίσουν το ουκρανικό ζήτημα.

Οι ΗΠΑ, παρότι με την κυβέρνηση Μπάιντεν έχουν αυξήσει περαιτέρω τη στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία (έρχεται στην τρίτη θέση μετά το Ισραήλ και την Αίγυπτο), υποστηρίζουν προς το παρόν την πολιτική μετριοπάθειας που απαιτεί η Γερμανία, αρνούμενες να παρατείνουν τις κυρώσεις ενάντια στη λειτουργία του Nordstream2.

Εκτός από το ουκρανικό ζήτημα, υπάρχει επίσης το ζήτημα της τουρκικής πολιτικής. Η Τουρκία, ενώ ασκεί τη μέγιστη δυνατή επιρροή ως μέλος του ΝΑΤΟ ιδίως για την υποστήριξη της ουκρανικής κυβέρνησης και επιδιώκει τη στήριξη της Γερμανίας, την ίδια στιγμή παίζει το δικό της παιχνίδι στη λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου. Αναλαμβάνει το ρόλο του συνοριοφύλακα ενάντια στην πρόσβαση των μεταναστών-ριών στην Ευρώπη και επιδιώκει ενεργειακή ανεξαρτησία και ενισχυμένο τον περιφερειακό της ρόλο, μέσω των συμφωνιών με τη Λιβύη και των υποθαλάσσιων ερευνών για φυσικό αέριο, σε ανταγωνισμό προς το σχέδιο EastMed Ελλάδας/Ισραήλ/Κύπρου που έχει την υποστήριξη της Γαλλίας.

Επιπλέον, ιδιαίτερα η Γαλλία της οποίας το οικονομικό βάρος στην Ανατολική Ευρώπη, την Ουκρανία και τη Ρωσία είναι πολύ μικρότερο, προσπαθεί να αντισταθμίσει την αδυναμία αυτή μέσω του διπλωματικού της βάρους και της ιδιότητάς της ως μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Όμως έχει ήδη χάσει μεγάλο μέρος της επιρροής της στο Μαγκρέμπ, είναι αποδυναμωμένη λόγω της κατάστασης στις Γαλλικές Δυτικές Ινδίες (Αντίλλες) και την υφαρπαγή της εξουσίας στο Κανάκι (Νέα Καληδονία), ενώ είναι επίσης αδύναμη στην παραδοσιακή ζώνη επιρροής της την υποσαχάρια Αφρική. Η απόσυρση από το Μάλι καταδεικνύει την αδυναμία των στρατιωτικών δυνάμεων της να διασφαλίσουν τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα σε μια σημαντική περιοχή προμήθειας πρώτων υλών. Η Γερμανία έχει επίσης αυξήσει τα τελευταία χρόνια τις προσπάθειές της να λάβει επίσης στρατιωτικά θέση στην περιοχή που, παρά τα σημαντικά οικονομικά διακυβεύματα των επόμενων ετών, δεν αποτελεί πλέον ασφαλή ζώνη για τα ευρωπαϊκά οικονομικά συμφέροντα.

Σε γενικές γραμμές, οι περιφερειακές δυνάμεις είναι σε θέση να παίξουν το δικό τους παιχνίδι και να μην λειτουργούν ως αντιπρόσωποι των Ηνωμένων Πολιτειών, της Κίνας, της Ρωσίας και της Ιαπωνίας. Παρόλο που οι σχέσεις κυριαρχίας μεταξύ Βορρά-Νότου δεν έχουν εξαφανιστεί, σήμερα ούτε ο Βορράς ούτε ο Νότος αποτελούν ομοιογενείς πραγματικότητες.

4. Ευρασία και περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού

Η σύγκρουση ΗΠΑ-Κίνας διαδραματίζεται σε όλες τις Ηπείρους, αλλά όχι με την ίδια μορφή ή με την ίδια ένταση. Ανάλογα με την ήπειρο και την ωκεάνια περιοχή, οι άλλοι ιμπεριαλισμοί και οι περιφερειακές δυνάμεις διαδραματίζουν περισσότερο ή λιγότερο σημαντικό ρόλο. Η πολιτική ιστορία και η κληρονομιά των λαϊκών κινημάτων διαμορφώνουν την αντίσταση στη νεοφιλελεύθερη τάξη με διαφορετικούς τρόπους.

Η περιοχή της Ευρασίας και του Ινδο-Ειρηνικού αποτελεί πλέον κομβικό σημείο της παγκόσμιας οικονομίας και γεωπολιτικής.

Σε αυτό το πλαίσιο, όλες οι μεγάλες δυνάμεις βρίσκονται αντιμέτωπες μεταξύ άλλων και σε στρατιωτικό επίπεδο. Η κορεατική κρίση αφορά άμεσα τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ιαπωνία, τη Ρωσία και την Κίνα. Η Θάλασσα της Κίνας είναι ένας από τους βασικότερους δρόμους οικονομικής επικοινωνίας στον κόσμο και τα δικαιώματα ναυσιπλοΐας αποτελούν αντικείμενο συνεχών αντιπαραθέσεων. Το τόξο των αμερικανικών βάσεων αποσκοπεί στον έλεγχο της ανάπτυξης των κινεζικών ναυτικών δυνάμεων στα διεθνή ύδατα. Τα νησιωτικά κράτη του Νότιου Ειρηνικού αποτελούν αντικείμενο ενός έντονου αγώνα επιρροής μεταξύ των ΗΠΑ, της Αυστραλίας, της Κίνας (και της Γαλλίας χάρη στη συγκράτηση του Κανάκι-Νέας Καληδονίας στον αποικιακό της χώρο).

Μέση Ανατολή. Η σχετική σταθερότητα της κατάστασης στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να είναι μόνο προσωρινή. Είναι πιθανό σύντομα να δώσει τη θέση της σε μια «θερμή» κρίση, τουλάχιστον όσον αφορά το ζήτημα του Ιράν. (χρειάζεται ανάπτυξη)

Στη Λατινική Αμερική, οι ΗΠΑ διατηρούν τον οικονομικό-χρηματοδοτικό αποκλεισμό των κυβερνήσεων της Κούβας και της Βενεζουέλας, ενάντια στις οποίες παραδοσιακά διεξάγουν ιδεολογικό αγώνα. Διατηρούν τις στρατιωτικές τους βάσεις στην ταραγμένη Κολομβία και τον Τέταρτο Στόλο στα νερά του Νότιου Ατλαντικού, διεξάγουν κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με τον βραζιλιάνικο στρατό του Μπολσονάρου και διατηρούν την παραδοσιακή οικονομική και πολιτική τους παρουσία στην ηπειρωτική Κεντρική Αμερική.

Σε επίπεδο αγορών, ωστόσο, οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες των ΗΠΑ μοιράζονται όλο και περισσότερο την «πίσω αυλή» τους με τράπεζες, βιομηχανίες και εταιρείες τηλεπικοινωνιών από την Ευρώπη, την Κίνα, την Κορέα, ακόμη και την Ινδία. Ο Μπάιντεν χρησιμοποιεί τις διαπραγματεύσεις με τη μεξικανική κυβέρνηση για να αναγκάσει τον μικρό εταίρο να επιβραδύνει το κύμα μετανάστευσης από την Κεντρική και Νότια Αμερική. Υπό την ηγεσία του Μπάιντεν, οι ΗΠΑ έχουν αποσυρθεί από μορφές άμεσης σύγκρουσης με τη Βολιβία, τη Χιλή και την Αργεντινή, οι ασταθείς καταστάσεις ωστόσο στο Περού, ενδεχομένως στη Χιλή και στην πολωμένη Βραζιλία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε νέες παρεμβατικές κινήσεις.

[Λείπει ένα συνθετικό σημείο για την Αφρική]

5. Για μια διεθνιστική ανανέωση

Ο διεθνισμός είναι μια έκφραση αλληλεγγύης που αποτελεί ένα από τα βασικά θεμέλια της δέσμευσής μας στον αγώνα για το σοσιαλισμό. Είναι επίσης μια στρατηγική αναγκαιότητα. Οι αντίπαλοί μας δρουν σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο σε διεθνή κλίμακα.

Η συμβολή μας σε μια διεθνιστική ανανέωση είναι επομένως μια από τις κύριες ευθύνες της Διεθνούς μας. Για το σκοπό αυτό, είναι απαραίτητο να συνεργαστούμε με όλες τις δυνάμεις που είναι διατεθειμένες να δράσουν στην κατεύθυνση αυτή, αντιπαρατιθέμενες παντού στον ιμπεριαλισμό, αγωνιζόμενες παντού για την «πραγματική δημοκρατία», υπερασπιζόμενες παντού τους καταπιεσμένους λαούς.

– Ο «καμπισμός/στρατοπεδισμός» συνιστά ένα σημαντικό εμπόδιο στην ανάπτυξη αυτού του διεθνισμού. Τοποθετώντας τον εαυτό του πρωτίστως στο επίπεδο των σχέσεων μεταξύ των κρατών, παρά σε αυτό της αλληλεγγύης μεταξύ των λαών, συνεπάγεται τη θυσία των πληθυσμών που είναι θύματα μιας μεγάλης δύναμης (στην προκειμένη περίπτωση της Κίνας και της Ρωσίας…) ή καταπιεστικών καθεστώτων (ή αντεπαναστατικών κινημάτων), στο βαθμό που αυτά είναι περισσότερο ή λιγότερο αντιαμερικανικά.

Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, και μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1980, ο καμπισμός οδήγησε τα αριστερά ρεύματα να ξεχνούν ή να δικαιολογούν τα εγκλήματα της σοβιετικής και της κινεζικής γραφειοκρατίας, θέλοντας να υπερασπιστούν τα καθεστώτα που είχαν προκύψει από σοσιαλιστικές επαναστάσεις. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η αναγκαία κινητοποίηση απέναντι στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις οδήγησε ορισμένους-ες να αποσιωπήσουν τον αντιδραστικό χαρακτήρα των καθεστώτων του Σαντάμ Χουσεΐν, του Μπασάρ Ελ Άσαντ ή του Καντάφι, αδιαφορώντας για την αλληλεγγύη που είχαν ανάγκη τα δημοκρατικά ρεύματα αντίστασης στα καθεστώτα αυτά και χρήζοντας δικτάτορες ως πρωταθλητές του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα. Σήμερα, η ιστορία επαναλαμβάνεται ως καρικατούρα και τα καθεστώτα του Πούτιν και του Σι Τζινπίνγκ βρίσκουν πραγματικούς πρεσβευτές στις δυτικές χώρες, οι οποίοι διαγράφουν τον ενδοϊμπεριαλιστικό χαρακτήρα των συγκρούσεων μεταξύ ΗΠΑ, Κίνας και Ρωσίας και δικαιολογούν τον καταπιεστικό και δικτατορικό χαρακτήρα αυτών των καθεστώτων, ως εαν να μην υπάρχει στις χώρες αυτές όπως σε κάθε άλλη χώρα η ανάγκη της επιβολής των δημοκρατικών δικαιωμάτων.

– Με την πανδημία του Covid-19 ήρθε στο φως το υπέρογκο κόστος που πληρώνουμε ως συνέπεια της νεοφιλελεύθερης τάξης και της τεράστιας επιρροής της Μεγάλης Φαρμακοβιομηχανίας. Η επίγνωση αυτή έχει ισχύ για όλες τις επιδημίες, έχοντας υπόψη ότι αυτή του Covid-19 δεν είναι η πιο θανατηφόρα. Ο αγώνας για το δικαίωμα στην υγεία έχει πάρει μια πραγματικά διεθνή διάσταση με επίκεντρο το αίτημα να αρθούν οι πατέντες για τα εμβόλια κατά του κορονοϊού και να επιτραπεί στις χώρες του Νότου να παράγουν τα εμβόλια και να εξασφαλίσουν αποτελεσματικές εκστρατείες εμβολιασμού. Στον αυταρχισμό που εκδηλώνεται στη διαχείριση της κρίσης από τις κυρίαρχες τάξεις, πρέπει να αντιτάξουμε τις αρχές μιας δημοκρατικής πολιτικής στην υγεία, που θα εμπλέκει τους πληθυσμούς στον καθορισμό και την εφαρμογή της συλλογικής υγείας. Στα σκοταδιστικά ρεύματα που τρέφονται από αυτή την κρίση πρέπει να αντιτάξουμε την εναλλακτική μας πολιτική, αλλά και να συμβάλουμε στη διασφάλιση της ορθολογικής πληροφόρησης, της οποίας η ανάλυση βασίζεται στο επίπεδο της επιστημονικής (αυτοκριτικής) γνώσης.

– Είναι επείγον να κινητοποιηθούμε για την ανασυγκρότηση ενός παγκόσμιου αντιπολεμικού κινήματος. Αν και ο πόλεμος μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων φαίνεται ίσως απίθανος σήμερα, δεν είναι αδιανόητος. Η απειλή του πολέμου είναι απαράδεκτη από μόνη της, ιδίως όταν έχει πυρηνική διάσταση όπως συμβαίνει σήμερα. Σε μια εποχή κλιματικής κρίσης, είναι απολύτως ανεύθυνη η κινητοποίηση εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών μαζί με όλη την υλικοτεχνική υποδομή που συνεπάγεται αυτή – είναι καθαρή υποκρισία το γεγονός ότι οι εξοπλισμοί είναι ένας από τους τομείς που δεν λαμβάνονται υπόψη στις προβλέψεις για την υπερθέρμανση του πλανήτη! Το να αναμένουμε από τη διπλωματία τη διάσωση της ειρήνης δεν σημαίνει τίποτε άλλο από την υποθήκευση του μέλλοντος και την αποδοχή της ιδέας ότι ο λαός δεν μπορεί να είναι παρά μόνο παθητικός θεατής.

Το αντιπολεμικό αίσθημα αναζωπυρώθηκε σε διάφορες χώρες (και στις ΗΠΑ), ιδιαίτερα εξαιτίας της κρίσης στο Αφγανιστάν, αλλά η ικανότητα διεθνώς συντονισμένης αντιπολεμικής δράσης παραμένει πολύ χαμηλότερη από ό,τι απαιτείται. Πρέπει να ανακτήσουμε και να αναβιώσουμε τις καλύτερες παραδόσεις των ισχυρών αντιπολεμικών κινημάτων της δεκαετίας του 1970. Τα ισχυρά αντιπολεμικά κινήματα της δεκαετίας του ‘60 και του ‘70 στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, οι κινητοποιήσεις ενάντια στην ανάπτυξη των πυραύλων Pershing τη δεκαετία του ‘80 έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην στρατιωτική αποκλιμάκωση και αναζωογόνησαν τα λαϊκά και νεολαιίστικα κινήματα εκείνης της εποχής. Σήμερα, υπάρχουν πολύ δραστήριες κινηματικές δυνάμεις που κινητοποιούνται σε πολλές χώρες ενάντια στην κοινωνική αδικία, την υπερθέρμανση του πλανήτη και τις διακρίσεις λόγω φύλου και ρατσισμού. Αποτελεί επίσης επείγον αγωνιστικό καθήκον η οικοδόμηση ενός διεθνούς αντιπολεμικού κινήματος που οικοδομεί την αλληλεγγύη και θέτει στο προσκήνιο τα δικαιώματα των λαών που απειλούνται από τις επεμβάσεις των ανταγωνιζόμενων ιμπεριαλισμών.

– Το ζήτημα των μεταναστεύσεων και των συνόρων έχει πάρει πρωτοφανείς διαστάσεις. Φυσικά τείχη υψώνονται συνεχώς στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική καθώς επίσης και νομικά τείχη (υπεράκτια κράτηση μεταναστών από την Αυστραλία, συμφωνίες μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Τουρκίας…). Η Ευρώπη-φρούριο έχει λάβει την πλήρη έννοια της με τη Frontex, μια υπηρεσία με υπέρμετρες και αδιαφανείς εξουσίες.

Η αλληλεγγύη πρέπει να διεκδικηθεί και στις δύο πλευρές των τειχών, για την προστασία των εκτοπισμένων πληθυσμών και τον σεβασμό του δικαιώματος μετακίνησης και του δικαιώματος ασύλου, τα οποία οι εμπλεκόμενες κυβερνήσεις σκόπιμα αγνοούν (βλ. ιδιαιτέρα την αντιμετώπιση των Σύρων ή των Αφγανών προσφύγων).

Οι αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών αποτελούν αναπόφευκτη συνέπεια της παγκόσμιας κρίσης που βιώνουμε, για την οποία κυρίως ευθύνεται η κυρίαρχη τάξη πραγμάτων (που προκαλεί την οικολογική κρίση και την εκτεταμένη ανασφάλεια). Η συντριπτική πλειονότητα των μεταναστεύσεων είναι περιφερειακές (μεταξύ χωρών του Νότου) ή ακόμη και εσωτερικές (εντός της ίδιας χώρας). Αυτή είναι μια πραγματικότητα που ο αντι-μεταναστευτικός λόγος στις χώρες του «κέντρου» σκόπιμα αποκρύπτει.

– «Τείχη» δεν ορθώνονται μόνο στις ηπείρους. Το δίκαιο της θάλασσας, που διαμορφώνεται από τα συμφέροντα των ισχυρών, δημιουργεί θαλάσσια σύνορα που ιδιωτικοποιούν και στρατιωτικοποιούν τις θάλασσες και τους ωκεανούς. Το οικολογικό μέλλον του πλανήτη και οι συνέπειες της υπερθέρμανσης του πλανήτη παίζονται σε μεγάλο βαθμό στους ωκεανούς. Οι ωκεανοί πρέπει να γίνουν και πάλι κοινοί χώροι διεθνούς συνεργασίας προς όφελος των πληθυσμών που ζουν στις ακτές των ωκεανών και για την προστασία της βιοποικιλότητας.

– Απέναντι στην πολιτική ασφάλειας που επιβάλλουν οι ισχυροί, ας αντιτάξουμε μια πολιτική ασφάλειας που θα βασίζεται στην αλληλεγγύη μεταξύ των λαών και στην πρωταρχικότητα των δικαιωμάτων. Για το σκοπό αυτό θα πρέπει να συμβάλουμε στην ενίσχυση των συμμαχιών μεταξύ των λαϊκών κινημάτων σε όλες τις περιοχές συγκρούσεων για να προωθήσουμε την αλληλεγγύη των λαών – όπως γίνεται για παράδειγμα μεταξύ Πακιστανών και Ινδών ενάντια στην πυρηνική απειλή ή στη Νότα Ασία με την ανάπτυξη περιφερειακών δομών συνεργασίας, στην Ανατολική Ευρώπη…

– Θα πρέπει να ενισχύσουμε τις παραδόσεις αμοιβαίας υποστήριξης μεταξύ αυτών των περιφερειακών δικτύων και να τα κινητοποιηθούμε από κοινού μπροστά σε πολύ σημαντικές κρίσεις (Βιρμανία/Μιανμάρ).

– Ας συμβάλουμε επίσης στην ενίσχυση των κινημάτων αλληλεγγύης προς τους πληθυσμούς που πέφτουν θύματα περισσότερο ή λιγότερο φυσικών καταστροφών (τυφώνες, σεισμοί…), υγειονομικών κρίσεων (πανδημίες…), δικτατορικών καθεστώτων… ή και των τριών ταυτόχρονα, παρέχοντας υλική βοήθεια και πολιτική υποστήριξη.

Πέρα από τις θέσεις αρχών, η διεθνιστική ανανέωση μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω πολύμορφων κινητοποιήσεων και συγκεκριμένων δράσεων. Ο διεθνισμός θα γίνει και πάλι κοινό αγαθό μέσω της ενεργού συμμετοχής σε πρακτικές εκστρατείες.

Διεθνής Επιτροπής της 4ης Διεθνούς

23 Φεβρουαρίου 2022

Μετάφραση ΤΠΤ

από το το site της 4ης Διεθνούς:


1Συμβολή στην ανάπτυξη ενός οικοσοσιαλιστικού προγράμματος στο πλαίσιο της αναγκαιότητας μείωσης της παγκόσμιας υλικής παραγωγής” και “Η παγκόσμια οικονομία ενός πλανήτη σε κρίση: εφοδιαστικές διαταράξεις, πληθωρισμός, χρηματοπιστωτική υπερθέρμανση – Διεύρυνση των ανισοτήτων, λαϊκές κινητοποιήσεις και αιτήματα”.


https://tpt4.org/?p=7551

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s