Γαλλία: Η σημασία της καμπάνιας Πουτού

Για την καμπάνια του NPA στις προεδρικές εκλογές

του Antoine Larrache

[ Αναδημοσίευση από το elaliberta.gr ]


Προεδρικές εκλογές στη Γαλλία:

Η σημασία της υποψηφιότητας Πουτού

Η εκστρατεία του Φιλίπ Πουτού, που υποστηρίχθηκε από το Nouveau Parti Anticapitaliste (NPA), στις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2017 είχε μια μικρή επιτυχία: στο τηλεοπτικό ντιμπέιτ της 5ης Απριλίου, αποκτήσαμε κάποια αναγνωρισιμότητα στην αντιπαράθεση με τη δεξιά και την ακροδεξιά, τον Φιγιόν και τη Λεπέν. Καταφέραμε να προωθήσουμε το προφίλ μιας ριζοσπαστικής προσωπικότητας, ενός εργάτη που δεν αποδέχεται την κατάσταση των λαϊκών τάξεων.

Πέντε χρόνια αργότερα, η πιο συχνή αναφορά στην εκστρατεία είναι ότι ο Φιλίπ είναι «κάποιος που μιλάει σαν εμάς». Η άρνησή του να φωτογραφηθεί με τους άλλους υποψηφίους κατά τη διάρκεια του τηλεοπτικού ντιμπέιτ, η ικανότητά του να υπερασπίζεται τον εαυτό του σε δύσκολα ζητήματα όπως ο ρόλος της αστυνομίας και η υποστήριξη των αγώνων κατά της καταπίεσης προώθησαν μια προσωπικότητα με μαζικό προφίλ.

Το 2017, δεν καταφέραμε να προχωρήσουμε περισσότερο. Ήταν σχεδόν αδύνατο να προωθήσουμε πολιτικές προοπτικές σε ένα ευρύτερο επίπεδο, τόσο για τους αγώνες όσο και για την οικοδόμηση μιας εναλλακτικής λύσης και ενός κόμματος. Οι στρατολογήσεις ήταν περιορισμένες και η κρίση του NPA δεν είχε τελειώσει.

Η τρίτη καμπάνια του Πουτού πρέπει να θέσει στόχους σε σχέση με αυτές τις αφετηρίες, στο πλαίσιο της επιδεινούμενης παγκόσμιας κρίσης του συστήματος. Η επιτυχία των συναντήσεων των τελευταίων ημερών, στην Τουλούζη και στο Στρασβούργο ειδικότερα, δείχνει τις δυνατότητες της καμπάνιας.

Η ταξική πάλη σε ένα σημείο ασταθούς ισορροπίας

Δεν είναι σκοπός αυτού του κειμένου να επανεξετάσει το τελευταίο, με τις οικολογικές, υγειονομικές, κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις του. Πρέπει όμως να σημειώσουμε τις επιπτώσεις της σε πολιτικό και θεσμικό επίπεδο. Η Γαλλία, όπως και πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, βιώνει μια κρίση πολιτικής εκπροσώπησης, των κομμάτων που διαχειρίζονται τον καπιταλισμό. Η απαξίωση της κλασικής δεξιάς, που βασίζεται στην παραδοσιακή αστική τάξη, Les Républicains, συνεχίζεται. Η θεσμική αριστερά παραμένει ανίκανη να (ανα)δομηθεί. Η ακροδεξιά συνεχίζει να δυναμώνει, με το Rassemblement National της Μαρίν Λεπέν να αγωνίζεται να πάρει θέση στη μάχη για την εξουσία, αλλά να παραμένει ένας δείκτης της ακροδεξιάς, ενώ ο Ερίκ Ζεμούρ ενσαρκώνει ένα ανοιχτά φασιστικό άκρο, με την υποστήριξη του δισεκατομμυριούχου Μπολορέ και έναν λαϊκιστικό λόγο που απευθύνεται στα πιο αντιδραστικά άκρα, ιδίως μεταξύ των μικροαστών και εκείνων που απογοητεύτηκαν από την «αποδαιμονοποίηση» της Λεπέν.

Η αριστερά, ό,τι έχει απομείνει από το οργανωμένο εργατικό κίνημα, είναι κατακερματισμένη. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PS) πληρώνει την πολιτική του για τη διαχείριση του καπιταλισμού και τις αντικοινωνικές επιθέσεις του, όπως και οι σύμμαχοί του, όπως οι Πράσινοι, το Κομμουνιστικό Κόμμα (PCF) ή το Génération.s.1

Η Ανυπότακτη Γαλλία, με επικεφαλής τον Ζαν-Λυκ Μελανσόν, απομακρύνεται από τις παραδόσεις του εργατικού κινήματος και της αριστεράς, αγνοώντας το τεράστιο χάσμα μεταξύ μιας στρατηγικής μέσω των θεσμών με απουσία εσωτερικής δημοκρατίας και μιας προσπάθειας ανασυγκρότησης ενός ρεύματος που αντιτίθεται στις πολιτικές των κυρίαρχων κομμάτων. Αλλά αυτά τα προβλήματα –και πολλά άλλα, κυρίως για τον ιμπεριαλισμό, το ρόλο των αγώνων κ.ο.κ.– δεν αρκούν για να εξηγήσουν γιατί δεν υπάρχει μέχρι σήμερα πολιτική έκφραση του κόσμου της εργασίας και μια οργάνωση –έστω και ρεφορμιστική– ικανή να εκφράσει την απόρριψη των πολιτικών της κυβέρνησης και των εργοδοτών.

Η αδυναμία του εργατικού κινήματος και της κεντρικής πολιτικής έκφρασης των συμφερόντων της εργατικής τάξης είναι ένα βασικό ζήτημα της κατάστασης.

Είναι όλα αυτά τα στοιχεία –η αδυναμία της αριστεράς, η αντοχή μιας αποδυναμωμένης δεξιάς, η άνοδος της ακροδεξιάς– που επιτρέπουν στον Μακρόν να παραμένει στη θέση του, σε μια ασταθή ισορροπία. Η νομιμοποίησή του είναι αδύναμη, αλλά το καθεστώς του είναι ισχυρό, αυτό ενός Βοναπάρτη που υποστηρίζεται από τους θεσμούς της Πέμπτης Δημοκρατίας, οι οποίοι δείχνουν την ικανότητά τους να οικοδομούν ένα ισχυρό καθεστώς παρά τη συρρίκνωση της κοινωνικής βάσης.

Αυτή η αστάθεια μπορεί να επιλυθεί με διάφορους τρόπους, ανάλογα με τις επιτυχίες του Μακρόν, τον κοινωνικό και πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων και τις ανάγκες της αστικής τάξης στο πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού. Οι κινητοποιήσεις που υπάρχουν εδώ και αρκετούς μήνες σε μικρή κλίμακα, στην υγεία, για τους μισθούς, για την απασχόληση, και ιδιαίτερα οι μαζικές κινητοποιήσεις όπως αυτές στη Γουαδελούπη και τη Μαρτινίκα, που απηχούν τις κινητοποιήσεις των Gilets jaunes (Κίτρινων Γιλέκων) ή, με τις ασάφειες τους, ενάντια στο υγειονομικό πάσο, δείχνουν μια δυνατότητα για την εργατική τάξη να αλλάξει τον συσχετισμό δυνάμεων. Ακόμα κι αν οι αντιδράσεις ενάντια στο πάσο και τις καταστροφικές για τις ελευθερίες συνέπειές του ήταν περιορισμένες και δεν έχουν δυναμώσει το αίτημα για απόρριψη των πατεντών και πόρους για την υγεία.

Έτσι, σε αυτό το στάδιο, η άρχουσα τάξη είναι αυτή που έχει στα χέρια της όλα τα χαρτιά και καθοδηγεί το ρυθμό των αντικοινωνικών επιθέσεων. Αυτό είναι το δεύτερο βασικό στοιχείο της κατάστασης: υπάρχει επείγουσα ανάγκη να οικοδομηθεί μια μαχητική αντιπολίτευση στην κυβέρνηση, για να της επιβληθεί μια μεγάλη ήττα. Το σημείο αυτό είναι απόλυτα συνυφασμένο με τη δυνατότητα ανασυγκρότησης μιας πολιτικής έκφρασης του κόσμου της εργασίας. Οι τάξεις που αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, που είναι σε θέση να εξοπλίσουν τους εαυτούς τους με εκπροσώπους και μια πολιτική, που κερδίζουν αγώνες, ενισχύονται. Ο Μακρόν αποτελεί την κυρίαρχη, πλειοψηφική πολιτική εκπροσώπηση της αστικής τάξης, ενώ το προλεταριάτο στερείται πολιτικής ηγεσίας και ενότητας δράσης και, πολύ απλά, δράσεων.

Οι απαρχές μιας ανασύνθεσης στην αριστερά

Η κατάσταση στην Αριστερά είναι μπλοκαρισμένη: τα κόμματα που συνδέονται περισσότερο με τους θεσμούς –PS, Πράσινοι και PCF– δεν έχουν άλλη προοπτική από το να προσπαθήσουν να τοποθετηθούν ως μια αξιόπιστη λύση απέναντι στη Δεξιά και τον Μακρόν. Αλλά είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πώς θα μπορούσε να πετύχουν κάτι τέτοιο, αφού δεν φαίνεται να μπορούν να δώσουν καμία ελπίδα, παρά μόνο να κάνουν να λειτουργήσει ένα σύστημα στο οποίο ο πληθυσμός δεν πιστεύει πλέον.

Η La France Insoumise, από την άλλη πλευρά, προσπαθεί να διατυπώσει τη δυνατότητα μιας ριζοσπαστικής εναλλακτικής λύσης απέναντι στο πολιτικό προσωπικό και τους προσανατολισμούς που δίνονται. Όμως το σύστημα Μελανσόν έχει φτάσει στα όριά του: ο διφορούμενος λόγος που αφορά κάποια ορόσημα για τα πολιτικοποιημένα τμήματα των λαϊκών τάξεων (για το μεταναστευτικό, για το διαχωρισμό αριστεράς-δεξιάς κ.ο.κ.) δεν ενθουσιάζει, ενώ η στάση του ως άνθρωπος του ιστορικού καθήκοντος, ηττήθηκε στις δύο προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, ιδίως από τη στιγμή που διατυπώνεται με σεχταριστικό τρόπο σε σχέση με το υπόλοιπο εργατικό κίνημα, ως άρνηση να ενωθεί η αριστερά και να στηριχθεί συγκεκριμένα το συνδικαλιστικό και συνεταιριστικό κίνημα. Πρωτοβουλίες όπως οι «λαϊκές προκριματικές» καταδεικνύουν ότι τμήματα της λαϊκής αριστεράς έχουν βαρεθεί τη διαίρεσή της.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι ένα σημαντικό κομμάτι του κόσμου της εργασίας αναζητά κάτι νέο, που να απαντά στην παγκόσμια κρίση του συστήματος και στη διάβρωση των θεσμικών κομμάτων, κάτι που να δημιουργεί ελπίδες στην αριστερά.

Αυτές οι ελπίδες είναι γεμάτες ασάφεια. Πολλοί νέοι και εργαζόμενοι νοσταλγούν μια αριστερά που φέρνει κοινωνική πρόοδο, που είναι κοντά τους, που δεν προδίδει τις δεσμεύσεις της, αλλά που εντάσσεται σε μια προσέγγιση στο πλαίσιο των θεσμών, του κοινωνικού διαλόγου, της εθνικής συνοχής. Σε αυτή την προσδοκία δεν υπάρχει επαναστατική συνείδηση και συνειδητό εναλλακτικό σχέδιο απέναντι στον καπιταλισμό. Αλλά, από την άλλη πλευρά, ποιος, εκτός από το δικό μας ρεύμα, μπορεί να εκπροσωπήσει μια τέτοια αριστερά, ειλικρινή, μαχητική, ενωτική και ριζοσπαστική, που δεν αποποιείται καμία από τις δεσμεύσεις της τόσο στα ζητήματα των σχέσεων κεφαλαίου-εργασίας όσο και στα διεθνιστικά και δημοκρατικά ζητήματα, ιδιαίτερα στον αγώνα κατά της καταπίεσης; Σίγουρα όχι ακροαριστερές οργανώσεις όπως η Lutte Ouvrière, η POID (Λαμπερτιστές) ή η Révolution Permanente, αφού αυτές οι οργανώσεις χαρακτηρίζονται από τον σεχταρισμό τους απέναντι στα άλλα ρεύματα του εργατικού κινήματος και έτσι αρνούνται να συζητήσουν τα προβλήματα που προκύπτουν για όσους θέλουν να το ξαναχτίσουν, ειλικρινά, χωρίς να έχουν στρατηγική για να το κάνουν.

Επομένως, είναι δική μας ευθύνη να δημιουργήσουμε μια γέφυρα μεταξύ αυτής της προσδοκίας για ένα πολιτικό σχέδιο που έρχεται σε ρήξη με τις ασκούμενες πολιτικές και του επαναστατικού μας σχεδίου.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μετά τις προεδρικές εκλογές θα προκύψουν νέα προβλήματα. Το PS δεν θα μπορέσει να συνεχίσει με τον ίδιο τρόπο, το La France Insoumise θα πληγεί σκληρά από μια νέα αποτυχία του Μελανσόν. Ανασυνθέσεις θα λάβουν χώρα στο εσωτερικό της θεσμικής αριστεράς, θέτοντας σε εκατομμύρια ακτιβιστές, που θα είναι περισσότερο από ποτέ χωρίς ξεκάθαρη πολιτική προοπτική, το ζήτημα του κόμματος. Σε αυτή τη νέα περίοδο, θα πρέπει να προσπαθήσουμε να θέσουμε τα αποφασιστικά προβλήματα: την ανάγκη ανασυγκρότησης ενός εργατικού κινήματος, ενωμένου, ικανού να επηρεάσει την πολιτική σκηνή, και ενός κόμματος του οποίου ο λόγος ύπαρξης είναι να έχει μια στρατηγική για την ανατροπή του καπιταλισμού, ένα επαναστατικό σχέδιο και την οικοδόμηση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Ουσιαστικά, το νόημα της υποψηφιότητας Πούτου είναι να θέσει το ζήτημα ενός κόμματος για τους εκμεταλλευόμενους, την οικοδόμησή του σε αντιπαράθεση με τους αστούς πολιτικούς, τη στρατηγική του σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης του καπιταλισμού και της ταξικής συνείδησης. Θέτουμε το ερώτημα, χωρίς να είμαστε σε θέση σε αυτό το στάδιο να το λύσουμε. Η ψήφος στον Φιλίπ Πουτού είναι η επιβεβαίωση της υποστήριξης αυτού του σχεδίου.

Τέσσερα πολιτικά σημεία που πρέπει να τεθούν

Από αυτά τα ζητήματα, υπάρχουν μερικά ιδιαίτερα σημαντικά σημεία που αποτελούν τη βάση της καμπάνιας μας:

1/ Είμαστε μέρος της (ανα)οικοδόμησης του εργατικού κινήματος, θέλουμε να απαλλαγούμε από τον Μακρόν και όλους εκείνους που ακολουθούν αυτού του είδους την πολιτική.

2/ Η ακροδεξιά είναι ο χειρότερος εχθρός μας, πρέπει να την πολεμήσουμε, να τη φιμώσουμε και να αφήσουμε τα λαϊκά στρώματα και όλους όσους πιστεύουν στα δημοκρατικά δικαιώματα να ενωθούν εναντίον της, χωρίς αυταπάτες για θεσμικές λύσεις.

3/ Θέλουμε να ανατρέψουμε τον καπιταλισμό, αυτό το σύστημα που βρίσκεται σε βαθιά κρίση και διέπεται από το κυνήγι του κέρδους, για να οικοδομήσουμε μια άλλη κοινωνία. Θέλουμε να οικοδομήσουμε ένα κόμμα για να προετοιμάσουμε αυτή την αντιπαράθεση, αυτή την κοινωνική επανάσταση. Θέλουμε να οργανώσουμε τώρα όλους εκείνους που θέλουν να εργαστούν γι’ αυτό το εγχείρημα.

4/ Θέλουμε να γίνουμε χρήσιμοι τώρα για όσους δεν θέλουν να περιμένουν την επανάσταση, προβάλλοντας επείγοντα αιτήματα που έρχονται σε ρήξη με την καπιταλιστική λογική.

Ορισμένα βασικά προγραμματικά σημεία για την περίοδο

1/ Μπροστά στην απειλή για την ανθρωπότητα, μια επαναστατική οικολογία

Η έκθεση της IPCC, η αποτυχία της COP και η πανδημία δείχνουν ότι δεν υπάρχει πρόοδος στις παγκόσμιες πολιτικές και ότι η ανθρωπότητα οδεύει προς την καταστροφή. Η απάντηση του Μακρόν είναι η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας, δηλαδή η απειλή μιας ακόμη ταχύτερης καταστροφής του κόσμου.

Η δική μας λύση συνδυάζει τον σχεδιασμό, με τον έλεγχο των εργαζομένων, σε όλους τους τομείς, ιδιαίτερα στην ενέργεια, που θα οδηγήσει σε ενεργειακή και παραγωγική συγκράτηση, σε έξοδο από τα ορυκτά καύσιμα και σε μαζικές επενδύσεις στις δημόσιες υπηρεσίες, στις μεταφορές, στην υγεία, στην έρευνα, στην εκπαίδευση.

2/ Αντιμέτωποι με την αύξηση της φτώχειας, να πάρουμε πίσω τα χρήματα που έκλεψαν οι εργοδότες

Εκατομμύρια άνθρωποι εργάζονται σκληρότερα και περισσότερο, ενώ εκατομμύρια άλλοι βυθίζονται στη φτώχεια ή στην επισφάλεια. Πρέπει να αυξήσουμε τους μισθούς κατά 400 ευρώ, με ελάχιστο εισόδημα 1800 ευρώ, να μοιράσουμε τον χρόνο εργασίας μέχρι να εξαλειφθεί η ανεργία, να απαγορεύσουμε τις απολύσεις και τις περικοπές θέσεων εργασίας, να δώσουμε ένα επίδομα αυτονομίας σε όλους τους νέους για να σπουδάσουν, να εκπαιδευτούν ή να αναζητήσουν μια πρώτη δουλειά. Αντιμέτωποι με την κρίση, πρέπει να απαλλοτριώσουμε τις τράπεζες και να διαγράψουμε το χρέος, να σταματήσουμε όλα τα δώρα προς τις μεγάλες επιχειρήσεις (απαλλαγές, CECI κ.ο.κ.) και τη φοροδιαφυγή.

3/ Αντιμέτωποι με την κρίση της δημοκρατίας, την καταστολή και την καταπίεση

Η αστική δημοκρατία βρίσκεται σε κρίση. Η άνοδος της ακροδεξιάς και οι αυταρχικές πολιτικές αποτελούν στήριγμα της υπερεκμετάλλευσης, της πειθάρχησης, της καταπίεσης. Τα αντιδραστικά ρεύματα της αστικής τάξης και της μικροαστικής τάξης οργανώνονται. Και από την πλευρά μας πρέπει να οργανωθούμε, να ενώσουμε όλους τους καταπιεσμένους και εκμεταλλευόμενους για να τους αντιπαρατεθούμε, για έναν κόσμο ισότιμο και αλληλέγγυο.

Διεκδικούμε ισότητα για όλους, ενάντια στις διακρίσεις, στην εργασία, είτε για τους μισθούς των γυναικών είτε για το δικαίωμα στην εργασία των αλλοδαπών, για την ελευθερία μετακίνησης και εγκατάστασης. Θέλουμε ελευθερία για τους καταπιεσμένους λαούς, είτε πρόκειται για χώρες που βρίσκονται υπό κατοχή είτε για γαλλικές αποικίες, για τους οποίους διεκδικούμε το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, δημόσιες παροχές και αξιοπρεπείς μισθούς, τέλος της καταστολής. Θέλουμε να διαλύσουμε τους αντιδημοκρατικούς θεσμούς της Πέμπτης Δημοκρατίας, είτε πρόκειται για το προεδρικό αξίωμα, είτε για τη Γερουσία, είτε για την κατασταλτική αστυνομία της, θέλουμε να περιορίσουμε το μισθό των εκλεγμένων αξιωματούχων στο μέσο μισθό, να κάνουμε όλα τα αξιώματα ανακλητά.

Μια μεταβατική προσέγγιση

Σε μια προεκλογική περίοδο, πολλοί εργαζόμενοι και νέοι άνθρωποι απευθύνονται σε εμάς επειδή αναζητούν μια λύση και πιστεύουν ότι τίμιοι ακτιβιστές όπως εμείς μπορούν να είναι φορείς της. Άνθρωποι που δεν πιστεύουν απαραίτητα στο κοινωνικό μας σχέδιο, αλλά δεν μπορούν πλέον να αντέξουν τον καπιταλισμό.

Σε όλους αυτούς τους ανθρώπους, προτείνουμε να δραστηριοποιηθούμε μαζί, από εδώ και στο εξής, για να υπερασπιστούμε συνθήματα για οριστική ρήξη με τις σημερινές πολιτικές, να εργαστούμε για την ανασυγκρότηση ενός ισχυρού, ενιαίου, μαχητικού εργατικού κινήματος, σε συνδυασμό με τους αγώνες των τελευταίων ετών, τα Gilets jaunes [Κίτρινα Γιλέκα], τις απεργίες για τις συντάξεις, τους μισθούς και την απασχόληση, τους φεμινιστικούς και ΛΟΑΤΚΙ αγώνες, τις αντιρατσιστικές κινητοποιήσεις και ενάντια στην αστυνομική βία.

Η θέση μας, ως μικρή οργάνωση, μπορεί παραδόξως να παίξει θετικό ρόλο: δεν πουλάμε όνειρα, η ψήφος στον Φιλίπ Πουτού δεν θα λύσει τα προβλήματα, χρειαζόμαστε ένα συσχετισμό δυνάμεων. Το να είστε ενεργοί μαζί μας, να υπερασπίζετε αυτή την υποψηφιότητα, να εξασφαλίσετε τις περισσότερες δυνατές ψήφους, να είστε παρόντες στις βουλευτικές εκλογές για τη δημιουργία ενός εθνικού δικτύου και ακτιβιστικών συλλογικοτήτων σε όλη τη χώρα, αυτό βοηθά στην προώθηση των ιδεών μας, στην προετοιμασία των μαχών που έχουμε μπροστά μας, που θα αλλάξουν τον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των τάξεων. Είμαστε μια μικρή οργάνωση σε σχέση με το τι διακυβεύεται αυτή την περίοδο, πρέπει να οικοδομήσουμε ένα μαζικό κόμμα, προτείνουμε σε όλους όσους αναγνωρίζουν τον εαυτό τους συνολικά στο πρόγραμμά μας να ενταχθούν σε εμάς για να συμβάλουν σε αυτό.

Το κόμμα που θέλουμε είναι η συγκεκριμένη υλοποίηση αυτού του πολιτικού σχεδίου. Επίσης, θέλουμε να δημιουργήσουμε ευρείες επιτροπές υποστήριξης του Πουτού, οι οποίες θα στοχεύουν στη συμμετοχή των χιλιάδων ανθρώπων που αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στις γενικές ιδέες της καμπάνιας. Όλοι βλέπουμε όταν μοιράζουμε φυλλάδια ότι στις λαϊκές γειτονιές εκφράζεται ένας σημαντικός ενθουσιασμός για την καμπάνια του Πούτου, είναι στο χέρι μας να τον μετατρέψουμε σε μαχητική δύναμη. Η συνάντηση στο Πανεπιστήμιο Le Mirail της Τουλούζης, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 500 νέοι και κατά τη διάρκεια της οποίας εκατό από αυτούς απέκτησαν επαφή, δείχνει το υπάρχον δυναμικό, τη δυνατότητα πραγματοποίησης εμπειριών πολιτικής δράσης με χιλιάδες εργαζόμενους, νέους, επισφαλείς εργαζόμενους. Στο τέλος αυτής της καμπάνιας, ένα μεγάλο μέρος μπορεί να ενδιαφερθεί για μόνιμο ακτιβισμό, για την οικοδόμηση του κόμματος, ενώ άλλοι δεν θα το θελήσουν κάτι τέτοιο, αλλά θα ενισχυθούν από μια αγωνιστική εμπειρία που θα συμβάλει μακροπρόθεσμα στην ανοικοδόμηση του εργατικού κινήματος.

Antoine Larrache(*)

Μετάφραση: elaliberta.gr

(*) Ο Antoine Larrache είναι μέλος της ηγεσίας του NPA

Πηγή: L’Anticapitaliste la revue:

Antoine Larrache, «Le rôle de la candidature Poutou», L’Anticapitaliste, 19 Ιανουαρίου 2022, https://lanticapitaliste.org/actualite/politique/le-role-de-la-candidature-poutou

Antoine Larrache, “Presidential Election (France): The role of the Πουτού candidacy”, Europe Solidaire Sans Frontières, 19 Ιανουαρίου 2022, http://www.europe-solidaire.org/spip.php?article60749

Και στο site της 4ης Διεθνούς:

en français: Le rôle de la candidature Poutou
in english: The role of the Poutou candidacy
en castellano: El papel de la candidatura Poutou
ελληνικά: Η σημασία της υποψηφιότητας Πουτού


Σημειώσεις

1 [Στ,Μ.:] Το Génération.s είναι ένα κεντροαριστερό κόμμα που ιδρύθηκε το 2017 από τον Μπενουά Αμόν, πρώην βουλευτή του Σοσιαλιστικού Κόμματος, που όπως υποστηρίζει, έχει ως στόχο «την επανίδρυση και τη συσπείρωση της αριστεράς». “Génération.s”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/G%C3%A9n%C3%A9ration.s


https://tpt4.org/?p=7002

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s