Νίκη Boric: Πού πάει η Χιλή;

Gabriel Boric:

Πρώτος πρόεδρος του νέου ή τελευταίος πρόεδρος του παλαιού;

του Pablo Abufom

21 Δεκεμβρίου 2021

Η πιο σημαντική εκλογή Προέδρου, μετά το 1970, έμοιαζε να μας πηγαίνει κατευθείαν προς τη βαρβαρότητα, με δεδομένα τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου, στις 21 Νοεμβρίου 2021. Και όμως, στις 19 Δεκεμβρίου, μετά το δεύτερο γύρο, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους να πανηγυρίσουν τη νίκη τους κατά του πινοτσετισμού. Πώς και φτάσαμε σε αυτή την αντιστροφή προοπτικής;


Η νύχτα της 21ης Νοεμβρίου ήταν μια από τις πιο οδυνηρές των τελευταίων ετών στη Χιλή. Τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών είχαν δώσει την πρώτη θέση στον Χοσέ Αντόνιο Καστ [José Antonio Kast], τον υποψήφιο του πινοτσετισμού και εκπρόσωπο της αντεπανάστασης, αυτής της δεξιάς που χτυπήθηκε από την εξέγερση του Οκτωβρίου 2019 και που δεν άντεξε την ανυπακοή των φτωχών, των φεμινιστριών και των ιθαγενών. Στη δεύτερη θέση ήρθε ο Γκαμπριέλ Μπόριτς, ένας φοιτητής ηγέτης που έγινε βουλευτής, εκπροσωπώντας το Frente Amplio, μια πολιτική συμμαχία που είχε ταυτόχρονα έρθει σε ρήξη τόσο με τα κόμματα της νεοφιλελεύθερης μετάβασης όσο όμως και με τη ριζοσπαστική αριστερά που βάλτωνε σε μια επώδυνη περιθωριοποίηση. Ο ίδιος αυτός Μπόριτς είχε υπογράψει, στο προσωπικό του όνομα, χωρίς την υποστήριξη του κόμματός του, τη Συμφωνία για την Κοινωνική Ειρήνη και το Νέο Σύνταγμα, τον Νοέμβριο του 2019, που επέτρεπε, με περιορισμούς όμως, τη διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης, γεγονός που τον έβαλε στο στόχαστρο μεγάλης κριτικής από το σύνολο του λαϊκού κινήματος.

Οι σημαντικότερες προεδρικές εκλογές από το 1970 έμοιαζαν να μας οδηγούν σε μια βαρβαρότητα αντιληπτή σε όποιον διαθέτει στοιχειώδη μνήμη. Οι κινητοποιημένοι αγωνιστές της Χιλής, που ασκούσαν ανοιχτή κριτική στον μάλλον μετριοπαθή προσανατολισμό του Μπόριτς, πήραν γρήγορα την απόφαση να συμμετάσχουν στην εκστρατεία, για να εξασφαλίσουν τον θρίαμβό του και, κυρίως, τη συντριπτική ήττα της υποψηφιότητας Πινοτσέτ. Αυτό έγινε πραγματικότητα την περασμένη Κυριακή το βράδυ, με ένα πρωτοφανές εκλογικό αποτέλεσμα από πολλές απόψεις. Πρώτον, ο Μπόριτς (55,9%) εξελέγη με προβάδισμα άνω των 11 μονάδων έναντι του Καστ (44,1%). Δεύτερον, η συμμετοχή αυξήθηκε σημαντικά σε σχέση με τον πρώτο γύρο (55,7% του εκλογικού σώματος, έναντι 47,3% στον πρώτο γύρο), ξεπερνώντας όλα τα ποσοστά συμμετοχής από τότε που εφαρμόστηκε η προαιρετική ψηφοφορία, το 2012. Τέλος, ο Μπόριτς είναι ο εκλεγμένος πρόεδρος με τον υψηλότερο αριθμό ψήφων στην ιστορία της Χιλής (4.620.671). Πρόκειται για έναν πρωτοφανή συνδυασμό σε μια χώρα που είχε μια μακρά περίοδο υψηλής αποχής, με εξαίρεση το δημοψήφισμα για το νέο Σύνταγμα τον Οκτώβριο του 2020. Αλλά και σε σχέση με το τελευταίο, αυτή την Κυριακή σχεδόν ένα εκατομμύριο περισσότεροι συμμετείχαν από ό,τι στο δημοψήφισμα (7.562.173, ή 50,9% του εκλογικού σώματος).

Σε μια όμορφη αντίθεση, το αίσθημα της νίκης πλημμυρίζει την τόσο μακρυά, για το λαό της Χιλής, νύχτα της Κυριακής 19 Δεκεμβρίου 2021. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι κατεβαίνουν στους δρόμους σε όλη τη Χιλή για να γιορτάσουν άμεσα αυτό που αισθάνονται ως τον δικό τους θρίαμβο: ότι νίκησαν τον πινοτσετισμό και ότι μπορούν να κρατήσουν ανοιχτό τον κύκλο των μετασχηματισμών που οδήγησαν στη λαϊκή εξέγερση του Οκτωβρίου 2019. Αλλά δεν είναι μόνο χαρά, είναι κυρίως ανακούφιση. Η απειλή του νεοφασίστα Καστ, απειλή που έχει ήδη υλοποιηθεί σε κυβερνήσεις όπως του Τραμπ, του Μπολσονάρο και του Όρμπαν, έγινε πολύ καθαρά αντιληπτή από το φεμινιστικό κίνημα και την κοινότητα ΛΟΑΤΚΙ+, που, έστω και με κάποιες ψευδαισθήσεις για τον Μπόριτς, ήταν αυτοί που συσπειρώθηκαν πιο γρήγορα για να εργαστούν για τη νίκη του στον δεύτερο γύρο. Ορισμένες πρώτες αναλύσεις δείχνουν ήδη την τεράστια σημασία της γυναικείας και νεανικής ψήφου για τη νίκη αυτή.

Από την εξέγερση στην αντεπανάσταση

Πώς φτάσαμε σε ένα τόσο επικίνδυνο σενάριο; Δεν υπάρχουν απλές απαντήσεις, αλλά υπάρχουν ορισμένα αναγκαστικά στοιχεία. Όπως και άλλες χώρες της περιοχής και του κόσμου, η Χιλή διανύει μια μακρά περίοδο πολωμένης πολιτικοποίησης, βασισμένης στην κοινωνική και πολιτική αστάθεια που προκαλείται από τις πολλαπλές οικολογικές, οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις. Η νεοφιλελεύθερη διαχείριση της μετάβασης στη δημοκρατία διατηρήθηκε σταθερά κατά τη διάρκεια ενός κύκλου οικονομικής ανάπτυξης, μεταξύ της δεκαετίας του 1990 και του τέλους της δεκαετίας του 2000. Όμως, με την πτώση των τιμών των πρώτων υλών προς το 2009, οι βεβαιότητες αυτές μειώθηκαν για τα λαϊκά στρώματα, που άρχισαν να βλέπουν τη ζωή τους να γίνεται ολοένα και πιο επισφαλής. Η Χιλή είναι μια χώρα χωρίς εγγυημένη και καθολική πρόσβαση σε υγεία, σε συντάξεις, σε εκπαίδευση, σε στέγαση, όπου η αναπαραγωγή της ζωής είναι ιδιωτικοποιημένη, είτε στα χέρια ιδιωτικών εταιρειών είτε απλώς στους ώμους της ιδιωτικής σφαίρας της οικογένειας, ιδίως των κοριτσιών, των νεαρών γυναικών και των γυναικών που είναι υπεύθυνες για τη φροντίδα. Στο πλαίσιο αυτής της δομής, αλλαγές στις μακροοικονομικές συνθήκες γίνονται πολύ γρήγορα αισθητές στην καθημερινή ζωή των λαϊκών στρωμάτων.

Αυτή η διαδικασία αυξανόμενης επισφάλειας ενισχύεται και από μια δημοκρατία εξαιρετικά κουτσουρεμένη, που περιορίζεται ακριβώς από το Σύνταγμα που είχε εγκρίνει η ίδια η δικτατορία το 1980. Πρόκειται για ένα ρυθμιστικό πλαίσιο που συγκεντρώνει την πολιτική εξουσία στην εκτελεστική πτέρυγα και στο Κογκρέσο, χωρίς να αφήνει χώρο στις κοινότητες και στις περιφέρειες, και που θέτει εξαιρετικά υψηλές προϋποθέσεις για να υπάρξουν αλλαγές, πολλές από τις οποίες εμποδίζονται από υπερπλειοψηφικά ποσοστά έγκρισης από το κοινοβούλιο. Πρόκειται για μια δημοκρατία αποκλεισμών, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των μεγάλων αστικών κομμάτων, η οποία περιλαμβάνει μηχανισμούς που τείνουν να αφήνουν εκτός τις γυναίκες, τους αυτόχθονες πληθυσμούς και τους ανεξάρτητους.

Αυτός ο εκρηκτικός συνδυασμός οδήγησε στην εξέγερση του 2019, κατά την οποία μια σπίθα φοιτητικής εξέγερσης ενάντια στην αύξηση των εισιτηρίων στα μέσα μεταφοράς έβαλε φωτιά σε ένα λιβάδι αγανάκτησης, χρεών και απελπισίας. Η εξέγερση ήταν ένα άλμα προς το νέο, φορτισμένη με την πολιτική βία που χαρακτηρίζει τις λαϊκές αφυπνίσεις. Αλλά ήταν επίσης και ένα σοκ για την άρχουσα τάξη, η οποία ενεργοποίησε γρήγορα τους αυταρχικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς μάχης της, για να περιορίσει αυτή τη λαϊκή αφύπνιση. Ο πρόεδρος Σεμπαστιάν Πινιέρα κήρυξε πόλεμο στον λαό, επιστρατεύοντας ακόμα και τον στρατό για να καταστείλει την εξέγερση. Σε πολιτικό επίπεδο και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, διατυπώθηκε μια αφήγηση που αντιπαρέθετε την καταστροφική βία του δρόμου προς μια νέα κοινωνική συμφωνία που θα διαμορφωνόταν μέσα στο Κογκρέσο. Η πρώτη στιγμή της εξέγερσης κατέληξε στη “Συμφωνία 15Ν”. Έτσι όμως ξεκίνησε και η απόπειρα θεσμικής ιδιοποίησης της αντι-νεοφιλελεύθερης αμφισβήτησης και εξέγερσης, η οποία μεταφράστηκε στη δημιουργία ενός πολιτικού χώρου για την αντεπανάσταση, που κρυσταλλώθηκε στην εκστρατεία για μια δημοψηφική έγκριση ενός νέου Συντάγματος, εισάγοντας μια ένταση μέσα στο λαϊκό στρατόπεδο: υπέρ ή κατά της συμφωνίας αυτής και της θεσμοθέτησής της; Πρόκειται για οικείες σκηνές για το λαϊκό κίνημα στον κόσμο: μακρές και έντονες συζητήσεις για τους κινδύνους και τις ευκαιρίες που ανοίγονται με τη μετάβαση από το θεσμοθέτον προς το θεσμοθετούμενο.

Δύο χρόνια μετά την εξέγερση, είναι σαφές ότι η διαδικασία πολιτικοποίησης που υφίσταται η χιλιανή κοινωνία δεν είναι απλώς ένα σενάριο κίνησης προς τα αριστερά. Η ένταξη χιλιάδων ανθρώπων στην πολιτική δραστηριότητα ανοίγει τόσο προς την αριστερά όσο και προς τη δεξιά. Αυτό δεν σημαίνει ότι η χώρα είναι απλώς διαιρεμένη στα δύο. Οι λαϊκοί τομείς υιοθέτησαν μια πολιτικοκοινωνική δραστηριότητα που ακολουθεί φεμινιστικούς και αριστερούς προσανατολισμούς, συμμετέχοντας σε εδαφικές συνελεύσεις για την οργάνωση της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή για τη συζήτηση του περιεχομένου ενός νέου Συντάγματος, ή συμμετέχοντας στις εκστρατείες για την εκλογή αντιπροσώπων στη Συνταγματική Συνέλευση, ή συμμετέχοντας σε κοινωνικές και πολιτικές οργανώσεις για να αναλάβουν ενεργό ρόλο στις διαδικασίες αλλαγής. Από την πλευρά της, η δεξιά έχει οργανώσει τη βάση της σε συντηρητικές και αντικομμουνιστικές κοινότητες αντιπληροφόρησης, σε αντιδραστικές ευαγγελικές εκκλησίες με εδαφική παρουσία, σε νεοφασιστικές ομάδες κρούσης που βγαίνουν στους δρόμους με παρουσία που δεν έχουμε ξαναδεί από την εποχή της Λαϊκής Ενότητας, είτε για να επιτεθούν στα σύμβολα της εξέγερσης είτε για να πραγματοποιήσουν ενέργειες εκφοβισμού. Η δραστηριότητα των λαϊκών τομέων είναι μαζική, ανοιχτή, αυτοδιαχειριζόμενη, συμμετοχική και εποικοδομητική, με πολλαπλές φωνές, ενώ η πολιτικοποίηση της δεξιάς είναι αντιδραστική, μέσα σε μικρές ομάδες που χρηματοδοτούνται από επιχειρηματίες και με πιο παραδοσιακές πολιτικές φωνές. Ένας από αυτούς είναι ο Χοσέ Αντόνιο Καστ, πρώην μαχητής και βουλευτής της συντηρητικής, αυταρχικής και εθνικιστικής καθολικής δεξιάς, ο οποίος ηγείται πλέον του νέου Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, το οποίο συγκεντρώνει σήμερα τα πιο ακραία στοιχεία του πινοτσετισμού και του νεοφασισμού, και το οποίο κινείται εκτός του δεξιού συνασπισμού Chile Vamos.

Ο Καστ ήταν υποψήφιος πρόεδρος ήδη το 2017, με μικρή εκλογική επίδοση. Έκτοτε έχει καθιερωθεί ως η φωνή της αντίδρασης απέναντι στις διαθέσεις επανίδρυσης της αριστεράς, στοχεύοντας κυρίως το Κομμουνιστικό Κόμμα και το Frente Amplio, αλλά και τα φεμινιστικά και τα έμφυλα κινήματα, τις οργανώσεις Μαπούτσε και τις κοινωνικο-περιβαλλοντικές οργανώσεις. Η εξέγερση, και ειδικότερα ο εκλογικός κύκλος 2020-2021, του έδωσε την ευκαιρία να εδραιώσει την ηγετική του θέση ως εκπρόσωπος της Απόρριψης και ως εκφραστής μιας εκλογικής εναλλακτικής για τους τομείς της αντεπανάστασης. Η πανδημία επικύρωσε την αντιεπιστημονική και αντιπαγκοσμιοποιητική του θέση, αν και με πιο ύπουλο τρόπο από ό,τι άλλες ακροδεξιές ηγεσίες στον κόσμο.

Αυτές οι ευκαιρίες, σε συνδυασμό με την αδυναμία των υποψηφίων του Chile Vamos, έθεσαν τον Καστ επικεφαλής του εκλογικού στοιχήματος της δεξιάς σε αυτές τις προεδρικές εκλογές. Πώς φτάσαμε λοιπόν σε αυτό το σημείο; Οι πολλαπλές κρίσεις του καπιταλισμού στη Χιλή δεν έχουν μόνο δώσει το έναυσμα για μια μετασχηματιστική, αντι-νεοφιλελεύθερη, φεμινιστική και πολυεθνική εναλλακτική λύση, αλλά έχουν επίσης ανοίξει και μια πύλη για τα τέρατα του πινοτσετισμού και του αυταρχισμού, τα οποία προτείνουν την εναλλακτική μιας σιδερένιας πυγμής κατά των μεταναστών, της νοσταλγίας για την πατριαρχική πειθάρχηση της δικτατορίας και την υποτιθέμενη οικονομική ασφάλεια για τις μεγάλες επιχειρήσεις.

Οι δύο πόλοι του μετασχηματιστικού στρατοπέδου: ο Μπόριτς και η συνταγματική διαδικασία

Σε αυτή την αναδιαμόρφωση του πολιτικού χώρου στη Χιλή, όπου οι παραδοσιακές δυνάμεις της δεξιάς και της κεντροαριστεράς κατέγραψαν μέγιστη εξάντληση και έλλειψη σχεδίου, άνοιξε ένας χώρος μετασχηματισμού, στον οποίο συνυπάρχουν δύο τομείς: από τη μία πλευρά ο Μπόριτς και ο συνασπισμός Apruebo Dignidad (που περιλαμβάνει το Frente Amplio και το Κομμουνιστικό Κόμμα), και από την άλλη οι δυνάμεις των κοινωνικών κινημάτων και των ιθαγενών πληθυσμών, που πέτυχαν έναν άνευ προηγουμένου χώρο στη Συντακτική Συνέλευση, γύρω από τις λίστες των Συντακτικών Κοινωνικών Κινημάτων, τη Λαϊκή Λίστα και τις συσπειρώσεις ιθαγενών πληθυσμών. Πρόκειται για μια συνύπαρξη που δεν στερείται εντάσεων, αλλά η οποία συζητά τουλάχιστον το κοινό έδαφος των προσδοκιών για διαρθρωτικές αλλαγές στο καθεστώς του 1980.

Ενώ ο Μπόριτς πέτυχε την ετερογενή μαζική υποστήριξη που περιέγραψα στην αρχή, ο λαϊκός παράγοντας αντλεί τη δύναμή του από το γεγονός ότι η διαμάχη για ένα νέο Σύνταγμα εμφανίζεται σήμερα ως το κέντρο του τρέχοντος πολιτικού κύκλου της Χιλής. Οι πρόσφατες εκλογές αποτελούν ένδειξη αυτού του φαινομένου, εφόσον κάθε φορά που διακυβεύτηκε η συντακτική διαδικασία, η συμμετοχή ήταν υψηλή και έγειρε συντριπτικά προς τον πόλο του μετασχηματισμού. Αυτό συνέβη με την ψηφοφορία στο δημοψήφισμα, όπου το 80% τάχθηκε υπέρ της έγκρισης, με την εκλογή των μελών της Συνέλευσης, όπου οι ανοιχτά αντινεοφιλελεύθερες δυνάμεις πέτυχαν πλειοψηφία στη Συνταγματική Συνέλευση. Το ίδιο έγινε και με τον επαναληπτικό γύρο των προεδρικών εκλογών, όπου έγινε απτή και άμεση η απειλή μιας κυβέρνησης Καστ που θα κατέστρεφε τις προόδους στα δικαιώματα και θα μπλόκαρε τη συνταγματική δυναμική που άνοιξε η εξέγερση. Αυτό δεν συνέβη, όμως, στις βουλευτικές εκλογές, όπου δεν δόθηκαν οι ίδιες δημοκρατικές εγγυήσεις για τη συμμετοχή ανεξάρτητων, κοινωνικών αγωνιστών και ιθαγενών. Σήμερα μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ότι οι λαϊκοί τομείς, οι κύριοι εγγυητές της συντακτικής διαδικασίας, επιλέγουν με σύνεση τις εκλογικές μάχες που δίνουν στο πλαίσιο της περιορισμένης δημοκρατίας.

Μια κυβέρνηση Μπόριτς παρουσιάζει ένα ευνοϊκό σενάριο για τη συντακτική διαδικασία, όπου έχουν βάρος οι λαϊκές συντακτικές δυνάμεις, κρατώντας την πολιτική τους ανεξαρτησία από την κυβέρνηση, έστω και αν μοιράζονται ορισμένες βασικές προγραμματικές πτυχές. Αυτό που διακυβεύεται για τις λαϊκές δυνάμεις, εντός και εκτός της Συνέλευσης, είναι να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία μιας ευνοϊκής κυβέρνησης, για να αξιοποιήσουν το πλήρες δυναμικό της συντακτικής διαδικασίας και να ανοίξουν έναν μακρύ κύκλο διαρθρωτικών μετασχηματισμών στο οικονομικό μοντέλο, το πολιτικό σύστημα και για την εγγύηση των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Από την πλευρά της, η κύρια πρόκληση για την κυβέρνηση Μπόριτς θα είναι να διαχειριστεί το αδιέξοδο που αντιπροσωπεύει ένα Κογκρέσο χωρίς σαφείς πλειοψηφίες και μια επιδεινούμενη οικονομική κρίση. Σε αυτό το δύσκολο αλλά όχι πρωτοφανές πλαίσιο, ο Μπόριτς έχει την ευκαιρία να μην γίνει μια νέα κυβέρνηση Concertación. Η επιτυχία της κυβέρνησής του εξαρτάται σαφώς από την εκπλήρωση της υπόσχεσης για αλλαγή προς τον λαό που πανηγύρισε στους δρόμους το βράδυ της Κυριακής, αλλά όχι προς τους ανανεωμένους μανδαρίνους που ακονίζουν τα δόντια τους περιμένοντας λάθη για να πουν ότι αυτοί θα τα είχαν κάνει καλύτερα.

Βραχυπρόθεσμα θα δούμε μία αναδιοργάνωση της δεξιάς: τα κόμματα του Chile Vamos και του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος θα προσπαθήσουν να επωφεληθούν από την ψήφο, διεκδικώντας την ηγεσία στον νέο κύκλο. Όντας μειοψηφία στη Συντακτική Συνέλευση, θα επιδιώξουν να δώσουν όσο το δυνατόν περισσότερη εξουσία στο μπλοκ τους στο Κογκρέσο και θα συνεχίσουν να επιμένουν στο αφήγημά τους ότι σε αυτές τις εκλογές «κέρδισε ο μετριοπαθής Μπόριτς», ως ένας τρόπος για να τον ωθήσουν προς το κέντρο. Θα δούμε επίσης την παλιά και εξαντλημένη Concertación να κάνει χώρο για τον εαυτό της στην κυβέρνηση του Μπόριτς με ένα μείγμα ψεύτικων κολακειών και ύπουλων απειλών. Θα προσφερθούν ως εγγύηση κυβερνησιμότητας, αλλά θα παραμείνουν το προτελευταίο χαράκωμα της Μετάβασης. Θα μοιραστούν με τη δεξιά το καθήκον να τραβήξουν τον Μπόριτς προς το κέντρο, με φόντο το γνωστό ιστορικό του σε συνδιαλλαγές και συμβιβασμούς, σε κρίσιμες στιγμές.

Η πρώτη πρόκληση για τον Μπόριτς και το Apruebo Dignidad θα είναι να καθορίσουν αν θα επωφεληθούν από τον εκλογικό θρίαμβο, για να επιβεβαιώσουν το πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ή αν ο φόβος της απόρριψης από το δίδυμο της Μετάβασης θα τους κάνει να μετριάσουν και να απομακρυνθούν από την κοινωνική βάση που τους χάρισε έναν θρίαμβο που δεν πέτυχαν μόνοι τους στον πρώτο γύρο.

Νέα καθήκοντα για την αντικαπιταλιστική αριστερά

Σε αντίθεση με τη θέση ότι η κυβέρνηση του Μπόριτς δεν μπορεί παρά να είναι μια μετριοπαθής και διαλλακτική κυβέρνηση, τα εκλογικά αποτελέσματα δείχνουν ότι υπάρχει ένας λαός έτοιμος να υπερασπιστεί τη συντακτική στιγμή με όλη του τη δημιουργικότητα και την επιθυμία του για ρήξη με το σημερινό καθεστώς. Με το αφήγημα της μετριοπάθειας που επιβάλλει η δεξιά, το οποίο επαναλαμβάνεται και από τους φιλελεύθερους του Apruebo Dignidad, ο στόχος είναι ένα μήνυμα πειθάρχησης: να κρατηθούν καλύτερα στη σιωπή η ριζοσπαστική αριστερά και τα κοινωνικά κινήματα, για να μην καταλήξουν να ευθύνονται για μια νέα ήττα του στρατοπέδου τους, ή ακόμα χειρότερα, για ένα νέο πραξικόπημα. Καλούμαστε, έτσι, να αφήσουμε τον Μπόριτς να κάνει τη δουλειά του, χωρίς κριτική που θα άνοιγε σφήνες.

Όμως, η έμφαση στην πραγματική υλοποίηση του προγράμματος δεν αποτελεί, όπως μπορεί να πιστεύουν ορισμένοι, εμπόδιο για την πραγματοποίηση των μετασχηματισμών, αλλά την καλύτερη εγγύησή τους. Αυτοί οι μετασχηματισμοί θα είναι δυνατοί μόνο αν προωθούνται από έναν ευρύ συνασπισμό κοινωνικών και πολιτικών κινημάτων που να διατηρεί στο τραπέζι τις αδιαπραγμάτευτες πτυχές του προγράμματος, το απαράδεκτο της καταστολής και την επείγουσα ανάγκη να ξεπεραστεί ένα σενάριο περιορισμένων αλλαγών «στο μέτρο του δυνατού» με βάση το σήμερα. Απέναντι σε μια κυβέρνηση ευαίσθητη στη λαϊκή πίεση, θα είναι βασικό να διατηρηθεί η πολιτική ανεξαρτησία των κοινωνικών κινημάτων και της αντικαπιταλιστικής αριστεράς σε σχέση με την κυβέρνηση, με διάθεσή τους να υποστηρίξουν τις προόδους και να επικρίνουν τις οπισθοδρομήσεις, ώστε να μην εμπλακούν στον κενό πειρασμό της μόνιμης εξουσίας διαδρόμων του παλατιού, με αντάλλαγμα να εγκαταλείψουν τον ορίζοντα του μετασχηματισμού.

Ποια είναι αυτά τα αδιαπραγμάτευτα προγραμματικά σημεία; Αμέσως τώρα, φορολογική μεταρρύθμιση για να περιοριστεί η οικονομική κρίση των νοικοκυριών της εργατικής τάξης με διαγραφή του εκπαιδευτικού χρέους και με ένα καθολικό εισόδημα έκτακτης ανάγκης. Μεσοπρόθεσμα, μείωση των ωρών εργασίας, ένα νέο συνταξιοδοτικό σύστημα χωρίς AFP [Administradoras de Fondos de Pensiones = είναι τα ιδιωτικά συνταξιοδοτικά ταμεία], ένα καθολικό ταμείο υγείας και ένα εθνικό σύστημα περίθαλψης, καθώς και αλλαγή των όρων για συλλογικές διαπραγματεύσεις από τα συνδικάτα και διασφάλιση του δικαιώματος στην απεργία. Μακροπρόθεσμα, να τεθούν τα θεμέλια για μια οικολογική μετάβαση, όπου η επανεθνικοποίηση των πρώτων υλών θα συμπληρώνεται από έναν αναπροσανατολισμό της παραγωγικής μήτρας σε πλαίσιο αλληλεγγύης και περιφερειακής ολοκλήρωσης.

Παράλληλα, όμως, η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να ανταποκριθεί και σε δύο επείγοντα αιτήματα τομέων που δεν ανήκουν στο δικό της συνασπισμό, αλλά που την υποστήριξαν στον δεύτερο γύρο. Είναι η απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων Μαπούτσε και της εξέγερσής τους, καθώς και το δικαίωμα στην ελεύθερη, νόμιμη, ασφαλή και δωρεάν άμβλωση. Και τα δύο αιτήματα προτάθηκαν από κοινοβουλευτικές πρωτοβουλίες που όμως μπλοκαρίστηκαν από τη δεξιά και την κεντροαριστερά. Η κυβέρνηση του Μπόριτς έχει ιστορική ευθύνη να αποκαταστήσει τις συστηματικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του παρελθόντος και του παρόντος, και να δημιουργήσει ένα πλαίσιο σεξουαλικής ελευθερίας και αναπαραγωγικής δικαιοσύνης που θα αποτελεί σαφή πρόοδο για το φεμινιστικό κίνημα και τις κοινότητες ΛΟΑΤΚΙ+.

Καθίσταται, λοιπόν, αναπόφευκτη ανάγκη οι ποικίλες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις, εντός και εκτός της Συντακτικής Συνέλευσης, να συναντηθούν σε μια συμμαχία που θα συγκεντρώνει τα κινήματα που στήριξαν τις φεμινιστικές, φοιτητικές, εδαφικές και συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις των τελευταίων δεκαετιών, εντάσσοντας το αρχιπέλαγος της ριζοσπαστικής αριστεράς σε μια δραστηριότητα μαζών, η οποία θα μετατρέπει το μαχητικό δυναμικό της, το οποίο συνέβαλε τόσο πολύ στα ίδια αυτά κοινωνικά κινήματα, σε πολιτική ικανότητα του ίδιου του λαού και όχι μόνο μικρών ομάδων.

Αυτή η λαϊκή συμμαχία θα έχει ένα δύσκολο έργο: να αντιμετωπίσει τη νέα ριζοσπαστικοποιημένη δεξιά πτέρυγα και την αντιλαϊκή εκδίκησή της. Αυτή η αντιπαράθεση θα λάβει χώρα στους δρόμους και θα βασιστεί στα μαθήματα αυτοάμυνας που διδάχθηκαν πριν από δεκαετίες και πιο πρόσφατα κατά τη διάρκεια της εξέγερσης. Αλλά ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να σταματήσει η ακροδεξιά είναι να κερδίσουμε τη δυνητική λαϊκή βάση της σε ένα σχέδιο αντικαπιταλιστικού και φεμινιστικού μετασχηματισμού, και αυτό επιτυγχάνεται με την κατάκτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης και αγώνα, κλείνοντας την πόρτα στην προσφορά μιας συντηρητικής διεξόδου από την κρίση. Ο φασισμός καταπολεμάται επίσης στο έδαφος της καθημερινής ζωής της πολυεθνικής εργατικής τάξης στη Χιλή.

Αλλά, πάνω απ’ όλα, μια τέτοια πολιτική και κοινωνική συμβολή έχει την ευκαιρία να γίνει η δύναμη που θα δώσει μια εθνικής κλίμακας στήριξη στη σύνταξη και έγκριση του νέου Συντάγματος στο δημοψήφισμα του 2022 και που θα μπορέσει και να διορθώσει τους δισταγμούς της νέας κυβέρνησης σε κρίσιμες στιγμές υλοποίησης του προγράμματος. Με ένα μπλοκαρισμένο Κογκρέσο, χωρίς ξεκάθαρη πλειοψηφία, αυτό που θα κρίνει την διέξοδο σε τέτοιες στιγμές θα είναι, όπως και την περασμένη Κυριακή, η λαϊκή κινητοποίηση. Η πολιτική ανεξαρτησία και ο προγραμματικός προσανατολισμός αυτής της κινητοποίησης θα είναι και το κλειδί του νέου κύκλου.

Pablo Abufom

21/12/2021

Ο Pablo Abufom είναι ακτιβιστής της Solidaridad και εκδότης της Revista Posiciones.

Μετάφραση ΤΠΤ

από το: Pablo Abufom “Chile: Gabriel Boric, ¿último presidente de lo viejo o primer presidente de lo nuevo?”, Viento Sur

και στο site της 4ης Διεθνούς:


Βλέπε επίσης στο site μας:


https://tpt4.org/?p=6883

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s