Μετά το πραξικόπημα στο Σουδάν

του Joseph Daher

[Αναδημοσίευση από το: elaliberta.gr]

Μαζικός αγώνας για την επανάσταση

Ένα μήνα μετά την πρώτη απόπειρα πραξικοπήματος, ο στρατηγός Άμπντελ Φάτταχ αλ-Μπουρχάν, επικεφαλής του Μεταβατικού Στρατιωτικού Συμβουλίου (TMC / Transitional Military Council / Αλ-Μαζλίς αλ-’ασκαρί αλ-Αντικαλί), ανακοίνωσε στις 25 Οκτωβρίου την κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης, τη διάλυση των μεταβατικών αρχών και την αποπομπή των περιφερειακών διοικητών με σαφή στόχο τον τερματισμό της επαναστατικής διαδικασίας στο Σουδάν. Το TMC, με τους τοπικούς, περιφερειακούς και διεθνείς υποστηρικτές του, επιχειρεί να θέσει τέλος στην επαναστατική διαδικασία του Σουδάν.

Ολοκληρωτική καταστολή

Ο στρατηγός αλ-Μπουρχάν δικαιολόγησε αυτά τα μέτρα, τα οποία ισοδυναμούν με πραξικόπημα, επικαλούμενος την οικονομική κρίση, την ανάγκη «διόρθωσης της πορείας της μετάβασης» και τη διαφύλαξη της χώρας από τον κίνδυνο «εμφυλίου πολέμου». Πρόσθεσε ότι ο στρατός θα εγγυηθεί τη συγκρότηση μιας νέας κυβέρνησης αποτελούμενης από «ικανές προσωπικότητες» που θα εκπροσωπούν όλα τα πολιτικά κόμματα, μέχρι τη διεξαγωγή εκλογών τον Ιούλιο του 2023.

Μετά την ανακοίνωση του πραξικοπήματος, στρατιώτες συνέλαβαν τον πρωθυπουργό Αμπντάλλα Χάμντοκ, τους περισσότερους υπουργούς του και τα πολιτικά μέλη του μεταβατικού συμβουλίου που τελούσε υπό την ηγεσία του στρατού. Εκτός από τη σύλληψη πολλών πολιτικών αξιωματούχων, οι ένοπλες δυνάμεις, επιδιώκοντας να φιμώσουν κάθε αντίθεση στο πραξικόπημα, συνέλαβαν πολιτικούς παράγοντες, ακτιβιστές και διαδηλωτές. Όσον αφορά τα μέσα ενημέρωσης, στρατιώτες εισέβαλαν στο επίσημο πρακτορείο ειδήσεων SUNA και στον κρατικό τηλεοπτικό σταθμό, ο διευθυντής του οποίου, υποστηρικτής της πολιτικής διακυβέρνησης, απολύθηκε.

Εδώ και αρκετούς μήνες, οι εντάσεις μεταξύ των πολιτικών και του στρατού έχουν αυξηθεί όσο πλησίαζε η προθεσμία που είχε θέσει η κυβέρνηση του Αμπντάλα Χάμντοκ για την παράδοση της ηγεσίας του Συμβουλίου Επικρατείας από τον στρατηγό αλ-Μπουρχάν σε έναν πολιτικό. Για τις ένοπλες δυνάμεις, η έκβαση της μεταβατικής διαδικασίας θα αμφισβητούσε την πολιτική και οικονομική κυριαρχία τους στη χώρα.

Οι στρατηγοί του στρατού και των υπηρεσιών ασφαλείας έχουν ευρύ έλεγχο σε βασικούς οικονομικούς τομείς της χώρας, διοικώντας ένα δίκτυο εταιρειών με περιουσιακά στοιχεία δισεκατομμυρίων δολαρίων. Αυτές οι στρατιωτικές επιχειρήσεις εμπλέκονται στην παραγωγή και πώληση χρυσού και άλλων ορυκτών, μαρμάρου, δέρματος, βοοειδών και αραβικού κόμμι1.

Εμπλέκονται επίσης στο εισαγωγικό εμπόριο -συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου του 60% της αγοράς σιταριού- στις τηλεπικοινωνίες, στις τράπεζες, στην ύδρευση, στις εργολαβίες, στις κατασκευές, στην ανάπτυξη ακινήτων, στις αερομεταφορές, στις μεταφορές, στις τουριστικές εγκαταστάσεις και στην κατασκευή οικιακών συσκευών, σωλήνων, φαρμάκων, απορρυπαντικών και κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων. Τον Μάρτιο του 2021 επιτεύχθηκε συμφωνία μεταξύ της κυβέρνησης και των ενόπλων δυνάμεων για τη σταδιακή απομάκρυνση του στρατού από τον οικονομικό τομέα και τη μεταβίβαση των στρατιωτικών εταιρειών στις πολιτικές κρατικές αρχές, αλλά δεν έχουν γίνει βήματα προς αυτή την κατεύθυνση λόγω της άρνησης του στρατού.

Η κυβέρνηση είχε επίσης λάβει μέτρα για την ανάκτηση της δημόσιας περιουσίας που είχε αρπαχτεί από πρώην ανώτερους αξιωματούχους. Μια επιτροπή που συστάθηκε βάσει του μεταβατικού χάρτη για την ανάκτηση λεηλατημένων κεφαλαίων ανακοίνωσε τον Απρίλιο του 2020 ότι είχε πάρει πίσω σε δημόσια χέρια 20 εκατομμύρια τετραγωνικά μέτρα οικιστικής γης, περισσότερα από ένα εκατομμύριο στρέμματα γεωργικής γης και δεκάδες επιχειρήσεις από αξιωματούχους με στενούς δεσμούς με τον πρώην δικτάτορα Ομάρ αλ Μπασίρ. Όλα αυτά είναι πολύ περιορισμένα σε σύγκριση με τους τεράστιους πόρους του στρατού, των υπηρεσιών ασφαλείας και των πολιτοφυλακών της χώρας.

Επιπλέον, πολλοί πολιτικοί ηγέτες τόλμησαν να ζητήσουν δημοσίως έρευνες για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη μεγάλης κλίμακας διαφθορά στην εποχή του Μπασίρ, κατά την οποία ο στρατηγός αλ-Μπουρχάν και άλλα μέλη των στρατιωτικών δυνάμεων, των δυνάμεων ασφαλείας και της πολιτοφυλακής διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο.

Λανθασμένες στρατηγικές και διαιρέσεις στο στρατόπεδο των πολιτών

Το πραξικόπημα έρχεται επίσης σε μια περίοδο συνεχούς αποδυνάμωσης της κύριας πολιτικής δύναμης εντός του μεταβατικού συμβουλίου, του συνασπισμού «Δυνάμεις για την Ελευθερία και την Αλλαγή» (FFC / Forces for Freedom and Change / Κ’ίουα Ί’αλαν αλ-Χουρία ούα ατ-Ταγρίιρ), γεγονός που έχει απογοητεύσει τις λαϊκές τάξεις και τις οργανώσεις τους. Η συμμαχία FFC έχει υποστεί αυξανόμενες διαιρέσεις από το 2019, με ορισμένους από τους ηγέτες της να προσχωρούν ακόμη και στο στρατόπεδο υπέρ του στρατού μετά το πραξικόπημα.

Η ηγεσία των FFC περιθωριοποίησε άλλα ρεύματα που αντιτάχθηκαν στον διάλογο με τον στρατό. Πολλοί τομείς του λαϊκού κινήματος έχουν επικρίνει τη συμμαχία για την αναζήτηση ενός modus vivendi με τις ένοπλες δυνάμεις αντί να επιταχυνθεί μια πραγματική δημοκρατική μετάβαση και η απομάκρυνση του στρατού από την πολιτική εξουσία. Αντιτάχθηκαν επίσης στην απόφαση των FFC να καθυστερήσουν τη δημιουργία ενός μεταβατικού νομοθετικού συμβουλίου για περισσότερο από δύο χρόνια.

Οι μοχλοί της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας παραμένουν σε μεγάλο βαθμό στα χέρια των μελών του στρατιωτικού κατεστημένου και του κατεστημένου των υπηρεσιών ασφαλείας. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός αναγνώρισε τον Αύγουστο του 2021 ότι το 80% των εταιρειών που ελέγχονται από τον στρατό ήταν «εκτός της δικαιοδοσίας» του υπουργείου Οικονομικών και της πολιτικής κυβέρνησης.

Αυτό έρχεται να προστεθεί στη συνεχιζόμενη κυριαρχία των Δυνάμεων Ταχείας Υποστήριξης (RSF / Rapid Support Forces / Κούαατ αντ-Ντά’εμ ασ-Σάρι’ε), παραστρατιωτικών πολιτοφυλακών υπό την ηγεσία του αντιπροέδρου του TMC Μοχάμεντ Χαμντάν Ντάγκαλο, ο οποίος είναι υπεύθυνος για πολυάριθμα εγκλήματα πολέμου στο Νταρφούρ και σφαγές διαδηλωτών. Βασιζόμενος στην ισχυρή φυλετική του βάση στο Νταρφούρ και στη στενή του συμμαχία με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία, προβάλλει τον εαυτό του σε εξέχοντα ρόλο στην εξωτερική πολιτική και θεωρείται από ορισμένους στο Σουδάν ως ο de facto ισχυρός άνδρας και πρόεδρος της χώρας.

Υπάρχει επίσης διχόνοια και αντιπαλότητα μεταξύ των RSF και των ενόπλων δυνάμεων υπό την ηγεσία του αλ-Μπουρχάν, αν και οι δύο είναι ενωμένες στις προσπάθειές τους να συντρίψουν την επανάσταση. Οι RSF διοικούν επίσης τις δικές τους εμπορικές εταιρείες, οι οποίες, όπως και οι ένοπλες δυνάμεις, εκμεταλλεύτηκαν τη μεταβατική περίοδο για να επεκτείνουν τις οικονομικές τους δραστηριότητες. Οι δύο αυτές οντότητες φέρονται να διαθέτουν περισσότερες από 450 ιδιωτικές εταιρείες και έχουν επίσης λάβει μεγάλα χρηματικά ποσά για τη συμμετοχή των στρατευμάτων τους σε μάχες στο πλευρό δυνάμεων που υποστηρίζονται από τα ΗΑΕ και τη Σαουδική Αραβία στην Υεμένη και τη Λιβύη.

Ομοίως, οι FFC δεν μπόρεσαν να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσης της εργατικής τάξης, οι οποίες επιδεινώθηκαν τα τελευταία δύο χρόνια. Η κυβέρνηση Χάμντοκ είχε εφαρμόσει σκληρές πολιτικές λιτότητας κατόπιν αιτήματος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, συμπεριλαμβανομένων περικοπών στις επιδοτήσεις, οι οποίες προκάλεσαν σημαντικά δεινά στις εργαζόμενες και λαϊκές τάξεις, αυξάνοντας απότομα το κόστος ζωής. Ο πληθωρισμός ανέρχεται σήμερα στο 400% και σχεδόν ο μισός πληθυσμός ζει κάτω από το όριο της φτώχειας.

Οι περιφερειακές ανισότητες είναι επίσης μόνιμες. Για παράδειγμα, λόγω της κρίσης στο ανατολικό Σουδάν, την εμπορική καρδιά της χώρας, σημειώθηκαν μεγάλες διαδηλώσεις τον Σεπτέμβριο για να διαμαρτυρηθούν για τις κοινωνικές ανισότητες και την έλλειψη επενδύσεων στην περιοχή και να ζητήσουν μεγαλύτερη αυτονομία.

Το ανατολικό τμήμα, το οποίο περιλαμβάνει τις επαρχίες Ερυθρά Θάλασσα, Κασάλα και Γκάνταρεφ, είναι μια περιοχή στρατηγικής σημασίας. Συνορεύει με την Αίγυπτο, την Ερυθραία και την Αιθιοπία και διαθέτει 714 χιλιόμετρα ακτογραμμής, όπου βρίσκονται οι κυριότεροι ναυτιλιακοί και πετρελαϊκοί τερματικοί σταθμοί της χώρας. Επιπλέον, φιλοξενεί τα χρυσοφόρα βουνά του Σουδάν, πέντε ποτάμια, και πάνω από τριάμισι εκατομμύρια εκτάρια γεωργικής γης. Παρά το γεγονός ότι διαθέτει όλα αυτά τα γεωπολιτικά πλεονεκτήματα, το ποσοστό φτώχειας εξακολουθεί να είναι υψηλότερο από τον εθνικό μέσο όρο, ξεπερνώντας το 54%, σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές.

Τέλος, η εξωτερική πολιτική του Σουδάν μετά την ανατροπή του πρώην δικτάτορα Ομάρ αλ-Μπασίρ επανασχεδιάστηκε από τον στρατό, με αποτέλεσμα στενότερους δεσμούς με τις ΗΠΑ. Ως αποτέλεσμα, η Ουάσινγκτον αφαίρεσε το Σουδάν από τον κατάλογο των τρομοκρατικών κρατών και πίεσε τη χώρα να εξομαλύνει τις σχέσεις της με το Ισραήλ.

Η σχέση του Σουδάν με τη Ρωσία έχει επίσης βελτιωθεί σημαντικά μετά την υπογραφή συμφωνίας στρατιωτικής συνεργασίας το 2019. Τον Νοέμβριο του 2020, οι δύο χώρες υπέγραψαν μια συμφωνία 25ετούς διάρκειας που επιτρέπει την κατασκευή μιας νέας ρωσικής ναυτικής βάσης στο Πορτ Σουδάν, η οποία θα φιλοξενήσει περίπου 300 Ρώσους στρατιώτες.

Με την υποστήριξη της Ρωσίας και των ΗΠΑ, το TMC και οι RSF κατέληξαν σε ειρηνευτική συμφωνία με το Επαναστατικό Μέτωπο του Σουδάν, έναν συνασπισμό διαφόρων ένοπλων ομάδων με επίκεντρο την περιοχή του δυτικού Νταρφούρ, το Νότιο Κορντοφάν και τον Γαλάζιο Νείλο. Η συμμετοχή των πολιτικών σε αυτές τις συμφωνίες ήταν περιορισμένη, εν μέρει επειδή οι ίδιοι άφησαν τον στρατό να διαχειριστεί μόνος του το ζήτημα.

Μαζική αντίσταση από τα κάτω

Παρά τη βίαιη καταστολή από το TMC, που σκότωσε αρκετές δεκάδες ακτιβιστές και τραυμάτισε εκατοντάδες άλλους, και το κλείσιμο του διαδικτύου, οι λαϊκές τάξεις απάντησαν στο πραξικόπημα με μαζική αντίσταση από τα κάτω. Οργανώσεις και συνδικάτα διοργάνωσαν τεράστιες συγκεντρώσεις, πορείες και απεργίες σε όλη τη χώρα. Στην πρωτεύουσα Χαρτούμ, οι διαδηλωτές έστησαν οδοφράγματα σε όλες τις λεωφόρους για να παραλύσουν τη χώρα με μια εκστρατεία πολιτικής ανυπακοής.

Η ραχοκοκαλιά και η πραγματική κινητήρια δύναμη αυτής της εξέγερσης κατά του πραξικοπήματος είναι η Ένωση Σουδανών Επαγγελματιών (SPA / Sudanese Professionals Association / Τατζάμα’ αλ-Μουχανιίν ασ-Σουντανιίν), η οποία ενώνει μια ποικιλία εργατικών ομάδων και συνδικάτων, τις Επιτροπές Λαϊκής Αντίστασης και πολλές άλλες λαϊκές οργανώσεις. Συνεργάστηκαν για να οργανώσουν μαζικές διαμαρτυρίες στις 30 Οκτωβρίου που συγκέντρωσαν περίπου τέσσερα εκατομμύρια ανθρώπους σε σχεδόν 30 πόλεις σε όλη τη χώρα. Οι εργαζόμενοι πραγματοποίησαν απεργίες που έκλεισαν τις τράπεζες, τις μεταφορές, τις πετρελαιοπηγές και τους περισσότερους δημόσιους οργανισμούς.

Το κίνημα ζητά την άμεση ανατροπή του πραξικοπηματικού καθεστώτος, τη μεταβίβαση της εξουσίας σε πολιτικό καθεστώς και την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων. Μετά τις διαδηλώσεις της 30ής Οκτωβρίου, η SPA κάλεσε σε κινητοποίηση για την επίτευξη μιας σειράς ριζοσπαστικών αιτημάτων:

– Την ανατροπή του στρατιωτικού πραξικοπήματος,

– Τη δίκη των στρατηγών του στρατού και των δυνάμεων ασφαλείας για τα εγκλήματά τους,

– Τη μεταβίβαση της εξουσίας σε μια πολιτική κυβέρνηση χωρίς διαπραγμάτευση ή σύμπραξη με τους στρατιωτικούς και τις δυνάμεις ασφαλείας και αποτελούμενη από υπουργούς που θα επιλεγούν από τις επαναστατικές δυνάμεις που αγωνίζονται για ριζική αλλαγή και τους στόχους της επανάστασης του Δεκεμβρίου (2018),

– Την εκκαθάριση των Εθνικών Υπηρεσιών Ασφαλείας, τη διάλυση των πολιτοφυλακών και τη συγκρότηση ενός επαγγελματικού εθνικού στρατού με μια αντίληψη που θα βασίζεται στην προστασία του λαού και των συνόρων, υπό τη διοίκηση της πολιτικής εξουσίας,

– Τη μεταβίβαση όλων των εταιρειών των δυνάμεων ασφαλείας, του στρατού και της πολιτοφυλακής στην πολιτική εξουσία και τον τερματισμό της ανάμειξης αυτών των οργανισμών σε οικονομικές και επενδυτικές δραστηριότητες,

– Τον τερματισμό της παρέμβασης στη διαχείριση των εσωτερικών υποθέσεων και της πολιτικής διαδικασίας στο Σουδάν των περιφερειακών και διεθνών παραγόντων που είναι εχθρικές προς τον σουδανικό λαό και τις προσδοκίες του.

Οι Επιτροπές Αντίστασης έχουν επίσης διατυπώσει παρόμοια αιτήματα. Έχουν ζητήσει τον τερματισμό των πολιτικών διαπραγματεύσεων και της συνεργασίας με τον στρατό, την καταδίκη των στρατηγών για τα εγκλήματά τους κατά του σουδανικού λαού, τον τερματισμό του ρόλου του στρατού στην οικονομία και την αντικατάσταση του σημερινού καθεστώτος από μια νέα και κυρίαρχη δημοκρατία χωρίς ξένη παρέμβαση.

Μεταξύ αντεπανάστασης και επανάστασης

Το πραξικόπημα του TMC υποστηρίζεται από την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ισραήλ και σε μικρότερο βαθμό από τη Ρωσία. Οι ΗΠΑ, άλλες δυτικές δυνάμεις, η Αφρικανική Ένωση και οι διεθνείς οργανισμοί ζητούν διάλογο και θα προτιμούσαν την επιστροφή στη συμφωνία κατανομής της εξουσίας της προσωρινής κυβέρνησης μεταξύ πολιτικών εκπροσώπων και του στρατού.

Το λαϊκό κίνημα, οι οργανώσεις του και τα συνδικάτα αντιτίθενται και στις δύο επιλογές -το πραξικόπημα και οποιαδήποτε επιστροφή στο απαράδεκτο status quo ante της προσωρινής κυβέρνησης. Αντίθετα, είναι αποφασισμένοι να συνεχίσουν την επαναστατική διαδικασία, να κερδίσουν τη χειραφέτηση των λαϊκών τάξεων της χώρας και να εγκαθιδρύσουν λαϊκό δημοκρατικό έλεγχο σε ολόκληρη τη σουδανική κοινωνία.

Το TMC δεν θα εγκαταλείψει ποτέ την εξουσία σταδιακά, όπως ήλπιζαν οι FFC. Πάντα θα αντιστέκεται σε μια τέτοια μετάβαση με βάναυση βία, που τώρα επιδεικνύεται σε όλη τη χώρα. Μόνο οι κινητοποιήσεις και η αυτοοργάνωση του λαϊκού κινήματος θα επιτρέψουν στις λαϊκές τάξεις του Σουδάν να οικοδομήσουν μια αντίρροπη δύναμη για την ανατροπή του πραξικοπηματικού καθεστώτος.

Η τύχη της επαναστατικής διαδικασίας στο Σουδάν θα επηρεάσει αναμφίβολα παρόμοιες διαδικασίες σε όλη τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Οι τύχες τους συνδέονται σε έναν κοινό αγώνα ενάντια στα καπιταλιστικά κράτη της περιοχής. Η Αριστερά, οι λαϊκές οργανώσεις και τα συνδικάτα σε όλο τον κόσμο πρέπει να σταθούν στο πλευρό του αγώνα τους και ενάντια σε κάθε περιφερειακή και ιμπεριαλιστική παρέμβαση που αποσκοπεί στο να σταματήσει την επαναστατική εξέγερση του Σουδάν ενάντια στο πραξικόπημα.

Joseph Daher

3/11/2021


Αναδημοσίευση από το: elaliberta.gr

Αρχική δημοσίευση: Joseph Daher, “After the coup in Sudan. Mass struggle for revolution”, Tempest, 3 Νοεμβρίου 2021, https://www.tempestmag.org/2021/11/after-the-coup-in-sudan/

Το ίδιο και στο https://fourth.international/ :


Σημειώσεις

1 Yezid Sayigh, “Sudan’s Military Companies Go Civilian: How the Recent Divestment Agreement Can Succeed”, Carnegie Middle East Center, 23 Απριλίου 2021, https://carnegie-mec.org/2021/04/23/sudan-s-military-companies-go-civilian-how-recent-divestment-agreement-can-succeed-pub-84374


https://tpt4.org/?p=6648

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s