Σουηδία: νεοφιλελεύθερη πτώση της σοσιαλδημοκρατίας

Σουηδία:

Ο νεοφιλελευθερισμός έριξε την “προοδευτική” κυβέρνηση


Η κατάρρευση του “προοδευτικού” κυβερνητικού μπλοκ στη Σουηδία προήλθε από την επιμονή του στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές (κυρίως για την επιμονή να “αλλάξει” η εργατική νομοθεσία και να απελευθερωθούν τα ενοίκια) και από τις λαϊκές αντιδράσεις σε αυτές.

Δημοσιεύουμε εδώ ένα σχετικό ενημερωτικό σημείωμα του συντρόφου μας, Άλεξ Φουέντες, με διευκρινίσεις για το πολιτικό σκηνικό -ιδιαίτερα για το “Αριστερό Κόμμα”- και την εργατική βάση, ιδιαίτερα στη Volvo. Το σημείωμα απεικονίζει επίσης την άμεση εμπλοκή των συντρόφων μας, του Socialistisk Politik (σουηδικού τμήματος της 4ης Διεθνούς), τόσο στη σχετική εργατική κινητοποίηση όπως στη Vovlo, ιδιαίτερα στην Ούμιεο (βόρειος Σουηδία), όσο και στις κινητοποιήσεις για τα ενοίκια.

Επισημαίνουμε ότι, στο εντωμεταξύ, ξεκίνησαν, τελικά, διαδικασίες για σχηματισμό νέας κυβέρνησης από την υπάρχουσα Βουλή. Ο αρχηγός των Μετριοπαθών, Κρίστεσον, δεν κατάφερε να βρει τις απαραίτητες συμμαχίες. Τώρα είναι η σειρά του Σοσιαλδημοκράτη Λεφίεν.

Στη Σουηδία υπάρχει παράδοση συμμαχικών κυβερνήσεων είτε του Αστικού Μπλοκ των δύο συντηρητικών και δύο κεντρώων κομμάτων είτε του Κοκκινοπράσινου Σοσιαλιστικού Μπλοκ των Σοσιαλδημοκρατών, του Αριστερού Κόμματος και του Περιβαλλοντικού Κόμματος. Η άνοδος του ακροδεξιού κόμματος στην 3η θέση ανέτρεψε αυτή την παράδοση, καθώς πλέον είναι απαραίτητη η συμμετοχή περισσότερων κομμάτων για τον σχηματισμό κυβέρνησης.

[ΤΠΤ – “4”, 2/7/21]


του Alex Fuentes

Μετά το αποτέλεσμα των τελευταίων γενικών εκλογών της 9ης Σεπτεμβρίου 2018, καθώς κανένα κόμμα δεν πέτυχε την απαραίτητη πλειοψηφία για τον σχηματισμό κυβέρνησης, άρχισαν διαπραγματεύσεις κατά τις οποίες ουσιαστικά δύο πολιτικά «μπλοκ» διεκδίκησαν την επιλογή διακυβέρνησης μέσω συμμαχιών. Μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις, οι “Σοσιαλδημοκράτες” (S), το “Περιβαλλοντικό Κόμμα” (Mp) και τα αστικά κόμματα “Φιλελεύθεροι” και “Κέντρο” (L και C) αναδείχθηκαν ως μια εναλλακτική λύση έναντι του μπλοκ “Μετριοπαθών” (M), “Χριστιανοδημοκρατών” (Kd) και “Φιλελεύθερων”, οι οποίοι την τελευταία στιγμή εγκατέλειψαν το «προοδευτικό» πλοίο, με πρόσχημα να περιθωριοποιηθεί η ακροδεξιά (Sd). Η συμφωνία του Ιανουαρίου 2019 (Januariavtalet) για τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης με την ηγεσία της Σοσιαλδημοκρατίας βασίστηκε σε 173 προγραμματικά σημεία.

Το “Αριστερό Κόμμα”, το “V” (Vänsterpartiet), βρέθηκε αντιμέτωπο με δύο επιλογές: είτε να αποδεχτεί να σχηματίσει κυβέρνηση το συντηρητικό μπλοκ, ανοίγοντας έτσι τις πόρτες στην ξενόφοβη και ρατσιστική ακροδεξιά, είτε να αποδεχτεί, μέσω αποχής, τη συμμαχία Σοσιαλδημοκρατικών, Περιβαλλοντικού Κόμματος και των δύο αστικών κομμάτων που αυτοαποκαλούνται «κέντρο». Το Αριστερό Κόμμα βρέθηκε διχασμένο: ένα μεγάλο μέρος του κόμματος δεν ήθελε να στηρίξει τη συμμαχία με επικεφαλής τη Σοσιαλδημοκρατία, αλλά τελικά, προκειμένου να αποφευχθεί η πρόσβαση της ακροδεξιάς στην κυβέρνηση, αποφασίστηκε να μην καταψηφιστεί μεν, αλλά με τον ρητό όρο των δύο «κόκκινων γραμμών». Η πρώτη ήταν να απορριφθούν οι τροποποιήσεις του LAS, του εργασιακού Νόμου για την Ασφάλεια της Απασχόλησης. Το δεύτερο μέτρο που απορρίφθηκε ήταν το Marknadshyror (“ενοίκια σε τιμές αγοράς”, δηλαδή απελευθέρωση των ενοικίων). Το Αριστερό Κόμμα κατέστησε απολύτως σαφές ότι, αν η κυβερνητική συμμαχία υπό την ηγεσία της Σοσιαλδημοκρατίας προσπαθούσε να νομοθετήσει σε αυτά τα δύο προγραμματικά σημεία, τότε θα είχε περάσει τις «κόκκινες γραμμές» και σε αυτή την περίπτωση το Αριστερό Κόμμα θα απέσυρε τη στήριξή του στην κυβέρνηση.

Επί δύο χρόνια η συμμαχία υπό τον σοσιαλδημοκράτη πρωθυπουργό Stefan Löfven (Λεφίεν) εφάρμοσε ουσιαστικά μια νεοφιλελεύθερη συνταγή που επηρέασε κυρίως όλες τις δραστηριότητες του δημόσιου τομέα. Η πανδημία έφερε μαζί της οικονομικούς περιορισμούς και η κυβέρνηση εφάρμοσε μια πολιτική οικονομικής στήριξης των επιχειρήσεων με δισεκατομμύρια και δισεκατομμύρια κορώνες, παρόλο που οι μεγάλες εταιρείες δεν κατέγραψαν ζημιές, γεγονός που οδήγησε τις διοικήσεις των μεγάλων εταιρειών να καταγράψουν ακόμα περισσότερα κέρδη. Όλος ο ώς τότε προπαγανδιστικός βομβαρδισμός, ότι δεν θα υπήρχε δήθεν δημοσιονομικό περιθώριο για να ικανοποιηθούν ανάγκες των εργαζομένων, εξαφανίστηκε εν μία νυκτί. Αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα της πολιτικής που ακολουθείται εδώ και δύο χρόνια από τους Λεφίεν & Σία.

Η πρώτη «κόκκινη γραμμή» που θέλησε να ξεπεράσει η κυβέρνηση, κατόπιν ρητού αιτήματος των εργοδοτών, ήταν η σημαντική επιδείνωση του Νόμου για την Ασφάλεια της Απασχόλησης, γεγονός που οδήγησε ένα μέρος των συνδικάτων που δεν ελέγχονταν από τη σοσιαλδημοκρατία (όπως μια πρωτοβουλία των εργαζομένων της Volvo με έδρα το Umeå, στη βόρεια Σουηδία) να ξεκινήσει μια εκστρατεία (Budkavlen) κατά του κυβερνητικού ελιγμού. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση άσκησε πίεση στη γραφειοκρατία της κεντρικής Συνομοσπονδίας (LO) για να αποδεχτεί τις επιθέσεις στα δικαιώματα των εργαζομένων. Συμβαίνει σπάνια, αλλά αυτή τη φορά η ηγεσία της LO απέρριψε αυτή την πίεση. Οπότε η Σοσιαλδημοκρατία αύξησε την πίεση και τελικά κατάφερε να πείσει δύο ομοσπονδίες της LO και την ομοσπονδία των υπαλλήλων (PTK) να συμφωνήσουν, πίσω από την πλάτη της LO, να υποστηρίξουν την εργοδοτική πρόταση που διατύπωνε η κυβέρνηση. Ο νόμος αυτός ήταν έτοιμος να ψηφιστεί στο κοινοβούλιο, όταν η κυβέρνηση προσπάθησε να ξεπεράσει και τη δεύτερη «κόκκινη γραμμή» που είχε χαράξει το Αριστερό Κόμμα. Δηλαδή να αφήσει εντελώς ελεύθερες τις τιμές των ενοικίων, στις οποίες οι ιδιοκτήτες της οικοδομικής βιομηχανίας έχουν το πάνω χέρι.

Αυτό προκάλεσε ένα κίνημα ενοικιαστών που προωθήθηκε από αριστερούς ακτιβιστές και σοσιαλδημοκράτες της βάσης, οι οποίοι εδώ και ένα χρόνο προβάλλουν το σύνθημα “Nej till marknadshyror” (Όχι στην αύξηση των ενοικίων). Το Αριστερό Κόμμα δεν μπορούσε παρά να υποστηρίξει αυτό το κίνημα, το οποίο έφτασε στο σημείο να προκαλεί στην κυβερνητική συμμαχία σοβαρούς πονοκεφάλους. Το Αριστερό Κόμμα ζήτησε επανειλημμένα από την κυβέρνηση να μην προχωρήσει σε αυτό το νεοφιλελεύθερο μέτρο, διαφορετικά θα αναγκαστεί να υποβάλει πρόταση μομφής προς την κυβέρνηση. Στα μέσα Ιουνίου, το Αριστερό Κόμμα έδωσε μάλιστα στην κυβέρνηση τελεσίγραφο 48 ωρών: αν δεν απέσυρε το νομοσχέδιο για την αύξηση των ενοικίων, η κυβέρνηση θα έπεφτε. Και αυτή η μέρα ήρθε!

Οι εθνικιστές και οι λαϊκιστές της ακροδεξιάς έσπευσαν να αρπάξουν την ευκαιρία της πρότασης δυσπιστίας και, μέσα σε λίγες ώρες από την εκπνοή της προθεσμίας που είχε θέση το Αριστερό Κόμμα στην κυβέρνηση, την υπέβαλαν εκείνοι! Αλλά αυτό είναι το διαδικαστικό ζήτημα. Το βέβαιο είναι ότι η κοινοβουλευτική αριστερά έδειξε αυτή τη φορά συνέπεια μεταξύ των όσων είχε πει και των όσων τελικά έκανε. Αξίζει να σημειωθεί ότι νέος γενικός γραμματέας του Αριστερού Κόμματος (Vänsterpartiet) είναι η Nooshi Dadgostar, μία νεαρή έγχρωμη ακτιβίστρια που ηγείται του κόμματος εδώ και μερικούς μήνες. Οι ελιγμοί της τελευταίας στιγμής για να προσπαθήσουν να εμφανίσουν το Αριστερό Κόμμα ότι προκαλεί «χάος» και συμπορεύεται με την ακροδεξιά δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα.

Η Σοσιαλδημοκρατία απέδειξε, για άλλη μια φορά, την όλο και μεγαλύτερη προσαρμογή της στο νεοφιλελευθερισμό και τη δεξιά και το ότι εγκαταλείπει στην τύχη τους τούς μισθωτούς που ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί. Δεν είναι, έτσι, παράξενο που η πλειοψηφία των μελών της LO είναι σήμερα έτοιμη να ψηφίσει τους λαϊκιστές της ακροδεξιάς, καθώς στην πράξη εκείνοι λειτούργησαν ως αντιπολίτευση στην κυβέρνηση που μόλις απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά της. Από την πλευρά του το Αριστερό Κόμμα, ο κύριος πρωταγωνιστής αυτής της κυβερνητικής κρίσης, δήλωσε ότι δεν μπορεί να εγκαταλείψει 3 εκατομμύρια ενοικιαστές στην τύχη τους και γι’ αυτό αποφάσισε, στις 21 Ιουνίου, να ανατρέψει την κυβέρνηση, ανεξάρτητα από το ποιος άλλος επίσης το στήριξε.

Αυτό που συνέβη είναι ιστορικό. Ποτέ άλλοτε στη σουηδική κοινοβουλευτική ιστορία δεν έχει ανατραπεί πρωθυπουργός όπως συνέβη με τον σοσιαλδημοκράτη Στέφαν Λεφίεν. Σε μια εβδομάδα θα γίνει γνωστό αν ο πρωθυπουργός θα προτείνει έναν γύρο διαπραγματεύσεων για τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης ή αν θα προτιμήσει την προκήρυξη νέων εκλογών εντός των τριών μηνών που προβλέπει το σύνταγμα. Το Αριστερό Κόμμα είναι διατεθειμένο να υποστηρίξει κριτικά μια νέα κυβέρνηση υπό την ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών, αρκεί όμως να αποσύρουν αυτοί πλήρως την πρόταση «marknadshyror» (για την απελευθέρωση των ενοικίων). Όμως, ανεξάρτητα από το τι μέλλει γίνει, το Αριστερό Κόμμα έχει δηλώσει ότι δεν θα ψηφίσει ποτέ μια κυβέρνηση με επικεφαλής τους συντηρητικούς (“Μετριοπαθείς”), ακόμα περισσότερο καθώς μια τέτοια ενδεχόμενη κυβέρνηση θα έχει τη στήριξη της ακροδεξιάς.

Alex Fuentes

24/6/2021

Ο Alex Fuentes είναι μέλος του Socialistisk Politik, σουηδικού τμήματος της 4ης Διεθνούς

Μετάφραση: ΤΠΤ


https://tpt4.org/?p=6292

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s