Ο αντιιμπεριαλισμός τους και ο δικός μας


Πώς να αποφύγουμε τον αντι-ιμπεριαλισμό των κουτών

Του Gilbert Achcar

Η λογική «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου» είναι μια συνταγή κυνισμού


Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες παρατηρήθηκε αυξανόμενη πολιτική σύγχυση σχετικά με την έννοια του αντιιμπεριαλισμού, μια έννοια που, από μόνη της, δεν είχε αποτελέσει στο παρελθόν αντικείμενο μεγάλης συζήτησης.

Υπάρχουν δύο κύριοι λόγοι για αυτή τη σύγχυση: πρώτον, η νικηφόρα κατάληξη των περισσότερων αντι-αποικιακών αγώνων μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και, δεύτερον, η κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι άλλες δυτικές αποικιοκρατικές δυνάμεις διεξήγαν αρκετούς πολέμους εναντίον εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων ή καθεστώτων, είτε οι ίδιες είτε και μέσα από πιο περιορισμένες στρατιωτικές επεμβάσεις και πολέμους μέσω αντιπροσώπων. Στις περισσότερες από αυτές τις περιπτώσεις, οι δυτικές δυνάμεις είχαν να αντιμετωπίσουν έναν τοπικό αντίπαλο που στηριζόταν σε πλατιά λαϊκή βάση. Η στάση ενάντια στην ιμπεριαλιστική επέμβαση και η υποστήριξη αυτών που στοχοποιούσε φαινόταν προφανής επιλογή για τους προοδευτικούς -η μόνη συζήτηση ήταν αν η υποστήριξη έπρεπε να είναι άνευ όρων ή να είναι κριτική.

Η κύρια διαφοροποίηση μεταξύ των αντιιμπεριαλιστών, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ήταν κυρίως γύρω από τη στάση έναντι της ΕΣΣΔ, την οποία τα Κομμουνιστικά Κόμματα και οι στενοί τους σύμμαχοι την θεωρούσαν ως την «πατρίδα του σοσιαλισμού». Αυτοί καθόριζαν μεγάλο τμήμα των πολιτικών τους θέσεων ευθυγραμμίζοντάς τες με τη Μόσχα και το «σοσιαλιστικό στρατόπεδο» -μια στάση που περιγράφηκε ως «καμπισμός». Αυτό διευκολύνθηκε από το γεγονός ότι η Μόσχα υποστήριξε τους περισσότερους αγώνες κατά του δυτικού ιμπεριαλισμού, δεδομένης της αντιπαλότητάς της με την Ουάσιγκτον στην παγκόσμια σκηνή.

Βέβαια, στις επεμβάσεις της Μόσχας κατά των εργατικών και λαϊκών εξεγέρσεων στη δική της ευρωπαϊκή σφαίρα κυριαρχίας, οι καμπιστές επίσης στάθηκαν στο πλευρό του Κρεμλίνου, υποτιμώντας αυτές τις εξεγέρσεις με το πρόσχημα ότι υποκινούνταν από την Ουάσιγκτον. Όσοι πιστεύουν πως η υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων είναι πρωταρχική αρχή της αριστεράς υποστήριζαν τους αγώνες κατά του δυτικού ιμπεριαλισμού, αλλά υποστήριξαν και τις λαϊκές εξεγέρσεις, στις σοβιετοκρατούμενες χώρες, κατά των τοπικών δικτατοριών και της ηγεμονίας της Μόσχας.

Μια τρίτη κατηγορία ήταν οι μαοϊκοί, οι οποίοι, από τη δεκαετία του 1960, χαρακτήρισαν την ΕΣΣΔ «σοσιαλφασιστική», περιγράφοντάς την ως χειρότερη από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και φτάνοντας στο σημείο να συμπαραταχθούν με την Ουάσινγκτον σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως έγινε με τη στάση του Πεκίνου στη Νότια Αφρική1.

Το πρότυπο ιμπεριαλιστικών πολέμων εναντίον λαϊκών κινημάτων στον Παγκόσμιο Νότο από αποκλειστικά δυτικούς ιμπεριαλισμούς άρχισε να αλλάζει, ωστόσο, με τον πρώτο, ανάλογου τύπου, τέτοιο πόλεμο που διεξήγαγε η ΕΣΣΔ μετά το 1945: τον πόλεμο στο Αφγανιστάν (1979-89). Όπως επίσης ευρύ αποπροσανατολισμό στις τάξεις της παγκόσμιας αντιιμπεριαλιστικής αριστεράς προκάλεσαν και η εισβολή του Βιετνάμ στην Καμπότζη το 1978 και η επίθεση της Κίνας στο Βιετνάμ το 1979, τα οποία επίσης δεν χαρακτηρίζονταν ως «ιμπεριαλιστικά».

Η επόμενη σημαντική επιπλοκή ήταν ο πόλεμος του 1991 υπό την ηγεσία των ΗΠΑ κατά του Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν. Εδώ δεν επρόκειτο για ένα κάπως δημοφιλές, έστω και δικτατορικό, καθεστώς, αλλά για ένα από τα πιο βίαια και δολοφονικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής, ένα καθεστώς που είχε χρησιμοποιήσει ακόμη και χημικά όπλα δολοφονώντας χιλιάδες Κούρδους της χώρας του και με τη συνενοχή της Δύσης, καθώς αυτό συνέβη κατά τη διάρκεια του πολέμου του Ιράκ κατά του Ιράν. Μερικοί αριστεροί, που μέχρι τότε ανήκαν στην αντιιμπεριαλιστική αριστερά, μετατοπίστηκαν, με αυτή την ευκαιρία, προς μια υποστήριξη του πολέμου υπό την ηγεσία των ΗΠΑ. Βέβαια, η συντριπτική πλειοψηφία των αντιιμπεριαλιστών αντιτάχθηκε σε αυτόν, παρόλο που διεξήχθη με εντολή του ΟΗΕ και εγκρίθηκε και από τη Μόσχα. Δεν είχαν άλλωστε καμία διάθεση να υπερασπιστούν τον εμίρη του Κουβέιτ για την κατοχή της τέως βρετανικής αποικίας, όπου κατοικεί μια πλειονότητα μεταναστών χωρίς δικαιώματα. Αλλά δεν ήταν ούτε και οπαδοί του Σαντάμ Χουσεΐν, οι περισσότεροι: τον κατάγγελναν ως βάναυσο δικτάτορα, αλλά αντιτάχθηκαν στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο κατά της χώρας του από τις ΗΠΑ.

Σύντομα προέκυψε μια ακόμη επιπλοκή. Οι πολεμικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ σταμάτησαν τον Φεβρουάριο του 1991, καθώς η κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους αποφάσισε να γλιτώσει τις επίλεκτες δυνάμεις του Σαντάμ Χουσεΐν από φόβο μην καταρρεύσει το καθεστώς, πράγμα που θα οφελούσε το Ιράν. Αυτό είναι που επέτρεψε στον δικτάτορα να αναπτύξει αυτές τις επίλεκτες δυνάμεις του, για να συντρίψει τη λαϊκή εξέγερση στο νότιο Ιράκ και την κουρδική εξέγερση στον ορεινό βορρά, όπου μπόρεσε μάλιστα να χρησιμοποιήσει και ελικόπτερα στην τελευταία περίπτωση. Αυτό οδήγησε σε μαζικό κύμα Κούρδων προσφύγων προς την Τουρκία. Για να το ανακόψει και να επιτρέψει στους πρόσφυγες να επιστρέψουν, η Ουάσινγκτον επέβαλε μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων (ΖΑΠ – NFZ) πάνω από το βόρειο Ιράκ. Δεν υπήρξε σχεδόν καμία αντιιμπεριαλιστική εκστρατεία ενάντια σε αυτή την ΖΑΠ, αφού η μόνη εναλλακτική λύση θα ήταν η συνέχιση του ανελέητου διωγμού των Κούρδων.

Οι πόλεμοι του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια τη δεκαετία του 1990 έθεσαν ένα παρόμοιο δίλημμα. Οι σερβικές δυνάμεις, που ήταν πιστές στο καθεστώς του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, είχαν εμπλακεί σε δολοφονικές ενέργειες εναντίον των μουσουλμάνων της Βοσνίας και του Κοσσυφοπεδίου. Όμως άλλα μέσα για την αποφυγή σφαγών και την επιβολή μιας διευθέτησης με διαπραγματεύσεις στην πρώην Γιουγκοσλαβία είχαν σκόπιμα παραμεληθεί από την Ουάσιγκτον, η οποία επιθυμούσε διακαώς να μεταλλάξει το ΝΑΤΟ από αμυντική συμμαχία σε «οργανισμό ασφαλείας» που επιδίδεται σε επεμβατικούς πολέμους. Το επόμενο βήμα αυτής της μετάλλαξης συνίστατο στην εμπλοκή του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν, μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου (2001), αίροντας έτσι τον περιορισμό της συμμαχίας στην αρχικά ορισμένη ατλαντική ζώνη. Στη συνέχεια ήρθε η εισβολή στο Ιράκ το 2003 -η τελευταία επέμβαση με επικεφαλής τις ΗΠΑ που ένωσε όλους τους αντιιμπεριαλιστές στην εναντίωση σε αυτήν.

Εν τω μεταξύ, ο «καμπισμός» του Ψυχρού Πολέμου επανεμφανιζόταν με νέο προσωπείο: Δεν ορίζεται πλέον από μια ευθυγράμμιση με την ΕΣΣΔ, αλλά από την άμεση ή έμμεση υποστήριξη οποιουδήποτε καθεστώτος ή δύναμης αποτελεί αντικείμενο εχθρότητας της Ουάσιγκτον. Με άλλους όρους, υπήρξε μια μετατόπιση από τη λογική «ο εχθρός του φίλου μου (ΕΣΣΔ) είναι εχθρός μου» σε μια λογική «ο εχθρός του εχθρού μου (ΗΠΑ) είναι φίλος μου» (ή κάποιος που πάντως δεν θα πρέπει να επικρίνω). Ήδη η πρώτη είχε οδηγήσει σε περίεργες συνευρέσεις, αλλά η δεύτερη λογική είναι μια συνταγή για σκέτο κυνισμό: Εστιάζοντας αποκλειστικά στο μίσος απέναντι στην κυβέρνηση των ΗΠΑ, οδηγείται σε σπασμωδική αντίθεση σε ο,τιδήποτε αναλαμβάνει η Ουάσινγκτον στην παγκόσμια σκηνή και διολισθαίνει σε μια άκριτη υποστήριξη εντελώς αντιδραστικών και αντιδημοκρατικών καθεστώτων, όπως η καπιταλιστική και ιμπεριαλιστική κυβέρνηση της Ρωσίας (ιμπεριαλιστική με κάθε έννοια του όρου) ή το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν, ή οι όμοιοι του Μιλόσεβιτς και του Σαντάμ Χουσεΐν.

Για να καταδείξουμε την πολυπλοκότητα των ζητημάτων που αντιμετωπίζει σήμερα ο προοδευτικός αντιιμπεριαλισμός -μια πολυπλοκότητα που είναι ασύλληπτη για την απλοϊκή λογική του νεοκαμπισμού- ας εξετάσουμε δύο πολέμους που προέκυψαν από την Αραβική Άνοιξη του 2011. Όταν οι λαϊκές εξεγέρσεις κατάφεραν να απαλλαγούν από τους προέδρους της Τυνησίας και της Αιγύπτου στις αρχές του 2011, όλο το φάσμα των αυτοαποκαλούμενων αντιιμπεριαλιστών χειροκρότησε εν χορώ, αφού και οι δύο χώρες είχαν φιλικά προς τη Δύση καθεστώτα. Αλλά όταν το επαναστατικό κύμα έφτασε στη Λιβύη, όπως ήταν αναπόφευκτο για μια χώρα που μοιράζεται σύνορα τόσο με την Αίγυπτο όσο και με την Τυνησία, οι νεοκαμπιστές ήταν πολύ λιγότερο ενθουσιώδεις. Θυμήθηκαν ξαφνικά ότι το άκρως αυταρχικό καθεστώς του Μουαμάρ Ελ Καντάφι αντιμετωπιζόταν για δεκαετίες από τα δυτικά κράτη ως “εκτός διεθνούς νομιμότητας” και ξέχασαν προφανώς ότι είχε μετατοπιστεί θεαματικά προς μια συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες2 και διάφορα ευρωπαϊκά κράτη από το 2003.

Συνεπής με τον εαυτό του, ο Καντάφι κατέστειλε αιματηρά τις διαμαρτυρίες. Όταν οι αντάρτες κατέλαβαν τη δεύτερη πόλη της Λιβύης, τη Βεγγάζη, ο Καντάφι -αφού τους χαρακτήρισε αρουραίους και ναρκομανείς και ορκίστηκε να «καθαρίσει τη Λιβύη σπιθαμή προς σπιθαμή, σπίτι προς σπίτι, δρόμο προς δρόμο, άτομο προς άτομο, μέχρι η χώρα να καθαρίσει από τη βρωμιά και τις ακαθαρσίες»- προετοίμασε μια επίθεση εναντίον της πόλης, αναπτύσσοντας όλο το φάσμα των ενόπλων δυνάμεών του. Η πιθανότητα μιας μαζικής σφαγής ήταν πολύ μεγάλη. Δέκα ημέρες μετά την έναρξη της εξέγερσης, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ενέκρινε ομόφωνα ψήφισμα3 με το οποίο παρέπεμπε τη Λιβύη στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.

Ο πληθυσμός της Βεγγάζης εκλιπαρούσε τον κόσμο για προστασία, τονίζοντας παράλληλα ότι δεν ήθελε ξένες μπότες στο έδαφος. Ο Σύνδεσμος Αραβικών Κρατών υποστήριξε το αίτημα αυτό. Κατά συνέπεια, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ υιοθέτησε ψήφισμα που ενέκρινε «την επιβολή μιας ΖΑΠ» πάνω από τη Λιβύη, καθώς και «όλα τα απαραίτητα μέτρα… για την προστασία των αμάχων… αποκλείοντας παράλληλα μια ξένη δύναμη κατοχής οποιασδήποτε μορφής σε οποιοδήποτε τμήμα του λιβυκού εδάφους». Ούτε η Μόσχα ούτε το Πεκίνο άσκησαν βέτο στο ψήφισμα αυτό: Και οι δύο απείχαν, μη θέλοντας να αναλάβουν την ευθύνη για μια σφαγή που είχε προαναγγελθεί.

Οι περισσότεροι δυτικοί αντιιμπεριαλιστές καταδίκασαν το ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ ως κάτι που θύμιζε εκείνα που είχαν εγκρίνει την επίθεση στο Ιράκ το 1991. Με τον τρόπο αυτό, παρέβλεψαν το γεγονός ότι η περίπτωση της Λιβύης είχε στην πραγματικότητα περισσότερα κοινά με τη ΖΑΠ που επιβλήθηκε στο βόρειο Ιράκ παρά με τη γενική επίθεση στο Ιράκ με πρόσχημα την απελευθέρωση του Κουβέιτ. Το ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ ήταν σαφώς ελαττωματικό, ανοιχτό σε ερμηνείες με τρόπο που θα επέτρεπε μια παρατεταμένη παρέμβαση των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στον εμφύλιο πόλεμο της Λιβύης. Ωστόσο, ελλείψει εναλλακτικών μέσων αποτροπής της επικείμενης σφαγής, η ΖΑΠ δύσκολα θα μπορούσε να επικριθεί στην αρχική της φάση -για τους ίδιους λόγους4 που είχαν οδηγήσει και τη Μόσχα και το Πεκίνο να απέχουν.

Το ΝΑΤΟ χρειάστηκε πολύ λίγες ημέρες για να στερήσει από τον Καντάφι μεγάλο μέρος της αεροπορίας και των αρμάτων μάχης του. Οι αντάρτες θα μπορούσαν να συνεχίσουν χωρίς άμεση ξένη ανάμειξη, υπό την προϋπόθεση ότι θα τους δίνονταν τα όπλα που χρειάζονταν για να αντιμετωπίσουν τις δυνάμεις του Καντάφι. Το ΝΑΤΟ προτίμησε να τους κρατήσει εξαρτημένους από τη δική του άμεση εμπλοκή, με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να τους ελέγξει5. Τελικά, ακύρωσαν τα σχέδια του ΝΑΤΟ, καθώς διαλύθηκε πλήρως το κράτος του Καντάφι, δημιουργώντας έτσι τη σημερινή χαοτική κατάσταση στη Λιβύη.

Η δεύτερη -ακόμη πιο περίπλοκη- περίπτωση είναι η Συρία. Εκεί, η κυβέρνηση Ομπάμα δεν είχε ποτέ την πρόθεση να επιβάλει ΖΑΠ. Λόγω των αναπόφευκτων ρωσικών και κινεζικών βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, κάτι τέτοιο θα απαιτούσε παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας, όπως αυτή που είχε κάνει η κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους με την εισβολή στο Ιράκ (μια εισβολή στην οποία είχε αντιταχθεί ο Ομπάμα). Η Ουάσινγκτον κράτησε χαμηλό προφίλ6 στον πόλεμο της Συρίας, ενισχύοντας την εμπλοκή της μόνο μετά την ανάδυση του λεγόμενου Ισλαμικού Κράτους και την είσοδό του από τα σύνορα με το Ιράκ, και περιορίζοντας στη συνέχεια την άμεση παρέμβασή της στη μάχη κατά του ISIS.

Ωστόσο, η πιο καθοριστική επιρροή της Ουάσινγκτον στον συριακό πόλεμο δεν ήταν η άμεση εμπλοκή της -η οποία είναι υψίστης σημασίας μόνο για τα μάτια των νεο-καμπιστών, που επικεντρώνονται αποκλειστικά στον δυτικό ιμπεριαλισμό-, αλλά το ότι απαγόρευσε στους περιφερειακούς της συμμάχους να δώσουν αντιαεροπορικά όπλα στους σύριους αντάρτες, κυρίως λόγω της αντίθεσης του Ισραήλ7. Το αποτέλεσμα ήταν το καθεστώς Άσαντ να έχει το μονοπώλιο στον αέρα κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης και να μπορεί να χρησιμοποιεί, ακόμη και εκτεταμένα, καταστροφικές βόμβες βαρελιών που ρίχνονταν από ελικόπτερα. Η κατάσταση αυτή ενθάρρυνε επίσης και τη Μόσχα να εμπλέξει άμεσα την αεροπορία της στη συριακή σύγκρουση από το 2015.

Οι αντιιμπεριαλιστές διχάστηκαν πικρά για τη Συρία:

  • Οι νεο-καμπιστές -όπως, στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Αντιπολεμική Συμμαχία (United National Antiwar Coalition) και το Συμβούλιο Ειρήνης (US Peace Council)- επικεντρώθηκαν αποκλειστικά στις δυτικές δυνάμεις, στο όνομα ενός ιδιότυπου και μονόπλευρου «αντιιμπεριαλισμού». Αλλά, έτσι, αγνόησαν ή και υποστήριξαν την ασύγκριτα σημαντικότερη επέμβαση του ρωσικού ιμπεριαλισμού [την οποία μετά βίας την ανέφεραν, αρνούμενοι όμως να κάνουν εκστρατεία εναντίον της -αυτή είναι η περίπτωση του Συνασπισμού «Σταματήστε τον Πόλεμο» (Stop the War Coalition) στο Ηνωμένο Βασίλειο], και ακόμα περισσότερο την επέμβαση των ισλαμικών φονταμενταλιστικών δυνάμεων που χρηματοδοτούσε το Ιράν.
  • Οι προοδευτικοί δημοκρατικοί αντι-ιμπεριαλιστές -του συγγραφέα συμπεριλαμβανομένου- καταδίκασαν το δολοφονικό καθεστώς Άσαντ και τους ξένους ιμπεριαλιστές και αντιδραστικούς υποστηρικτές του, επέκριναν την αδιαφορία των δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για την τύχη του συριακού λαού, αντιτασσόμενοι σε μια άμεση επέμβασή τους στη σύγκρουση, και κατήγγειλαν τον άθλιο ρόλο των Μοναρχιών του Κόλπου και της Τουρκίας στην προώθηση αντιδραστικών δυνάμεων μέσα στη συριακή αντιπολίτευση.

Η κατάσταση περιπλέχθηκε περαιτέρω, ωστόσο, όταν το ανερχόμενο ISIS απείλησε το αριστερό εθνικό κουρδικό κίνημα της Συρίας, τη μόνη προοδευτική ένοπλη δύναμη που δραστηριοποιούνταν τότε στο συριακό έδαφος. Η Ουάσινγκτον καταπολέμησε το ISIS μέσω ενός συνδυασμού βομβαρδισμών και απροκάλυπτης υποστήριξης τοπικών δυνάμεων που περιελάμβαναν πολιτοφυλακές προσκείμενες στο Ιράν, στο Ιράκ και κουρδικές αριστερές δυνάμεις στη Συρία. Όταν το ISIS απείλησε να καταλάβει την πόλη Κομπάνι, που κατείχαν οι κουρδικές δυνάμεις, αυτές διασώθηκαν από τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς και τις ρίψεις όπλων από αέρος8. Κανένα τμήμα των αντιιμπεριαλιστών δεν ξεσηκώθηκε για να καταδικάσει αυτή την κατάφωρη επέμβαση της Ουάσινγκτον -για τον προφανή λόγο ότι η εναλλακτική λύση θα ήταν η συντριβή μιας δύναμης που συνδέεται με ένα αριστερό εθνικό κίνημα στην Τουρκία, το οποίο όλη η αριστερά παραδοσιακά υποστήριζε.

Αργότερα, η Ουάσινγκτον ανέπτυξε και στρατεύματα στο βορειοανατολικό τμήμα της Συρίας για να υποστηρίξει, να εξοπλίσει και να εκπαιδεύσει τις υπό κουρδική ηγεσία Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF)9. Η μόνη σθεναρή αντίθεση σε αυτόν τον ρόλο των ΗΠΑ προήλθε από το μέλος του ΝΑΤΟ, την Τουρκία, τον εθνικό δυνάστη του μεγαλύτερου τμήματος του κουρδικού λαού. Οι περισσότεροι αντιιμπεριαλιστές παρέμειναν σιωπηλοί (το ισοδύναμο της αποχής), σε αντίθεση με τη στάση τους το 2011 για τη Λιβύη -λες και η υποστήριξη των λαϊκών εξεγέρσεων από την Ουάσινγκτον θα μπορούσε να γίνει ανεκτή μόνο όταν αυτές καθοδηγούνται από αριστερές δυνάμεις. Και όταν ο Ντόναλντ Τραμπ, υπό την πίεση του Τούρκου προέδρου, ανακοίνωσε την απόφασή του να αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα από τη Συρία, αρκετές εξέχουσες προσωπικότητες της αμερικανικής αριστεράς -μεταξύ των οποίων η Τζούντιθ Μπάτλερ, ο Νόαμ Τσόμσκι, ο αείμνηστος Ντέιβιντ Γκρέιμπερ και ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ- εξέδωσαν δήλωση10 με την οποία ζητούσαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες «να συνεχίσουν τη στρατιωτική υποστήριξη προς τις SDF» (χωρίς ωστόσο να διευκρινίζουν ότι αυτή θα πρέπει να αποκλείει την άμεση επέμβασή τους στο έδαφος). Ακόμα και μεταξύ των νεοκαμπιστών, πολύ λίγοι κατήγγειλαν δημοσίως αυτή τη δήλωση.

Από αυτή τη σύντομη επισκόπηση των πρόσφατων επιπλοκών του αντιιμπεριαλισμού προκύπτουν τρεις κατευθυντήριες αρχές:

  • Πρώτη και πιο σημαντική: Οι πραγματικά προοδευτικές θέσεις -σε αντίθεση με τις κόκκινα βαμμένες απολογίες δικτατόρων- καθορίζονται σε συνάρτηση με το δικαίωμα των λαών στη δημοκρατική αυτοδιάθεση, και όχι με μια σπασμωδική αντίθεση σε ο,τιδήποτε κάνει μια ιμπεριαλιστική δύναμη υπό οποιεσδήποτε συνθήκες: οι αντιιμπεριαλιστές πρέπει να «μάθουν να σκέφτονται11».
  • Δεύτερον: Ο προοδευτικός αντιιμπεριαλισμός απαιτεί την εναντίωση σε όλα τα ιμπεριαλιστικά κράτη, όχι τη συμπαράταξη με κάποια από αυτά εναντίον άλλων.
  • Τέλος, ακόμα και στις εξαιρετικές περιπτώσεις που η επέμβαση μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης ωφελεί ένα λαϊκό κίνημα χειραφέτησης -και ακόμα και όταν είναι η μόνη διαθέσιμη επιλογή για να σωθεί ένα τέτοιο κίνημα από την αιματηρή καταστολή- οι προοδευτικοί αντιιμπεριαλιστές πρέπει να υποστηρίζουν την πλήρη δυσπιστία απέναντι στην ιμπεριαλιστική δύναμη και να απαιτούν τον περιορισμό της εμπλοκής της σε μορφές που περιορίζουν την ικανότητά της να επιβάλλει την κυριαρχία της πάνω σε αυτούς που προσποιείται ότι σώζει.

Η όποια συζήτηση μένει για τους προοδευτικούς αντιιμπεριαλιστές που συμφωνούν στις παραπάνω αρχές αφορά ουσιαστικά θέματα τακτικής. Με τους νεοκαμπιστές, δεν υπάρχει σχεδόν καμία συζήτηση: Βρισιές και συκοφαντίες είναι ο συνήθης τρόπος δράσης τους, σύμφωνα με την παράδοση των προκατόχων τους τον περασμένο αιώνα.

Gilbert Achcar

6 Απριλίου 2021


Σημειώσεις

1Steven F. Jackson, “China’s Third World Foreign Policy: The Case of Angola and Mozambique, 1961-93”, The China Quarterly, No. 142 (Jun., 1995), Published By: Cambridge University Press

2KIRIT RADIA, “Libya Is Off U.S. Terrorist List”, ABC News, May 15, 2006

3Απόφαση του Συμβουλείου Ασφαλείας του ΟΗΕ 1970 (2011), 26 Φεβρουαρίου 2011

4Gilbert Achcar, “Libyan Developments”, ZNET, 19 Μαρτίου 2011.

5NATO’s «Conspiracy» against the Libyan Revolution, by Gilbert Achcar, Jadaliyya,16 Αυγούστου 2011.

6Obama’s Syria legacy: Measured diplomacy, strategic explosion, by Barbara Plett Usher, BBC State Department correspondent, published 13 January 2017.

7Dimi Reider, “Syria: the view from Israel”, European Council on Foreign Relations, 20 Ιουνίου 2013.

8“Centcom: U.S. Airdrops Arms, Supplies To Kurds In Kobani”, Radio Free Europe Radio Liberty, based on reporting by AFP, AP, dpa and Reuters, 19 Οκτωβρίου 2014.

9Lara Seligman, “Some of the Most Noble People I’d Ever Met”, Foreign Policy, 10 Οκτωβρίου 2019.

10“A Call to Defend Rojava – An Open Letter”, The New York Review, 23 Απριλίου 2018.

11Leon Trotsky, “Learn To Think – A Friendly Suggestion to Certain Ultra-Leftists”, 22 Μαΐου 1938, από το The New International, Vol. IV No. 7, July 1938. Στα ελληνικά: Λέον Τρότσκι, “Να μάθουμε να σκεφτόμαστε”, e la libertà, 8 Μαΐου 2018, https://www.elaliberta.gr/ιστορία-θεωρία/θεωρία/4300-να-μάθουμε-να-σκεφτόμαστε .


Από τα αγγλικά:

Μετάφραση ΤΠΤ

Επίσης:


https://tpt4.org/?p=5917

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s