Για τις επαναστάσεις σε Βόρειο Αφρική και Μέση Ανατολή

Διεθνής Επιτροπή της 4ης Διεθνούς, Μάρτης 2021

Επαναστατική διαδικασία στη Βόρειο Αφρική και τη Μέση Ανατολή:

Απολογισμός και προοπτικές

Η σπίθα της λαϊκής εξέγερσης, που τώρα γιορτάζουμε τη 10η επέτειό της, ξεκίνησε από την Τυνησία και πολύ γρήγορα επεκτάθηκε στη Βόρειο Αφρική και τη Μέση Ανατολή και, μετά, και σε άλλες χώρες εκτός αυτού του γεωγραφικού χώρου, με διαφορετικές συνθήκες και με διάφορους καταλύτες: Ισπανική Κράτος (Κίνημα των Αγανακτισμένων), ΗΠΑ (Occupy Wall Street), Ιράν, Μπουρκίνα Φάσο (κατά της αύξησης των τιμών και της καταστολής), Τουρκία, κλπ.


1. Οι αντικειμενικές αιτίες της επαναστατικής εξέγερσης στην περιοχή

  • Κληρονομικά καθεστώτα, νεοφιλελεύθερη επίθεση και ανυπόφορες αδικίες

2. Η εξέλιξη της εξέγερσης: επανάσταση και αντεπανάσταση μέσα σε μια μακρόχρονη επαναστατική διαδικασία

3. Η φύση των αντεπιθέσεων από τα καθεστώτα, τους ιμπεριαλιστές και τα αντιδραστικά θρησκευτικά ρεύματα

  • Αντιδραστικές θρησκευτικές αστικές οργανώσεις, εχθρικές σε κάθε εργατική και λαϊκή χειραφέτηση
  • Συγκρούσεις ανάμεσα σε ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και σε τοπικές δυνάμεις

4. Μια εξέγερση που έχει εισέλθει στο δεύτερο κύμα της

  • Το πλαίσιο της κρίσης του κορονοϊού
  • Εθνικό ζήτημα και αυτοδιάθεση των λαών

5. Η θέση της εργατικής τάξης και τα καθήκοντα των μαρξιστών επαναστατών


Ήταν ένα μαζικό κίνημα, εξαιρετικό από τη δυναμική του και από το βάθος του σε πολλές χώρες, από την αποφασιστικότητα και τις μεθόδους δράσης του. Και κατάφερε να ρίξει γρήγορα τους προέδρους Μπεν Άλι (Τυνησία) και Μουμπάρακ (Αίγυπτο) και κάπως πιο δύσκολα τον Καντάφι (Λιβύη) και τον Σάλεχ (Υεμένη) και, πιο πρόσφατα, τον Αλ Μπασίρ (Σουδάν). Αλλά οι εξεγέρσεις καταστάλθηκαν άγρια και τελικά ανακόπηκαν σχεδόν παντού από το συνδυασμό των αντεπαναστατικών αντιδράσεων στις οποίες προσέκρουσαν: Στη σκληρή αντίδραση των παλαιών καθεστώτων, στις επιθέσεις των φονταμενταλιστικών ισλαμικών δυνάμεων και στους ελιγμούς (έως και στρατιωτικές παρεμβάσεις) των διάφορων ιμπεριαλισμών και τοπικών δυνάμεων.

Ωστόσο, καθώς οι αντικειμενικές βάσεις εξακολουθούν να είναι παρούσες και να εμποδίζουν τις εγκατεστημένες εξουσίες να αποκτήσουν νομιμοποίηση, η επαναστατική αυτή διαδικασία παράγει βαθιές επιπτώσεις, έχει επεκταθεί και σε άλλες χώρες και τείνει να αναδυθεί και πάλι. Είναι έτσι πολύ σημαντικό να αναλυθούν οι δυνάμεις, οι αντιφάσεις και οι αδυναμίες αυτού, για να μπορούν να ενισχυθούν έως τη νίκη της χειραφέτησης όλων αυτών των λαών.

1. Οι αντικειμενικές αιτίες της επαναστατικής εξέγερσης στην περιοχή

Η εξέγερση αυτή στην κλίμακα της περιοχής είναι το συνδυασμένο αποτέλεσμα της δομικής κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού και μιας σοβαρής συγκυριακής κρίσης στα ιμπεριαλιστικά κέντρα το 2008. Πρόκειται για μια σύνθετη και πολυδιάστατη κρίση (οικονομική, χρηματοπιστωτική, κοινωνική, περιβαλλοντική, πολιτική, …) και οι καταστροφικές της επιπτώσεις εκτινάχθηκαν σε πολλές εξαρτημένες χώρες και ιδιαίτερα στην περιοχή αυτήν.

Η παγκόσμια οικονομική ύφεση του 2008 στις ΗΠΑ, την Ευρώπη και ακόμα και την Κίνα οδήγησε σε μείωση των τιμών των πρώτων υλών (πετρέλαιο, φωσφορικά, κλπ.) το 2009 και σε συρρίκνωση των αγορών των δυτικών κέντρων. Οι εξαρτημένες χώρες υπέστησαν τότε γερή μείωση των εξαγωγικών τους εσόδων και αύξηση του διαρθρωτικού τους εμπορικού ελλείμματος, τάση που δεν αντιστράφηκε με την αργή και χαοτική ανάκαμψη της ανάπτυξης κατόπιν.

Ωστόσο, οι λαϊκές εξεγέρσεις στη Μέση Ανατολή και τη Βόρειο Αφρική (ΜΑΒΑ) δεν είναι απλώς υποπροϊόν της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 2008. Η τελευταία έπαιξε απλώς ένα ρόλο καταλύτη για την έκρηξη αυτή σε σχέση με τους ιδιαίτερους διαρθρωτικούς παράγοντες, που προέρχονται από τους ειδικούς τύπους τρόπου παραγωγής και αναπαραγωγής του κυρίαρχου καπιταλισμού στην περιοχή: ενός κερδοσκοπικού και εμπορικού καπιταλισμού που χαρακτηρίζεται από τη βραχυπρόθεσμη αναζήτηση κερδών. Η οικονομία της περιοχής επικεντρώνεται υπερβολικά στην εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου, με υπο-ανάπτυξη των παραγωγικών τομέων και υπερ-ανάπτυξη των υπηρεσιών που τροφοδοτούν διάφορες μορφές κερδοσκοπικών επενδύσεων, ιδιαίτερα στα ακίνητα.

Κληρονομικά καθεστώτα, νεοφιλελεύθερη επίθεση και ανυπόφορες αδικίες

Είτε πρόκειται για απολυταρχικές μοναρχίες, είτε για αβασίλευτες δικτατορίες, είτε για πολιτικά συστήματα αυταρχικά είτε θρησκευτικά κοινοβουλευτικά, τα καθεστώτα και οι κυβερνήσεις που επικρατούν εδώ και δεκαετίες στη Μέση Ανατολή και τη Βόρειο Αφρική διακρίνονται γενικά από γενικευμένη διαφθορά και ακραίο πολιτικό δεσποτισμό. Αυτά έχουν εμποδίσει την ανάπτυξη των χωρών τους, καθώς οι κρατικές μηχανές χρησιμοποιούνται για να ληστεύουν τον πλούτο και να επωφελούνται από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, επεκτείνοντας το μονοπώλιό τους και κυριαρχώντας σε όλους τους επικερδείς τομείς σε συνεργασία με ξένα κεφάλαια.

Χωρίς λαϊκή νομιμοποίηση, τα διάφορα καθεστώτα και κράτη της περιοχής έχουν συχνά θρέψει φυλετικές, θρησκευτικές και/ή τοπικές πελατείες για να εξασφαλιστούν έναντι των λαϊκών εξεγέρσεων: αυτό συγκροτεί την αρματωσιά της εξουσίας, μαζί με την υπερτροφία των στρατιωτικών και αστυνομικών μηχανών. Η εξήγηση της μακροβιότητας τέτοιων παραγόντων δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να αναζητηθεί σε ένα είδος αραβικής ή ισλαμικής «ιδιομορφίας», αλλά να συνδεθεί με την άνιση και συνδυασμένη ανάπτυξη του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.

Η σημασία του κοινωνικο-οικονομικού ζητήματος και το βάρος του στο ξέσπασμα των επαναστατικών διαδικασιών είναι η διάσταση που περισσότερο αποκρύπτεται από τα διεθνή και περιφερειακά μίντια, παρά το θεμελιώδη του χαρακτήρα. Ήδη από τη δεκαετία του 1980, όλα τα καθεστώτα της περιοχής εγγράφηκαν σε νεοφιλελεύθερες οικονομικές δυναμικές, που ενθαρρύνθηκαν από τους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς θεσμούς, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και η Παγκόσμια Τράπεζα (ΠΤ). Τα νεοφιλελεύθερα μέτρα χρησίμεψαν στην αποδιάρθρωση των δημοσίων υπηρεσιών, στην κατάργηση των επιδοτήσεων, ιδιαίτερα για τα αγαθά πρώτης ανάγκης, επιταχύνοντας ταυτόχρονα τις διαδικασίες ιδιωτικοποίησης των αγαθών στους τομείς της βιομηχανίας, των ακινήτων και του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις των καθεστώτων στη ΜΑΒΑ ενθάρρυναν, με διαφοροποιημένους ρυθμούς, πολιτικές με βάση την υποδοχή άμεσων ξένων επενδύσεων, την ανάπτυξη των εξαγωγών και υπηρεσιών όπως ο τουρισμός και τα ακίνητα. Οι κυβερνώντες εξασφάλισαν στις πολυεθνικές απουσία φορολόγησης, ή αδύναμους συντελεστές της, εγγυώμενες ταυτόχρονα και πολύ φτηνή εργατική δύναμη. Οι κατασταλτικές μηχανές χρησίμεψαν ως «φορείς ασφάλειας» για τις εταιρείες αυτές, προφυλάσσοντάς τες από κοινωνικές αναταραχές και διεκδικήσεις. Τα κράτη έπαιξαν το ρόλο ενδιάμεσου για τα ξένα κεφάλαια εγγυώμενα τον πλουτισμό μιας αστικής τάξης συνδεδεμένης με το καθεστώς.

Οι διαφορετικές πορείες των επαναστατικών διαδικασιών εξηγούνται κατά μεγάλο μέρος:

  • από τη φύση των κρατών της περιοχής: κληρονομικά κράτη (απολυταρχικές μοναρχίες ή ορισμένες λεγόμενες δημοκρατίες όπως η Συρία των Άσαντ ή προηγουμένως η Λιβύη των Καντάφι), νεο-κληρονομικά κράτη (αβασίλευτες δικτατορίες) και θρησκευτικές δομές με ισχυρές πολιτοφυλακές που δρουν ως υπερασπιστές του status quo
  • από τη δομή των κοινωνιών (πόσο ετερογενείς είναι) και
  • από τη θέση των κρατών αυτών μέσα στο διεθνές και περιφερειακό ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Αλλά, συνολικά, η ανάπτυξη του καπιταλισμού στην περιοχή ΜΑΒΑ κατά τις τελευταίες δεκαετίες οδήγησε σε αυξανόμενη πόλωση στην κοινωνία:

  • από τη μια, ένα πολύ μικρό τμήμα του πληθυσμού, η μεγάλη αστική τάξη, σε στενή σύνδεση με τους διεθνείς επενδυτές, επωφελήθηκε από τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας και των οικονομικών τομέων-κλειδιά.
  • από την άλλη, μια αυξανόμενη μάζα του πληθυσμού, η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα, εξαθλιώθηκε και αποστερήθηκε, τόσο στις αστικές όσο και στις επαρχιακές περιοχές, με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές να οδηγούν σε αυξανόμενες ιδιωτικοποιήσεις.

Οι πληγές που επέφεραν οι νεοφιλελεύθερες αυτές πολιτικές είναι πολλές:

  • Μεγάλη υποβάθμιση των συστημάτων υγείας και εκπαίδευσης.
  • Υψηλό ποσοστό ανεργίας, ιδιαίτερα στους διπλωματούχους νέους, που δεν βρίσκουν δουλειά σε μια οικονομία επικεντρωνόμενη πλέον σε θέσεις απασχόλησης με χαμηλή προστιθέμενη αξία και όπου η καταρτισμένη εργασία σπανίζει.
  • Υποαπασχόληση και ισχυρή ανάπτυξη του πολύ επισφαλούς άτυπου τομέα, άμεση επίπτωση των μέτρων αυτών.
  • Μετανάστευση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων προς τις αστικές περιοχές ή και εκτός συνόρων.
  • Κοινωνικές, οικονομικές και περιφερειακές ανισότητες που οξύνονται όλο και περισσότερο.

Η απουσία δημοκρατίας, ή οι ακραίοι περιορισμοί της, και η αυξανόμενη φτωχοποίηση, μέσα σε ένα κλίμα διαφθοράς και αυξανόμενων κοινωνικών ανισοτήτων, προετοίμασαν το χώρο για τη λαϊκή εξέγερση, που έτσι το μόνο που της έλειπε ήταν μια σπίθα στις κοινωνίες αυτές. Οι λαϊκές εξεγέρσεις αποτελούν, έτσι, μια μαζική εξέγερση κατά των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, που επιβάλλονται από αυταρχικά καθεστώτα με τη συνεργασία των διεθνών χρηματοπιστωτικών οργανισμών.

2. Η εξέλιξη της εξέγερσης: επανάσταση και αντεπανάσταση σε μια μακρόχρονη επαναστατική διαδικασία

Η λαϊκή εξέγερση που άρχισε στα τέλη του 2010 και στις αρχές του 2011, στην αρχή στη Βόρειο Αφρική και πολύ γρήγορα και στη Μέση Ανατολή, ήταν εξαιρετικής δύναμης. Ανέτρεψε τους επικεφαλής των καθεστώτων στην Τυνησία, στην Αίγυπτο, στην Υεμένη και στη Λιβύη και άνοιξε μια νέα φάση για τους αγώνες των λαών της περιοχής. Απελευθέρωσε τις αγωνιστικές ενέργειες σε όλα τα κοινωνικά στρώματα που κατέλαβαν τους δρόμους και τις πλατείες και ιδιαίτερα τους νέους και τις γυναίκες. Διέλυσε την ψυχολογία του φόβου απέναντι σε δεκαετίες τυραννίας. Συνθήματα όπως: «Αξιοπρέπεια, ελευθερία, κοινωνική δικαιοσύνη» και «Ο λαός ζητάει να πέσει το καθεστώς» επεκτάθηκαν από τότε σε σχεδόν όλες τις χώρες που έχουν σημαδευτεί από την αραβική γλώσσα και πολιτισμό. Νέοι μέθοδοι αυτο-οργανωμένης πάλης αναπτύχθηκαν και μεταδόθηκαν πλατιά χρησιμοποιώντας τις πολιτιστικές διαστάσεις αλλά και τα πιο σύγχρονα εργαλεία επικοινωνίας.

Όμως, πολύ γρήγορα τα καθεστώτα της περιοχής αντεπιτέθηκαν για να στηρίξουν την κλονισμένη τους εξουσία, στο όνομα της «πάλης κατά της τρομοκρατίας», που τη δανείστηκαν ως εργαλείο από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ασφαλώς ορισμένα κατάφεραν να περιορίσουν τις πρώτες διαδηλώσεις πριν ακόμα πάρουν εξεγερσιακό χαρακτήρα, όπως στο Μαρόκο ή στην Ιορδανία. Άλλα έπνιξαν τις εξεγέρσεις στην καταστολή, είτε πολύ γρήγορα όπως στο Μπαχρέϊν είτε σε περισσότερους χρόνους όπως στην Αίγυπτο. Στη Λιβύη, στη Συρία και στην Υεμένη, τα καθεστώτα ανέλαβαν να διεξάγουν έναν αληθινό πόλεμο κατά των λαών τους, που σήμερα γνωρίζουν τρομακτικές συνθήκες. Στη Λιβύη, ο Καντάφι εξοντώθηκε, καθώς οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις επέλεξαν να υποστηρίξουν την εξέγερση, ενώ το καθεστώς δεν είχε εξωτερική στήριξη. Είναι η μόνη περίπτωση όπου το παλαιό καθεστώς πραγματικά εξαφανίστηκε, αλλά αφήνοντας χώρο σε ένα χάος που ενταφιάζει κάθε μέρα και περισσότερο την ελπίδα που είχε γεννηθεί. Στην τυνησιακή περίπτωση, οι δυνάμεις του παλαιού καθεστώτος οι λιγότερο αναμειγμένες συσπειρώθηκαν μέσα στο Nidaa Tounes και συμμάχησαν με το Ennahda, επιρροής Αδελφών Μουσουλμάνων, που κυβέρνησε από το 2014 ως το 2018.

Στην Υεμένη, η Σαουδική Αραβία χρειάστηκε να «διώξει» το δικτάτορα Αλί Σάλεχ, για να καταφέρει να πνίξει την εξέγερση, και έβαλε στη θέση του έναν εμφύλιο και περιφερειακό πόλεμο που συνεχίζει και τώρα, με τη στήριξη των ιμπεριαλιστικών και των περιφερειακών δυνάμεων μέσα από την «Αραβική Συμμαχία» ενάντια στους συμμάχους του Ιράν, τον κύριο αντίπαλό τους. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα προσπαθούν από την πλευρά τους να ελέγξουν τα σημεία διακίνησης των ναυτικών μεταφορών στο νότιο Κόλπο και να επιβληθούν ως παγκόσμιος λιμενικός γίγαντας. Στη Συρία, ο Άσαντ χρειάστηκε να διεξάγει επί 10 χρόνια έναν ολοκληρωτικό πόλεμο ενάντια στο λαό του, με την καθοριστική βοήθεια της Ρωσίας του Πούτιν και του Ιράν των μουλάδων, ελπίζοντας έτσι να συντρίψει την εξέγερση, έστω και με αντίτιμο την τρομαχτική καταστροφή της χώρας του και της κοινωνίας. Τέλος, βλέπουμε να αυξάνει ο ρόλος της Τουρκίας, του μαθητευόμενου δικτάτορα Ερντογάν, που επεμβαίνει με όλο και μεγαλύτερο σθένος για να συντρίψει τις βουλήσεις του κουρδικού λαού, μέσα στην ίδια την Τουρκία, στο Ιράκ ενίοτε και, κυρίως, στη Συρία στις περιοχές που ελέγχονται από το PYD, συριακή πτέρυγα του PKK. Ξεδιπλώνοντας τις περιφερειακές της φιλοδοξίες, επίσης επεμβαίνει στη Λιβύη, για να στηρίξει μια κυβέρνηση κοντά στο κίνημα των Αδελφών Μουσουλμάνων, που πολιτικά υποστηρίζεται από το σύμμαχό της το Κατάρ.

Στην πραγματικότητα, για να πετύχουν στις αντεπιθέσεις τους, τα καταπιεστικά καθεστώτα μπόρεσαν να επωφεληθούν από τη στήριξη της μιας ή της άλλης δύναμης. Αλλά οι εξεγερμένοι λαοί αναγκάστηκαν ταυτόχρονα να αντιμετωπίσουν ψευτο-εναλλακτικές από διάφορες πολιτικές δυνάμεις, συχνά ένοπλες, του ισλαμικού φονταμενταλισμού.

Βρισκόμαστε, επομένως, μπροστά σε μια περιφερειακή άνοδο, με διάφορα πρόσωπα, της αντεπανάστασης που προσπαθούν να συντρίψουν την επανάσταση και τα κεκτημένα της. Αλλά καμία από τις βαθιές αιτίες των εξεγέρσεων αυτών δεν έχει ρυθμιστεί, ενώ ποτέ η καταστολή από μόνη της δεν έχει καταφέρει να σταθεροποιήσει κοινωνικούς σχηματισμούς. Το είδαμε στη Συρία, όπου περιοχές που επανήλθαν στην κυριαρχία του καθεστώτος είδαν να ξεπηδούν και νέες διαδηλώσεις, το είδαμε πρόσφατα και στην Αίγυπτο, όπου ο θυμός υποβόσκει ενάντια στο νέο δικτάτορα Σίσι. Αλλά, κυρίως, το 2019, αναδύθηκε και ένα νέο κύμα εξεγέρσεων, σε χώρες που είχαν ξεφύγει το πρώτο διάστημα από την εξεγερσιακή δυναμική, καθώς ήταν ακόμα σημαδεμένες από πρόσφατους εμφύλιους πολέμους: Ιράκ, Λίβανος, Σουδάν και Αλγερία.

3. Η φύση των αντεπιθέσεων από τα καθεστώτα, τους ιμπεριαλιστές και τα αντιδραστικά θρησκευτικά ρεύματα

Η επαναστατική διαδικασία στην περιοχή είναι ένα φυτώριο μεγάλων ελπίδων και επαναστατικού ηρωισμού, που βγαίνει από τα βάθη των λαών, αλλά έχει γίνει ταυτόχρονα και το θέατρο παρέμβασης των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και των αντιδραστικών καθεστώτων, σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, τροφοδοτώντας τη βαρβαρότητα και τους εμφύλιους πολέμους και προκαλώντας ατελείωτα θύματα, πρόσφυγες και μετανάστες.

Τα παλαιά καθεστώτα, με τις διαφορές τους, παραμένουν οι κύριοι και οι πιο επικίνδυνοι παράγοντες, καθώς ελέγχουν το κράτος και τους θεσμούς. Με τη στήριξη των μηχανισμών ασφαλείας, των οποίων η ενίσχυση δικαιολογείται με μια «αντιτρομοκρατική» ρητορεία, είναι ο παραδοσιακός παράγοντας των αντεπαναστάσεων. Η παραμονή των καθεστώτων αυτών εξηγείται επίσης και από τη στήριξη που έχουν από τις διάφορες διεθνείς ιμπεριαλιστικές και περιφερειακές δυνάμεις ενάντια στα λαϊκά κινήματα. Η αντεπανάσταση εφαρμόζει μια νεοφιλελεύθερη πολιτική, που εξυπηρετεί τα συμφέροντα της τοπικής αστικής τάξης, τις πολυεθνικές και τον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό. Με τον ίδιο τρόπο και το ζήτημα του χρέους πήρε ιδιαίτερη σημασία. Στις χώρες αυτές, το χρέος χρησιμοποιήθηκε και συνεχίζει να χρησιμοποιείται ως εργαλείο πολιτικής υπόταξης και ως μηχανισμός μεταβίβασης εισοδημάτων της εργασίας προς το τοπικό και, κυρίως, παγκόσμιο κεφάλαιο. Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να υπογραμμιστεί ο πολύ επιζήμιος ρόλος των υποτιθέμενα δημοκρατικών πολιτικών δυνάμεων, που είναι έτοιμες να συνθηκολογήσουν με το δεσποτισμό και τον ιμπεριαλισμό στο όνομα της αναζήτησης του «μικρότερου κακού».

Η άλλη μεγάλη δύναμη που έχει διακριθεί ως αντεπαναστατική οντότητα στην πολιτική σκηνή της περιοχής είναι τα ισλαμικά φονταμενταλιστικά κινήματα, στις διάφορες συνιστώσες τους.

Οι δύο αυτές δυνάμεις ενώνονται στην ανυποχώρητη εχθρότητά τους προς το στόχο της δημοκρατικής και κοινωνικής χειραφέτησης των λαών της περιοχής, ενώ διαφοροποιούνται στις αντιδραστικές πολιτικές τους εναλλακτικές και στο βάθεμα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών.

Αντιδραστικές θρησκευτικές αστικές οργανώσεις, εχθρικές σε κάθε εργατική και λαϊκή χειραφέτηση

Με την άνοδο της μαζικής εξέγερσης, θρησκευτικά φονταμενταλιστικά κινήματα, με πλατύ λαϊκό ρίζωμα και με σημαντικές δυνατότητες και εμπειρία, διεκδίκησαν να αποτελέσουν την εναλλακτική στην εξουσία των παλαιών καθεστώτων. Κανένα τους δεν αποτέλεσε κάποια ταξική, κοινωνική και δημοκρατική εναλλακτική στα σημερινά καθεστώτα. Είναι εχθρικά στις ατομικές ελευθερίες και στη χειραφέτηση των γυναικών. Ευνοούν ένα νεοφιλελεύθερο πολιτικό πρόγραμμα συντηρητικό, θρησκευτικό, σεξιστικό, ομοφοβικό και εχθρικό προς τους μισθωτούς και τους φτωχούς αγρότες.

Οι ιδιαίτερες ονομασίες, δόγματα και ιστορία, αυτών των θρησκευτικών φονταμενταλιστικών οργανώσεων ποικίλουν, αλλά όλες τους ενώνονται στην υπεράσπιση του συστήματος της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και στο μίσος τους απέναντι στις καθολικές προοδευτικές ιδέες, που θεωρούνται ως δυτικά κουσούρια, όπως ο φεμινισμός ή ο σοσιαλισμός.

Οι ιμπεριαλιστικές και περιφερειακές δυνάμεις χρησιμοποίησαν τους ισλαμιστές φονταμενταλιστές ως πολιτικό μέσο για να αυξήσουν την περιφερειακή τους δύναμη, να εξασθενίσουν τους αντιπάλους τους και να αποπροσανατολίσουν ή να καταστείλουν τα δημοκρατικά κοινωνικά κινήματα από τα κάτω. Η Σαουδική Αραβία υποστήριξε τους Αδελφούς Μουσουλμάνους ως το 1991 και κατόπιν διάφορα σαλαφιστικά κινήματα, μετά τη ρήξη τους. Το Κατάρ και μετά η Τουρκία του Ερντογάν την αντικατέστησαν ως κηδεμόνες των κινημάτων αυτών (μεταξύ των οποίων η Ennahda στην Τυνησία), χρηματοδοτώντας εξάλλου παράλληλα και άλλες σαλαφιστικές οργανώσεις. Το Ιράν υποστήριξε τη Χεζμπολλάχ στο Λίβανο και σιιτικές ισλαμικές φονταμενταλιστικές οργανώσεις όπως η al-Da’wa στο Ιράκ.

Πρόκειται για αντιδραστικά θρησκευτικά αστικά κόμματα, έστω και αν διαφοροποιούνται μεταξύ τους στις τακτικές απέναντι στη μαζική εξέγερση (μερική ευθυγράμμιση ή διακηρυγμένη εχθρότητα), στην πρόσβασή τους στην κυβέρνηση (Αδελφοί Μουσουλμάνοι στην Αίγυπτο, Ennahda στην Τυνησία, κόμμα Δικαιοσύνη και Ανάπτυξη στο Μαρόκο), ή στη θέση τους απέναντι στα πιο ακραία τζιχαντιστικά και επικίνδυνα κινήματα όπως η Αλ Κάιντα ή ο Ντάες (Ισλαμικό Κράτος).

Η δύναμη των δύο τελευταίων αυτών οργανώσεων βρίσκεται στην ανάδυσή τους ως ένοπλης εξέγερσης κατά του κοινωνικού και πολιτικού συστήματος, που αμφισβητεί το κύρος των δικτατορικών καθεστώτων, του επίσημου ισλάμ και των μεγάλων δυνάμεων, και επεκτείνει τα δίκτυά τους πέρα από την αρχική τους βάση. Οι οργανώσεις αυτές μπορεί για ένα διάστημα να προσελκύσουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια όσο δεν υπάρχουν αριστερές προοδευτικές εναλλακτικές. Αλλά η παροξυστική σκηνοθεσία της βίας, η τρομοκρατική τους πολιτική ενάντια στους άοπλους πληθυσμούς, ιδιαίτερα τις γυναίκες, τις μειονότητες, τον πολιτισμό, τις τοποθετεί πολύ υψηλά ανάμεσα στις χειρότερες σύγχρονες αντιδραστικές δυνάμεις. Η εγκληματική περιπέτεια του Ντάες/Ισλαμικού Κράτους στο Ιράκ και στη Συρία και η σύγκρουσή τους με όλες τις στρατιωτικές δυνάμεις που υπάρχουν στη Μέση Ανατολή υπήρξαν καταστροφικές για όλους τους πληθυσμούς που παλεύουν για την ελευθερία τους στην περιοχή.

Είναι πολύ σοβαρό λάθος να δει κανείς το σημερινό φονταμενταλισμό ως παραμορφωμένη ή παραστρατημένη έκφραση του αντιιμπεριαλισμού. Οι φονταμενταλιστές έχουν μια θρησκευτική αντίληψη για τον κόσμο, ιδιαίτερα με το στόχο της επιστροφής σε μια μυθοποιημένη «χρυσή εποχή» του ισλάμ ως μέσο εξήγησης του σύγχρονου κόσμου και επίλυσης των προβλημάτων. Η αντίληψη αυτή είναι απλώς και αναντίρρητα αντιδραστική και βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τα αντιιμπεριαλιστικά κινήματα του παρελθόντος. Θεωρούν τον ιμπεριαλισμό ως μια σύγκρουση ανάμεσα στον «Σατανά» και τους καταπιεσμένους πιστούς και όχι όπως τον θεωρούσαν παραδοσιακά οι εθνικιστές και οι σοσιαλιστές, ως μια πάλη ανάμεσα στις καταπιεσμένες χώρες και στις μεγάλες δυνάμεις και το καπιταλιστικό τους σύστημα.

Τα γεγονότα των τελευταίων χρόνων και οι εμπειρίες του ταξικού αγώνα έχουν αποδείξει πως τα αντιδραστικά αστικά κόμματα της αντιπολίτευσης υπήρξαν αντεπαναστατικά επιτελεία. Όποιες και να είναι οι περιπλοκότητες της συγκεκριμένης κατάστασης, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αμυντικές πρακτικές συγκλίσεις, δεν μπορεί να είναι παρά πολύ περιορισμένες χρονικά τακτικές, που απαιτούν απόλυτη ανεξαρτησία και τεράστια προσοχή. Οι δυνάμεις αυτές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ρεφορμιστικά ή δημοκρατικά κόμματα και καμία συμμαχία ή ενιαίο πολιτικό μέτωπο μαζί τους δεν δικαιολογείται.

Ασφαλώς τα ισλαμικά φονταμενταλιστικά κινήματα μπορεί να διαπερνιούνται από εσωτερικές κοινωνικές αντιφάσεις ανάμεσα στις αστικές και μικροαστικές τους ηγεσίες και στη λαϊκή τους βάση. Αλλά αυτό ισχύει για όλα τα πολιτικά κόμματα που διοικούνται από τις ελίτ, από τα κύρια καπιταλιστικά κόμματα ως τα δεξιά και τα ακροδεξιά συντηρητικά κόμματα σε όλο τον κόσμο. Η ύπαρξη ταξικών αντιφάσεων μέσα στα κόμματα δεν είναι μόνο προνόμιο των ρεφορμιστικών κομμάτων.

Στην πραγματικότητα, οι διάφορες ισλαμικές φονταμενταλιστικές δυνάμεις αποτελούν τη δεύτερη πτέρυγα της αντεπανάστασης, με την πρώτη να είναι τα σημερινά καθεστώτα. Η ιδεολογία τους, το πολιτικό τους πρόγραμμα και η πρακτική τους είναι αντιδραστικές και πλήρως αντίθετες προς τους στόχους της επαναστατικής χειραφέτησης: δημοκρατία, κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα. Οι πολιτικές τους είναι θανατηφόρες για τις πιο συνειδητές ομάδες των εργαζομένων, των νέων και ταν καταπιεσμένων ομάδων, όπως είναι οι θρησκευτικές μειονότητες, οι γυναίκες, τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ και οι άλλοι. Ταυτόχρονα, χωρίς την οικοδόμηση μιας μαζικής πολιτικής εναλλακτικής που να είναι αξιόπιστη και συμπεριληπτική, κοινωνική και χωρίς θρησκευτισμούς, που να υπερασπίζεται τα συμφέροντα όλων των πολιτών, είναι δύσκολο να φιλοδοξεί κανείς να αποσπάσει πλήρως από τα ισλαμικά φονταμενταλιστικά κινήματα τη λαϊκή τους βάση.

Συγκρούσεις ανάμεσα σε ιμπεριαλιστικές και σε τοπικές δυνάμεις

Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός παραμένει ο πιο σημαντικός, από τη στρατιωτική και οικονομική του δύναμη, με τις επιπτώσεις αυτού να είναι πάντα ορατές. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε και τον επιζήμιο ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ορισμένων ευρωπαϊκών κρατών, όπως η Γαλλία και η Αγγλία, στην περιοχή, ιδιαίτερα από τις στρατιωτικές τους επεμβάσεις και από την επιβολή οικονομικών συμφωνιών, των λεγόμενων «ελεύθερων συναλλαγών» ή για τα ζητήματα των δημοσίων χρεών. Αλλά και η όλο και μεγαλύτερη επιρροή της Ρωσίας, μέσω άλλων και του στρατιωτικού της παρεμβατισμού και της προσέγγισής της με πολλά από τα αυταρχικά κράτη της περιοχής, όπως με τον Αλ Σίσι στην Αίγυπτο και τον Μπασάρ αλ Άσαντ στη Συρία, αποτελεί και αυτή μια αυξανόμενη βάση της αντεπανάστασης που υφίστανται οι λαοί της περιοχής.

Η αμερικανική στρατιωτική αποτυχία στο Ιράκ, όπου ο λαός υποφέρει ακόμα και σήμερα από τις επιπτώσεις της κατάκτησής της, και η παγκόσμια οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση του 2007 και 2008 έπληξαν σοβαρά το αμερικανικό νεοφιλελεύθερο μοντέλο σε παγκόσμια κλίμακα και προκάλεσαν μια σχετική εξασθένιση της δύναμής του παγκοσμίως, πράγμα που άφησε μεγαλύτερο χώρο όχι μόνο σε άλλες παγκόσμιες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, όπως η Κίνα και η Ρωσία, αλλά και σε περιφερειακές δυνάμεις που έχουν τα δικά τους συμφέροντα και την ικανότητα να τα υπερασπίσουν. Αυτό είναι ιδιαίτερα ορατό στη Μέση Ανατολή, όπου κράτη όπως το Ιράν, η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ παίζουν αυξανόμενο ρόλο και παρεμβαίνουν στις επαναστατικές διαδικασίες με τις δικές τους αντιπαλότητες υποστηρίζοντας διαφορετικούς παίκτες ενάντια στα λαϊκά αιτήματα για δημοκρατία, κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα.

Οι πετρελαϊκές μοναρχίες του Κόλπου (με τη Σαουδική Αραβία επικεφαλής) κινητοποίησαν μαζικούς πόρους, με δισεκατομμύρια δολάρια χορηγίες, για να μπορέσουν τα βασίλεια του Μαρόκου και της Ιορδανίας να κάνουν παραχωρήσεις ώστε να περιορίσουν τις λαϊκές κινητοποιήσεις, και στήριξαν γενναιόδωρα το στρατό της Αιγύπτου και του Σουδάν για να αντικρούσουν την επανάσταση. Επενέβησαν στρατιωτικά στην Υεμένη, τη Λιβύη και το Μπαχρέιν. Αποτελούν, μαζί με την οντότητα του Ισραήλ, την αιχμή του δόρατος της αντεπανάστασης σε περιφερειακό επίπεδο. Ενεργούν για να διαιωνίσουν την κατάσταση προς όφελος των στόχων του ιμπεριαλισμού (κυρίως των ΗΠΑ) και για να βαθύνουν τη νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση των οικονομιών της περιοχής και την ενσωμάτωσή τους στην παγκόσμια αγορά. Χρησιμοποίησαν την τεράστια μιντιακή τους μηχανή, για να επηρεάσουν τις εξεγέρσεις και να περιορίσουν τη δημοκρατική τους δυναμική. Θα ήταν δύσκολο να μιλήσει κανείς για νίκη της επαναστατικής διαδικασίας στην περιοχή χωρίς να στοχεύσει την κεφαλή των αντιδραστικών μοναρχιών του Κόλπου. Η διαδικασία αυτή θα χρειαζόταν έτσι να ξεπεράσει την εθνική κλίμακα και να ενσωματώσει στις προοπτικές της και την περιφερειακή διάσταση.

Ο ρόλος του κράτους του Ισραήλ, που θεμελιακά βρίσκεται στην υπηρεσία του δυτικού ιμπεριαλισμού και της αντεπανάστασης, είναι επίσης όλο και πιο αυτόνομος. Το Ισραήλ παίζει εδώ και δεκαετίες το ρόλο του φύλακα των δυτικών ιμπεριαλιστικών συμφερόντων στην περιοχή, αλλά η κύρια διαφορά ανάμεσα στο Ισραήλ και στις άλλες περιφερειακές δυνάμεις βρίσκεται στην αποικιοκρατική του φύση. Είναι ένα αποικιοκρατικό σχέδιο διωγμού του παλαιστινιακού πληθυσμού από τα εδάφη του, που παίρνει έναν πολύ ιδιαίτερο χαρακτήρα, σε σχέση με τις περιφερειακές δυνάμεις, στον αντεπαναστατικό του ρόλο.

Όπως και να είναι, οι ιμπεριαλιστικές και περιφερειακές δυνάμεις έχουν κοινό συμφέρον στο να ηττηθούν οι λαϊκές επαναστάσεις της περιοχής, είτε στη Συρία είτε και αλλού. Οι ανταγωνισμοί τους δεν είναι τελικά αδύνατον να ξεπεραστούν, με τόσα κοινά συμφέροντα και με τόσο μεγάλες σχέσεις αλληλεπίδρασης. Όλα τα καθεστώτα είναι αστικές εξουσίες, που είναι εχθροί των λαϊκών επαναστάσεων, ενώ το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι ένα σταθερό πολιτικό πλαίσιο που να τους επιτρέπει να συσσωρεύουν και να αναπτύσσουν το πολιτικό και οικονομικό τους κεφάλαιο σε βάρος των λαϊκών τάξεων.

Εξάλλου τα καπιταλιστικά κράτη και οι διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί βλέπουν συχνά τις καθεστωτικές κρίσεις ως ευκαιρίες για να αναδιαρθρώσουν και να προωθήσουν οικονομικές αλλαγές που τους ήταν προηγουμένως πιο δύσκολες ή και σχεδόν αδύνατες, αναπτύσσοντας με σημαντικό τρόπο την εμβέλεια της οικονομίας της αγοράς και των νεοφιλελεύθερων δυναμικών σε πολλούς οικονομικούς τομείς που ως τώρα κυριαρχούνται κατά πολύ από τον κρατικό τομέα. Στην προοπτική αυτή, ο προσανατολισμός της οικονομικής πολιτικής των κρατών της περιοχής δεν πρέπει να θεωρείται σα να επρόκειτο για τεχνοκρατικά και ουδέτερα μέτρα για να ξεπεραστούν οι καταστροφές του πολέμου. Η πολιτική αυτή είναι, αντίθετα, ένα μέσον για να μετασχηματιστούν και να ισχυροποιηθούν οι γενικές προϋποθέσεις της συσσώρευσης του κεφαλαίου και για να ενισχυθούν τα πελατειακά δίκτυα των επιχειρηματιών που είναι κοντά στα καθεστώτα – επιπλέον, άλλωστε, τα καθεστώτα της περιοχής είναι και οι μεγαλύτεροι εισαγωγείς όπλων παγκοσμίως!

Ωστόσο, η παγκόσμια κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από βαθιά αστάθεια και από υποβόσκουσα οικονομική κρίση, βαραίνει ιδιαίτερα στα κράτη της περιοχής, καθώς και στη νομιμοποίηση των κυβερνώντων τους, όπως το βλέπουμε στην Τουρκία, στο Ιράν και στην Αίγυπτο.

4. Μια εξέγερση που έχει εισέλθει στο δεύτερο κύμα της

Παρά τις πολλαπλές αντιδραστικές επιθέσεις στις χώρες που γνώρισαν εξεγέρσεις το 2011, ένα νέο κύμα κοινωνικών και λαϊκών μαζικών διαδηλώσεων αναδύθηκε σε πολλές άλλες χώρες της περιοχής. Συνέπεσε και με πολλές άλλες λαϊκές κινητοποιήσεις, σε διάφορες άλλες χώρες στον κόσμο, ενάντια στις ίδιες νεοφιλελεύθερες πολιτικές που διατάζουν οι διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και που εφαρμόζουν οι κυρίαρχες τάξεις γενικεύοντας και την καταστολή.

Η επιμονή των τεράστιων κινημάτων διαδηλώσεων στην Αλγερία και στο Σουδάν κατάφερε να πετύχει να ρίξει από την εξουσία τον Μπουτεφλίκα και τον Αλ-Μπασίρ. Και στις δύο χώρες, η ανατροπή αυτή απέχει πολύ από το να είναι ικανοποιητική για τους διαδηλωτές. Οι αντιπολιτεύσεις απέναντι στο σύνολο της λειτουργίας των καθεστώτων αυτών, στρατιωτικού τύπου, πολλαπλασιάστηκαν με στόχο να πετύχουν πραγματικές πολιτικές και κοινωνικοοικονομικές αλλαγές υπέρ των λαϊκών τάξεων.

Οι περιφερειακές και διεθνείς ιμπεριαλιστικές δυνάμεις παρακολούθησαν με φόβο την εξέλιξη των λαϊκών αυτών εξεγέρσεων, θεωρώντας τες ως απειλή για τα δικά τους συμφέροντα και εξουσία. Έτσι, εξέφρασαν τη στήριξή τους στους αρχηγούς των ενόπλων δυνάμεων του Σουδάν και της Αλγερίας, δηλαδή για μια μετάβαση που να ελέγχεται από τα πάνω χωρίς ριζικές αλλαγές. Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα πρότειναν εξάλλου και μια βοήθεια 3 δισεκατομμυρίων δολαρίων στο καθεστώς του Χαρτούμ, η οποία απορρίφθηκε από τους διαδηλωτές. Ταυτόχρονα η Γαλλία έδωσε τη στήριξή της στην ανώτερη στρατιωτική ιεραρχία της Αλγερίας και στην ελεγχόμενη από αυτήν μετάβαση.

Τομείς της σουδανικής λαϊκής αντιπολίτευσης ζήτησαν να σταματήσει η στρατιωτική συμμετοχή του Σουδάν στον πόλεμο που διεξάγει το σαουδικό βασίλειο στην Υεμένη και απέρριψαν κάθε ανάμειξη του αιγυπτιακού δεσποτικού καθεστώτος του Αλ-Σίσι στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας. Στην Αλγερία, οι διαδηλωτές επίσης κατάγγειλαν τον ιμπεριαλιστικό ρόλο της Γαλλίας και τη στήριξή του προς το αλγερινό καθεστώς. Προσπαθώντας να μετριάσουν τις λαϊκές στερήσεις, τα καθεστώτα αναγγέλλουν «μεταρρυθμίσεις» για να «βελτιωθεί» και να «καθαρίσει» το σύστημα στο εσωτερικό ή κάνουν και υποτιθέμενες καμπάνιες πάλης «κατά της διαφθοράς» που έχουν για στόχο τέως επιχειρηματίες που συνδέονταν με τους απομακρυσμένους αυταρχικούς ηγέτες.

Στο Σουδάν, ο στρατός μπόρεσε να παρακάμψει τις κυριότερες διεκδικήσεις του κινήματος μέσα από μια πολιτική συμφωνία με τη Συμμαχία για την Ελευθερία και την Αλλαγή (ALC), αιχμή του δόρατος της αμφισβήτησης, με μια φόρμουλα «διαμοιρασμού της εξουσίας με τους πολιτικούς» που θα του επέτρεπε να διατηρήσει τη θέση του στην κρατική εξουσία. Παρότι κατάφερε να συγκροτήσει μια μαζική πολιτική δύναμη που εξανάγκασε το στρατό να μοιραστεί την εξουσία, ωστόσο η ACL έχει και ορισμένα όρια, όπως και στο σουδανικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Το ένα από τα κύρια είναι ο πολιτικός προσανατολισμός των ηγετών τους. Γιατί αυτοί επιζητούν συχνά μορφές συνεργασίας και συμφωνίας με τις άρχουσες ελίτ, αντί να βασίζουν τη δύναμή τους στις μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις από τα κάτω.

Όσο για την Αλγερία, η λαϊκή κινητοποίηση κατάφερε να οδηγήσει σε αποτυχία τα αλισβερίσια στην κρατική κορυφή και ακόμα και να εμποδίσει την επανεκλογή του Μπουτεφλίκα. Το Χιράκ ενίσχυσε τις αντιφάσεις μέσα στις διάφορες συνιστώσες του καθεστώτος, χωρίς ωστόσο να καταφέρει να διαλύσει το οικοδόμημα αυτό. Οι πρωτοβουλίες σε συνδικαλιστικό επίπεδο για να ξεφορτωθούν τη φιλο-στρατιωτική γραφειοκρατία δεν έχουν μπορέσει ως τώρα να καταλήξουν, αν και συγκροτούν ωστόσο μια δυναμική που θα μπορούσε να επηρεάσει το μέλλον.

Στο Λίβανο, και κάπως πιο σχετικοποιημένα στο Ιράκ, τα κινήματα λαϊκής αμφισβήτησης θέτουν ριζικά σε αμφισβήτηση το θρησκευτικό σύστημα, που καταγγέλλεται ρητά (και όλα του τα κόμματα) ως υπεύθυνο για την επιδείνωση των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών. Το θρησκευτικό και νεοφιλελεύθερο σύστημα στις δύο αυτές χώρες είναι στην πραγματικότητα το ένα από τα κύρια εργαλεία που χρησιμοποιούν τα κυρίαρχα κόμματα για να ενισχύσουν τον έλεγχό τους στις λαϊκές τάξεις. Ο θρησκευτισμός πρέπει, από τη σκοπιά αυτήν, να ιδωθεί ως ένα εργαλείο των λιβανέζικων και ιρακινών πολιτικών ελίτ για να παρεμβαίνουν ιδεολογικά στην πάλη των τάξεων, να ενισχύουν τον έλεγχό τους στις λαϊκές τάξεις και να τις κρατούν σε θέση υποταγής απέναντι στους θρησκευτικούς τους ηγέτες.

Στο παρελθόν, οι άρχουσες ελίτ είχαν καταφέρει, άλλωστε, να οδηγήσουν σε αποτυχία ή και να συντρίψουν κινήματα αμφισβήτησης όχι μόνο μέσα από την καταστολή αλλά και παίζοντας με τους κοινοτικούς διαχωρισμούς. Την ώρα που η πλειοψηφία του πληθυσμού βυθιζόταν στη φτώχεια, τα κυρίαρχα θρησκευτικά κόμματα και οι διάφορες ομάδες της οικονομικής ελίτ επωφελούνταν από τις διαδικασίες ιδιωτικοποίησης, τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και τον έλεγχο των κρατικών υπουργείων, για να αναπτύσσουν ισχυρά δίκτυα πελατείας, νεποτισμού και διαφθοράς. Από την άποψη αυτήν, ο θρησκευτισμός πρέπει να θεωρείται ως ενεργό και συγκροτητικό στοιχείο των σημερινών μορφών κρατικής και ταξικής εξουσίας στο Λίβανο και στο Ιράκ. Η προσέγγιση αυτή μας βάζει να αναγνωρίσουμε σε αυτόν ένα προϊόν της σύγχρονης εποχής, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ένα υποτιθέμενο πολιτιστικό απομεινάρι.

Με την έννοια αυτήν, οι διεκδικήσεις του κινήματος διαμαρτυρίας υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης και της οικονομικής αναδιανομής δεν μπορούν να διαχωριστούν από την αντιπαράθεσή του προς το θρησκευτικό πολιτικό σύστημα, που εγγυάται τα προνόμια των κυρίαρχων. Αφότου η έκταση των διαδηλώσεων κατάφερε να πετύχει την παραίτηση των κυβερνήσεων στις δύο αυτές χώρες, η συνέχιση του κινήματος για την ικανοποίηση των διεκδικήσεων και μια βαθιά αλλαγή στην εξουσία αποτελεί προφανώς ουσιαστικό διακύβευμα.

Τα κινήματα διαμαρτυρίας στην Αλγερία, το Λίβανο και το Ιράκ αντιμετωπίζουν ωστόσο πολλές προσκλήσεις, μεταξύ των οποίων και κατά κύριο λόγο είναι η έλλειψη πολιτικών εναλλακτικών σε οργάνωση και αντιπροσώπευση που να είναι σε θέση να αντικρούσουν την κυριαρχία των θρησκευτικών κομμάτων και των κυρίαρχων οικονομικών ομάδων. Ωστόσο, οι προσπάθειες αναδιάρθρωσης παραμένουν περιορισμένες, ιδιαίτερα στο επίπεδο των συνδικάτων, καθώς και νέων κοινωνικών και πολιτικών εναλλακτικών.

Το πλαίσιο της κρίσης του κορονοϊού

Η κρίση του κορονοϊού επιδείνωσε τους ειδικούς διαρθρωτικούς παράγοντες που πυροδότησαν την επαναστατική διαδικασία του 2011 στην περιοχή. Τα καθεστώτα στην περιοχή δε βρήκαν τίποτε καλύτερο από το χρέος και τις συνθήκες λιτότητας για να λύσουν τη χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση. Οι επιπτώσεις της κρίσης του Covid-19 έπληξαν περισσότερο τους πληθυσμούς των χωρών με χαμηλότερο ή μέσο εισόδημα, ιδιαίτερα την Αλγερία, την Αίγυπτο, την Ιορδανία, το Λίβανο, το Μαρόκο, την Τυνησία, το Σουδάν και τη Μαυριτανία, χωρίς να μιλήσουμε για τις χώρες σε εμπόλεμη κατάσταση, όπως η Συρία, το Ιράκ, η κατεχόμενη Παλαιστίνη, η Υεμένη και η Λιβύη. Τα μέτρα που πήραν τα καθεστώτα ευνοούν τις μεγάλες επιχειρήσεις. Τα εισοδήματα των μισθωτών και των φτωχών στρωμάτων του πληθυσμού μειώθηκαν δραστικά και η ανεργία στους νέους και τις γυναίκες επιδεινώθηκε. Οι δημόσιες υπηρεσίες περίθαλψης είναι πολύ αδύναμες για να αντιμετωπίσουν τη διάδοση του ιού: το ποσοστό γιατρών στην περιοχή είναι πολύ πιο κάτω από το κατώφλι που συνιστά ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας για 4,45 γιατρούς, νοσοκόμους και μαμές ανά 1.000 κατοίκους, και μάλιστα φτάνει μόλις τους 0,72 στο Μαρόκο και τους 0,79 στην Αίγυπτο.

Τα καθεστώτα επωφελήθηκαν από τις επείγουσες υγειονομικές συνθήκες που επέβαλε η πανδημία του Covid-19, για να σταματήσουν το δεύτερο κύμα της επαναστατικής διαδικασίας. Προσέφυγαν σε συστηματικά μέτρα καταστολής, εγκλεισμού και απαγόρευσης της κυκλοφορίας, καθώς και στην ανάπτυξη μεθόδων παρακολούθησης. Τελειοποιούν τα κατασταλτικά τους εργαλεία για να αντιμετωπίσουν ένα νέο κύμα λαϊκών κινητοποιήσεων.

Στην Τυνησία, διαδηλώσεις νέων έγιναν μετά τα μέσα του Γενάρη 2021 σε πολλές πόλεις με το ίδιο σύνθημα με της εξέγερσης πριν από 10 χρόνια: «Εργασία, ελευθερία, κοινωνική αξιοπρέπεια», αλλά και για να ζητήσουν την απελευθέρωση εκατοντάδων διαδηλωτών που έχει συλλάβει η αστυνομία. Στις αρχές του Φλεβάρη, ένα κίνημα διαμαρτυρίας μικρών πολύ φτωχοποιημένων αγροτών ξεκίνησε σε μια παραλιακή πόλη κεντρο-ανατολικά της χώρας ενάντια στην εισαγωγή κρέατος και στην άνοδο των τιμών των ζωοτροφών.

Στην Αλγερία, χιλιάδες άνθρωποι κατέβηκαν στο δρόμο για να γιορτάσουν τη δεύτερη επέτειο του Χιράκ και, έτσι, το ξαναξεκίνησαν.

Στα τέλη Γενάρη, ξεκινώντας από την Τρίπολη, μια από τις πιο φτωχές πόλεις του Λιβάνου, το κίνημα διαμαρτυρίας επεκτάθηκε και σε άλλες περιοχές της χώρας.

Αρχές Φλεβάρη, σε μια πόλη στο βόρειο Μαρόκο, χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωσαν για να καταγγείλουν την επιδείνωση των συνθηκών ζωής και να διεκδικήσουν «αξιοπρέπεια και εργασία» μετά από το κλείσιμο των συνόρων με τον ισπανικό θύλακα της Θέουτα.

Αυτά είναι πρώιμα σημάδια μιας νέας εξέγερσης που θα μπορούσε να επεκταθεί σε όλη την περιοχή.

Τα κινήματα αυτά διαμαρτυρίας αποτελούν εμπειρίες επί τόπου αγώνα και συσσωρεύουν κεκτημένα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη νέα, μετα-Covid-19, φάση και να επιτρέψουν την προώθηση προς την πραγματοποίηση των διεκδικήσεων και την πολιτική ριζοσπαστικοποίηση. Το μεγαλύτερο επίτευγμα της επαναστατικής διαδικασίας στην περιοχή μετά το 2011 παραμένει η είσοδος στην πολιτική αρένα των μαζών που δεν έχουν πλέον αυταπάτες για αλλαγές που έρχονται από τα πάνω (είτε από κάποιον ηγέτη, είτε από την κρατική μηχανή είτε και από κόμματα). Εκατομμύρια άνθρωποι κατέβηκαν στους δρόμους και έζησαν μεγάλες μεταμορφώσεις στη συνείδηση, στις μεθόδους δράσης τους και στην οργάνωσή τους. Οι εξεγέρσεις άλλαξαν ανεπίστρεπτα την πολιτική συνείδηση για μια ολόκληρη γενιά. Θα ήταν λάθος να κριθούν τα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής μόνο από την κλίμακα των πολιτικών αλλαγών που έγιναν στην κρατική μηχανή. Το επαναστατικό αυτό επίτευγμα συνεχίζει να αποτελεί τον στόχο για διάφορους πόλους της αντεπανάστασης.

Οι γυναίκες έπαιξαν κεντρικό ρόλο και στις δύο φάσεις της επαναστατικής διαδικασίας. Υπήρξαν ιδιαίτερα ο στόχος της αντεπανάστασης που ήθελε να τις αποκλείσει από τη δημόσια σφαίρα ως ενεργές συμμέτοχες στην πρώτη γραμμή της αντίστασης. Ο γυναίκες υποβλήθηκαν σε βίαιες διώξεις σε όλη αυτή την περίοδο. Οι σεξουαλικές παρενοχλήσεις και οι βιασμοί γενικεύτηκαν. Ο Ντάες μάλιστα πουλούσε τις γυναίκες σε ανοιχτές αγορές. Η αντεπανάσταση επιτίθεται στις γυναίκες, γιατί το προχώρημα των δικαιωμάτων και των συνθηκών των γυναικών αποτελεί απειλή για τους διάφορους αντεπαναστατικούς παράγοντες και αντιτίθενται στην καταστολή των ελπίδων χειραφέτησης των λαών στην περιοχή. Η πρόοδοι στο χώρο αυτόν θα ανοίξουν την πόρτα στις αντιδραστικές τους θέσεις και στην καταστολή των ελπίδων χειραφέτησης των λαών της περιοχής.

Η θέση των γυναικών αποτελεί, κατά συνέπεια, κύριο κριτήριο για το προχώρημα της επαναστατικής διαδικασίας και για τα κινήματα που εκδηλώθηκαν προς υποστήριξη των δικαιωμάτων των γυναικών.

Ένα μάθημα που πρέπει να κρατήσουμε είναι η ανάγκη συμμετοχής στην ανάπτυξη μαζικών, προοδευτικών και δημοκρατικών, πολιτικών εναλλακτικών δομών. Οι εμπειρίες της Τυνησίας και του Σουδάν δείχνουν πως η παρουσία μαζικών οργανώσεων, σε συνδικαλιστικό επίπεδο, όπως η UGTT και η Συσπείρωση Σουδανέζων Επαγγελματιών, καθώς και λαϊκών επιτροπών και οργανώσεων γυναικών, επέτρεψε στις εξεγέρσεις αυτές να αποκτήσουν μεγαλύτερα κέρδη, ιδιαίτερα στο επίπεδο των δημοκρατικών δικαιωμάτων, έστω και αν παραμένουν εύθραυστα και χωρίς εγγύηση.

Οι ιμπεριαλιστικές παρεμβάσεις και ανταγωνισμοί, διεθνώς αλλά και μεταξύ περιφερειακών δυνάμεων, κινδυνεύουν να βλάψουν τις εξεγέρσεις αυτές όπως και άλλες στην περιοχή. Οι παρεμβάσεις αυξάνουν τους κινδύνους εκτροχιασμού της λαϊκής εξέγερσης στο Ιράκ. Η δολοφονία του ιρανού πασνταράν ηγέτη, Κασέμ Σολεϊμανί, από τις ΗΠΑ, έτσι, αυξάνει τους κινδύνους εκτροχιασμού της λαϊκής εξέγερσης στο Ιράκ. Ο κίνδυνος δεν είναι τόσο ότι το ιρακινό κίνημα διαμαρτυρίας μπορεί να επικεντρωθεί στην αντίθεση προς τις ΗΠΑ. Άλλωστε με σαφήνεια αντιτάχθηκε ώς σήμερα σε όλες τις ξένες επιρροές και οι πρόσφατες διαδηλώσεις στη Βαγδάτη και σε άλλες πόλεις της χώρας επανέλαβαν το σύνθημα «Ούτε ΗΠΑ ούτε Ιράν!». Ωστόσο, θα μπορούσαν να εκτραπούν από ένα άλλο κίνημα που ελέγχεται και οργανώνεται από τις φιλο-ιρανικές πολιτοφυλακές εγγράφοντας ως μόνη απαίτηση να φύγουν οι Αμερικάνοι χωρίς να αμφισβητηθεί το νεοφιλελεύθερο και θρησκευτικό σημερινό σύστημα. Αυτή είναι η προσπάθεια των πολιτοφυλακών στην υπηρεσία του Ιράν και του ηγέτη Μοκτάντα Σαντρ, που επιχειρεί τώρα με ελιγμούς και με τη βία να πνίξει τις διαδηλώσεις και να επιβάλει στο κίνημα τη στήριξη του νέου Πρωθυπουργού.

Απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις, η αντίθεση στις συνεχείς αναμείξεις του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και στις πολεμικές απειλές του κατά του Ιράν και του Ιράκ δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική εάν δεν ριζώσει στην αλληλεγγύη με τις προοδευτικές και επαναστατικές δυνάμεις της Μέσης Ανατολής και της Βορείου Αφρικής, χωρίς καμία παραχώρηση προς τα αυταρχικά καθεστώτα και τις περιφερειακές δυνάμεις.

Εθνικό ζήτημα και αυτοδιάθεση των λαών

Τα εθνικά ζητήματα, ιδιαίτερα το παλαιστινιακό και το κούρδικο στη Μέση Ανατολή, το ζήτημα των Σαχράουι [Δημοκρατία της Σαχάρας] στη Βόρειο Αφρική και ο αγώνας των Αμαζίγ [Βερβέροι] για την πολιτιστική τους ταυτότητα στην Αλγερία και το Μαρόκο, αποτελούν ουσιαστικά διακυβεύματα. Το παλαιστινιακό ζήτημα παραμένει κρίσιμης σημασίας στις πολιτικές δυναμικές, περιφερειακά αλλά και παγκοσμίως. Το υποτιθέμενο ειρηνευτικό σχέδιο για την Εγγύς Ανατολή, που παρουσιάστηκε στις αρχές του 2020 από τον αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και τον ισραηλινό πρωθυπουργό Μπένιαμιν Νετανιάχου, με την αξιοσημείωτη απουσία της παλαιστινιακής πλευράς, αποτελεί ένα αληθινό πρόγραμμα για μια νέα επιχείρηση διάλυσης του παλαιστινιακού ζητήματος, σε παραβίαση κάθε διεθνούς απόφασης του ΟΗΕ και του διεθνούς δικαίου.

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να θυμίσουμε τη στήριξή μας στον παλαιστινιακό λαό για τη χειραφέτηση και την απελευθέρωσή του ενάντια στο αποικιακό κράτος απαρτχάιντ του Ισραήλ και τη σημασία της καμπάνιας αλληλεγγύης με τον αγώνα του παλαιστινιακού λαού, για την απελευθέρωση όλων των παλαιστίνιων φυλακισμένων και την επάνοδο των προσφύγων. Δίνουμε έμφαση στην καμπάνια BDS (Boycott, Divestment and Sanctions -μποϋκοτάζ, όχι σε επενδύσεις, κυρώσεις), που συνεχίζει να γνωρίζει διεθνώς επιτυχία και που το Ισραήλ και οι σύμμαχοί του την θεωρούν ως σημαντική και αυξανόμενη απειλή. Αυτή επιτρέπει να αποκαλυφθεί και να καταγγελθεί η συνεργασία των δυτικών κυβερνήσεων με ένα κράτος που παραβιάζει καθημερινά το διεθνές δίκαιο εδώ και πάνω από 60 χρόνια και με πολυεθνικές που επωφελούνται από την κατοχή για να κάνουν κέρδη.

Εξάλλου, τα αυταρχικά καθεστώτα της περιοχής όλα έχουν προσπαθήσει να εξαφανίσουν, να κυριαρχήσουν ή να ελέγξουν το παλαιστινιακό εθνικό κίνημα απελευθέρωσης. Η υπεράσπισή του συνεπάγεται, επομένως, την υποστήριξη των λαϊκών επαναστάσεων της περιοχής στον αγώνα τους για να ανατρέψουν όλα τα αυταρχικά καθεστώτα που είναι συνένοχα για όσα υποφέρει ο παλαιστινιακός λαός μέσα από την άμεση ή έμμεση συνεργασία τους με το κράτος του Ισραήλ.

Στην ίδια προοπτική, τα εθνικά και αυτονομιστικά οράματα των Κούρδων συνεχίζουν να τρομάζουν τις περιφερειακές και διεθνείς δυνάμεις. Η αποτυχία του δημοψηφίσματος στο ιρακινό Κουρδιστάν, το Σεπτέμβρη του 2017, που αγνοήθηκε από τις μεγάλες δυνάμεις και καταστάλθηκε από το κεντρικό κράτος του Ιράκ, με τη βοήθεια του Ιράν και της Τουρκίας, ήρθε να θυμίσει πόσο εύθραυστη είναι η ελπίδα των Κούρδων και ο ρόλος που τους αποδίδουν, απλώς εργαλειακά, στην περιφερειακή πολιτική σκακιέρα. Η Τουρκία, η Συρία και το Ιράν, οι τρεις γειτονικές χώρες με κουρδικές μειονότητες καταδίκασαν το δημοψήφισμα και κάλεσαν για την ενότητα του Ιράκ. Η πλειοψηφία των ιμπεριαλιστικών κρατών διεθνώς, εκ των οποίων οι ΗΠΑ και η Ρωσία, επίσης αντιτάχθηκαν στην ανεξαρτησία του Κουρδιστάν.

Μερικούς μήνες αργότερα, οι κούρδικοι πληθυσμοί, τη φορά αυτή στη Συρία, υπέστησαν νέα διάψευση προσδοκιών. Το Μάρτιο του 2018, ο τούρκικος στρατός, με τη βοήθεια των συριακών αντιδραστικών δυνάμεων, κατέλαβε την πόλη Αφρίν, στη Συρία, που βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο των κουρδικών δυνάμεων YPG (μονάδες προστασίας του λαού), στρατιωτικής πτέρυγας του PYD, που συνδέεται με το PKK. Η κατάληψη της πόλης και η κατοχή της διεξήχθησαν με τη συνενοχή των διεθνών δυνάμεων. Τον Οκτώβρη του 2019, οι τούρκικες ένοπλες δυνάμεις και οι τοπικοί τους βοηθοί ξανακατέλαβαν τις περιοχές που έλεγχαν οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις, στρατιωτική συμμαχία κούρδων, αράβων και σύριων μαχητών, όπου κυριαρχούσαν οι YPG. Να γιατί διατυπώνουμε την υποστήριξή μας στο δικαίωμα αυτοκαθορισμού του κουρδικού λαού στην περιοχή και καταγγέλλουμε τις περιφερειακές και διεθνείς ξένες πιέσεις που θέλουν να στερήσουν από τους κουρδικούς πληθυσμούς το δικαίωμά τους στην αυτοδιάθεση.

5. Η θέση της εργατικής τάξης και τα καθήκοντα των μαρξιστών επαναστατών

Η γενικευμένη σημερινή άνοδος των αγώνων στην περιοχή γίνεται σε ένα πλαίσιο αδυναμίας της οργανωμένης εργατικής τάξης καθώς και, στο εσωτερικό της, της επαναστατικής σοσιαλιστικής αριστεράς. Η απουσία εργατικής εναλλακτικής απέναντι στη σήψη της εξουσίας των αστικών καθεστώτων αντισταθμίστηκε για κάποιο διάστημα, στον αγώνα της λαϊκής προώθησης, από τη δύναμη των μαζών στο δρόμο και στις πλατείες πριν η αντεπανάσταση ξαναβρεί τη συνοχή της.

Η μαζική εξέγερση απεκάλυψε μια μεγάλη αδυναμία της εργατικής τάξης, τόσο σε όρους επαγγελματικών οργανώσεων (συνδικάτα, σύνδεσμοι) όσο και σε πολιτικά κόμματα (περιθωριοποίηση των εργατικών κομμάτων). Η Τυνησία, μέσα από την UGTT και το Σουδάν, πιο πρόσφατα, με τη Συσπείρωση των Επαγγελματιών, αποτελούν εν μέρει εξαίρεση σε αυτό το πλαίσιο, έστω και αν βεβαίως οι οργανώσεις αυτές έχουν επίσης όρια στη ριζοσπαστικότητά τους. Εμπειρίες ανεξάρτητων συνδικάτων έχουν ασφαλώς υπάρξει, παίζοντας σημαντικό ρόλο στις αρχές της λαϊκής εξέγερσης στην Αίγυπτο, για παράδειγμα, πριν υποστούν σκληρή καταστολή.

Το εργατικό κίνημα δεν παρενέβη ως κεντρική δυνητική δύναμη, με ένα ταξικά ανεξάρτητο σχέδιο, που θα μπορούσε να οδηγήσει τους λαούς προς μια πραγματική οικονομική και πολιτική απελευθέρωση. Η παρέμβαση της εργατικής τάξης ήταν ατομικοποιημένη και οι εργαζόμενες και εργαζόμενοι παρενέβησαν ως πολίτες χωρίς ταξική ένταξη. Στην Τυνησία, υπήρξε η αρχή μιας δυναμικής στη βάση του κύριου εργατικού συνδικάτου (Γενική Ένωση Εργασίας της Τυνησίας- UGTT) στην πλειονότητα των τομέων και περιοχών (με διαδοχικές γενικές απεργίες). Ο ρόλος των ηγετών του περιοριζόταν, όμως, από τη συναίνεση και τη διαπραγμάτευση στο όνομα του εθνικού διαλόγου για τη σωτηρία της χώρας.

Πολλά καθεστώτα, σε σύμπραξη με τις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, κατάφεραν στην προηγούμενη περίοδο να εξουδετερώσουν την εργατική τάξη και να απομακρύνουν την άνοδο των αγώνων για αυξήσεις σε μισθούς και για ικανοποίηση ορισμένων διεκδικήσεων (για παράδειγμα το Μαρόκο και η Αλγερία). Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία περιλαμβάνει, π.χ. στο Μαρόκο, ένα τμήμα των αστικών πολιτικών δυνάμεων των υποτιθέμενα δημοκρατικών, στις φιλελεύθερες και θρησκευτικά αντιδραστικές ποικιλίες τους.

Τα ριζοσπαστικά προοδευτικά ρεύματα γνωρίζουν αδυναμίες σε επίπεδο προγράμματος και ριζώματος. Ξαφνιάστηκαν από τις εξεγέρσεις, καθώς βρίσκονταν σε μια κατάσταση εξάντλησης, αποπροσανατολισμού, έλλειψης κατανόησης των μετασχηματισμών που έγιναν μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και σύγχυσης απέναντι στην εξαιρετική άνοδο των αντιδραστικών θρησκευτικών δυνάμεων. Επεξεργάστηκαν απατηλές στρατηγικές συμμαχιών με τη μία από τις συνιστώσες της αντεπανάστασης (από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, τις περιφερειακές δυνάμεις ή τις φιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις). Οι περισσότερες εθνικιστικές ή σταλινικές και μαοσταλινικές οργανώσεις υιοθέτησαν μια θέση καμπισμού ή προδοσίας απέναντι στην επανάσταση του συριακού λαού.

Από τα σημερινά μαρξιστικά επαναστατικά ρεύματα απαιτούνται, έτσι, πολλές προσπάθειες για να ενισχυθούν, να βρουν βαθύτερο εργατικό και λαϊκό ρίζωμα και να συμβάλουν στην οικοδόμηση του ανεξάρτητου πολιτικού εργαλείου της εργατικής τάξης, προετοιμάζοντας το επόμενο επαναστατικό κύμα. Η αριστερά πρέπει να επικεντρωθεί στην οικοδόμηση ενός ανεξάρτητου, δημοκρατικού και προοδευτικού μετώπου που να προσπαθήσει να βοηθήσει την αυτο-οργάνωση των εργαζομένων και των καταπιεσμένων. Μόνο μέσα από μια τέτοια διαδικασία το δικό μας στρατόπεδο μπορεί να συγκροτηθεί ως τάξη με κοινά συμφέροντα με τους άλλους εργαζόμενους σε αντιπαράθεση με τους καπιταλιστές.

Η αριστερά πρέπει επιπλέον να παίξει κεντρικό ρόλο και στην οικοδόμηση και την ανάπτυξη πλατιών εναλλακτικών πολιτικών δομών. Αλλά, παράλληλα με την ανάγκη αυτήν, η αριστερά πρέπει ακόμα να αναπτύξει και μια πολιτική στρατηγική που να μην έχει ως ορίζοντα μόνο την πολιτική επανάσταση, αλλά και την κοινωνική επανάσταση με την οποία θα αλλάξουν ριζικά οι δομές της κοινωνίας και οι τρόποι παραγωγής.

Εξάλλου, στην πολιτική σκηνή αναδύονται όλο και περισσότερο και οι οικολογικές διεκδικήσεις, ιδιαίτερα στο επίπεδο του αγροτικού ζητήματος και της πρόσβασης στο νερό. Οι χώρες της περιοχής επηρεάζονται ιδιαίτερα από τις σημερινές κλιματικές ανατροπές και είναι από αυτές που θα πληγούν περισσότερο από την άνοδο της θερμοκρασίας. Οικολογικό ζήτημα και κοινωνικό ζήτημα συνδέονται στενά, γιατί οι πληθυσμοί που αγωνίζονται για το νερό και κατά των απορριμμάτων είναι οι ίδιοι που αγωνίζονται και/ή κατά της ανεργίας. Επιπλέον, οι οικολογικοί αγώνες συνδέονται συχνά και με τις προβληματικές των καταπιεσμένων εθνικών ή πολιτιστικών ομάδων (Ριφ, Ζαγκόρα, Τζεράντα, στο Μαρόκο, Καβιλία στην Αλγερία, Νούβιοι που έχουν εκδιωχθεί από τη γη τους στην Αίγυπτο και στο Σουδάν).

Οι οικολογικοί αγώνες, παρότι ξεκινούν από τις ίδιες αιτίες, είναι ωστόσο ακόμα τεμαχισμένοι και τοπικοί. Υπάρχει η ανάγκη να ωθήσουμε τη σύγκλισή τους με τις άλλες κοινωνικο-οικονομικές αιτίες.

Οι μαρξιστές επαναστάτες υπερασπίζονται ένα πρόγραμμα ζωντανής σχέσης με τους σημερινούς μαζικούς αγώνες, χωρίς οπορτουνιστικές συμμαχίες με καπιταλιστικές δυνάμεις. Η κατάσταση προϋποθέτει στενή συνεργασία ανάμεσα στις δυνάμεις της επαναστατικής αριστεράς στην περιοχή, το οποίο βρίσκει ισχυρή δικαίωση στις δεκαετίες του ακραίου εθνικισμού που είχε υιοθετήσει η εθνικιστική και σταλινική αριστερά, στο δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα, υποτασσόμενη σε αυταρχικά καθεστώτα απλώς επειδή αυτά διατείνονταν ότι συγκρούονται με τον ιμπεριαλισμό και το σιωνισμό.

Δεδομένης της ισχυρής μιντιακής μηχανής των τυραννικών καθεστώτων και του ιμπεριαλισμού, οι μάζες στερούνται εργαλείων αριστερής επαναστατικής πληροφόρησης που να εξηγεί την πραγματικότητα της εξέγερσης και των προοπτικών του αγώνα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ενισχυθεί και να συντονιστεί ο επαναστατικός μαρξιστικός τύπος, να προταθούν κοινές δράσεις, για να διευρυνθούν οι γραπτές συζητήσεις.

Η επιδείνωση της κατάστασης στις χώρες με εμφύλιο πόλεμο -ιδιαίτερα τη Συρία- επέφερε την έξοδο του μεγαλύτερου τμήματος της επαναστατικής νεολαίας που σχημάτιζε την αρματωσιά των συντονιστικών της επανάστασης. Η νεολαία αυτή εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα και σήμερα, έστω και αν έχει χαθεί στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ή αν πολιορκείται από τους φιλελεύθερους και τους αντιδραστικούς που διαπραγματεύονται στο όνομα του συριακού λαού σε συνάξεις οργανωμένες από τον ιμπεριαλισμό και τους συμμάχους του. Είναι αναγκαίο να παρέμβουμε για να συσπειρωθούν και να ανοίξει μια συζήτηση για τις προοπτικές της επανάστασης σε περίπτωση απότομης αλλαγής των συσχετισμών δύναμης στην περιοχή. Ξέρουμε πόσο δύσκολη είναι η κατάσταση, αλλά η πραγματικότητα γνωρίζει γρήγορες αλλαγές. Παρά την ένταση και τη βαρβαρότητα της αντεπανάστασης, μεγάλοι αγώνες επίσης αναδύονται. Στην προοπτική αυτή, ο διεθνισμός αποτελεί θεμελιακό στοιχείο, γιατί καμία λύση δεν μπορεί να βρεθεί εντός των συνόρων ενός κράτους.

Τέλος, οι αγώνες των μισθωτών από μόνες τους δεν αρκούν για να ενωθούν οι τάξεις των μισθωτών. Οι σοσιαλιστές, στους αγώνες αυτούς, πρέπει να υπερασπιστούν επίσης και όλους τους καταπιεσμένους(-ες). Αυτό απαιτεί να σηκώσουμε ψηλά τις διεκδικήσεις για τα δικαιώματα των γυναικών, των θρησκευτικών μειονοτήτων, των κοινοτήτων ΛΟΑΤΚΙ και των καταπιεσμένων ομάδων από φυλές και έθνη, που επίσης συνδέονται και με οικολογικές διεκδικήσεις. Κάθε υπαναχώρηση απέναντι στη ρητή στράτευση για όλα αυτά τα αιτήματα θα εμπόδιζε τη ριζοσπαστική αριστερά να ενώσει την τάξη των εργαζομένων για το ριζοσπαστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Διεθνής Επιτροπή

Μάρτης 2021

[Κείμενο που συζητήθηκε και υιοθετήθηκε από τη Διεθνή Επιτροπή του Φλεβάρη 2021 (49 υπέρ, 1 λευκό, 6 αποχές) και ολοκληρώθηκε στις 22 Μαρτίου με βάση τη συζήτηση]


Μετάφραση ΤΠΤ

Από 4η Διεθνή (https://fourth.international/) :

in english

en français

en castellano

στα ελληνικά


https://tpt4.org/?p=5892

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s