Μαθήματα και προοπτικές από τη λευκορώσικη επανάσταση

του Πάβελ Καταρζέουσκι1

Επανάσταση στη Λευκορωσία:

Μαθήματα, προοπτικές και τακτικές για τη ριζοσπαστική αριστερά

Το 1991, μετά την κατάρρευση του γραφειοκρατικού μοντέλου «σοσιαλισμού» στη Σοβιετική Ένωση και στις χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας, η Λευκορωσία ανεξαρτητοποιήθηκε. Ένα φιλελεύθερο-δημοκρατικό καθεστώς επικράτησε για πολύ λίγο, από το 1991 ώς το 1994, αλλά δε στάθηκε σε θέση να καταργήσει ορισμένα από τα στοιχεία της σοβιετικής κληρονομιάς.

Ανάδυση αυταρχισμού

Το 1994, οι ταξικές κοινωνικές αντιφάσεις ανάμεσα στη γραφειοκρατία, την αναδυόμενη αστική τάξη και την εργατική τάξη κατέληξαν στην άνοδο στην εξουσία του λαϊκιστή πολιτικού Αλεξάντρ Λουκατσένκο. Η γραφειοκρατία δεν ήθελε να χάσει τα προνόμιά της, η αστική τάξη δεν ήταν ακόμα ισχυρή και τόσο τα παλιότερα όσο και τα νεώτερα αφεντικά επί της ζωής των ανθρώπων φοβόνταν μην τυχόν η εργατική τάξη δεν τα βάλει μόνο με το σταλινισμό, αλλά και με τον καπιταλισμό, και μην τυχόν απαιτήσει την αποκατάσταση των κοινωνικών εγγυήσεων που υπήρχαν επί σοβιετικής περιόδου. Οι φόβοι αυτοί ήταν βάσιμοι, γιατί οι εργαζόμενοι είχαν οικοδομήσει τις ανεξάρτητες μαζικές οργανώσεις τους και είχαν σημαντική εμπειρία από την πάλη κατά της σοβιετικής γραφειοκρατίας. Κατά συνέπεια, η γραφειοκρατία και η αστική τάξη αναγκάστηκαν να συνάψουν έναν συμβιβασμό μεταξύ τους και να καλέσουν το δικτάτορα για να προστατέψει τα χρήματα και την εξουσία τους. Το καθεστώς που δημιουργήθηκε στη Λευκορωσία μπορεί να χαρακτηριστεί «μετα-σοβιετικός βοναπαρτισμός», που επιχειρεί να ελιχτεί ανάμεσα σε όλες τις κοινωνικές ομάδες παραμένοντας έξω από ένα πλαίσιο καθορισμένης ιδεολογίας.

Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Λουκατσένκο ήταν να επεκτείνει τις προεδρικές του εξουσίες μέσα από αυτό που ονόμασε δημοψήφισμα. Έτσι, το δημοκρατικά εκλεγμένο ενιαίο κοινοβούλιο καταργήθηκε, η δικαστική και η νομοθετική εξουσία υποτάχθηκαν στην εκτελεστική, οι πιο μαζικές συνδικαλιστικές οργανώσεις χτυπήθηκαν από την καταστολή και η πολιτική αντιπολίτευση εκδιώχθηκε από το δημόσιο χώρο.

Η γραφειοκρατία διατήρησε την επιρροή της, η αστική τάξη αναγκάστηκε να ανέχεται τον προστάτη της και η εργατική τάξη καθησυχάστηκε χάρη σε γενναία ρώσικα δάνεια. Ώς ένα σημείο, αυτό επέτρεψε να διατηρηθεί μια ορισμένη σταθερότητα και μερικά σταλινικά και μετασταλινικά κόμματα στη Ρωσία, στην Ουκρανία και ακόμα και στην Ευρώπη θεώρησαν, και συνεχίζουν να θεωρούν, το καθεστώς ως «σοσιαλιστικό».

Οι αιτίες της πολιτικής επανάστασης

Το Μάϊο του 2020, ένα τεράστιο κίνημα διαμαρτυρίας ξεκίνησε στη Λευκορωσία. Η χώρα, που έμοιαζε να ζει σε έναν αιώνιο πολιτικό χειμώνα, έβγαινε από έναν πολιτικό λήθαργο. Οι περισσότεροι φιλελεύθεροι και «αριστερο»-μεταρρυθμιστές αναλυτές προέβλεπαν πως οι εκλογές θα διεξάγονταν χωρίς ιδιαίτερες διαδηλώσεις. Όμως, ήδη από το μάζεμα των υπογραφών για το δικαίωμα συμμετοχής υποψηφίων, οι άνθρωποι άρχισαν να σχηματίζουν πραγματικές ομάδες διαμαρτυρίας: ουρές πολλών χιλιομέτρων σχηματίστηκαν στο Μινσκ και σε άλλες πόλεις για να δώσουν την υπογραφή τους υπέρ ανεξάρτητων υποψηφίων. Η ιδιαιτερότητα των εκλογών αυτών ήταν επίσης πως η «παλιά» αντιπολίτευση δεν ήταν έτοιμη να το αντιμετωπίσει και έτσι νέα πρόσωπα εμφανίστηκαν στην πολιτική σκηνή, από τα οποία μερικά ήταν προηγουμένως κοντά στο κατεστημένο (όπως ο τέως τραπεζίτης Βικτόρ Μπαμπαρίκο και ο τέως διπλωμάτης Βαλερύ Τσεπκάλο). Το καθεστώς, βλέποντας τις μάζες να μπαίνουν στη διαμαρτυρία, δεν αποδέχτηκε τους πιο δημοφιλείς υποψηφίους και μάλιστα φυλάκισε και ορισμένους. Η πατριαρχική ηλιθιότητα του Λουκασένκο του έπαιξε ένα άσκημο παιχνίδι. Η κεντρική εκλογική επιτροπή πήρε εμμέσως τη διαταγή να μην εμποδίσει την εγγραφή, στις υποψηφιότητες για Πρόεδρο, της Σβετλάνα Τιχανόφσκαγια, συζύγου του μπλογκίστα της αντιπολίτευσης που είχε ο ίδιος φυλακιστεί επειδή είχε εκδηλώσει την πρόθεσή του να είναι υποψήφιος.

Οι πράξεις διαμαρτυρίας στη Λευκορωσία παραδοσιακά γίνονται την ημέρα των εκλογών ή τις αμέσως επόμενες μέρες. Τη φορά αυτήν, σχεδόν κάθε δήλωση ή πράξη του Λουκασένκο κατά της αντιπολίτευσης γινόταν η ίδια καταλύτης για δράση στο δρόμο.

Τον Αύγουστο, αμέσως μετά τις εκλογές, οι άνθρωποι κατέβηκαν στο δρόμο και απαίτησαν σωστή καταγραφή των αποτελεσμάτων. Η αστυνομία χρησιμοποίησε τη βία και τα βασανιστήρια και καταγράφηκαν οι πρώτοι θάνατοι. Στις 15 Αυγούστου, όταν η εργατική τάξη έμπαινε στον αγώνα και υπήρχε κάλεσμα για εθνική απεργία, το καθεστώς αναγκάστηκε να απελευθερώσει όσους είχαν συλληφθεί στις διαδηλώσεις.

Τα γεγονότα αυτά έδειχναν τις βαθιές αντιφάσεις που έχουν συσσωρευτεί σε όλη τη διάρκεια της δικτατορίας στη Λευκορωσία. Αλλά ποιός προκάλεσε τη μαζική εξέγερση άραγε;

Οι περισσότεροι φιλελεύθεροι αναλυτές και μεταρρυθμιστές προέβλεπαν ότι οι εκλογές θα γίνονταν χωρίς επεισόδια. Όταν η πολιτική επανάσταση πέρασε από την κατάσταση της απειλής στην κατάσταση της πραγματικότητας, τότε αναφέρθηκαν ως αιτίες της εξέγερσης η θέση του καθεστώτος απέναντι στον covid, οι τρομαχτικές παραβιάσεις της εκλογικής νομοθεσίας ή η καταστολή. Το μόνο πρόβλημα είναι πως η καταστολή και η αύξηση της εκλογικής νοθείας ήταν αποτέλεσμα, όχι αιτία. Είναι, βέβαια, αλήθεια πως πολλοί Λευκορώσοι μπήκαν στις γραμμές των διαδηλωτών όταν είδαν τα βασανιστήρια, το αίμα και τις δολοφονίες που έκανε η αστυνομία. Ωστόσο, οι παράγοντες αυτοί ήταν απλώς οι τελευταίοι, που έκαναν τις ποσοτικές αλλαγές να μετατραπούν σε ποιοτικές. Η επαναστατική έκρηξη είχε προετοιμαστεί από όλη την ιστορία της Λευκορωσίας κατά την περίοδο της εξουσίας Λουκατσένκο.

Ο δικτάτορας παρουσιαζόταν με «κοινωνικό προσανατολισμό» και χρησιμοποιούσε τη ρητορική μιας σοβιετικής νοσταλγίας, αλλά συνδύαζε ένα αυταρχικό πολιτικό καθεστώς με μια νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική. Στην περίοδο Λουκατσένκο, τα επιδόματα για τους φοιτητές, για τους συνταξιούχους, για όσους συμμετείχαν στην κάλυψη του δυστυχήματος στο Τσέρνομπιλ και σε άλλες ευάλωτες ομάδες, καταργήθηκαν. Επιπλέον, οι περισσότεροι μισθωτοί είδαν τα συμβόλαια εργασίας τους να μετατρέπονται σε ορισμένου χρόνου, που εμποδίζουν τον εργαζόμενο να αφήσει τη θέση εργασίας του χωρίς τη συμφωνία του εργοδότη, αν αυτός δεν συμφωνήσει, για όλη τη διάρκεια της σύμβασης, ενώ επιτρέπει στον εργοδότη να τον διώξει ανά πάσα στιγμή. Η προοδευτική φορολόγηση επίσης καταργήθηκε και, το 2017, το καθεστώς επιχείρησε να εισάγει ένα φόρο στους ανέργους, για να αναγκάσει τους ανθρώπους να αποδέχονται ακόμα και τις χειρότερα αμειβόμενες θέσεις και σε άθλιες συνθήκες. Εντωμεταξύ, τα δημοκρατικά δικαιώματα καταργήθηκαν τελείως και τα ανεξάρτητα συνδικάτα εκδιώχτηκαν πλήρως από τις επιχειρήσεις. Στη θέση των ανεξάρτητων οργανώσεων των εργαζομένων, δημιουργήθηκαν «συνδικάτα» απολύτως ελεγχόμενα από την κυβέρνηση, για να επιβλέπουν τους εργαζομένους, τα οποία και θυμίζουν το «Σώμα των Εργαζομένων» της ναζιστικής Γερμανίας. Όλοι αυτοί οι παράγοντες τελικά προκάλεσαν αυτό που ονομάζουμε πολιτική επανάσταση.

Το κύμα διαμαρτυρίας έχει άραγε ηρεμήσει;

Δυστυχώς, η εθνική απεργία που είχε αναγγελθεί για τις 18 Αυγούστου απέτυχε και οι συγκεντρώσεις στο Μινσκ και σε άλλες πόλεις, που μάζεψαν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, δεν κατέληξαν σε ορατό αποτέλεσμα.

Οι αριστεροί φύλακες του καθεστώτος και οι «εποικοδομητικά επικριτές» του από τα αριστερά λένε πως η εθνική απεργία απέτυχε επειδή η εργατική τάξη δεν υποστήριξε μια «κακή» διαμαρτυρία. Αλλά η προσέγγιση αυτή είναι τελείως καταχρηστική. Εάν ακολουθούσαμε τη λογική αυτή, αυτό θα σήμαινε ότι, ακολουθώντας τη διαμαρτυρία επί μήνες, ξαφνικά, στην κορύφωση του επαναστατικού κύματος, οι εργαζόμενοι θα είχαν συνειδητοποιήσει μέσα σε μια μέρα ότι η διαμαρτυρία δεν είναι υπέρ τους. Ο κύριος λόγος που ηττήθηκαν οι απεργίες ήταν η απουσία ανεξάρτητων συνδικάτων στις επιχειρήσεις επί δυόμισι δεκαετίες. Στην πραγματικότητα, τα ανεξάρτητα συνδικάτα μετατράπηκαν, στα χρόνια της δικτατορίας, σε πολιτικές λέσχες για τους βετεράνους του συνδικαλιστικού κινήματος και για τους αγωνιστές του. Έτσι, μόνο όταν η εξέγερση του Αυγούστου άνοιξε ένα παράθυρο ευκαιρίας, τα συνδικάτα άρχισαν να ξανα-μαθαίνουν τις λειτουργίες που υποτίθεται ότι εκπλήρωναν. Πρέπει να σημειώσουμε ότι για πολύ καιρό οι εργαζόμενοι έχουν στερηθεί την πολιτική τους εκπροσώπηση και τα διδάγματα μιας πολιτικής πάλης, γιατί όλα τα αριστερά κόμματα, από τα αντιπολιτευτικά κομμουνιστικά ώς τους σοσιαλδημοκράτες, είχαν αποκλειστεί από το δημόσιο χώρο και δούλευαν απλώς για να επιβιώσουν και να κρατήσουν την ύπαρξή τους.

Η τακτική των φιλελεύθερων, που δεν άφησαν το λαό να κερδίσει ενώ ήταν έτοιμος να το κάνει, δεν είναι άσχετη. Το πρώτο τους λάθος είναι ότι, στο υψηλότερο σημείο της διαμαρτυρίας του προλεταριάτου, δεν υπήρχε ούτε ένας εργάτης στη συντονιστική επιτροπή! Και έπειτα, τότε που ήταν ήδη πολύ αργά, εντάχθηκε απλώς ένας συνδικαλιστής διακοσμητικά. Το δεύτερο πρόβλημα ήταν πως οι μιντιακά προβεβλημένοι ηγέτες της αντιπολίτευσης, ακόμα και πριν από την ημέρα των εκλογών, εξέφραζαν μια δυνατότητα συμβιβασμού με το δικτάτορα, δίνοντας στο Λουκατσένκο τη δυνατότητα να συμμετάσχει σε νέες δημοκρατικές εκλογές και διατηρώντας έτσι τη γραφειοκρατική κλίκα στην εξουσία για μια μεταβατική περίοδο σε περίπτωση πτώσης του καθεστώτος. Τώρα, φανταστείτε έναν επαναστατημένο εργαζόμενο που είναι έτοιμος να θυσιάσει τη δουλειά του, την ασφάλεια της οικογένειάς του, της ζωής του και της υγείας του και νά που ξαφνικά ακούει πως είναι δυνατός ένας συμβιβασμός με αυτούς που σκότωσαν και τραυμάτισαν διαδηλωτές.

Εξαιτίας της απουσίας καθαρού σχεδίου, της παραμέλησης των απεργιακών επιτροπών και της τερατώδους καταστολής, οι δράσεις μάζευαν όλο και λιγότερο κόσμο. Το Νοέμβριο, δολοφονήθηκε βάρβαρα ο Ραμάν Μπανταρένκο, ένας διαδηλωτής που απλώς ζήτησε από την αστυνομία να μην καταστρέφει τα σύμβολα της διαμαρτυρίας στην αυλή του σπιτιού του. Αλλά ακόμα και αυτό το τρομακτικό συμβάν δεν άλλαξε πολλά στον αριθμό και στο ριζοσπαστισμό των διαδηλωτών, εξαντλημένων από τις φυλακές, τις επιδρομές, τις συλλήψεις και τα βασανιστήρια από πολλούς μήνες.

Σήμερα οι δράσεις δρόμου είναι τοπικές και γίνονται από τους ανθρώπους στην περιοχή τους, ενώ συχνά περιορίζονται στη διανομή συμβόλων διαμαρτυρίας μέσα σε στοιβαγμένες συνοικίες. Κάθε μέρα βλέπουμε εισβολές και συλλήψεις συνδικαλιστών, αγωνιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δημοσιογράφων και ακόμα και απλών περαστικών που μπορεί να βρεθούν στη φυλακή, επειδή είχαν το «κακό» χρώμα ή κάποια φωτογραφία από αφίσες σε κοινωνικά δίκτυα.

Ωστόσο, η προσωρινή αυτή ήττα δεν ήταν μάταιη. Προσέφερε στους ανθρώπους την εμπειρία της πάλης, χωρίς την οποία η νίκη θα είναι απλώς αδύνατη στο μέλλον. Η γενική διάθεση των αντιπολιτευόμενων στο καθεστώς είναι στη γραμμή του να περιμένουμε μια «θερμή άνοιξη». Βασίζεται σε ορισμένα στοιχεία, γιατί οι δομές που δημιούργησαν οι διαδηλωτές στη διάρκεια του πολύμηνου αγώνα -οι «επιτροπές γειτονιάς», οι απεργιακές επιτροπές στα εργοστάσια, οι πυρήνες ανεξάρτητων συνδικάτων στα εργοστάσια και στα πανεπιστήμια- διατηρήθηκαν. Ακόμα και ο αρχηγός της λευκορώσικης KGB αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως οι αρχές ετοιμάζονται να καταστείλουν τις διαδηλώσεις της Άνοιξης. Ακόμα και αυτή η κλιμάκωση της καταστολής δείχνει πως ο θρόνος του Λουκατσένκο δεν είναι τόσο στέρεος όσο παλιά.

Οι διεκδικήσεις των αριστερών δυνάμεων

Το δικό μας αριστερό λευκορώσικο κόμμα, «Ένας δίκαιος κόσμος», εκτιμάει αυτά που συμβαίνουν στη χώρα ως μια δημοκρατική επανάσταση, πράγμα που είναι σύμφωνο με το κόμμα μας. Το κόμμα θεωρεί επίσης ότι είναι αναγκαίο να συμπληρωθούν οι δημοκρατικές διεκδικήσεις με μεταβατικές κοινωνικές διεκδικήσεις: Αποκατάσταση της προοδευτικής φορολογίας, μείωση της εργάσιμης ημέρας σε 7 ώρες εργασία χωρίς μείωση του μισθού, πλήρης ελευθερία στη δημιουργία ανεξάρτητων συνδικάτων, κατάργηση όλων των αντεργατικών νόμων και επαναφορά των κοινωνικών πλεονεκτημάτων και εγγυήσεων που καταργήθηκαν από το καθεστώς. Το κόμμα επίσης πιστεύει πως η δημοκρατική επανάσταση στη Λευκορωσία όχι μονάχα μπορεί αλλά και πρέπει να μετασχηματιστεί σε κοινωνική επανάσταση.

Δυστυχώς, ένα σημαντικό σημείο από το πρόγραμμα του κόμματός μας λείπει, δηλαδή η σύγκληση ενός μεταβατικού οργάνου από αντιπροσώπους των διάφορων ομάδων της εργατικής τάξης, γιατί αυτή είναι μια διεκδίκηση που θα έπρεπε να ανοίξει το δρόμο για τις σημερινές δημοκρατικές διεκδικήσεις και για τις σοσιαλιστικές διεκδικήσεις. Ωστόσο, είμαι πεπεισμένος ότι αυτό είναι απλώς ζήτημα χρόνου και ότι η ανάπτυξη της πολιτικής διαδικασίας θα ωθήσει όλη την αριστερή αντιπολίτευση να υιοθετήσει τη διεκδίκηση αυτή, εάν η κινητοποίηση φτάσει το προηγούμενο επίπεδο.

Το Φόρουμ της δημοκρατικής αριστεράς, που βρέθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 2021, ήταν επίσης θετικό. Στο φόρουμ αυτό συμμετείχαν: το μεγαλύτερο από τα τρία σοσιαλδημοκρατικά κόμματα (το «Συνέλευση»), το κόμμα των Πράσινων, το κόμμα «Ένας δίκαιος κόσμος», καθώς και το ελεύθερο συνδικάτο των μεταλλωρύχων, του οποίου η ηγεσία υποστηρίζει σοσιαλιστικές θέσεις. Αυτό είναι απολύτως σύμφωνο με τη θέση για την οικοδόμηση ενός ενιαίου μετώπου της αριστεράς και όχι για ένα «ενιαίο μέτωπο των δημοκρατών». Και, ακολουθώντας τον Τρότσκι, θέλω να επαναλάβω ότι οι προσωρινές συμμαχίες με τις αστικές οργανώσεις δεν μπορεί να γίνονται παρά μόνο για πρακτικούς στόχους, όπως για τη διοργάνωση μιας διαδήλωσης ή για την παραγωγή υλικού ζύμωσης, αλλά χωρίς κοινό πρόγραμμα και χωρίς αποφυγή κριτικής προς τους προσωρινούς συμμάχους.

Στο κάτω-κάτω, δεν υπάρχει παρά μόνο ένας ασφαλής δρόμος για τη ριζοσπαστική αριστερά: να ετοιμαστεί για τη νέα κινητοποίηση της διαμαρτυρίας και να δώσει τον αγώνα για να διατηρηθούν τα κόμματά της, τα συνδικάτα της και τα όργανα αυτο-οργάνωσης της λαϊκής εξουσίας. Η ριζοσπαστική αριστερά πρέπει να οδηγήσει το δημοκρατικό πρόγραμμα σε νικηφόρα έκβαση με τα δικά της μέσα. Αυτοί που στηρίζονται στο δίλημμα «ή Τιχανόφσκι (ή όποιου άλλου φιλελεύθερου) ή Λουκατσένκο» υιοθετούν μια θεμελιακά λαθεμένη στάση και αρνούνται στην εργατική τάξη και στις άλλες καταπιεσμένες ομάδες την πολιτική τους, υποκειμενική, ύπαρξη. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι παρά η συμμετοχή στο δημοκρατικό κίνημα -χωρίς μονολιθική συγχώνευση στις κορυφές της φιλελεύθερης αντιπολίτευσης- και η στήριξη των διεκδικήσεων των διαδηλωτών που οδηγούν προς την αποδιάρθρωση της δικτατορίας και που τείνουν ταυτόχρονα και πιο πέρα από την αστική δημοκρατία.

Pavel Katarzheuski

Μινσκ, 9 Μαρτίου 2021


[Από το Inprecor, αρ.683, Απρίλιος 2021]

Μετάφραση στα ελληνικά: ΤΠΤ

[το ίδιο και σε αγγλική μετάφραση από το International Viewpoint: «The Belarusian Revolution: Lessons, Perspectives and Tactics of the Radical Left»]

Βλέπε επίσης και Εκτελεστικό Γραφείο της 4ης Διεθνούς, «Λευκορωσία: Πλήρης στήριξη στις κινητοποιήσεις κατά της αυταρχικής κυβέρνησης Λουκατσένκο!», 26 Σεπτεμβρίου 2020


1Ο Pavel Katarzheuski, πολιτολόγος και τροτσκιστής ακτιβιστής, είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του λευκορώσικου αριστερού κόμματος «Ένας Δίκαιος Κόσμος». Συμμετέχει επίσης στην ηγεσία της νεολαίας του και έχει γίνει στόχος της αστυνομικής καταστολής: ιδιαίτερα τον Αύγουστο του 2020, κρατήθηκε στα αστυνομικά μπουντρούμια της πόλης Λότζινα, για 5 μέρες, σε αποτρόπαιες συνθήκες, όπου και έγινε η «δίκη» του, σε 5 λεπτά, χωρίς παρουσία καν δικηγόρου…


https://tpt4.org/?p=5823

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s