Αυτοματοποίηση, παραγωγικότητα και Covid-19

του Michel Husson

Εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες, η θεματική της συσχέτισης ανάμεσα σε παραγωγικό αυτοματισμό και παραγωγικότητα της εργασίας επικρατεί σε μια σειρά από συζητήσεις ανάμεσα σε οικονομολόγους -όχι μόνο μαρξιστές. Έχουμε και άλλοτε ασχοληθεί με αυτό1. Η παρούσα συμβολή μας θέλει να υπογραμμίσει το γεγονός ότι τα κέρδη παραγωγικότητας είναι ένας ουσιαστικός παράγοντας της δυναμικής του κεφαλαίου και να χαράξουμε έτσι ορισμένες πίστες σε σχέση με την περίοδο που άνοιξε από την πανδημία.

Ο κρίσιμος ρόλος της παραγωγικότητας

Οι επιχειρήσεις αναγκάστηκαν σε απώλειες κατά την κρίση: η αποδοτικότητά τους μειώθηκε γερά. Ας ξεκινήσουμε από τη -ρεαλιστική- αρχή ότι η κύρια προσπάθειά τους θα είναι, μόλις μπορέσουν, να αποκαταστήσουν την αποδοτικότητα αυτή. Σε ποιά στοιχεία να στηριχτούν; Σε συνολικό επίπεδο, η ευθανασία των “επιχειρήσεων ζόμπι” θα επέτρεπε να μειωθεί το κεφάλαιο που είναι για αξιοποίηση. Οι παραγγελίες θα μπορούσαν να ασκήσουν -ακόμα μεγαλύτερη- πίεση στους εργολάβους ή και να προσπαθήσουν να ματακομίσουν πρόσθετο τμήμα της δραστηριότητάς τους. Το πάγωμα των μισθών είναι προφανώς ένα μέσο για να μειωθεί το κόστος, ιδιαίτερα εάν ένα τμήμα της μείωσης αυτής αναλαμβάνεται από το κράτος, που μπορεί επίσης -όπως γίνεται στη Γαλλία- να μειώσει τη φορολόγηση των επιχειρήσεων.

Μένει και η κρίσιμη μεταβλητή: η παραγωγικότητα της εργασίας. Αυτή μετράει τον όγκο των αγαθών και υπηρεσιών που παράγεται από κάθε μισθωτό (κατά κεφαλή παραγωγικότητα) ή από κάθε ώρα εργασίας (ωριαία παραγωγικότητα). Ανάμεσα στα δύο βρίσκεται η διάρκεια της εργασίας: εάν επιτευχθεί επιμήκυνση αυτής, όπως το ζητάει η εργοδοσία, τότε αυξάνεται η κατά κεφαλή παραγωγικότητα.

Θα μπορούσε άραγε η κρίση να είναι η ευκαιρία για να μπει ένα τέλος στην τάση υποχώρησης των κερδών παραγωγικότητας; Η εξάντληση των κερδών παραγωγικότητας είναι, πράγματι, ουσιαστικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου καπιταλισμού: Κατά τις μεταπολεμικές “τρεις θαυμαστές δεκαετίες”, η παραγωγικότητα της εργασίας αυξανόταν κατά περίπου 5% ετησίως. Σήμερα, το πολύ που επιτυγχάνεται είναι ένα 1% με 2%. Το γράφημα πιο κάτω δείχνει πως αυτό ισχύει για όλες τις κύριες καπιταλιστικές χώρες2.

Αυτή είναι μια από τις κύριες μεταμορφώσεις της δυναμικής του καπιταλισμού, ενώ η σημασία της συχνά υποτιμάται, για παράδειγμα στα πρόσφατα βιβλία του Thomas Piketty ή του Branko Milanovic3. Ωστόσο, η αριθμητική της είναι απλή: Η εξέλιξη του ποσοστού του κέρδους εξαρτάται από τη σχέση ανάμεσα στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και στην αύξηση του μισθού, δεδομένης της επιβάρυνσης του κεφαλαίου. Σε τεχνικούς όρους, το ποσοστό κέρδους αυξάνει, εάν ο μισθός αυξάνει πιο αργά από τη “συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών”, η οποία είναι ο μέσος όρος της παραγωγικότητας της εργασίας και της αποτελεσματικότητας του κεφαλαίου4. Ξεκινώντας από την αριθμητική αυτή μπορούμε να αναλύσουμε το πέρασμα προς το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, που πήρε τη μορφή μιας διαδικασίας απορρύθμισης.

Η απορρύθμιση ως υποκατάστατο παραγωγικότητας

Η απορρύθμιση ορίζεται εδώ, με την πλατιά έννοια, ως το σύνολο των διευθετήσεων που έχουν ως στόχο την αποκατάσταση του κέρδους, παρά την εξάντληση των κερδών παραγωγικότητας. Μπορούμε να συγκρίνουμε την εξέλιξη του ποσοστού του κέρδους και της παραγωγικότητας με έναν συνθετικό “δείκτη απορρύθμισης”, ο οποίος κατασκευάζεται με μια ολόκληρη σειρά από στοιχεία (μερίδιο των μισθών, εμπορικά ελλείμματα, χρέωση νοικοκυριών, ανισότητες, χρηματιστηριοποίηση, παγκοσμιοποίηση)5.

Το παρακάτω γράφημα απεικονίζει τη σύγκριση αυτήν, η οποία αναφέρεται στο σύνολο των βασικών καπιταλιστικών χωρών (με τις κύριες μεταβλητές να έχουν σταθμιστεί). Βλέπουμε να διαγράφονται δύο φάσεις στην ιστορία του σύγχρονου καπιταλισμού. Η πρώτη χαρακτηρίζεται από μια παράλληλη μείωση τόσο των κερδών παραγωγικότητας όσο και του ποσοστού του κέρδους. Αλλά, στο ίδιο διάστημα, ο δείκτης απορρύθμισης παραμένει περίπου σταθερός. Με άλλα λόγια, βλέπουμε να εξαντλείται σταδιακά ο δυναμισμός ενός καπιταλισμού που παραμένει σχετικά “απορρυθμισμένος”.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, ξεκινάει η νεοφιλελεύθερη περίοδος, της οποίας η διάρθρωση είναι αρκετά διαφορετική. Ενώ τα κέρδη παραγωγικότητας συνεχίζουν να επιβραδύνονται, το ποσοστό του κέρδους αρχίζει πάλι να αυξάνει όπως και ο δείκτης απορρύθμισης. Στην πρώτη φάση, όπου ποσοστό του κέρδους και παραγωγικότητα συσχετίζονται στενά, η δυναμική του κεφαλαίου πηγάζει από τα κέρδη της παραγωγικότητας. Στη δεύτερη φάση, είναι εντυπωσιακό ότι κέρδος και παραγωγικότητα εξελίσσονται ακριβώς αντίστροφα. Η συσχέτιση γίνεται πλέον μεταξύ κέρδους και απορρύθμισης, η οποία παίρνει τη σκυτάλη της αύξησης της παραγωγικότητας για να αποκαταστήσει το ποσοστό του κέρδους6.

Το μυστήριο της παραγωγικότητας

Το πρόβλημα είναι πως δεν μπορούν να κατανοηθούν οι λόγοι αυτής της επιβράδυνσης της παραγωγικότητας: κανονικά, η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών θα έπρεπε να είχε ωθήσει την παραγωγικότητα της εργασίας. Είναι το περίφημο παράδοξο του Σόλοου: Ο οικονομολόγος αυτός είχε διαπιστώσει, ήδη από το 1987, ότι “τους υπολογιστές τους βλέπουμε παντού εκτός από τις στατιστικές της παραγωγικότητας”7. Το μυστήριο αυτό παραμένει πλήρες ακόμα και σήμερα. Έγιναν προσπάθειες να δειχτεί πως θα υπήρχε ένα πρόβλημα μέτρησης, πως οι τιμές θα ήταν υπερτιμημένες, πως θα υπήρχε μια καθυστέρηση (αν και είναι πολύς πια ο καιρός που έχει περάσει!), χωρίς να είναι αυτά πειστικά. Και εμείς είχαμε δείξει τις δυσκολίες στις οποίες προσκρούουν οι προσπάθειες μοντελοποίησης, κατά τις οποίες η μείωση των κερδών παραγωγικότητας εξηγούνται με βάση το χρόνο που περνάει8.

Ωστόσο, και αυτό είναι άλλο ένα παράδοξο, ταυτόχρονα πολλαπλασιάζονται και οι καταστροφικές προβλέψεις στην πρόσφατη περίοδο. Η μελέτη αναφοράς, που επανειλημμένα αναφέρεται, είναι των Frey και Osborne9 που προέβλεπε το 2013 ότι το 47% των θέσεων απασχόλησης στις ΗΠΑ θα απειλούνταν κατά τις δύο προσεχείς δεκαετίες από την αυτοματοποίηση.

Και όμως: οι πιο λεπτομερείς και πιο σοβαρές μελέτες δεν βλέπουν ώς τώρα αρνητική επίπτωση της αυτοματοποίησης στη συνολική απασχόληση. Αντίθετα, η αυξημένη χρήση ρομπότ μειώνει το τμήμα των εργαζομένων που κάνουν δουλειές ρουτίνας, ιδιαίτερα χειρωνακτικές. Αυτό επιβεβαιώνει και μια πρόσφατη έρευνα10 που δίνει το παράδειγμα των εργοστασίων της Adidas στο Άνσζμπαχ της Γερμανίας ή στην Ατλάντα των ΗΠΑ, που παράγουν χιλιάδες παπούτσια ετησίως με τη βοήθεια βιομηχανικών ρομπότ και μιας χούφτας εργαζομένων. Οι συγγραφείς υπογραμμίζουν ότι “προηγουμένως, όλες αυτές οι ενέργειες θα διεξάγονταν σε μέρη όπου η εργατική δύναμη είναι πιο φτηνή, όπως στη νοτιο-ανατολική Ασία”.

Μια άλλη μελέτη, για τη Γερμανία, βρίσκει επίσης ότι η ρομποτοποίηση δεν έχει επίπτωση στη συνολική απασχόληση. Αλλά έχει αρνητική επίπτωση στην απασχόληση στη βιομηχανία: οι συγγραφείς υπολογίζουν ότι ένα πρόσθετο ρομπότ αντικαθιστά κατά μέσον όρο δύο θέσεις στο βιομηχανικό κλάδο. Τα ρομπότ θα ευθύνονταν έτσι για σχεδόν το 23% της μείωσης των βιομηχανικών θέσεων εργασίας από το 1994 ώς το 201411.

Όλες οι έρευνες αυτές συγκλίνουν, έτσι, στο να εντοπίζουν μια επίπτωση της αυτοματοποίησης πάνω στη δομή της απασχόλησης. Είναι προφανές, πράγματι, ότι οι εργασίες ρουτίνας, ή όσες δεν απαιτούν μεγάλη ειδίκευση, προσφέρονται περισσότερο σε αυτοματοποίηση απ’ό,τι οι ειδικευμένες και πιο καταρτισμένες εργασίες. Για να απλοποιήσουμε, τα ρομπότ ή οι υπολογιστές αντικαθιστούν τη ρουτινιέρικη δουλειά, αλλά τις πιο ειδικευμένες εργασίες τις συνοδεύουν και τις συμπληρώνουν. Οι ανισότητες στους μισθούς δεν μπορούν, έτσι, παρά να αυξηθούν ανάμεσα στις δύο κατηγορίες εργαζομένων.

Στην πραγματικότητα, ο μηχανισμός αυτός είναι εξίσου παλιός όσο και ο καπιταλισμός. Ήδη από το 1845, ο Ένγκελς τον εντόπιζε παρατηρώντας την εισαγωγή της Mule (της μηχανής ύφανσης με υδραυλική ενέργεια) στις υφαντουργίες βαμβακιού: “Οι εργάτες που καλούνται “κλωστοϋφαντουργοί” (αυτοί που δουλεύουν τις λεπτές κλωστές πάνω στη Mule) παίρνουν ασφαλώς μεγάλες αμοιβές, 30 με 40 σελίνια την εβδομάδα, γιατί έχουν μια ισχυρή ένωση που παλεύει για να κρατηθεί ο μισθός των κλωστοϋφαντουργών και επειδή η δουλειά τους προϋποθέτει μια δύσκολη εκπαίδευση. Όμως, οι υφαντουργοί που δουλεύουν με χοντρές κλωστές, οι οποίοι και πρέπει να ανταγωνιστούν τις αυτόματες μηχανές (self-actors), χωρίς να μπορούν να χρησιμοποιήσουν στα δικά τους μηχανήματα τις λεπτές κλωστές, έχουν ένα σωματείο που έχει πολύ εξασθενίσει από την εισαγωγή αυτών των μηχανών και, έτσι, αμείβονται με πολύ χαμηλό μισθό”12.

Στους σχετικούς κλάδους, είναι προφανές ότι η ρομποτοποίηση συμβάλλει στην αύξηση της παραγωγικότητας. Αλλά οι μελέτες13 που το επιβεβαιώνουν αυτό το προφανές δεν εξηγούν ωστόσο τη συνολική επιβράδυνση των κερδών παραγωγικότητας. Θα υπήρχε ίσως τότε μια “φθίνουσα οριακή παραγωγικότητα” της ρομποτοποίησης. Το μυστήριο παραμένει πλήρες.

Ο Patrick Artus, ένας οικονομολόγος που δεν έχει τίποτε από μαρξισμό, ανοίγει μια ενδιαφέρουσα πίστα14: Διαπιστώνει ότι όλα μοιάζουν σα να πηγαίνουν προς την επιτάχυνση της παραγωγικότητας: η ρομποτοποίηση των επιχειρήσεων, οι νέες τεχνολογίες στις επιχειρήσεις, η έρευνα και ανάπτυξη, το επίπεδο της εκπαίδευσης. Επίσης δείχνει πως η νεοκλασική θεωρία δεν μπορεί να εξηγήσει το φαινόμενο: “Η αυξανόμενη υποκατάσταση της εργασίας από κεφάλαιο θα έπρεπε να οδηγήσει σε επιτάχυνση της παραγωγικότητας της εργασίας. Όμως, αυτή αντίθετα επιβραδύνεται”. Η εξήγησή του είναι πως, στην πράξη, το ποσοστό καθαρής επένδυσης (στο οποίο περιλαμβάνεται και η απόσβεση κεφαλαίου) έχει υποχωρήσει πολύ. Με άλλα λόγια, “οι επιχειρήσεις δεν έχουν επενδύσει αρκετά ώστε να μπορέσουν να αντισταθμίσουν την επιτάχυνση της παλαίωσης του κεφαλαίου, εξού και η υποχώρηση των κερδών παραγωγικότητας”.

Εδώ βρίσκεται μία πρώτη πίστα εξήγησης. Παρά τη μείωση των σχετικών τιμών των επενδυτικών αγαθών στις νέες τεχνολογίες, ο όγκος του αναγκαίου κεφαλαίου είναι αρκετά υψηλός και επίσης υφίσταται έναν σχετικά βραχύβιο κύκλο ζωής. Με άλλα λόγια, χρειάζονται και υψηλότερες επενδύσεις και πιο συχνά, πράγμα που σημαίνει ότι ο ίδιος όγκος επένδυσης έχει φθίνοντα κέρδη παραγωγικότητας. Αλλά θα πρέπει να συνδυαστεί η εξήγηση αυτή και με μία άλλη, που είναι η απόκλιση ανάμεσα στην κοινωνική ζήτηση, η οποία μετατίθεται προς τομείς που έχουν χαμηλότερη παραγωγικότητα, και στα κριτήρια της καπιταλιστικής αποδοτικότητας. Αυτό είναι ίσως και η ουσιαστική απάντηση στο παράδοξο του Σόλοου: η ροή των τεχνολογικών ανακαινίσεων δεν φαίνεται να εξαντλείται, αλλά η ικανότητα του καπιταλισμού να τις ενσωματώσει στη δική του λογική αυτή πράγματι τείνει να εξαντληθεί.

Μετά τον Covid-19 τί;

Η κρίση του κορονοϊού οδήγησε σε απότομη υποχώρηση της απασχόλησης και των ωρών εργασίας παντού στον κόσμο. Η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας εκτιμάει πως ο συνολικός αριθμός ωρών εργασίας μειώθηκε κατά 17,3% στο δεύτερο τρίμηνο του 2020 σε σχέση με το τελευταίο τρίμηνο του 2019, το οποίο αντιστοιχεί σε 495 εκατομμύρια θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης. Οι χώρες με χαμηλότερο εισόδημα ήταν αυτές που επλήγησαν περισσότερο, με μείωση 23,3% των ωρών εργασίας, δηλαδή 290 εκατομμυρίων ισοδύναμων θέσεων πλήρους απασχόλησης15.

Η πτώση της απασχόλησης, ωστόσο, αποσβέστηκε εν μέρει εξαιτίας της μείωσης στη διάρκεια της εργασίας, με διάφορες μορφές, όπως με τη μερική απασχόληση: είναι κάπως σαν να μεταμορφώθηκε το ελάττωμα σε αρετή. Στη Γαλλία, ο αριθμός των ωρών εργασίας στο σύνολο της οικονομίας μειώθηκε κατά 1,7 δισεκατομμύρια, δηλαδή κατά 4%, στα δύο πρώτα τρίμηνα του 2020. Αλλά πάνω από 80% αυτής της μείωσης καλύφθηκε από τη μερική απασχόληση ή από άλλες ανάλογες διευθετήσεις16. Η “εξαναγκαστική” αυτή μείωση της διάρκειας της εργασίας (η οποία έτσι μειώνει την παραγωγικότητα της εργασίας) είναι ένα καπάκι που οι εργοδότες θα θελήσουν να αποτινάξουν όσο μπορέσουν πιο γρήγορα.

Στο ίδιο διάστημα το παιχνιδάκι με τα προγνωστικά συνεχίζει. Σύμφωνα με την McKinsey Global Institute, “το 22% των θέσεων εργασίας θα μπορούσε να αυτοματοποιηθεί ώς το 2030” στην Ευρώπη, το οποίο αντιστοιχεί σε 53 εκατομμύρια θέσεις εργασίας17. Μια μελέτη του ίδιου ινστιτούτου σε 800 επιχειρηματίες σε όλο τον κόσμο δείχνει ότι αυτοί επιτάχυναν και την πληροφοριοποίηση και την αυτοματοποίηση στη διάρκεια της πανδημίας18. Η προσπάθειά τους ήταν κυρίως στο χώρο της τηλε-εργασίας. Οι ίδιοι αυτοί επιχειρηματίες θεωρούν ότι η ζήτηση για “ανεξάρτητους και προσωρινούς εργαζομένους στο χώρο εργασίας” αναμένεται να αυξηθεί στα δύο επόμενα χρόνια. Έτσι, η κρίση του Covid-19 θα οδηγούσε σε μια περίοδο νέας αύξησης των κερδών παραγωγικότητας.

Όμως, αυτό παραμελεί ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του διπλού σοκ, τόσο στην προσφορά όσο και στη ζήτηση, που προκάλεσε η πανδημία, δηλαδή τη μεγάλη ετερογένεια ανάλογα με τους τομείς (και με τις χώρες). Έτσι, ακόμα και μια βαθμιαία επανεκκίνηση της οικονομίας δεν θα απορροφούσε την απόκλιση ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση, όπως το έδειξε και μια εμπεριστατωμένη μελέτη19. Η μελέτη της McKinsey για την απασχόληση στην Ευρώπη, που ήδη αναφέραμε, ρίχνει, από την άποψη αυτήν, ένα χρήσιμο φως: δίπλα στο 22% των θέσεων εργασίας που θα απειλούνταν από την αυτοματοποίηση, εντοπίζει και ένα 26% των θέσεων εργασίας που θα απειλούνταν από τον Covid-19. Οι δύο αυτές κατηγορίες δεν αλληλοκαλύπτονται πλήρως: ένα 10% των ευρωπαϊκών θέσεων εργασίας θα απειλούνταν, έτσι, ταυτόχρονα και από την αυτοματοποίηση και από τον Covid-19. Ο πιο κάτω πίνακας δείχνει πως οι θέσεις αυτές εργασίας που “είναι διπλά εκτεθειμένες” είναι πολύ άνισα κατανεμημένες στους διάφορους τομείς. Για παράδειγμα, 5,4 εκατομμύρια θέσεις εργασίας στο εμπόριο (οι 2 στις 3) θα ήταν εκτεθειμένες σε αυτό το διπλό κίνδυνο.

Η διαφοροποίηση αυτή πλήττει ιδιαίτερα τις γυναίκες και αυτό αποτελεί σημαντική διαφορά σε σχέση με την προηγούμενη κρίση. Γιατί οι γυναίκες “είναι δύο φορές πιο εκτεθειμένες από τους άντρες σε θέσεις απασχόλησης υψηλού κινδύνου μετάδοσης του Covid-19 και της αυτοματοποίησης. Οι γυναίκες με υψηλό επίπεδο μόρφωσης αντιμετωπίζουν τον πιο υψηλό συνδυασμένο κίνδυνο από μετάδοση του Covid-19 και από την αυτοματοποίηση”20.

Οι επιχειρήσεις θα ωθηθούν έτσι προς τη ρομποτοποίηση, για να αυξήσουν την παραγωγικότητα, αλλά και για να μειώσουν την αβεβαιότητα σε σχέση με την πραγματική διαθεσιμότητα εργατικής δύναμης, δεδομένων των υγειονομικών μέτρων. Ωστόσο, η αβεβαιότητα βαραίνει και στις επιχειρηματικές προοπτικές, πράγμα που θα έχει ως συνέπεια να αποθαρρυνθούν οι επιχειρήσεις από το να επενδύσουν, ακόμα περισσότερο που η κερδοφορία έχει υποβαθμιστεί: “Η αβεβαιότητα για τη διάρκεια της πανδημίας βαραίνει στις επενδύσεις και εμποδίζει το εμπόριο. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις και οι περιορισμοί στην κινητικότητα θα μπορούσαν να επιβραδύνουν περισσότερο ακόμα τη μεταφορά εργατικού δυναμικού από τις επιχειρήσεις χαμηλής παραγωγικότητας προς επιχειρήσεις υψηλότερης παραγωγικότητας”21.

Είναι, επομένως, δύσκολο να πει κανείς ποιά από τις δύο τάσεις θα επικρατήσει και η απάντηση θα διαφέρει αναμφίβολα ανάλογα με τον τομέα22. Ωστόσο, η μελέτη των επιδημιών που προηγήθηκαν του Covid-19 (SRAS, MERS, Ebola, και Zika) δείχνει πως η μείωση της παραγωγικότητας εξαιτίας της θα είναι 4% σε τρία χρόνια, αν υπολογιστούν οι διαταραχές που προκαλεί: αποδιάρθρωση εργατικής δύναμης, περιορισμός πιστώσεων, αποδιοργάνωση των αλυσίδων παραγωγής, μείωση της ανακαίνισης23.

Προς μια ανάκαμψη “τύπου V” του κέρδους;

Το πιο κάτω γράφημα είναι αποκαλυπτικό για τα διακυβεύματα της περιόδου. Δίνει το ποσοστό του κέρδους στην προστιθέμενη αξία των γαλλικών επιχειρήσεων. Βλέπουμε πως έχει την τάση να αυξηθεί, πριν καταρρεύσει με την κρίση του 2008. Από το 2013, αποκαθιστά την καθυστέρησή του για να ξαναβρεί ένα ιστορικό υψηλό: η διπλή αυτή κίνηση, μείωσης και μετά αύξησης, απεικονίζεται με μια μακρυά ανάκαμψη “τύπου V” του κέρδους. Και μετά έρχεται η κρίση του Covid-19, που του προκαλεί βίαιη πτώση, περίπου στο ίδιο επίπεδο με της προηγούμενης κρίσης.

Το γράφημα προέρχεται από την έκθεση του γαλλικού υπουργείου οικονομίας που ήδη αναφέραμε (στην υποσημείωση 16) όπου οι προβλέψεις δίνονται σε διακεκομμένη γραμμή. Μπορούμε έτσι να αποκρυπτογραφήσουμε τις προοπτικές που θέλει η γαλλική κυβέρνηση: να αποκαταστήσει σε ένα χρόνο την πτώση του κέρδους που στην προηγούμενη κρίση χρειάστηκε, για ίδιας τάξης μείωση, 7 χρόνια για να αποκατασταθεί. Ο στόχος μιας τόσο γρήγορης αποκατάστασης του κέρδους, δηλαδή σε “V” στηρίζεται στην απλοϊκή υπόθεση σύμφωνα με την οποία η ταχύτητα αποκατάστασης θα είναι αναγκαστικά ανάλογη της ταχύτητας της πτώσης. Αλλά, και κυρίως, αποκαλύπτει τη θέληση να αποκατασταθεί το κέρδος “ό,τι και να κοστίσει αυτό”… στους εργαζόμενους.

Το συμπέρασμα αυτού του σύντομου σημειώματος θα μπορούσε να διατυπωθεί με τη μορφή μίνι-θέσεων:

  1. Η παραγωγικότητα της εργασίας είναι ουσιαστικός παράγοντας της εσώτερης δυναμικής του καπιταλισμού. Όμως, εδώ και δεκαετίες τείνει να εξαντληθεί: η αυτοματοποίηση δεν οδηγεί στα αναμενόμενα αποτελέσματα.
  2. Η κρίση του Covid-19 οδήγησε στη μείωση της παραγωγικότητας με διαφοροποιημένο τρόπο, ανάλογα με τους τομείς.
  3. Για τους καπιταλιστές, το ουσιαστικό διακύβευμα της εξόδου από την κρίση είναι η αποκατάσταση του κέρδους τους, ενώ η παραγωγικότητα είναι απλώς μία από τις βασικές συνιστώσες του. Η αυτοματοποίηση επίσης μπορεί να συμβάλει, αλλά προϋποθέτει μια ανάκαμψη της επένδυσης για την οποία ας μας επιτραπεί να αμφιβάλουμε.
  4. Η προσφυγή στην αυτοματοποίηση θα επιδεινώσει αναγκαστικά ακόμα περισσότερο την κατάτμηση των μισθωτών.

Michel Husson


1Michel Husson, « Le grand bluff de la robotisation », A l’encontre, 10 Ιούνη 2016 ; « Stagnation séculaire : le capitalisme embourbé ? », A l’encontre, 5 Ιούνη 2015.

2Πηγή : Antonin Bergeaud, Long-Term Productivity Database, 15 Οκτωβρίου, 2019.

3Thomas Piketty, Capital et idéologie, 2019 ; Branko Milanovic, Capitalism, Alone, 2019. [Και γαλλική μετάφραση : Le capitalisme sans rival, 2020.]

4Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. και: Michel Husson, « Taux de profit, salaire et productivité », note hussonet n°94, 4 Μάρτιος 2016.

5Η κατασκευή του δείκτη απορρύθμισης εξηγείται στο εξής άρθρο: « Le néolibéralisme, stade suprême ? », Actuel Marx n°51, 2012.

6Η μοντελοποίηση αυτή, κατά την οποία το ποσοστό του κέρδους εξαρτάται εναλλασσόμενα, τη μια από την παραγωγικότητα και την άλλη από την απορρύθμιση, μπορεί μάλιστα να δοκιμαστεί και οικονομετρικά. Βλέπε Michel Husson, « Petite économétrie du capitalisme néolibéral », note hussonet n°124, 8 Σεπτέμβρης 2018.

7Robert Solow, « We’d Better Watch Out », New York Times Book Review, 12 Ιουλίου 1987.

8Πέρα από τις παραπομπές που ήδη κάναμε στην υποσημείωση 1, βλέπε και: Michel Husson, « Productivité : l’énigme irrésolue », Alternatives économiques, 10 Φεβρουαρίου 2020, καθώς και « Comment l’Insee explique (ou pas) le ralentissement de la productivité », Alternatives économiques, 19 Ιουλίου 2018.

9Carl Benedikt Frey, Michael A. Osborne, « The future of employment: How susceptible are jobs to computerisation? », 17 Σεπτεμβρίου 2013.

10Elisabetta Gentile & al.,« Robots replace routine tasks performed by workers », voxeu, 8 Οκτωβρίου 2020.

11Wolfgang Dauth & al., « The rise of robots in the German labour market », voxeu, 19 Σεπτεμβρίου 2017.

12Friedrich Engels, “Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία”, 1845.

13Για παράδειγμα : Georg Graetz & Guy Michaels,« Robots at Work », The Review of Economics and Statistics, vol. 100 n° 5, Δεκέμβρης 2018.

14Patrick Artus, « Sur le ralentissement de la productivité », 25 Σεπτεμβρίου & 1η Οκτωβρίου 2020.

15Διεθνής Οργανισμός Εργασίας, « Le COVID?19 et le monde du travail. Sixième édition », 23 Σεπτεμβρίου 2020.

16Πηγή: Γαλλικό Υπουργείο Οικονομίας, Rapport économique, social et financier, 2021.

17McKinsey Global Institute, « The future of work in Europe. Automation, workforce transitions, and the shifting geography of employment », Ιούνιος 2020.

18McKinsey Global Institute, « What 800 executives envision for the postpandemic workforce » Σεπτέμβριος 2020.

19Maria del Rio-Chanona & al., « Supply and demand shocks in the COVID-19 pandemic: an industry and occupation perspective », Oxford Review of Economic Policy, Vol. 36, Sup. 1, 2020.

20Alex W. Chernoff, Casey Warman, « Covid-19 and implications for automation », NBER, July 2020.

21Alistair Dieppe,« Slowdown in productivity growth compounded by COVID-19 », voxeu, 18 Σεπτεμβρίου 2020.

22Βλ και τη μοντελοποίηση: Sylvain Leduc και Zheng Liu, « Can Pandemic-Induced Job Uncertainty Stimulate Automation? », Federal Reserve Bank of San Francisco, Μάϊος 2020.

23Alistair Dieppe, Sinem Kilic Celik, Cedric Okou, « Implications of Major Adverse Events on Productivity », The World Bank, Σεπτέμβριος 2020.


Μετάφραση στα ελληνικά: Περιοδικό «4»

Το κείμενο στο site της 4ης Διεθνούς:


https://tpt4.org/?p=5598

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s