D.Bensaïd: Για την υγεία και την τιμή της

Η επιδημία του Covid-19 επαναφέρει τα ερωτήματα για την πορεία του κόσμου, ιδιαίτερα για τη εμπορευματοποίηση, την ιδιωτικοποίηση, τα κοινά αγαθά, όπως η γνώση ή η υγεία, κλπ. Αναδημοσιεύουμε από το Contretemps -Revue de critique communiste ένα σχετικό κείμενο του Daniel Bensaïd, για το οποίο η σύνταξη του περιοδικού επίσης γράφει:

«Το Φλεβάρη του 2009, ο φιλόσοφος και αγωνιστής, Ντανιέλ Μπενσαΐντ, αναρωτιόταν -με βάση τον Μαρξ- εάν η υγεία μπορεί να έχει τιμή, όπως και η γνώση, και αν υπάρχει δικαίωμα στη στέγη, στην παιδεία, κλπ., χωρίς προϋποθέσεις1. Με τον τρόπο αυτόν έθετε μια σειρά από θεμελιακά ερωτήματα στη διεξαγόμενη διαδικασία ιδιωτικοποίησης του κόσμου, δηλαδή στη νεοφιλελεύθερη καταστροφή των δημοσίων υπηρεσιών και της λογικής του κοινού, την οποία και αυτές ενέχουν. Καταστροφές των οποίων άλλωστε βλέπουμε τις δραματικές τους επιπτώσεις με αφορμή τον Covid-19».

Contretemps -Revue de critique communiste


Όχι στην ιδιωτικοποίηση του κόσμου

του Daniel Bensaïd

Ανάγοντας την εμπορευματική αξία κάθε πλούτου, κάθε προϊόντος, κάθε υπηρεσίας, στον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή του, ο νόμος της αγοράς έχει ως στόχο να καταστήσει συγκρίσιμο το ασύγκριτο, να αποδώσει χρηματική τιμή σε αυτό που είναι δύσκολα ποσοτικοποιήσιμο. Ως γενικό ισοδύναμο, το χρήμα θα είχε έτσι τη δύναμη κάθε μεταμόρφωσης. Φορέας μια καθολικής μετάφρασης, «ενσωματώνει και ανταλλάσει κάθε πράγμα, είναι ο κόσμος ανάποδα, η μετατροπή και ενσωμάτωση όλων των γενικών και ανθρώπινων χαρακτηριστικών»2. Η γενική εμπορευματοποίηση έχει προφανώς ως στόχο να αποδώσει τιμή σε αυτό που δεν έχει τιμή:

«Η προσπάθεια να αποδοθεί τιμή σε ό,τι μπορεί να ανταλλαγεί έχει σημαντικά αυξηθεί», διαπιστώνει ο Marcel Hénaff. «Έχουμε γλιστρήσει σε μια αντίληψη της εμπορευματοποίησης χωρίς όρια: όλα μπορούν να αποτιμηθούν σε μία αγορά, επομένως όλα μπορούν να πουληθούν, ακόμα και ό,τι δεν είναι για πούλημα»3.

Η δημόσια υπηρεσία πρέπει ή θα έπρεπε να είναι δωρεάν. Αλλά ο εκπαιδευτής ή ο υγειονομικός πρέπει να τραφούν και να ντυθούν. Το σχετικό ερώτημα είναι: σε τί αντιστοιχεί τότε ο μισθός ενός πανεπιστημιακού καθηγητή ή ερευνητή; Δεν πουλάει κανένα προϊόν (μια γνώση – εμπόρευμα), αλλά παίρνει μια αμοιβή, που χρηματοδοτείται μέσα από μια φορολογική εξίσωση, για τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο για την παραγωγή και την αναπαραγωγή της εργατικής του δύναμης (όπου συμπεριλαμβάνεται και ο χρόνος μόρφωσής του). Πρόκειται άραγε μόνο για το χρόνο που έχει περάσει στο εργαστήριό του και το χρόνο που έχει περάσει στην οθόνη του υπολογιστή του (που μετριέται από ένα ενσωματωμένο χρονόμετρο); Μήπως όμως σταματάει να σκέφτεται όταν παίρνει το μετρό ή όταν κάνει τζόγκινγκ; Ερώτημα που είναι εξαιρετικά επώδυνο στο μέτρο ακριβώς που η παραγωγή γνώσης είναι εξαιρετικά κοινωνικοποιημένη, δύσκολα εξατομικεύεται και περιέχει επίσης και μια μεγάλη ποσότητα νεκρής εργασίας. Και όμως, οι σημερινές μεταρρυθμίσεις τείνουν να μετατρέψουν τον καθηγητή – ερευνητή μας σε πωλητή εμπορευματικών υπηρεσιών. Υποτίθεται ότι θα ήταν πλέον πωλητής ιδεών και γνώσεων και ότι οι διαδικασίες αξιολόγησης (όπως μια ποσοτική βιβλιομέτρησή τους) θα μετρούσαν και την εμπορευματική του αξία. Και όμως, «μεταξύ χρήματος και γνώσης, κανένα κοινό μέτρο δεν υπάρχει», διαπίστωνε σοφά ο Αριστοτέλης.

Η σημερινή κρίση είναι ιστορική κρίση -οικονομική, κοινωνική, οικολογική- του νόμου της αξίας. Το μέτρο όλων των πραγμάτων μέσα από τον αφηρημένο χρόνο εργασίας έχει γίνει, όπως το προέβλεπε ο Μαρξ στα «Χειρόγραφα του 1857», ένα «άθλιο» μέτρο των κοινωνικών σχέσεων. Όμως, «δεν μπορούμε να διαχειριστούμε παρά μόνο αυτό που ξέρουμε να μετρήσουμε», λέει ο Pavan Sukhdev, τέως επικεφαλής της Deutsche Bank της Βομβάης, από τον οποίο η Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζήτησε μια έκθεση για να «προτείνει μια πυξίδα στους ηγέτες του κόσμου» «αποδίδοντας επειγόντως μια οικονομική αξία στις υπηρεσίες που προσφέρει η φύση»4! Ωστόσο, το να μετρηθεί κάθε υλικός, κοινωνικός, πολιτιστικός πλούτος με μόνο μέτρο τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο για την παραγωγή του γίνεται όλο και πιο προβληματικό, εξαιτίας μιας αυξημένης κοινωνικοποίησης της εργασίας και μιας μαζικής ενσωμάτωσης της διανοητικής εργασίας σε αυτήν την κοινωνικοποιημένη εργασία.

Ο μακρύς χρόνος της οικολογίας προφανώς και δεν έχει καμία σχέση με το βραχύ χρόνο του Χρηματιστηρίου! Το να αποδοθεί «μια οικονομική αξία» (χρηματική) στις υπηρεσίες της φύσης προσκρούει στο ανυπέρβλητο πρόβλημα της εύρεσης κοινού παρονομαστή ανάμεσα σε φυσικούς πόρους, εξατομικευμένες υπηρεσίες, υλικά αγαθά, ποιότητα αέρα, πόσιμο νερό, κλπ. Θα χρειαζόταν άλλο μέτρο από το χρόνο εργασίας και άλλο εργαλείο μέτρησης από την αγορά, που να είναι σε θέση να αποτιμήσει την ποιότητα και τα μακροχρόνια αντισταθμίσματα των άμεσων κερδών. Μόνο μια κοινωνική δημοκρατία θα ήταν σε θέση να αποδώσει μέσα για την κάλυψη των αναγκών, συνυπολογίζοντας τους μακριούς και αργούς χρόνους των φυσικών κύκλων, και να θέσει προϋποθέσεις στις κοινωνικές επιλογές που να συμπεριλαμβάνουν και την οικολογική τους διάσταση.

Η αποεμπορευματοποίηση των κοινωνικών σχέσεων δεν μπορεί να αναχθεί, άρα, σε μια απλή αντίθεση ανάμεσα στο αμειβόμενο και στο δωρεάν. Εντασώμενη σε μια ανταγωνιστική οικονομία της αγοράς, η διαδικασία της δωρεάν παροχής επίσης μπορεί να αποδειχτεί στρεβλή και να χρησιμοποιηθεί ως πολεμική μηχανή ενάντια σε μια ποιοτική και αμειβόμενη παραγωγή. Αυτό το δείχνει, π.χ., ο πολλαπλασιασμός των δωρεάν εφημερίδων, σε βάρος μιας δουλειάς πληροφόρησης και έρευνας, που κοστίζει.

Ασφαλώς θα μπορούσαμε να φανταστούμε και να δοκιμάσουμε χώρους άμεσων ανταλλαγών -μη χρηματικών- με αξίες χρήσης ή με εξατομικευμένες υπηρεσίες. Αλλά το «παράδειγμα του δώρου», ως διαδικασία αμοιβαίας αναγνώρισης, δεν μπορεί να γενικευτεί, εκτός αν κανείς περιοριστεί σε μια αυτάρκη οικονομία αντιπραγματισμού. Όμως, μια διευρυμένη κοινωνία ανταλλαγών και σύνθετου κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας απαιτεί και λογιστική παρακολούθηση και έναν τρόπο αναδιανομής του παραγόμενου πλούτου.

Το κεντρικό ερώτημα της αποεμπορευματοποίησης μετατρέπεται επομένως στο ερώτημα των μορφών ιδιοποίησης και των σχέσεων ιδιοκτησίας, στις οποίες η δωρεάν παροχή (πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες ή σε κοινά αγαθά) είναι απλώς μια από τις πλευρές τους. Είναι η γενικευμένη ιδιωτικοποίηση του κόσμου -δηλαδή όχι μόνο των προϊόντων και των υπηρεσιών, αλλά και των γνώσεων, των έμβιων, του χώρου, της βίας- αυτό που καθιστά κάθε εμπόρευμα πωλήσιμο. Βρισκόμαστε μπροστά, έτσι, σε ένα φαινόμενο ανάλογο με αυτό που είχε γίνει στις αρχές του 19ου αιώνα με τη συστηματική επίθεση κατά των εθιμικών δικαιωμάτων των φτωχών: ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση των κοινών αγαθών και μεθοδική καταστροφή των παραδοσιακών μορφών αλληλεγγύης (οικογενειακών ή τοπικών, χτες, των κοινωνικών συστημάτων προστασίας, σήμερα)5.

Από τη σκοπιά αυτήν, οι αντιπαραθέσεις σε σχέση με την πνευματική ιδιοκτησία είναι παραδειγματικές:

«Και η παραμικρή ιδέα που ενδέχεται να ωθήσει σε μια δραστηριότητα βγαίνει για πώληση, όπως και στον κόσμο του θεάματος όπου δεν υπάρχει ούτε μία έμπνευση, ούτε ένα σχέδιο που να μην καλύπτεται αμέσως από ένα copyright. Είναι ένας ανταγωνισμός για ιδιοποίηση, για κέρδος. Δεν υπάρχει μοιρασιά: αρπάζεις, ιδιοποιείσαι, εμπορεύεσαι. Θα έρθει ίσως και μια στιγμή που δε θα μπορεί καν να πεις μια κάποια φράση χωρίς να ανακαλύψεις πως είναι γερά προστατευμένη και υπόκειται σε πνευματικό δικαίωμα»6.

Με την υιοθέτηση, το 1994, της συμφωνίας Trips (Trade Related Aspects of Intellectual Property Rights) στο πλαίσιο των συμφωνιών του Γύρου της Ουρουγουάης (από τον οποίο προέρχεται και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου), οι κυβερνήσεις των μεγάλων βιομηχανικών χωρών κατάφεραν, έτσι, να επιβάλουν τον παγκόσμιο σεβασμό στις πατέντες. Προηγουμένως, όχι μόνο η ισχύς τους δεν ήταν καθόλου αναγνωρισμένη παγκοσμίως, αλλά και πενήντα χώρες απέκλειαν πλήρως την κατοχύρωση δικαιώματος επί ουσιών και δεν αναγνώριζαν παρά μόνο δικαιώματα σε διαδικασίες παραγωγής.

Από τη δεκαετία του 1970, παρακολουθούμε μια πορεία απολυτοποίησης των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, μια τρομερή ιδιωτική ιδιοποίηση, από τις πολυεθνικές, της γνώσης και των διανοητικών και καλλιτεχνικών παραγωγών γενικότερα. Με το φόβο διάθεσης στους χρήστες μέσω λογισμικού, ο δωρεάν δανεισμός από τις βιβλιοθήκες αμφισβητήθηκε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Στην επόμενη περίοδο, καθώς η πληροφορία γίνεται μια νέα μορφή κεφαλαίου, ο αριθμός των πατεντών που κατατίθενται κάθε χρόνο έχει εκραγεί (156.000 το 2007). Μόνο οι Monsanto, Bayer και Basf έχουν καταθέσει 532 πατέντες για γονίδια ανθεκτικά στην ξηρασία. Εταιρείες που λέγονται «trolls» αγοράζουν ολόκληρους φακέλους από πατέντες, για να μπορέσουν να μηνύσουν για πλαστογραφία παραγωγούς, των οποίων η δραστηριότητα χρησιμοποιεί ένα σύνολο από γνώσεις που είναι άρρηκτα δεμένες μεταξύ τους. Νέα μορφή περίφραξης ενάντια στην ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση, αυτή η ξέφρενη πορεία προς πατεντάρισμα δημιουργεί και μια πραγματική «φούσκα από πατέντες».

Η επέκταση αυτή του δικαιώματος πατενταρίσματος επιτρέπει να κατοχυρωθούν έως και ποικιλίες καλλιεργούμενων φυτών ή ζώων κτηνοτροφίας, όπως και ουσίες του ζωντανού οργανισμού, το οποίο και θολώνει έτσι τη διάκριση ανάμεσα σε εφεύρεση και ανακάλυψη, ενώ ανοίγει επιπλέον και το δρόμο στη νεοϊμπεριαλιστική καταλήστευση μέσα από ιδιοποίηση παραδοσιακών ζωολογικών και βοτανικών γνώσεων. Αυτό που είναι σοβαρό δεν είναι ότι η κατοχύρωση αλληλουχήσεων του DNA θα αποτελούσε πλήγμα για τη Θεία Δημιουργία, αλλά ότι η κατανόηση ενός φυσικού φαινομένου μπορεί πλέον να γίνει αντικείμενο ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Η περιγραφή μιας γονιδιακής αλληλουχίας είναι γνώση, όχι κατασκευή. Ωστόσο, οι πατέντες και τα πνευματικά δικαιώματα είχαν στην αρχή ως προϋπόθεση την υποχρέωση δημόσιας ανακοίνωσης της σχετικής γνώσης. Είναι αλήθεια ότι ο κανόνας αυτός πολλές φορές καταστρατηγήθηκε (συχνά ως στρατιωτικό μυστικό), όμως ο Λαβουαζιέ δεν κατοχύρωσε πνευματικά το οξυγόνο, ούτε ο Άινσταιν τη θεωρία της σχετικότητας ή οι Ουότσον και Κρικ τη διπλή έλικα του DNA. Από τον 17ο αιώνα η πλήρης δημοσιότητα ευνόησε την επιστημονική και τεχνική επανάσταση, ενώ τώρα πλέον το ποσοστό των πορισμάτων που βγαίνει στο δημόσιο χώρο όλο και μειώνεται, ενώ αυξάνει το μερίδιο που πάει για ιδιοποίηση μέσω κατοχυρώσεων για να πουληθεί ή για να αποδώσει πρόσοδο.

Το 2008, η Microsoft ανήγγειλε την ελεύθερη πρόσβαση στο ιντερνέτ των κύριων δεδομένων στα εμβληματικά της προγράμματα, επιτρέποντας τη δωρεάν χρήση τους για μη εμπορευματικές επεξεργασίες. Δεν επρόκειτο, όπως έσπευσε να διευκρινίσει σε συνέντευξή του στο Médiapart ο νομικός της υπεύθυνος, Marc Mossé, για αμφισβήτηση της πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά απλώς για να «αποδείξει πως η πνευματική ιδιοκτησία μπορεί να είναι δυναμική». Απέναντι στον ανταγωνισμό από το ελεύθερο λογισμικό, τα εμπορικά λογισμικά, όπως της Microsoft, αναγκάζονται να προσαρμοστούν εν μέρει σε αυτή τη λογική του δωρεάν, που πηγάζει από την αυξανόμενη αντίφαση ανάμεσα στην ιδιωτική ιδιοποίηση των κοινών αγαθών και στην κοινωνικοποίηση της διανοητικής εργασίας, που αρχίζει με την πράξη της γλώσσας.

Στην εποχή της, η ιδιωτική ιδιοποίηση των εδαφών είχε υποστηριχτεί στο όνομα της γεωργικής παραγωγικότητας, της οποίας η αύξηση θα ερχόταν υποτίθεται να εξαλείψει τους λιμούς και την πείνα. Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο κύμα περιφράξεων, που με τη σειρά του δικαιολογείται ως αγώνας για ανακαίνιση καθώς και με παραπομπή στο επείγον της παγκόσμιας διατροφής. Αλλά η χρήση της γης είναι «αμοιβαία αποκλειστική» (δηλαδή αυτό για το οποίο, αν ο ένας το ιδιοποιείται, τότε ο άλλος αποκλείεται από τη χρήση του), ενώ η χρήση της γνώσης και των γνώσεων δεν είναι αποκλείουσα: το αγαθό δεν τελειώνει από τη χρήση που του γίνεται, είτε πρόκειται για γονιδιακή αλληλούχηση είτε για ψηφιοποιημένη εικόνα. Αυτός είναι και ο λόγος που, από τον καλόγερο που αντέγραφε ώς το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, περνώντας από την εκτύπωση ή τη φωτοτυπία, το κόστος αναπαραγωγής συνεχώς μειώνεται. Και αυτός είναι και ο λόγος που σήμερα, για να δικαιολογήσουν την ιδιωτική ιδιοποίηση, παραπέμπουν στα κίνητρα της έρευνας και όχι στη χρήση του προϊόντος.

Επιβραδύνοντας τη διάδοση της ανακαίνισης και τον εμπλουτισμό της, η ιδιωτικοποίηση αντιφάσκει προς αυτά που διατείνεται ο φιλελεύθερος λόγος για τα καλά του ανταγωνισμού. Η αρχή του ελεύθερου λογισμικού, αντίθετα, καταγράφει με τον τρόπο της τον έντονα συνεργατικό χαρακτήρα της κοινωνικής εργασίας που συμπυκνώνεται σε αυτό. Το μονοπώλιο του ιδιοκτήτη αμφισβητείται έτσι όχι μόνο πλέον, όπως για τους φιλελεύθερους, στο όνομα της ανακαινιστικής αρετής του ανταγωνισμού, αλλά και ως εμπόδιο για την ελεύθερη συνεργασία. Η διφορούμενη έννοια του αγγλικού όρου free, εφαρμοζόμενου στο λογισμικό, δίνει και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά, και του δωρεάν και της ελευθερίας.

Όπως και στην εποχή των περιφράξεων, οι απαλλοτριωτές του σήμερα διατείνονται ότι προστατεύουν τους φυσικούς πόρους και ότι ευνοούν την ανακαίνιση. Μπορούμε να τους αντιτάξουμε αυτό που τους απαντούσε ήδη, το 1525, η Χάρτα των εξεγερμένων γερμανών χωρικών:

«Οι άρχοντές μας ιδιοποιήθηκαν τα δάση και, αν ο φτωχός χρειαστεί κάτι, πρέπει να το πληρώσει διπλά. Η γνώμη μας είναι πως όλα τα δάση πρέπει να επανέλθουν στην ιδιοκτησία όλης της κοινότητας και ότι πρέπει να είναι σχεδόν πλήρως ελεύθερος ο καθένας από την κοινότητα να πάρει ξύλα χωρίς να τα πληρώνει. Πρέπει απλώς να ενημερώνει μια επιτροπή που να εκλεγεί προς τούτο από την κοινότητα. Με αυτό θα αποφευχθεί και η εκμετάλλευση»7.

Daniel Bensaïd

Φλεβάρης 2009

Μετάφραση: Περιοδικό «4»

Από το γαλλικό πρωτότυπο, αναδημοσιευμένο από το Contretemps https://www.contretemps.eu/contre-privatisation-monde/


1Συμβολή στο συλλογικό βιβλίο, με τη διεύθυνση του Paul Ariès, «Viv(r)e la gratuité» [Ζώντας το δωρεάν], Εκδόσεις Golias, 2009

2Karl Marx, « Χειρόγραφα του 1844».

3Marcel Hénaff, «Comment interpréter le don» [Πώς να κατανοηθεί το δώρο], στο Esprit, Φλεβάρης 2002. Ο Μαρσέλ Ενάφ είναι συγγραφέας μεταξύ άλλων του « Le Prix de la vérité. Le don, l’argent, la philosophie» [Η τιμή της αλήθειας. Το δώρο, το χρήμα, η φιλοσοφία], Παρίσι, Seuil, 2002.

4Libération, 5 Γενάρη 2009.

5Daniel Bensaïd, «Les Dépossédés. Karl Marx, les voleurs de bois et le droit des pauvres » [Οι απόκληροι. Ο Καρλ Μαρξ, οι κλέφτες ξυλείας και το δίκαιο των φτωχών], Παρίσι, La Fabrique, 2006.

6Marcel Hénaff, op. cit.

7Αναφέρεται από τον K. Kautsky, «La Question agraire» [Το αγροτικό ζήτημα], Παρίσι, 1900, σελ. 25.


[Για «4» τεύχος 5, περιεχόμενα, κλικ εδώ]


https://tpt4.org/?p=4483

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s