Οι γυναίκες καθοδηγούν την ταξική πάλη

της Cinzia Arruzza

[Αναδημοσίευση1 από τον Σπάρτακο αρ.130, Νοέμβρης 2019]

Συνέντευξη της Cinzia Arruzza στον Brendan O’Connor για το Splinter
  • Την Τετάρτη 12 Μαΐου 2019, κάπου 25.000 δάσκαλοι της Πολιτείας του Όρεγκον (ΗΠΑ) άφησαν τις δουλειές τους, κλείνοντας τουλάχιστον 600 σχολεία της Πολιτείας, ως τμήμα μιας καμπάνιας για μικρότερες σχολικές τάξεις, για περισσότερους νοσοκόμους και ψυχολόγους και για καλύτερη χρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης, που να πληρωθεί με φορολόγηση των πλουσίων2.
  • Την ίδια στιγμή, και οι δάσκαλοι στο Λας Βέγκας ψήφιζαν για να ενταχθούν σε μια απεργία εθνικής κλίμακας που είχε ξεκινήσει από εκπαιδευτικούς3.
  • Πρόπερσι ήταν εκατοντάδες χιλιάδες οι δάσκαλοι και οι εκπαιδευτικοί που είχαν απεργήσει, από τους οποίους η συντριπτική πλειονότητα δεν είχε την προστασία ή δικαιώματα συλλογικών συμβάσεων.
  • Εκτός συγκεκριμένων εργασιακών χώρων, επίσης, μετανάστριες γυναίκες ξεκίνησαν απεργία πείνας στην Τιχουάνα, για να διαμαρτυρηθούν για τις καθυστερήσεις στις διαδικασίες ασύλου.
  • Οι Ιρλανδέζες κατάφεραν πλήγμα στην απαγόρευση των εκτρώσεων σε αυτή τη χώρα.
  • Και οι Ισπανίδες καθοδήγησαν την αντίσταση κατά της ανόδου της άκρας δεξιάς στη χώρα αυτήν4.

Η άνοδος της ενεργοποίησης αυτής είναι τμήμα ενός κινήματος των εργαζόμενων γυναικών που αναζωογονεί τους ταξικούς αγώνες σε όλο τον κόσμο. Σύμφωνα με την Cinzia Arruzza, την Tithi Bhattacharya και την Nancy Fraser, που συνέγραψαν μαζί το «Φεμινισμός για το 99%: Ένα Μανιφέστο»5, οι αγώνες αυτοί μπορούν να κατανοηθούν καλύτερα μέσα από τη θεωρητική οπτική της κοινωνικής αναπαραγωγής. Ο όρος κοινωνική αναπαραγωγή περιγράφει το είδος εργασίας που είναι απαραίτητο για να στηριχθεί ο καπιταλισμός στο χρόνο: να προετοιμαστούν οι εργαζόμενοι για να επανέρχονται στη δουλειά τους κάθε μέρα, να φροντιστούν οι άρρωστοι και οι συνταξιούχοι και να δημιουργηθούν και νέοι εργαζόμενοι (μωρά). Αυτή η εργασία, που είναι υποτιμημένη και σχετικά αθέατη, γίνεται κυρίως από γυναίκες. Αυτοί που την κάνουν συχνά δεν αμείβονται για αυτήν και, όταν η εργασία της κοινωνικής αναπαραγωγής εισάγεται στην αγορά ή ιδιωτικοποιείται -όπως η εκπαίδευση ή η περίθαλψη στις ΗΠΑ-, συχνά ανατίθεται και με φυλετική διάκριση, το οποίο επιπλέον συμβάλλει στη μείωση των μισθών.

Όμως, είναι αυτή η υποτιθέμενα αναπόφευκτη πίεση για μείωση του κόστους -είτε εξαναγκάζοντας τις γυναίκες να δουλεύουν δωρεάν, είτε πλήττοντας τα εργατικά δικαιώματα, είτε εισάγοντας μεταναστευτική εργατική δύναμη- που δημιουργεί ταυτόχρονα και τις συνθήκες ακριβώς αγώνα για τις γυναίκες της εργατικής τάξης. «Συνδυάζοντας την αποχή από την εργασία και με πορείες, διαδηλώσεις, κλεισίματα μικρών επιχειρήσεων, μπλοκαρίσματα και μποϋκοτάζ, το κίνημα αυτό επεκτείνει τη βεντάλια της απεργιακής δράσης, που είχε δραματικά συρρικνωθεί μετά από δεκαετίες νεοφιλελεύθερης επίθεσης», γράφουν οι Arruzza, Bhattacharya και Fraser. «Και ταυτόχρονα, αυτό το νέο κύμα εκδημοκρατικοποιεί τις απεργίες επεκτείνοντας την εμβέλειά τους -και κυρίως με τη διεύρυνση της ίδιας της ιδέας του τί περιλαμβάνεται στην “εργασία”».

Βρέθηκα πρόσφατα με την Arruzza6, μια Ιταλίδα φεμινίστρια και από τους οργανωτές της παγκόσμιας απεργίας των γυναικών, η οποία διδάσκει φιλοσοφία στο The New School, και μιλήσαμε για εργασία, νεοφιλελευθερισμό, όπως και για το γιατί η κατανόηση της ταξικής πάλης θα πρέπει να περιλάβει και τους αγώνες για την κοινωνική αναπαραγωγή. Η συνέντευξη αυτή παρουσιάζεται εδώ ελαφρά συμπυκνωμένη και επιμελημένη για λόγους σαφήνειας.

Brendan O’Connor


Τα προηγούμενα «κύματα» φεμινισμού

Brendan O’Connor: Στη συμμετοχή σου στη διαδικτυακή ραδιοφωνική εκπομπή «Season of the Bitch» έκανες λόγο για τις «δύο ψυχές» του φεμινισμού: μια φιλελεύθερη και μια αντικαπιταλιστική7. Πριν μπούμε στο θέμα της αποτυχίας ή κρίσης του φιλελεύθερου φεμινισμού, στην οποία απαντάει το Μανιφέστο, αναρωτιέμαι αν θα μπορούσες να μας μιλήσεις για το πώς έχουν σχετιστεί αυτές οι δύο ψυχές μεταξύ τους και το πώς έχουν αλληλεπιδράσει μέχρι αυτό το σημείο της κρίσης.

Cinzia Arruzza: Σε ό,τι αφορά στις ΗΠΑ, το βιβλίο της Άντζελα Ντέιβις «Women, Race, and Class» μαρτυρά την ιστορική ένταση μεταξύ αυτού που μπορούμε να ονομάσουμε φιλελεύθερο φεμινισμό -για παράδειγμα, το κίνημα των Σουφραζετών ηγεμονευόταν και καθοδηγούταν βασικά από γυναίκες της μεσαίας τάξης– και τις ανάγκες, τα ενδιαφέροντα και τα αιτήματα των εργαζόμενων λευκών και μαύρων γυναικών. Παρόμοιες δυναμικές μπορείτε να δείτε και σε άλλες χώρες. Στη Γερμανία το 19ο αιώνα υπήρχε ένταση μεταξύ του κινήματος του φιλελεύθερου φεμινισμού, που ήταν βασικά προωθημένα αιτήματα για πρόσβαση στην εκπαίδευση και για ίση πρόσβαση σε επαγγέλματα, και της σοσιαλδημοκρατικής παρέμβασης που αναπτύχθηκε από την Κλάρα Τσέτκιν, ειδικά σε σχέση με τις γυναίκες της εργατικής τάξης, με αιτήματα που είχαν να κάνουν με τις εργασιακές τους συνθήκες, την άδεια μητρότητας ή τη σεξουαλική παρενόχληση στους χώρους εργασίας, που δεν λαμβάνονταν υπόψη από το κυρίαρχο φιλελεύθερο φεμινιστικό κίνημα.

Όταν μίλησα για δύο ψυχές, είχα στο μυαλό μου το γεγονός ότι υπάρχει, ιστορικά μιλώντας, μια ψυχή του φεμινισμού που παλεύει για την ισότιμη εκπροσώπηση των φύλων ή για ισότητα των φύλων μέσα στις υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις και που δεν αμφισβητεί στην πραγματικότητα για παράδειγμα την ταξική δομή της κοινωνίας ή άλλα είδη ιεραρχίας που υπάρχουν στην κοινωνία, αλλά ζητάει βασικές ποσοστώσεις, ισότητα μεταξύ αντρών και γυναικών μέσα στις τάξεις ή τα διάφορα στρώματα. Και μετά, ότι υπάρχει και μια άλλη τάση μέσα στο φεμινισμό για την οποία η ισότητα των φύλων μέσα στις υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις ποτέ δεν ήταν αρκετή. Αναφέρομαι όχι μόνο στο σοσιαλιστικό φεμινισμό, αλλά και στο φεμινισμό μέσα στο αναρχικό κίνημα, καθώς επίσης και το ριζοσπαστικό φεμινισμό –τουλάχιστον αρχικά, το είδος του ριζοσπαστικού φεμινισμού που αναπτύχθηκε στις ΗΠΑ– και τον υλιστικό φεμινισμό στη Γαλλία.

Αυτά τα κομμάτια χρησιμοποίησαν την προοπτική του φύλου –την προοπτική της γυναικείας καταπίεσης– σαν μια μορφή κριτικής στην κοινωνία σαν σύνολο, των ιεραρχιών σαν σύνολο. Δεν έρχεται μόνο από το μαρξιστικό φεμινισμό. Στο ριζοσπαστικό φεμινισμό, για παράδειγμα, η ιδέα είναι ότι η ανισότητα των φύλων και η καταπίεση των γυναικών είναι η ρίζα όλων των άλλων μορφών κοινωνικής ιεραρχίας και σχέσεων εξουσίας. Αυτές οι διαφορετικές τάσεις μέσα στο φεμινισμό δε διαχώριζαν το ζήτημα της πάλης για τη χειραφέτηση και απελευθέρωση των γυναικών από τον αγώνα για αλλαγή της κοινωνίας σαν σύνολο.

Ο φιλελεύθερος φεμινισμός μπορεί να προσληφθεί με διαφορετικούς τρόπους. Υπήρχε το κίνημα των Σουφραζέτων, το οποίο κάποιες φορές ανέπτυξε αιτήματα για κοινωνικά δικαιώματα, αλλά βασικά αντιπροσώπευε τις γυναίκες της μεσαίας τάξης. Κι έπειτα έχουμε και το φιλελεύθερο φεμινισμό των στελεχών επιχειρήσεων, που εστιάζει πολύ περισσότερο στις γυναίκες της ελίτ. Το κυρίαρχο αίτημά του είναι «να σπάσουμε τη γυάλινη οροφή», προωθώντας τη γυναικεία επιχειρηματικότητα, το να υπάρχουν γυναίκες μάνατζερ και πάει λέγοντας.

B.O’C.: Γιατί βρίσκεται τώρα σε κρίση; Ήταν καταδικασμένος να αποτύχει ή συμβαίνει κάτι άλλο;

C. A. : Στις δεκαετίες του ’60 και του ‘70, το δεύτερο κύμα [του φεμινισμού] ήταν αρκετά ριζοσπαστικό. Έλαβε χώρα μέσα στα πλαίσια της Νέας Αριστεράς, επηρεάστηκε από το κίνημα των μαύρων, τα συνθήματα και την ανάλυσή του, από τους αντιαποικιακούς αγώνες κλπ. Και πάλι, δεν ήταν μόνο ο σοσιαλιστικός φεμινισμός, αλλά οι διάφορες τάσεις μέσα στο φεμινιστικό κίνημα ήταν αρκετά ριζοσπαστικές στο να προκαλούν τις κοινωνικές σχέσεις και τον καπιταλισμό.

Με το τέλος αυτής της περιόδου και την ήττα μιας σειράς αγώνων, ο κυρίαρχος φεμινισμός συνδεόταν όλο και περισσότερο με το νεοφιλελευθερισμό. Αναγνωρίζει τον εαυτό του όλο και περισσότερο στη νεοφιλελεύθερη γλώσσα και λόγο, στην έμφαση στην ατομική επιλογή –με όλη την ανάπτυξη της ρητορικής της «επιλογής»-, που βασικά θεωρεί τις γυναίκες κοινωνικές μονάδες, άτομα που μπορούν να απελευθερώσουν τον εαυτό τους έχοντας το δικαίωμα να κάνουν επιλογές για το σώμα τους, για το επάγγελμα που θέλουν να ακολουθήσουν, για το είδος της εκπαίδευσης, αλλά μη λαμβάνοντας υπόψη το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές οι επιλογές πραγματικά λαμβάνουν χώρα. Δεν είναι μόνο οι νόμοι για την έκτρωση, κλπ., που περιορίζουν τις επιλογές των γυναικών, αλλά και οι κοινωνικές σχέσεις –η τάξη, η φυλή κλπ.

Εκείνη την περίοδο, κατά τη διάρκεια τριών ή τεσσάρων δεκαετιών νεοφιλελευθερισμού, υπήρχαν ακόμα ξεκάθαρα ριζοσπαστικές τάσεις μέσα στο φεμινισμό (ο μαύρος φεμινισμός, η διαθεματικότητα, η ριζοσπαστική queer θεωρία), αλλά αυτό που κυριάρχησε –με την έννοια ότι επιλέχθηκε από τους κρατικούς θεσμούς και από τα κυρίαρχα κόμματα και οργανώσεις– ήταν βασικά ένας φεμινισμός διαμορφωμένος από ενός είδους λογική «προς τα κάτω διάχυσης». Με άλλα λόγια, επικράτησε η ατομική ενδυνάμωση και η αυτοδυνάμωση, που εστίαζαν κυρίως στο ζήτημα της «γυάλινης οροφής», για τις γυναίκες της ελίτ ή της ανώτερης μεσαίας τάξης, με την ιδέα ότι αυτό θα ωφελούσε όλες τις άλλες, με τον ίδιο τρόπο που η οικονομική θεωρία της προς τα κάτω διάχυσης υποτίθεται ότι θα δούλευε: οι καπιταλιστικές εταιρείες ανθίζουν και αυτό αυτόματα αυξάνει τα κέρδη για όλους.

Μέρος της κρίσης του φιλελεύθερου φεμινισμού έχει να κάνει με την ηγεμονική κρίση του νεοφιλελευθερισμού γενικά. Οι άνθρωποι είχαν αρκετό χρόνο για να τον ζήσουν πραγματικά άμεσα και να τον δοκιμάσουν στις ζωές τους και οι συνθήκες της ζωής τους δε βελτιώθηκαν. Έγιναν πολύ χειρότερες! Το ίδιο ισχύει και για το φεμινισμό με την έννοια ότι, ξεκάθαρα, σε σύγκριση με τη δεκαετία του ’60, έχουμε γυναίκες διευθύνουσες συμβούλους, γυναίκες με εξουσία, γυναίκες που κυβερνούν έθνη, κλπ,, αλλά αυτό δεν έχει μεταφραστεί σε βελτίωση των συνθηκών για τις γυναίκες γενικά. Οι διαφοροποιήσεις εντός της άρχουσας τάξης δεν έχουν κάνει τίποτα για τους καταπιεζόμενους ανθρώπους. Τουλάχιστον στις ΗΠΑ, το γεγονός ότι η Χίλαρι Κλίντον έχασε τις εκλογές ήταν ενδεικτικό μιας κρίσης της πολιτικής ατζέντας του νεοφιλελεύθερου φεμινισμού.

Η κοινωνική αναπαραγωγή

B.O’C.: Μία βασική ιδέα στο «Φεμινισμό για το 99%» είναι αυτή της «κοινωνικής αναπαραγωγής». Θα μπορούσες να δώσεις μια σύντομη περιγραφή της γέννησης αυτής της ιδέας; Πώς σου ήρθε;

C. A. : Η έννοια της «αναπαραγωγής» αναφέρεται από το Μαρξ. Έχει τρεις σημασίες: η μία είναι αυτή της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, η δεύτερη είναι η αναπαραγωγή του κεφαλαίου και η τρίτη η κοινωνική αναπαραγωγή –αυτό που χρειάζεται μια κοινωνία για να αναπαραχθεί.

Η ιδέα της κοινωνικής αναπαραγωγής αναπτύχθηκε από το [Λουί] Αλτουσέρ, με τη μορφή της αναπαραγωγής των συνθηκών παραγωγής. Ο Αλτουσέρ επιμένει στο γεγονός ότι αν αναλύσουμε τον καπιταλισμό δεν μπορούμε να εστιάσουμε μόνο στην οικονομική παραγωγή, αλλά χρειάζεται επίσης να δούμε τον τρόπο με τον οποίο οι συνθήκες της εκμετάλλευσης αναπαράγονται κοινωνικά. Επομένως, να κοιτάξουμε τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους.

Στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, την έννοια της κοινωνικής αναπαραγωγής την ιδιοποιήθηκαν θεωρητικές του φεμινισμού και συγκεκριμένα Ιταλίδες φεμινίστριες που προέρχονταν από το κίνημα του εργατισμού και μαρξίστριες φεμινίστριες σε Μεγάλη Βρετανία, Καναδά και ΗΠΑ. Σε αυτά τα πλαίσια, η κοινωνική αναπαραγωγή έφτασε να σημαίνει συγκεκριμένα την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης –είναι μια πιο στενή κατανόηση της κοινωνικής αναπαραγωγής του Αλτουσέρ. Με αυτό τον όρο περιγράφεται η καθημερινή φυσική και συναισθηματική αναπαραγωγή – όχι μόνο η εργασία της φροντίδας με την έννοια του μαγειρέματος, του καθαρίσματος, της φροντίδας των αρρώστων, κλπ., αλλά και η συναισθηματική εργασία, η συναισθηματική εργασία των επιδράσεων. Κι έπειτα, είναι η αναπαραγωγή από γενιά σε γενιά –η κοινωνικοποίηση των παιδιών, η εκπαίδευση.

Η έννοια αναπτύχθηκε από πολλές Μαρξίστριες φεμινίστριες με ποικίλους τρόπους, με την πρόθεση να τονιστεί ο ρόλος της γυναικείας εργασίας για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Υπάρχει μια ολόκληρη σφαίρα δραστηριοτήτων, μια σφαίρα εργασιών, που πρέπει απαραίτητα να γίνουν ώστε η εργατική δύναμη να είναι ικανή να πουληθεί στην επίσημη αγορά εργασίας. Όταν ο Μαρξ στο Κεφάλαιο μιλάει για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, λαμβάνει υπόψη του μόνο τα εμπορικά αγαθά που είναι απαραίτητα για να παραχθεί η εργατική δύναμη –αυτά που πρέπει να αγοράσεις για να αναπαραχθείς, από το ενοίκιο μέχρι το φαγητό και τα ρούχα. Εκείνο που αυτές οι φεμινίστριες τονίζουν είναι το γεγονός πως αυτά τα αγαθά δεν είναι το σύνολο της ιστορίας, καθώς υπάρχει και η δουλειά που σχετίζεται με το να καθιστά αυτά τα αγαθά προσβάσιμα τους ανθρώπους. Οπότε, για να χρησιμοποιήσουμε το παράδειγμα της Κριστίν Ντελφί, δεν τρως ένα ωμό γουρούνι. Κάποιος/α χρειάζεται να το μαγειρέψει. Κάποιος/α χρειάζεται να σιδερώσει τα πουκάμισα8.

Αρχικά, στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, η έμφαση δινόταν κυρίως στην οικιακή εργασία. Η ιδέα ήταν ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτής της κοινωνικής αναπαραγωγής λαμβάνει χώρα στο σπίτι. Και μετά το οικοδόμημα άρχισε να καταρρέει ολοένα και περισσότερο, γιατί στην πραγματικότητα δραστηριότητες κοινωνικής αναπαραγωγής λαμβάνουν χώρα στο σπίτι, στην επίσημη αγορά εργασίας, καθώς και σε δημόσια ιδρύματα. Η δημόσια παιδική μέριμνα, το εκπαιδευτικό σύστημα και τα δημόσια νοσοκομεία είναι όλα χώροι κοινωνικής αναπαραγωγής. Ειδικά στο νεοφιλελευθερισμό βλέπουμε μάλιστα μια αύξηση της εμπορευματοποίησης της κοινωνικής αναπαραγωγής, όπως για παράδειγμα ιδιωτική παιδική μέριμνα, ιδιωτικά νοσοκομεία, ιδιωτικά σχολεία, ιδιωτικές εταιρείες φροντίδας που νοικιάζουν εργαζόμενους φροντιστές, αλυσίδες εστιατορίων, αλυσίδες πλυντηρίων, το Seamless9. Όλα αυτά έχουν αυξηθεί ραγδαία τις τελευταίες δεκαετίες. Πρόκειται για μια διαδικασία που δε γίνεται με τον ίδιο τρόπο ή την ίδια ταχύτητα παντού, αλλά είναι μια διαδικασία αυξανόμενης εμπορευματοποίησης της κοινωνικής αναπαραγωγής που μετατρέπει ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνικής αναπαραγωγής σε επικερδή αγορά.

B.O’C.: Στο βιβλίο υποστηρίζεις πως αυτή η εργασία υποτιμάται και πως οι άνθρωποι κάνουν αυτές τις δουλειές αμισθί επειδή υπάρχει ένα δομικό κίνητρο να κρατηθεί το κόστος όσο το δυνατόν χαμηλότερα. Αλλά εμπορευματοποιώντας την, η εργασία αυτή δε γίνεται πλέον δωρεάν. Δεν υπάρχει αντίφαση σ’αυτό;

C. A. : Όχι, δεν το νομίζω. Μπαίνει στην αγορά αν μπορεί να είναι κερδοφόρα. Πρέπει να υπάρχει ζήτηση. Πρέπει να υπάρχουν άνθρωποι που να μπορούν να πληρώσουν γι’ αυτές τις υπηρεσίες. Ας πάρουμε για παράδειγμα την Ιταλία -η νότια Ιταλία έχει ένα από τα πιο χαμηλά ποσοστά γυναικείας εργασίας στην Ευρώπη. Αυτό σημαίνει πως οι γυναίκες στην πραγματικότητα κάνουν πολλή δουλειά, αλλά είναι απλήρωτη, άμισθη, οικιακή κλπ. Αν κοιτάξουμε τη διαδικασία εμπορευματοποίησης της κοινωνικής αναπαραγωγής στο νότο της Ιταλίας είναι πολύ λιγότερη ακόμα και από το βορά της Ιταλίας. Το επίπεδο του εισοδήματος είναι πολύ χαμηλότερο. Άρα, κατά βάση, πρόκειται για ένα διαφορετικό είδος διαμόρφωσης της οργάνωσης της κοινωνικής αναπαραγωγής. Οι γυναίκες μένουν στο σπίτι ή εργάζονται από το σπίτι για να αναπαράγουν τα μέλη της οικογένειας των οποίων το επίπεδο του εισοδήματος δε θα επαρκούσε για να πληρώσουν για ιδιωτικές, εμπορευματοποιημένες υπηρεσίες. Αν δούμε τη Νέα Υόρκη, υπάρχει ένα τελείως διαφορετικό σχήμα, με την έννοια ότι εδώ έχουμε ένα μεγάλο στρώμα ανθρώπων που μπορούν όντως να πληρώσουν για υπηρεσίες, χάρη στο επίπεδο του εισοδήματός τους, των μισθών κλπ. Δεν υπάρχει Seamless στη Σικελία, αλλά υπάρχει εδώ, όπως υπάρχουν και αλυσίδες πλυντηρίων εδώ. Δε θα ήταν κερδοφόρο με τον ίδιο τρόπο.

Επίσης, αυτό εξαρτάται από τους αγώνες. Δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα, είναι και πολιτικό. Εκεί που το εργατικό κίνημα έχει υπάρξει αρκετά δυνατό ώστε να επιβάλει υψηλότερο επίπεδο αναδιανομής μέσω των δημόσιων ιδρυμάτων, όπως η δημόσια υγεία, κλπ., μένει λιγότερος χώρος για την εμπορευματοποίηση της υγείας. Οπότε, αν πάρουμε πάλι το παράδειγμα της Ιταλίας, χάρη στο εργατικό κίνημα, έχουμε δημόσιο σύστημα υγείας και πολύ καλό εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτό δε συμβαίνει επειδή οι Ιταλοί καπιταλιστές είναι καλοί. Αντίθετα, εδώ [στη Νέα Υόρκη], όλοι αυτοί οι τομείς της κοινωνικής αναπαραγωγής είναι πολύ πιο εμπορευματοποιημένοι.

Αναπαραγωγή και εργατικοί αγώνες

B.O’C.: Οι θεωρητικοί/ές της κοινωνικής αναπαραγωγής υποστηρίζουν πως χρειάζεται διεύρυνση του τί θεωρείται εργασία, το οποίο συνεπάγεται πως η ταξική πάλη συμπεριλαμβάνει και τους αγώνες για την κοινωνική αναπαραγωγή. Παρόλα αυτά, στο «Μανιφέστο», αναφέρεις την αντίσταση από «αντιλήψεις παλαιάς κοπής» για το τί μετράει ως εργασία ή τί μπορεί να χαρακτηριστεί ως ταξικός αγώνας. Θα μπορούσες να αναπτύξεις περισσότερο τί είναι αυτές οι παρανοήσεις παλαιάς κοπής και γιατί να υπάρχει αντίσταση από αυτές; Γιατί τουλάχιστον έτσι όπως είναι διατυπωμένο σ’αυτό το κείμενο φαίνεται μάλλον αυταπόδεικτο, αλλά αν ήταν αυταπόδεικτο τότε δε θα χρειαζόταν να το γράψεις.

C. A. : Υπήρχαν πάντα οικονομίστικες τάσεις μέσα στο Μαρξισμό, ή στο σοσιαλισμό, που προσδιόριζαν ως ταξικό αγώνα τον αγώνα του εργατικού κινήματος –του κινήματος που καθοδηγείται από τα συνδικάτα. Αυτό ήδη αποτελεί πρόβλημα. Και επικεντρώνονται στην ταξική πάλη μόνο στο σημείο της παραγωγής. Μπορούμε ακόμα και σήμερα να δούμε τέτοιες συζητήσεις, ακόμα και μέσα στο DSA [Democratic Socialists of America]. Έχει υπάρξει και τάση να δημιουργηθεί μια ιεραρχία αγώνων: οι βιομηχανικοί/ές εργάτες/τριες που αγωνίζονται στα σημεία της παραγωγής είναι πρώτοι/ες και μετά έχουμε δευτερεύοντες αγώνες που υποκλίνονται στους πρώτους. Το ιταλικό ΚΚ είχε μάλιστα φτιάξει και ένα είδος διαγράμματος με αυτή την ιεραρχία των διάφορων μορφών αγώνα και του πώς συνδέονται μεταξύ τους.

Όμως, υπάρχει κάτι που πρέπει να ειπωθεί σε σχέση μ’ αυτό. Δεν πρόκειται μόνο για στενομυαλιά. Υπάρχει ένα ζήτημα που είναι πραγματικό και είναι η αποτελεσματικότητα του αγώνα. Είναι ξεκάθαρο ότι οι απεργίες στους χώρους παραγωγής είναι μεταξύ των πιο ισχυρών εργαλείων που έχουμε. Το πρόβλημα όμως είναι να καταλάβουμε ότι, ειδικά με την αναδιάρθρωση της διαδικασίας της εργασίας ανά τον κόσμο και με τον τρόπο που αυτή λαμβάνει χώρα, πολύ συχνά χρειάζεται να δημιουργήσεις τις συνθήκες για να έχεις μαζικές απεργίες ή αγώνες σε χώρους δουλειάς. Αυτές οι συνθήκες πολύ συχνά εξαρτώνται από τις πολιτικές συνθήκες, έξω από το χώρο δουλειάς. Δεν είναι τυχαίο που έχουμε απεργιακό κύμα τώρα, μετά από οκτώ χρόνια κοινωνικών αγώνων εκτός των χώρων δουλειάς: τα κινήματα Occupy, Black Lives Matter, το κίνημα για τον αγωγό της Ντακότα. Η καμπάνια του Σάντερς αποτέλεσε επίσης μέρος της διαδικασίας. Τα παραπάνω δημιούργησαν το κλίμα, το πολιτικό κλίμα, και κάνουν τις απεργίες να αξίζουν πιο πολύ στα μάτια των ανθρώπων. Σε μια απεργία, υπάρχουν κίνδυνοι. Το ελάχιστο που μπορεί να συμβεί είναι να χάσεις κάποια χρήματα και σε καταστάσεις όπως αυτή στις ΗΠΑ να ρισκάρεις τη δουλειά σου. Επομένως, χρειάζεται να έχεις εμπιστοσύνη ότι ο αγώνας φέρνει αποτέλεσμα. Πράγματι, κινήματα όπως το Black Lives Matter δημιούργησαν τις συνθήκες για τη δυνατότητα ενός απεργιακού κύματος στους χώρους εργασίας. Επομένως είμαστε πολέμιοι όσων θεωρούν αυτά τα κινήματα δευτερεύοντα επειδή δεν μπλοκάρουν την παραγωγή και πιστεύουν ότι θα πρέπει όλοι να επικεντρωθούμε στη συνδικαλιστική οργάνωση και στους αγώνες στους χώρους δουλειάς.

Το άλλο ζήτημα σχετίζεται με τα συνδικάτα, τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και το πώς να αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα. Το εργατικό κίνημα έχει γραφειοκρατικοποιηθεί πολύ παντού, με άμεση εμπλοκή στην καπιταλιστική διαχείριση: το να διαχειρίζεσαι ή να κατέχεις τα χρήματα των συνταξιοδοτικών ταμείων σε εμπλέκει στις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Πώς, λοιπόν, απευθύνεις το ζήτημα της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, που έχει την τάση να διαχειρίζεται την εργασία αντί να ξεκινάει τη σύγκρουση, ή την τάση να διαχειρίζεται τη σύγκρουση και να τη διοχετεύει εκεί που θέλει αντί να την αναπτύσσει; Υπάρχει δουλειά που πρέπει να γίνει.

Το φεμινιστικό κίνημα στην Αργεντινή και την Ισπανία παίζουν ένα ρόλο – κλειδί στην επαναριζοσπαστικοποίηση των συνδικάτων. Αυτό κατέστη δυνατό καθώς ήταν ένα κίνημα που ενέπλεκε απλούς/ές ακτιβιστές/τριες των συνδικάτων, κόσμο όχι μόνο στους χώρους δουλειάς, αλλά και έξω από αυτούς, που πίεσε τα συνδικάτα να ριζοσπαστικοποιήσουν τα αιτήματά τους, να καλέσουν σε απεργίες, να υποστηρίξουν το φεμινιστικό κίνημα κ.ο.κ. Ιστορικά, αν κοιτάξουμε την περίοδο μεταξύ του ’67 και του ’77 στην Ιταλία, η στιγμή της μεγάλης ριζοσπαστικοποίησης των συνδικάτων είχε προετοιμαστεί από το φοιτητικό κίνημα, λάμβανε χώρα σε μια κατάσταση κοινωνικού αναβρασμού που είχε αντίκτυπο και στην κοινωνική αναπαραγωγή και που με τη σειρά της ριζοσπαστικοποίησε τους εργάτες στους χώρους εργασίας.

B.O’C.: Ακόμα και οι συνδικαλισμένοι/ες εργάτες/τριες δεν υπάρχουν αποκλειστικά στους χώρους δουλειάς τους…

C. A. : Το βασικό σημείο αυτής της επιμονής στην κοινωνική αναπαραγωγή είναι ακριβώς ότι οι εργαζόμενοι είναι άνθρωποι. Δεν είναι μόνο εργαζόμενοι σε χώρους δουλειάς, αλλά είναι άνθρωποι που έχουν ζωή, οικογένειες, σχέσεις, που καλούνται να πληρώσουν ενοίκιο, που μπορεί να έχουν επιθυμίες. Ως ταξική πάλη δεν μπορεί να νοείται μόνο η οργάνωση στους χώρους δουλειάς –υπάρχουν πολλοί λόγοι για οργάνωση και για κινητοποίηση και το ζήτημα είναι αυτά να αναγνωρίζονται ως ταξική πάλη και όχι ως κάτι ξέχωρο.

B.O’C.: Πέρα από τη γραφειοκρατικοποίηση του εργατικού κινήματος, ειδικά στις ΗΠΑ, μπορεί ένας αριθμός, ίσως ένας σημαντικός αριθμός, γραφειοκρατών να απορρίπτουν αυτή την ιδέα επειδή ως άτομα είναι σεξιστές, μισογύνηδες ή οτιδήποτε άλλο. Παίρνοντας όμως, την πιο αισιόδοξη ερμηνεία -ότι δηλαδή το πρόβλημα δεν είναι τόσο η ατομική αδιαλλαξία αλλά οι στρατηγικές επιλογές και η αποτελεσματικότητα- θα συμφωνούσες ότι ακόμα και αυτό είναι λάθος, επειδή ακριβώς όπως έχει μεγάλη δύναμη η οργάνωση και η απεργία στους χώρους παραγωγής, έτσι έχει δύναμη και η οργάνωση στους χώρους της κοινωνικής αναπαραγωγής;

C. A. : Ναι!

B.O’C.: Πώς θα ήταν κάτι τέτοιο; Μπορεί ένας συνδικαλιστής να μην έβλεπε απαραίτητα εργαζομένους να απέχουν από τη δουλειά τους, αλλά μήπως στην πραγματικότητα αυτό κάνουν;

C. A. : Δεν ξέρω αν απέχουν από την εργασία τους: εξαρτάται από το τί κάνουν και δεν είναι απαραίτητα αυτό. Κάποια σωματεία ανοίχτηκαν πολύ, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του κινήματος Occupy, αλλά περιπτώσεις που υπάρχουν κοινωνικά κινήματα όπως το Occupy που δε λαμβάνουν χώρα άμεσα στο χώρο εργασίας, αλλά στην πόλη, ή οι Αγανακτισμένοι στην Ισπανία, στην πλατεία Taxim στην Τουρκία, κ.ο.κ., αυτά είναι κινήματα που αλλάζουν την πολιτική κουβέντα. Όταν ήρθα στις ΗΠΑ το 2010, το Tea Party κυριαρχούσε στην πολιτική συζήτηση και μετά συνέβη το Occupy. Αυτό άλλαξε την πολιτική κουβέντα. Τώρα, δεν μπορεί να ιδωθεί ως κάτι ξέχωρο από τη δημιουργία δυνατοτήτων για αγώνες στους εργασιακούς χώρους. Στην πραγματικότητα συνέβαλε, για παράδειγμα στη δημιουργία όλων των ειδών πολιτικών σχέσεων μεταξύ των ακτιβιστών -υπήρχαν οι ομάδες εργασίας για το εργατικό ζήτημα στο Occupy- και αυτό διευκόλυνε ανταλλαγές και συμμαχίες μεταξύ χαμηλόβαθμων ακτιβιστών από διαφορετικά σωματεία κλπ.

Δες την ιστορία του εργατικού κινήματος διεθνώς: πολύ συχνά όταν υπάρχει ένα πολύ δυνατό εργατικό κίνημα, αυτό συμβαίνει και επειδή το κίνημα πηγαίνει και λίγο παραπέρα. Ακόμα και πρόσφατα στις ΗΠΑ, η απεργία των εκπαιδευτικών στο Σικάγο πειραματίστηκε με αυτόν τον τρόπο. Ήταν μια απεργία σε έναν εργατικό χώρο, αλλά την ίδια στιγμή κινητοποίησε την πόλη, οργανώνοντας όλες τις μορφές κοινωνικής αναπαραγωγής για τα παιδιά που δεν μπορούσαν να πάνε στο σχολείο. Αυτό συνέβη και στη Δυτική Βιρτζίνια. Όταν κοιτάς επιτυχημένες απεργίες -ή απεργίες που κάπως κατάφεραν να κερδίσουν κάτι- πολύ συχνά βλέπεις ότι κάτι συμβαίνει έξω από τον εργατικό χώρο.

Είναι πολύ πιο δύσκολο να κερδίσεις στην απομόνωση, αν είσαι απλά εντός των ορίων του χώρου δουλειάς. Ακόμα κι αν πρόκειται απλά για αιτήματα για μια σύμβαση, ακόμα και σε αυτή την περίπτωση είναι δύσκολο να κερδίσεις αν δεν έχεις μια μεγαλύτερη κινητοποίηση.

Οι εργατικοί αγώνες σήμερα

B.O’C.: Είναι σύμπτωση που το πρόσφατο απεργιακό κύμα καθοδηγείται από τους εκπαιδευτικούς;

C. A. : Όχι. Έχει να κάνει με αυτό που αποκαλούμε κρίση της κοινωνικής αναπαραγωγής που χαρακτηρίζει αυτή τη νεοφιλελεύθερη περίοδο. Αυτή η διαδικασία είχε ήδη αρχίσει με την αυξανόμενη ιδιωτικοποίηση της παιδείας και της υγείας, αλλά κυρίως μετά το 2008, με τις μαζικές περικοπές στη δημόσια παιδεία κλπ. Αυτό έχει προκαλέσει μια κατάσταση στην οποία, απ’ τη μια μεριά, ο τομέας της δημόσιας παιδείας έχασε βαθμιαία την ποιότητά του -η ποιότητα της παιδείας χειροτέρευσε και αυτό είναι ένα στοιχείο της κινητοποίησης των εκπαιδευτικών. Δεν κινητοποιούνται μόνο για τους μισθούς. Όπως και οι νοσοκόμες εδώ στη Νέα Υόρκη, τονίζουν επίσης το γεγονός ότι σ’ αυτές τις συνθήκες δεν μπορούν να παράσχουν ποιοτική εκπαίδευση ή κατάλληλη ιατρική περίθαλψη. Απ’ την άλλη μεριά, είχαμε μια επίθεση στα εργατικά δικαιώματα και στους μισθούς.

Επομένως, αυτά τα δύο στοιχεία συνδυαστικά: η χειροτέρευση της ποιότητας της εργασίας στις υπηρεσίες που παρέχονται και η επιδείνωση των συνθηκών και των μισθών. Αυτό εξηγεί γιατί έχουν ένα απεργιακό κύμα που ξεκινάει κυρίως από τους εκπαιδευτικούς. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι αυτό δεν είναι ένα φαινόμενο χαρακτηριστικό των ΗΠΑ αλλά διεθνές, κάποιοι από τους πιο πρόσφατους αγώνες σε εργασιακούς χώρους έλαβαν χώρα στον κλάδο της κοινωνικής αναπαραγωγής. Και οι πρωταγωνιστές είναι γυναίκες. Και πάλι, πιστεύω ότι αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι η πίεση να μειωθεί το κόστος της κοινωνικής αναπαραγωγής ήταν τόσο έντονη που προκάλεσε μια ασταθή κατάσταση.

B.O’C.: Ποια είναι κάποια παράλληλα παραδείγματα;

C. A. : Οι Ντάλιτ καθαριστές στην Ινδία, οι εργάτριες στη Γλασκώβη τον περασμένο Φθινόπωρο, οι απεργίες των εκπαιδευτικών σε άλλες χώρες10. Αυτό μπορεί να έχει να κάνει και με το γεγονός ότι πρόκειται για κάποιους από τους λίγους εργασιακούς χώρους με μεγάλο αριθμό εργαζομένων -ένα νοσοκομείο, για παράδειγμα, έχει ένα σεβαστό αριθμό εργαζομένων. Πιστεύω, όμως, ότι έχει να κάνει και με την επίδραση της κρίσης στην κοινωνική αναπαραγωγή και με το γεγονός ότι ο κόσμος δεν αντέχει άλλο αυτή την κατάσταση.

B.O’C.: Το βλέπεις να αναπτύσσεται ή να υπαναχωρεί;

C. A. : Προς το παρόν, αναπτύσσεται. Το πρόβλημα που έχουμε σήμερα είναι ότι μία από τις αντιδράσεις της κρίσης -όχι μόνο της κρίσης της κοινωνικής αναπαραγωγής, αλλά και της οικονομικής κρίσης- είναι η άνοδος της δεξιάς. Από την άλλη, έχουμε ένα πανίσχυρο, περισσότερο διακρατικό φεμινιστικό κίνημα, έχουμε μια άνοδο στους αγώνες και στις απεργίες. Έχουμε όμως, και την πολύ επικίνδυνη άνοδο της άκρας δεξιάς, από τη Λατινική Αμερική στις ΗΠΑ, την Ινδία, την Ευρώπη. Παντού.

Οι αγώνες είναι σε άνοδο και πιστεύω ότι πιθανότατα θα δούμε μια διεύρυνση των απεργιών και νομίζω ότι το φεμινιστικό κίνημα είναι ακόμα σε μια δυναμική διεύρυνσης, αλλά το γενικό πλαίσιο είναι δύσκολο. Η άνοδος της δεξιάς είναι το κυρίαρχο φαινόμενο αυτή τη στιγμή.

B.O’C.: Στο Μανιφέστο συνδέεις τη «σεξουαλική αντίδραση» και το «σεξουαλικό φιλελευθερισμό», καθώς επίσης και τον «αντιδραστικό λαϊκισμό» και τον «προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό», ως μη αλληλοαντικρουόμενα.

C. A. : Είναι αλληλοαντικρουόμενα υπό κάποια έννοια, αλλά υπό κάποια άλλη, όχι.

B.O’C.: Χαχα, εντάξει, επομένως πώς αλληλοαντικρούονται και πώς όχι;

C. A. : Είναι και τα δύο νεοφιλελεύθερα σχέδια. Ακόμα και η άκρα δεξιά αυτοπαρουσιάζεται ως μια απάντηση στο νεοφιλελευθερισμό. Αλλά στην πραγματικότητα κάνουν ό,τι κάνουν παντού. Ανεβαίνουν στην εξουσία παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους ως μια εναλλακτική στο νεοφιλελευθερισμό αλλά τελικά, εφαρμόζουν νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Αυτό που είναι διαφορετικό είναι ο τρόπος με τον οποίο το κάνουν -η πολιτική τους διαχείριση είναι διαφορετική. Επομένως, υπό αυτή την έννοια, ναι, διαχωρίζονται όντως, αλλά από τη σκοπιά του νεοφιλελευθερισμού, οι πολιτικές είναι ίδιες.

Ο προοδευτικός νεοφιλελευθερισμός έχει συνδυάσει επιθετικές, νεοφιλελεύθερες πολιτικές λιτότητας με προοδευτικές πολιτικές, όσον αφορά τα κοινωνικά δικαιώματα, τις σεξουαλικές ελευθερίες, την επίσημη ισότητα των φύλων κ.ο.κ. Την ίδια στιγμή που αναγνωρίζουν και εγγυώνται δικαιώματα στο νομικό επίπεδο, ή στο επίπεδο της συμβολικής αναγνώρισης, διαβρώνουν τις κοινωνικές συνθήκες για να επιτευχθεί πραγματική ισότητα – ισότητα των φύλων ή φυλετική ισότητα.

Βασικά, η άκρα δεξιά εκμεταλλεύεται τη σχέση μεταξύ νεοφιλελευθερισμού και προοδευτικών πολιτικών, στο επίπεδο των κοινωνικών δικαιωμάτων, των ταυτοτήτων φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού, προκειμένου να διατυπώσει ένα πολιτικό σχέδιο σύμφωνα με το οποίο αυτοπαρουσιάζεται καθολικά ως αντιπολίτευση: να γυρίσουμε στις παραδοσιακές αξίες, κατηγορούν τις τρανς γυναίκες και τρανς άτομα για την κατάρρευση της οικογένειας, κατηγορούν την μετανάστευση για την επιδείνωση των συνθηκών της ζωής μας ή για την ανεργία, κλπ., κλπ., και καταλογίζουν την ευθύνη για όλα αυτά στις προοδευτικές δυνάμεις. Όμως και οι δύο ιδιωτικοποιούν, και οι δύο επιτίθενται στα εργατικά δικαιώματα, και οι δύο κάνουν πολέμους -με διαφορετικούς τρόπους, αλλά και οι δύο συνεχίζουν ιμπεριαλιστικά ή νεοαποικιακά σχέδια- οι μεν επικαλούμενοι τους φόβους των ανθρώπων και την αγάπη τους για την παράδοση, παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους ως υπερασπιστές της οικογένειας ή των παραδοσιακών αξιών ενάντια σε όλους αυτούς τους κακούς ανθρώπους, και οι δε παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους ως την πρόοδο, ως αυτούς που «εκπολιτίζουν» την κοινωνία. Όπως ο Μπάιντεν: αυτός που θα σώσει το έθνος από τους φασίστες.

Μετά από δύο χρόνια –που μοιάζουν να είναι 200– προεδρίας του Τραμπ, πιστεύω πως είναι μάλλον δύσκολο για τους ανθρώπους να χωνέψουν την ιδέα ότι, στην τελική ανάλυση, τα πράγματα δεν είναι και πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι θα ήταν χωρίς τον Τραμπ.

Μία από τις βασικές διαφορές -και αυτό είναι μια διαφορά- είναι το ότι ο Τραμπ έχει νομιμοποιήσει την άκρα δεξιά και κάθε δυνατό ρατσιστή και μισογύνη της χώρας. Είχαμε αύξηση στη βία απέναντι στους καταπιεζόμενους. Οπότε, αυτό είναι προφανώς μια διαφορά. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί κανείς έχει συνέπειες. Οι δεσμοί του με τους ακραίους ρατσιστές έχει προφανώς συνέπειες.

B.O’C.: Όμως οι συνθήκες γι’ αυτό, δημιουργήθηκαν από το νεοφιλελεύθερο σχέδιο.

C. A. : Ο Ομπάμα στο τέλος βάθυνε το Κράτος Ασφάλειας, παρέχοντας στον Τραμπ τα εργαλεία για να κάνει αυτά που κάνει. Απελάσεις γίνονταν: ναι, έχουν παρουσιάσει αύξηση, αλλά οι δομικές πολιτικές είναι ίδιες.

B.O’C.: Στο Μανιφέστο γράφεις, «Όλα εξαρτώνται από την ικανότητά μας να αναπτύξουμε μια προοπτική η οποία ούτε απλά να εξυμνεί ούτε και να εξαλείφει βάναυσα τις μεταξύ μας διαφορές». Πιστεύω ότι αυτή είναι η φράση – κλειδί που συνοψίζει τα καθήκοντα της αριστεράς, αλλά πώς μπορούμε να κάνουμε κάτι τέτοιο; Από την κατάσταση που βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή, φαίνεται σχεδόν αδύνατο να το πετύχουμε.

C. A. : Πρέπει να δούμε τους αγώνες που ήδη μαίνονται, που ήδη το κάνουν. Για μένα, στις ΗΠΑ, θα ήταν πολύ σημαντικό να δούμε πραγματικά τι συμβαίνει στο φεμινιστικό κύμα σε όλο τον κόσμο, δηλαδή ακριβώς πώς διεξάγεται αυτή η πολιτική -είναι μια συγκεκριμένη καθολικότητα σε μαζικό επίπεδο. Στην Ισπανία έξι εκατομμύρια άτομα απήργησαν στις 8 Μάρτη. Δε χρειάζεται και να ξανα-εφεύρουμε τον τροχό. Μπορούμε να εμπνευστούμε από τους αγώνες που ήδη συμβαίνουν. Δεν αποτελούν τη λύση, δε μας δίνουν την πλήρη απάντηση στο τί πρέπει να κάνουμε, αλλά σίγουρα μπορούμε να εμπνευστούμε. Αντί να σκεφτόμαστε καινούρια μοντέλα, ας ξεκινήσουμε από διαδικασίες που όντως συμβαίνουν και ας δούμε πώς συγκεκριμένα είδη κινημάτων καταφέρνουν να αρθρώσουν αυτό το είδος ταξικής πολιτικής που είναι ταυτόχρονα και φεμινιστική και αντιρατσιστική και αντιιμπεριαλιστική, κ.ο.κ.

Μετάφραση από τα αγγλικά: Δήμητρα Μηλιώνη


Αναδημοσίευση από τον Σπάρτακο αρ.130, Νοέμβρης 2019

Αγγλικό πρωτότυπο στο: https://splinternews.com/how-women-are-leading-the-class-struggle-1834721678

και αναδημοσίευση από το: http://www.internationalviewpoint.org/spip.php?article6119


1Ευχαριστούμε το Σπάρτακο και, ειδικότερα, τη μεταφράστρια, για την αναδημοσίευση του άρθρου, στο οποίο έγιναν μικρές εκφραστικές αλλαγές για την καλύτερη σαφήνεια. Επίσης προστέθηκε η αρχική εισαγωγή του Brendan, για την τοποθέτηση της συνέντευξης στη συγκυρία. Όλες οι υποσημειώσεις είναι του International Viewpoint (εκτός αν αλλιώς αναφέρεται). Οι υπότιτλοι είναι δικοί μας. [ΤΠΤ]

2 Βλέπε:

3Βλέπε: https://lasvegassun.com/news/2019/may/07/clark-county-teachers-voting-this-week-on-whether/

4Βλέπε:

5Feminism for the 99%. A Manifesto” των Cinzia Arruzza, Tithi Bhattacharyaκαι Nancy Fraser, Verso 2019 [Σ.τ.ΤΠΤ].

6Η Cinzia Arruzza είναι ιταλίδα φεμινίστρια και μία εκ των οργανωτών της διεθνούς απεργίας γυναικών, διδάσκει φιλοσοφία στο New School for Social Research. Στη συνέντευξη μιλά για την εργασία, τον νεοφιλελευθερισμό και γιατί η προσέγγισή μας για την ταξική πάλη πρέπει να συμπεριλαμβάνει τους αγώνες για την κοινωνική αναπαραγωγή [Σ.τ.«Σπάρτακου»].

7Βλέπε: https://soundcloud.com/seasonofthebitch/episode-81-live-in-philly-with-cinzia-arruzza

8Βλέπε: https://lareviewofbooks.org/article/the-free-labor-force-of-wives-a-conversation-with-french-feminist-writer-christine-delphy/

9Το Seamless είναι διαδικτυακή υπηρεσία διανομής φαγητού.

10Για τα αντίστοιχα και άλλα παραδείγματα, βλ.:


https://tpt4.org/?p=4262

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s