Οικοσοσιαλισμός και επιστήμη

Η επιστήμη θα σώσει ή θα χαντακώσει την ανθρωπότητα?

του Yohann Emmanuel

Η επιστήμη χρησιμοποιείται από τα μίντια για το κύρος της, αφού παρουσιάζεται ως ουδέτερη και ως φορέας τεχνολογικής προόδου, η οποία θα ήταν σε θέση να λύσει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα. Σε αντίδραση αυτής της στάσης, βέβαια, υπάρχει και το αντίστροφο, μια στάση που την αμφισβητεί. Ο κίνδυνος αυτής της συστηματικής καχυποψίας είναι η απόρριψη των επιστημονικών ανακαλύψεων, εφευρέσεων και διαδικασιών, όποιες και να είναι.

Ωστόσο, το δίλημμα αυτό, ανάμεσα στην επιστημονικίστικη πίστη και στην εναντίωση στην επιστήμη, εγκλωβίζεται σε μια κάπως συγκεχυμένη αντίληψη για την επιστήμη, αφού την αντιλαμβάνεται ως ένα ενιαίο μπλοκ και τη συγχέει και με τις εφαρμογές της.

Την ώρα της οικολογικής κρίσης, είναι σημαντικό να μπορέσουμε να βγούμε από το ψευτο-δίλημμα αυτό, για να εντοπίσουμε καλύτερα τις σχέσεις ανάμεσα σε επιστήμες και πολιτική και για να καταλάβουμε το ρόλο που μπορούν να παίξουν οι επιστήμες στην έλευση μιας οικοσοσιαλιστικής κοινωνίας.

Μαρξισμός και επιστήμη

Τα μαρξιστικά ρεύματα από την αρχή και στην πλειοψηφία τους υιοθέτησαν μια ευνοϊκή στάση απέναντι στην επιστήμη, τουλάχιστον από δύο απόψεις:

– Ο στόχος δεν είναι, όπως με τους «ουτοπικούς σοσιαλισμούς», να οικοδομηθούν ιδεατά εναλλακτικά κοινωνικά μοντέλα, κάνοντας αφαίρεση της σημερινής κατάστασης και του τρόπου με τον οποίο θα μπορούσαν να δημιουργηθούν. Αντίθετα, ο μαρξισμός θέλει να οικοδομήσει μια γνώση της ιστορικής διαδικασίας (και των κοινωνικο-οικονομικών της τάσεων) με την οποία να μπορέσει να καθοδηγήσει τον πολιτικό αγώνα, έως στην επανάσταση. Ασφαλώς, η γνώση αυτή δεν μπορεί να είναι του ίδιου τύπου με τις επιστήμες της φύσης, αφού είναι οι άνθρωποι, τελικά, που κάνουν την ιστορία, έστω και σε συνθήκες που δεν τις έχουν διαλέξει και που υπόκεινται σε πολλαπλές επιρροές. Αλλά μπορεί και πρέπει να εμπνευστεί από την αυστηρότητα και τις μεθόδους τους, έως του να μπορέσει σε μερικές περιπτώσεις να διατυπώσει ακόμα και νόμους.

– Από την άλλη, το επαναστατικό εργατικό κίνημα, όπως και η κομμουνιστική κοινωνία που θέλουμε, θα πρέπει να ιδιοποιηθούν τις επιστημονικές και τεχνικές προόδους που μπόρεσαν να αναδειχτούν χάρη στον καπιταλισμό. Έτσι, ο Μαρξ ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητος απέναντι στην ικανότητα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής -που τον διαχωρίζει από όλους τους άλλους ώς τώρα τρόπους παραγωγής- στο να ιδιοποιείται, και μερικές φορές να ευνοεί, τα επιστημονικά προχωρήματα, για να ικανοποιεί τους στόχους συσσώρευσής του. Έτσι, σύμφωνα με τον Μαρξ, παρά τις βλαβερές επιπτώσεις της στους εργαζόμενους, η παραγωγική αποτελεσματικότητα και ορθολογικότητα θα μπορούσε, σε ένα βαθμό, να τεθεί στην υπηρεσία των πληθυσμών σε μια χειραφετημένη κοινωνία.

Σταλινισμός και επιστημονισμός

Η ευνοϊκή αυτή στάση απέναντι στον επιστημονικό ορθολογισμό έφτασε αργότερα σε ακραία σημεία σχηματοποίησης και γελοιοποίησης. Η πιο χοντροκομμένη και τερατώδης έκδοση ενός τέτοιου θετικιστικού και ντετερμινιστικού μαρξισμού, ο σταλινισμός, διατύπωσε μια τυφλή πίστη προς την επιστήμη, την ίδια στιγμή που την εργαλειοποιούσε με στόχους άμεσα πολιτικούς. Έτσι, ένας Τρόφιμ Λυσένκο (1898-1976), που κατακεραύνωνε τη δυτική γενετική και υπερασπιζόταν την άποψη της κληρονομικότητας των αποκτημένων χαρακτηριστικών, θεωρήθηκε από το σοβιετικό καθεστώς, κατά τις δεκαετίες 1940-1950, ως ο επιφανής αντιπρόσωπος της «προλεταριακής επιστήμης» που αντιτάσσεται στην «αστική επιστήμη». Ο λαθεμένος χαρακτήρας της τελευταίας θα αντικατόπτριζε την παρακμή ενός λαχανιασμένου καπιταλισμού που θα είχε πλέον ξεπεράσει το προοδευτικό του στάδιο και θα ήταν πλέον ανίκανος να παράγει οποιαδήποτε αληθινή ανακαίνιση.

Ο σταλινισμός επομένως έβρισκε μια νομιμοποίηση στην επιστημονικίστικη ιδεολογία, η οποία μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούσε να αντιτάσσεται και στις πραγματικές επιστημονικές ανακαλύψεις. Και παράλληλα προς αυτό το πολιτικό και ιδεολογικό μάντρωμα, η επιστήμη επίσης μπορούσε να βοηθήσει και σε μια ξέφρενη και καταστροφική επέκταση της παραγωγής: η καταστροφή του Τσέρνομπιλ (26 Απριλίου 1986) θα αποτελέσει ίσως τελικά την πιο δραματική της επίπτωση.

Ο οικοσοσιαλισμός κατά του παραγωγισμού

Ο παραγωγισμός είναι προφανώς κάτι που ενυπάρχει στις καπιταλιστικές κοινωνίες. Οι οικολογικές και κοινωνικές καταστροφές που προκαλεί είναι ήδη μαζικές και απειλούν την επιβίωση, αν όχι της ανθρωπότητας στο σύνολό της, τουλάχιστον των πλέον ευάλωτων τμημάτων της. Διάφορες τεχνολογίες, που μπορεί να μην είναι καν «ελεγχόμενες» (πυρηνική ενέργεια, γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί, κλώνοι, κλπ.) ή που είναι πλήρως (πυρηνικά και άλλα όπλα μαζικών, και «μη συμβατικών», καταστροφών) επίσης ενέχουν κινδύνους που κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει επακριβώς. Η τυφλή αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων μοιάζει να έχει ως αναγκαστικό συμπλήρωμα τον πολλαπλασιασμό των καταστροφικών δυνάμεων1.

Στη συνέχεια του Βάλτερ Μπένιαμιν, πρέπει επομένως να ξανασκεφτούμε την αντικαπιταλιστική επανάσταση και την έλευση του κομμουνισμού: «Ο Μαρξ είπε πως οι επαναστάσεις είναι η λοκομοτίβα της παγκόσμιας ιστορίας. Ίσως τα πράγματα να εμφανίζονται και διαφορετικά. Μπορεί η επανάσταση να είναι η πράξη με την οποία η ανθρωπότητα που ταξιδεύει μέσα στο τρένο τραβάει επειγόντως το φρένο»2.

Η πάλη κατά του παραγωγισμού γίνεται, έτσι, εξίσου σημαντικό καθήκον με την αντικαπιταλιστική πάλη. Ή ακριβέστερα γίνονται αδιάσπαστα στοιχεία της. Σε μια οικοσοσιαλιστική κοινωνία -αλλά αυτή ήταν ήδη το νόημα ενός αληθινού κομμουνισμού- η παραγωγή θα έρχεται για να ικανοποιήσει τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες, πράγμα που απαιτεί ιδιαίτερα να δημιουργηθούν και τα δημοκρατικά πλαίσια μέσα από τα οποία οι πληθυσμοί θα μπορούν να εκφράσουν τις πραγματικές τους ανάγκες. Η διατήρηση του περιβάλλοντος είναι προφανώς η μία από αυτές τις πιο σημαντικές ανάγκες.

Για μια μη επιστημονικίστικη αντίληψη της επιστήμης

Σε μια τέτοια οικοσοσιαλιστική προοπτική, ποιός μπορεί να είναι ο ρόλος της επιστήμης; Είναι πολύ πιο δύσκολο σήμερα να υποστηρίξει κανείς τη συγγένεια ανάμεσα σε επιστήμη και χειραφέτηση απ’ό,τι στην εποχή του Μαρξ. Για πολλούς λόγους, που εν μέρει ήδη αναφέρθηκαν:

– μόλυνση των διάφορων μαρξιστικών ρευμάτων από την επιστημονικίστικη ιδεολογία

– ουσιαστικός ρόλος των επιστημονικών επιτευγμάτων στους παραγωγισμούς όλων των ειδών

– στρατιωτικές τους χρήσεις

Επίσης αναδύεται και ένα κατεξοχήν δημοκρατικό ζήτημα:

– οι επιστημονικές ανακαινίσεις συχνά δεν είναι κατανοητές από την πλειονότητα.

– η έκταση και η περιπλοκή ορισμένων τεχνικών διευθετήσεων καθιστούν αδύνατη μια διαχείρισή τους που να μην είναι συγκεντροποιημένη και αδιαφανής από μια γραφειοκρατία (ιδιωτική ή κρατική) και από τους ειδικούς της (το υπόδειγμα αυτού είναι η πυρηνική ενέργεια).

Παρόλ’αυτά, πρέπει να αποφύγουμε μια στάση καχυποψίας απέναντι στην ίδια την επιστήμη ως τέτοια. Θα μπορούσαμε να κάνουμε μια αναλογία με τη στάση που πρέπει να υιοθετήσουμε απέναντι στην ανάπτυξη. Για τον οικοσοσιαλισμό, ο παραγωγισμός πρέπει να απορριφθεί. Αλλά ο στόχος δεν είναι απλώς να αντιστρέψουμε το πρόσημο της ανάπτυξης (να μειωθεί η παραγόμενη ποσότητα), στόχος που τελικά θα αντέγραφε το ποσοτικό κριτήριο του παραγωγισμού. Το ουσιαστικό είναι η παραγωγή να απαντάει σε πραγματικές κοινωνικές ανάγκες: έτσι ορισμένοι τομείς, όπως η υγεία, η εκπαίδευση ή ο πολιτισμός, κλπ., ή και αυτοί που θα αποδεικνύονταν αναγκαίοι για την υλοποίηση μιας οικολογικά βιώσιμης κοινωνίας (π.χ., ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, δημόσιες συγκοινωνίες, κλπ.), θα αναπτυχθούν κατά πάσα πιθανότητα.

Όπως ακριβώς μια αντιστροφή της ανάπτυξης ως τέτοιας θα ήταν ένας κακοδιατυπωμένος στόχος, που θα παρέμενε μέσα στο ποσοτικό πλαίσιο του παραγωγισμού, έτσι και μια απόρριψη της σύγχρονης επιστήμης en bloc θα παρέμενε παγιδευμένη σε μια μυθική, και τελικά επιστημονικίστικη, αντίληψη για την επιστήμη. Όπως το εξηγεί και ο Υμπέρ Κριβίν, «πολύ συχνά επιχειρείται να περάσουν ως “αναμφισβήτητες” επιστημονικές αλήθειες ορισμένες επιλογές που είναι κυρίως πολιτικές. Έτσι εύκολα γίνεται και το επόμενο βήμα: μπορεί να βάλουμε την επιστήμη να λέει ό,τι μας κατέβει. Επιπλέον, το κοινό δεν γνωρίζει την επιστήμη παρά μόνο μέσα από τις εφαρμογές της, τις καλύτερες και τις χειρότερες. Νά γιατί η ευφορία που προκάλεσε η επιστήμη στον 19ο αιώνα δίνει τη θέση της σήμερα στον σκεπτικισμό, τουλάχιστον στις πλούσιες χώρες»3.

Όμως, επίσης, η κριτική των βλαβερών χρήσεων της επιστήμης δεν δικαιολογεί την αμφισβήτηση της ίδιας ως τέτοιας: «Ο σχετικισμός αυτός, που συχνά εκφράζεται από την αριστερά, εκπροσωπεί γενικά μια δικαιολογημένη, αν και αποπροσανατολισμένη, κριτική των επιστημονικών εφαρμογών με καταστροφικές επιπτώσεις4». Η επιστήμη, πράγματι, δεν πρέπει να ταυτιστεί ούτε με το σύνολο των εφαρμογών της ούτε και με τις ιδεολογίες (επιστημονισμός) που θέλουν να την εργαλειοποιήσουν.

Πάνω απ’όλα, επιστήμη είναι «η ορθολογική αναζήτηση των νόμων που επιτρέπουν να καταλάβουμε (και να δράσουμε πάνω σε) τις διαδικασίες της φύσης (ή ακόμα και της κοινωνίας) και που οδηγούνται προς καθολικά πορίσματα, δηλαδή ανεξάρτητα από την προσωπικότητα αυτού που τα διατυπώνει (ακόμα και αν, σήμερα, αυτός είναι γενικά ένας άνδρας, λευκός, που χρησιμοποιεί τα αγγλικά ως γλώσσα και προέρχεται συνήθως από εύπορα κοινωνικά στρώματα). Οι νόμοι αυτοί είναι, επομένως, καταρχήν ελέγξιμοι από ένα τμήμα της ανθρώπινης κοινότητας5». Η καθολικότητα που χαρακτηρίζει εσώτερα την επιστήμη και η ικανότητά της να καταστήσει τους ανθρώπους εν μέρει κύριους του μέλλοντός τους, είναι αυτό που γοήτευε ήδη τον Μάρξ και τον Ένγκελς.

Η επιστήμη δεν αρκεί για μια οικοσοσιαλιστική πολιτική

Οι οικολογικές καταστροφές, στο μεγάλο τους μέρος, είναι μελλοντικές: δεν μπορούν να διαπιστωθούν τώρα και μόνο οι επιστήμες του περιβάλλοντος μας επιτρέπουν, σε έναν ορισμένο βαθμό, να τις προβλέψουμε. Οι επιστήμες αποτελούν, επομένως, αναγκαίο στοιχείο για κάθε οικοσοσιαλιστικό σχέδιο.

Δεδομένου αυτού, ωστόσο, θα ήταν καταστροφικό, απέναντι στους κινδύνους που προκαλεί ο καπιταλισμός, να ξεχνούσαμε την ανάγκη της πολιτικής. Η «καταρρευσολογία6», η ψευτο-«επιστήμη της καταστροφής», όπως αντιπροσωπεύεται ιδιαίτερα από τον Pablo Servigne, θεωρεί πως η κατάρρευση της ανθρωπότητας είναι αναπόφευκτη και δεν προσπαθεί να σκεφτεί παρά μόνο τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να γίνει υποφερτή σε όσους επιβιώσουν. Η φαταλιστική αυτή αντίληψη αποτελεί αδιέξοδο7. Και συμμετρικά προς αυτό, υπάρχουν ορισμένοι(-ες) που ψάχνουν θαυματουργές επιστημονικές λύσεις: αυτή είναι η περίπτωση της γεωμηχανικής, δηλαδή μιας εφαρμογής τεχνολογιών αιχμής για τη χειραγώγηση του κλίματος. Πιο σοβαρά, οι υποστηρικτές του πράσινου καπιταλισμού, την ίδια ώρα που προσπαθούν να δείξουν την προοδευτικότητά τους υπερασπιζόμενοι τις επιστημονικές έρευνες ενάντια σε άλλα τμήματα -κλιματο-σκεπτικιστικά- της αστικής τάξης, την ίδια ώρα τα μόνα που προβλέπουν είναι περιθωριακές διευθετήσεις του σημερινού συστήματος, που προφανώς και είναι ανεπαρκείς8.

Ούτε οι προφητείες οικολογικής αποκάλυψης, ούτε η προσμονή τεχνολογικών θαυμάτων, ούτε η απλή διαχείριση της σημερινής τάξης πραγμάτων, δεν μπορούν να αποτελέσουν καλή πολιτική. Οι επιστήμες του περιβάλλοντος δεν δίνουν σίγουρες προβλέψεις, ούτε και λύσεις με το κλειδί στο χέρι.

– Περιγράφουν ενδεχόμενα σενάρια (για παράδειγμα, ανάμεσα σε διαφορετικά επίπεδα κλιματικής αύξησης της θερμοκρασίας), των οποίων όμως η πραγματοποίηση θα εξαρτηθεί από πολιτικές αποφάσεις και, τελικά, από συσχετισμό δυνάμεων που θα καταφέρουν να επιβάλουν οι οικολογικοί και οι ταξικοί αγώνες.

– Επεξεργάζονται χρήσιμες τεχνολογίες (για παράδειγμα την ανάπτυξη ορισμένων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας), οι οποίες όμως δεν θα μπορέσουν να εφαρμοστούν αν δεν αμφισβητηθεί το καπιταλιστικό σύστημα.

– Και βοηθούν στη σύλληψη εναλλακτικών κοινωνιών που να μπορούν να εντάσσονται σε βιώσιμες παραγωγικές και καταναλωτικές λογικές (όπως, για παράδειγμα, να θεμελιώνονται σε μια αληθινή αγρο-οικολογία): οι οποίες όμως, αν δεν υιοθετηθούν από μαζικά κοινωνικά κινήματα που να τις τροφοδοτήσουν ακόμα περισσότερο, αυτές οι επιστημονικές προτάσεις θα παραμείνουν απλώς «ουτοπίες».

Yohann Emmanuel

[Μετάφραση στα ελληνικά, ΤΠΤ]

Από το πρωτότυπο : «La science va-t-elle sauver ou faire disparaître l’humanité ?» in : https://npa2009.org/idees/culture/la-science-va-t-elle-sauver-ou-faire-disparaitre-lhumanite 13/9/2019


1Löwy, Michael, « Écosocialisme. L’alternative radicale à la catastrophe écologique », Mille et Une Nuits, 2011.

2Για μια παρουσίαση των « Θέσεων για την ιστορία », βλέπε Löwy, Michael, « Walter Benjamin, précurseur de l’écosocialisme », Cahiers d’histoire. Revue d’histoire critique, 130 | 2016 : https://journals.openedition.org/chrhc/4909 .

3Krivine, Hubert, « Le Coran et la Bible contre la science ou à côté ? », Contretemps.web : https://www.contretemps.eu/coran-bible-contre-science-cote/ .

4Το ίδιο.

5Το ίδιο.

6Collapsologie, collapsology.

7Βλέπε Tanuro, Daniel, « L’effondrement des sociétés est-il inévitable ? », Contretemps.web : https://www.contretemps.eu/effondrement-societes-humaines-tanuro/

8Βλέπε Tanuro, Daniel, « L’impossible capitalisme vert », La Découverte, 2012.


https://tpt4.org/?p=3814

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s