Ενιαίο Εργατικό Μέτωπο: Βασικές Θέσεις του Μαρξισμού

Ενιαίο Εργατικό Μέτωπο:

Βασικές Θέσεις του Μαρξισμού

 

[Αναδημοσίευση από το elaliberta.gr]

[Το ίδιο σε pdf -76 σελίδες, 405 KiB]

 


Περιεχόμενα (αποσπάσματα από κείμενα):

  • Προλετάριοι και κομμουνιστές (Μαρξ – Έγκελς, Φλεβάρης 1848)
  • Η Παρισινή Κομμούνα (απόφαση Κομιντέρν, εισήγηση Τρότσκι, 11/6/1922)
  • Γενικές Σκέψεις Πάνω στο Ενιαίο Μέτωπο (απόφαση Κομιντέρν, εισήγηση Τρότσκι, 2/3/1922)
  • Θέσεις για την Τακτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν, τέσσερα πρώτα Συνέδρια, Μάρτιος 1919 – Δεκέμβρης 1922)
  • Θέσεις για το Ενιαίο Μέτωπο (Κομιντέρν, τέσσερα πρώτα Συνέδρια, Μάρτιος 1919 – Δεκέμβρης 1922)
  • Θέσεις για την κομμουνιστική Δράση Μέσα στο Συνδικαλιστικό Κίνημα (Κομιντέρν, τέσσερα πρώτα Συνέδρια)
  • Το Κλειδί της Διεθνούς Κατάστασης είναι στη Γερμανία (Τρότσκι, 6/11/1931)
  • Ανοιχτή Επιστολή σ΄ έναν Κομμουνιστή Εργάτη, μέλος του Κ. Κ. Γερμανίας (Τρότσκι, 9/12/1931)
  • Και Τώρα; (Λ. Τρότσκι, 12/7/1928)
  • Γαλλία 1934 -1936. Το Ενιαίο Μέτωπο και ο αγώνας για την εξουσία (Τρότσκι, 9/11/1934)
  • Οι άμεσες διεκδικήσεις και ο αγώνας για την εξουσία (Τρότσκι, Μάρτιος 1935)
  • Η οργανική ενότητα (Τρότσκι, Μάρτιος 1935)
  • Το Λαϊκό Μέτωπο στη Ρωσία, από τον Φλεβάρη μέχρι τον Οκτώβρη του 1917 (Τρότσκι, 16/7/1936)
  • Η Παρισινή Κομμούνα ήταν μια Εργατική Κυβέρνηση (Τρότσκι, 1922)

Επιλογή και επιμέλεια κειμένων: Θοδωρής Μαράκης

Προλετάριοι και κομμουνιστές

[Κομμουνιστικό Μανιφέστο, εκδόσεις Ηριδανός, 1974, σσ, 43-44]

Ποια είναι η σχέση των κομμουνιστών προς τους προλετάριους γενικά;

Οι κομμουνιστές δεν αποτελούν ένα ξεχωριστό κόμμα, που αντιτίθεται στ’ άλλα εργατικά κόμματα.

Δεν έχουν συμφέροντα που ξεχωρίζουν από τα συμφέροντα του προλεταριάτου στο σύνολό του.

Δεν διακηρύσσουν ξεχωριστές αρχές, που σύμφωνα μ’ αυτές θα θελαν να πλάσουν το εργατικό κίνημα.

Οι κομμουνιστές διαφέρουν από τα άλλα εργατικά κόμματα μονάχα κατά τούτο: ότι από τη μια μεριά, στους διάφορους εθνικούς αγώνες των προλεταρίων, τονίζουν και επιβάλλουν τα συμφέροντα που είναι κοινά σ’ όλο το προλεταριάτο κι ανεξάρτητα από την εθνότητα. Και από την άλλη, ότι στις διάφορες βαθμίδες ανάπτυξης του αγώνα ανάμεσα στα προλεταριάτο και στην αστική τάξη, εκπροσωπούν τα συμφέροντα του κινήματος στο σύνολο του.

Στην πράξη λοιπόν οι κομμουνιστές είναι το πιο αποφασιστικό τμήμα των εργατικών κομμάτων όλων των χωρών, το τμήμα που τα κινεί πάντα προς τα μπρός. Θεωρητικά, πλεονεκτούν από την υπόλοιπη μάζα του προλεταριάτου με τη σωστή αντίληψη για τις συνθήκες, για την πορεία και για τα γενικά αποτελέσματα του προλεταριακού κινήματος.

Ο άμεσος σκοπός των κομμουνιστών είναι ίδιος με το σκοπό όλων των άλλων προλεταριακών κομμάτων: συγκρότηση του προλεταριάτου σε τάξη, ανατροπή της αστικής κυριαρχίας, κατάχτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο.

 

Η Παρισινή Κομμούνα

[Απόσπασμα από μια απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς (11 Ιούνη 1922) για το Γαλλικό Κ.Κ. Η εισήγηση που εγκρίθηκε έγινε από τον Λ. Τρότσκι.]

Η πιο ένδοξη σελίδα στην ιστορία του γαλλικού προλεταριάτου – η Παρισινή Κομμούνα – δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα μέτωπο όλων των διαφορετικών οργανώσεων της Γαλλικής εργατικής τάξης, ενωμένων ενάντια στη μπουρζουαζία. Αν, παρά την συγκρότηση του ενιαίου μετώπου η Κομμούνα συντρίφτηκε τόσο γρήγορα, η εξήγηση γι αυτό πρέπει πάνω απ’ όλα να αναζητηθεί στο γεγονός ότι το ενιαίο μέτωπο δεν είχε στην αριστερή του πτέρυγα μια γνήσια επαναστατική, πειθαρχική και αποφασιστική οργάνωση, που να είναι ικανή να κερδίσει μέσα στη φωτιά των γεγονότων γρήγορα την ηγεσία.

Με αυτή ακριβώς την έννοια η Κομμούνα ήταν μια εργατική κυβέρνηση – ένα μέτωπο των κομμάτων και των ομάδων της εργατικής τάξης, που αντιπαραθέτονταν στη μπουρζουαζία. Σαν μια εργατική κυβέρνηση η Κομμούνα δεν αντιπροσώπευε τίποτε άλλο παρά ένα στάδιο προς την εγκαθίδρυση της σοσιαλιστικής τάξης. Το ταξικά συνειδητοποιημένο γαλλικό προλεταριάτο χρειάζεται μόνο να προβληματιστεί σοβαρά πάνω στην πείρα της Κομμούνας για να ανακαλύψει στο ηρωικό του παρελθόν όλα τα αναγκαία επιχειρήματα υπέρ της γνήσιας επαναστατικής τακτικής του ενιαίου μετώπου, μαζί με το αίτημα για μια εργατική κυβέρνηση που απορρέει απ ‘ αυτή τη τακτική.

 

Γενικές Σκέψεις Πάνω στο Ενιαίο Μέτωπο

[Απόσπασμα από τις πρώτες θέσεις πάνω στο Ενιαίο Μέτωπο που υιοθετήθηκαν από τη Κομμουνιστική Διεθνή. Τις έγραψε ο Τρότσκι στις 2 Μάρτη του 1922, κατά τη διάρκεια της διευρυμένης ολομέλειας της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κ.Δ που συνήρθε στο τέλος του Φλεβάρη και επεκτάθηκε ως το Μάρτη. Η άμεση αφορμή για τη συγγραφή των θέσεων ήταν η κατάσταση του Κ.Κ. Γαλλίας που περιγράφεται στο δεύτερο μέρος των θέσεων. Οι θέσεις αυτές έγιναν η βάση για τις γενικές θέσεις πάνω στη ταχτική του Ενιαίου Μετώπου, που υιοθέτησε το 4ο Συνέδριο της Κ.Δ και τις οποίες έγραψε πάλι ο Τρότσκι.]

1. Ο σκοπός του Κομμουνιστικού Κόμματος είναι να ηγηθεί της προλεταριακής επανάστασης. Για να καλέσει το προλεταριάτο για την άμεση κατάχτηση της εξουσίας και να το πετύχει, το Κομμουνιστικό Κόμμα πρέπει να βασίζεται πάνω στη συντριπτική πλειοψηφία της εργατικής τάξης.

Όσο δεν έχει αυτή την πλειοψηφία, το κόμμα πρέπει να παλεύει για να την κερδίσει.

Αυτό μπορεί να το πετύχει το κόμμα μόνο παραμένοντας μια απόλυτα ανεξάρτητη οργάνωση με ξεκάθαρο πρόγραμμα και αυστηρή εσωτερική πειθαρχία. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο το κόμμα ήταν υποχρεωμένο να σπάσει ιδεολογικά και οργανωτικά από τους ρεφορμιστές και τους κεντριστές, που δεν παλεύουν για την προλεταριακή επανάσταση, που δεν έχουν ούτε την ικανότητα ούτε την επιθυμία να προετοιμάσουν τις μάζες για την επανάσταση και που εμποδίζουν με ολόκληρη τη διαγωγή τους αυτή τη δουλειά.

Όποια μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος θρηνούν για το σχίσμα με τους κεντριστές στο όνομά της «ενότητας των δυνάμεων» ή της «ενότητας του μετώπου», δείχνουν ότι δεν καταλαβαίνουν ούτε την άλφα- βήτα του Κομμουνισμού και ότι και αυτοί οι ίδιοι μόνο κατά τύχη βρίσκονται στο Κομμουνιστικό Κόμμα.

2. Αφού πρώτα σιγουρευτεί για την πλήρη ανεξαρτησία και ιδεολογική ομοιογένεια στις γραμμές του, το Κομμουνιστικό Κόμμα παλεύει για επιρροή πάνω στη πλειοψηφία της εργατικής τάξης. Αυτή η πάλη μπορεί να επιταχυνθεί ή να επιβραδυνθεί, ανάλογα με τις αντικειμενικές συνθήκες και την καταλληλότητα της ταχτικής που ακολουθεί.

Αλλά είναι ολοφάνερο ότι η ταξική ζωή του προλεταριάτου δεν ανακόπτεται στην προπαρασκευαστική προς την επανάσταση περίοδο. Οι συγκρούσεις με τους βιομήχανους, με τη μπουρζουαζία, με τη κρατική εξουσία, με την πρωτοβουλία της μιας ή της άλλης πλευράς τραβούν το δρόμο τους.

Σ’ αυτές τις συγκρούσεις – στο βαθμό που αφορούν τα ζωτικά συμφέροντα ολόκληρης της εργατικής τάξης ή της πλειοψηφίας της ή αυτού ή εκείνου του τμήματος – οι εργαζόμενες μάζες αισθάνονται την ανάγκη για ενότητα στη δράση, ενότητα για να αντισταθούν στην επίθεση του καπιταλισμού ή ενότητα για να αναλάβουν την επίθεση ενάντια του. Κάθε κόμμα που μηχανικά αντιτίθεται σ’ αυτή την ανάγκη της εργατικής τάξης για ενότητα στη δράση χωρίς αμφιβολία θα καταδικαστεί στη συνείδηση των εργατών.

Συνεπώς το ζήτημα του ενιαίου μετώπου δεν είναι καθόλου, ούτε από άποψη προέλευσης ή ουσίας, ζήτημα των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα στη Κομμουνιστική κοινοβουλευτική φράξια και στη φράξια των Σοσιαλιστών ή ανάμεσα στις Κεντρικές Επιτροπές των δύο κομμάτων ή ανάμεσα στην «Ουμανιτέ» και την «Ποπυλαίρ»1. Το πρόβλημα του ενιαίου μετώπου – παρά το γεγονός ότι αυτή την εποχή είναι αναπόφευκτο το σχίσμα των πολιτικών οργανώσεων, που βασίζονται στην εργατική τάξη – αναδύεται από την επείγουσα ανάγκη να εξασφαλιστεί για την εργατική τάξη η δυνατότητα ενός ενιαίου μετώπου στην πάλη της ενάντια στον καπιταλισμό.

Για κείνους που δεν καταλαβαίνουν αυτό το καθήκον το κόμμα είναι μόνο μια προπαγανδιστική συντροφιά και όχι μια οργάνωση για μαζική δράση.

3. Σε περιπτώσεις όπου το Κομμουνιστικό Κόμμα παραμένει η οργάνωση μιας αριθμητικά ασήμαντης μειοψηφίας, το ζήτημα της δράσης του στο μέτωπο της μαζικής πάλης δεν έχει αποφασιστική πραχτική και οργανωτική σημασία. Σε τέτοιες συνθήκες η μαζική δράση παραμένει κάτω από την ηγεσία των παλιών οργανώσεων, που εξ αιτίας των διατηρουμένων ισχυρών παραδόσεων, συνεχίζουν να παίζουν τον αποφασιστικό ρόλο.

Παρόμοια το ζήτημα ενιαίου μετώπου δεν μπαίνει σε χώρες όπου – όπως η Βουλγαρία για παράδειγμα – το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι η μόνη ηγετική οργάνωση των μαζών.

Αλλά όπου το Κομμουνιστικό Κόμμα αποτελεί ήδη μια μεγάλη οργανωμένη πολιτική δύναμη αλλά όχι αποφασιστικού μεγέθους – όπου το κόμμα αγκαλιάζει οργανωτικά, ας πούμε το 1/4, το 1/3 ή ένα ακόμα μεγαλύτερο ποσοστό της οργανωμένης προλεταριακής πρωτοπορίας – τότε αντιμετωπίζει το ζήτημα του ενιαίου μετώπου σ’ όλη του την οξύτητα.

Αν το κόμμα αγκαλιάζει το ένα τρίτο ή το μισό της προλεταριακής πρωτοπορίας, τότε το υπόλοιπο μισό ή τα δύο τρίτα είναι οργανωμένα από τους ρεφορμιστές ή τους κεντριστές. Είναι ολοφάνερο όμως ότι ακόμη και εκείνοι οι εργάτες που υποστηρίζουν ακόμα τους ρεφορμιστές και τους κεντριστές έχουν ζωτικό συμφέρον να διατηρήσουν το ψηλότερο βιοτικό επίπεδο και τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία για πάλη. Πρέπει κατά συνέπεια να σχεδιάσουμε την ταχτική μας με τέτοιο τρόπο, ώστε να εμποδίσουμε το Κομμουνιστικό Κόμμα να μετατραπεί – κι ακόμα περισσότερο να είναι ήδη στην πραγματικότητα – ένα οργανωτικό εμπόδιο στο δρόμο της σημερινής πάλης του προλεταριάτου.

Ακόμα περισσότερο το κόμμα πρέπει να αναλάβει την πρωτοβουλία για να εξασφαλίσει την ενότητα στους τωρινούς αγώνες. Μόνο μ’ αυτό τον τρόπο το κόμμα θα προσεγγίσει σε κείνα τα δύο τρίτα που δεν ακολουθούν ακόμη την ηγεσία του, που δεν το εμπιστεύονται ακόμα, γιατί δεν το καταλαβαίνουν. Μόνο μ’ αυτό τον τρόπο μπορεί το κόμμα να τα κερδίσει.

4. Αν το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν είχε σπάσει οριστικά και αμετάκλητα από τους σοσιαλδημοκράτες δεν θα είχε γίνει το κόμμα της προλεταριακής επανάστασης. Δεν θα’ χε κάνει τα πρώτα σοβαρά βήματα στο δρόμο προς την επανάσταση. Θα είχε παραμείνει για πάντα μια κοινοβουλευτική βαλβίδα ασφαλείας προσκολλημένη στο αστικό κράτος.

Όποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό, δεν ξέρει το πρώτο γράμμα της άλφα- βήτα του Κομμουνισμού.

Αν το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν αναζητούσε τους οργανωτικούς δρόμους που κάνουν δυνατή σε κάθε δοσμένη στιγμή, την κοινή, συντονισμένη δράση των Κομμουνιστών και των μη – Κομμουνιστικών μαζών (συμπεριλαμβανομένων και των μαζών που ακολουθούν τη Σοσιαλδημοκρατία), τότε θα αποκάλυπτε την ανικανότητά του να κερδίσει με το μέρος του – πάνω στη βάση της μαζικής δράσης –την πλειοψηφία της εργατικής τάξης. Θα εκφυλίζονταν σ’ έναν όμιλο κομμουνιστικής προπαγάνδας, αλλά ποτέ δεν θα αναπτυσσόταν σ’ ένα κόμμα για την κατάχτηση της εξουσίας.

Δεν είναι αρκετό να κατέχει κανείς το ξίφος, πρέπει επίσης να το κάνει κοφτερό, δεν είναι αρκετό να κάνει κανείς το ξίφος κοφτερό, πρέπει επίσης να ξέρει να το χειρίζεται.

Δεν είναι αρκετό, ύστερα από τον διαχωρισμό των κομμουνιστών από τους ρεφορμιστές, να ενωθούν διαμέσου της οργανωτικής πειθαρχίας, είναι αναγκαίο να μάθει αυτή η οργάνωση πώς να καθοδηγεί όλες τις συλλογικές δραστηριότητες του προλεταριάτου σ’ όλες τις σφαίρες της ζωντανής του πάλης.

Αυτό είναι το δεύτερο γράμμα της άλφα – βήτα του κομμουνισμού.

5. Πρέπει το ενιαίο μέτωπο να επεκτείνεται μόνο στις εργαζόμενες μάζες ή να συμπεριλαμβάνει επίσης και τους οπορτουνιστές ηγέτες;

Αυτή καθαυτή η ερώτηση είναι προϊόν παρανόησης.

Εάν μπορούσαμε απλώς να ενώσουμε τις εργατικές μάζες γύρω από τη σημαία μας ή γύρω από τα τρέχοντα πραχτικά συνθήματα μας και να παρακάμψουμε τις ρεφορμιστικές οργανώσεις, είτε αυτές είναι κόμμα είτε συνδικάτο, αυτό φυσικά θα ήταν το καλύτερο πράγμα στον κόσμο. Αλλά τότε δεν θα υπήρχε και το ίδιο το ζήτημα του ενιαίου μετώπου στη σημερινή μορφή του.

Το ζήτημα προκύπτει από το γεγονός ότι πολύ σημαντικά τμήματα της εργατικής τάξης ανήκουν στις ρεφορμιστικές οργανώσεις ή τις υποστηρίζουν. Η σημερινή τους πείρα δεν είναι ακόμη αρκετή για να τα κάνει ικανά να σπάσουν από τις ρεφορμιστικές οργανώσεις και να προσχωρήσουν σε μας. Μια σημαντική αλλαγή πάνω σ’ αυτή τη σχέση μπορεί να πραγματοποιηθεί συμμετέχοντας στη καθημερινή μαζική δράση. Και γι αυτό ακριβώς παλεύουμε. Αλλά προς το παρόν τα πράγματα δεν είναι έτσι. Σήμερα το οργανωμένο κομμάτι της εργατικής τάξης είναι διασπασμένο σε τρείς σχηματισμούς.

Ο ένας απ’ αυτούς, ο κομμουνιστικός, παλεύει για τη σοσιαλιστική επανάσταση και ακριβώς γι αυτό υποστηρίζει κάθε κίνημα των εργαζομένων, όσο επιμέρους και αν είναι, ενάντια στους εκμεταλλευτές και ενάντια στο αστικό κράτος.

Ένας άλλος σχηματισμός, ο ρεφορμιστικός, παλεύει για τη συμφιλίωση με τη μπουρζουαζία. Αλλά για να μη χάσουν την επιρροή τους πάνω στους εργάτες, οι ηγέτες του αναγκάζονται, παρά τις ενδόμυχες επιθυμίες τους, να υποστηρίζουν τα μερικά κινήματα των εκμεταλλευομένων ενάντια στους εκμεταλλευτές.

Τέλος, υπάρχει ένας τρίτος σχηματισμός, ο κεντριστικός, που ταλαντεύεται μόνιμα μεταξύ των άλλων δύο και που δεν έχει ιδιαίτερη σημασία.

Έτσι, οι περιστάσεις κάνουν αναγκαία την κοινή δράση πάνω σε μια ολόκληρη σειρά ζωτικών ζητημάτων ανάμεσα στους εργάτες που είναι οργανωμένοι σ’ αυτές τις τρείς αντιπροσωπευτικές οργανώσεις και στις ανοργάνωτες μάζες που τις ακολουθούν.

Οι Κομμουνιστές, όπως έχει ήδη ειπωθεί, όχι μόνο δεν πρέπει να αντιτάσσονται σε τέτοιες δραστηριότητες, αλλά αντίθετα, πρέπει να παίρνουν την πρωτοβουλία γι αυτές, για το λόγο ότι όσο μεγαλύτερη είναι η μάζα που συμμετέχει στο κίνημα, τόσο ψηλότερα ανεβαίνει η αυτοπεποίθηση της, με περισσότερη αυτοπεποίθηση αυτό το μαζικό κίνημα, θα είναι ικανό να βαδίσει μπροστά αποφασιστικότερα, ανεξάρτητα από το πόσο ταπεινά είναι τα αρχικά συνθήματα πάλης. Και αυτό σημαίνει ότι η μαζικοποίηση του κινήματος το επαναστατικοποιεί και δημιουργεί πολύ πιο ευνοϊκές συνθήκες για τα συνθήματα, τις μέθοδες πάλης και γενικά, για τον ηγετικό ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Οι ρεφορμιστές, τρέμουν την επαναστατική δυνατότητα του μαζικού κινήματος η αγαπημένη τους αρένα είναι: το κοινοβουλευτικό βήμα, τα γραφεία των συνδικάτων, τα διαιτητικά δικαστήρια, οι υπουργικοί προθάλαμοι.

Αντίθετα, εμείς ενδιαφερόμαστε, εκτός από τις άλλες φροντίδες μας, να βγάλουμε τους ρεφορμιστές από τις τρύπες τους και να τους στήσουμε μπροστά στα μάτια των μαζών πλάι σε μας. Με μια σωστή ταχτική, απ’ αυτό μπορούμε μόνο να κερδίσουμε. Ένας κομμουνιστής που αμφιβάλλει γι αυτό ή φοβάται, μοιάζει μ’ ένα κολυμβητή που έχει εγκρίνει τις θέσεις της καλύτερης μεθόδου κολύμβησης, αλλά δεν τολμάει να βουτήξει στο νερό.

6. Η ενότητα του μετώπου, προϋποθέτει κατά συνέπεια την ετοιμότητα μας, μέσα σε ορισμένα όρια και πάνω σε ειδικά ζητήματα, να συνδυάσουμε στη πράξη τη δράση μας με εκείνη των ρεφορμιστικών οργανώσεων, στο βαθμό που εξακολουθούν και σήμερα να εκφράζουν την θέληση ενός σημαντικού τμήματος του μαχόμενου προλεταριάτου.

Αλλά, ωστόσο δεν έχουμε σπάσει απ’ αυτούς; Ναι, γιατί διαφωνούμε μαζί τους πάνω σε θεμελιώδη ζητήματα του εργατικού κινήματος.

Και αναζητάμε, παρ’ όλα αυτά, συμφωνίες μαζί τους; Ναι, για όλες εκείνες τις περιπτώσεις που οι μάζες που τους ακολουθούν είναι έτοιμες να διεξάγουν κοινό αγώνα μαζί με τις μάζες που μας ακολουθούν και όταν οι ρεφορμιστές αναγκάζονται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, να γίνουν ένα όργανο αυτής της πάλης.

Ωστόσο δεν θα πουν ότι μπορεί να σπάσαμε απ’ αυτούς αλλά ακόμη τους χρειαζόμαστε; Ναι, τα φλύαρα στόματα τους μπορεί να το πουν και αυτό. Εδώ και εκεί μπορεί κάποιος μέσα και στις δικές μας γραμμές να φοβηθεί απ’ αυτό. Αλλά όσο αφορά τις πλατειές εργατικές μάζες – ακόμα κι αυτές που δεν μας ακολουθούν και που ακόμη δεν έχουν καταλάβει τους σκοπούς μας, αλλά που βλέπουν να υπάρχουν παράλληλα δύο ή τρείς εργατικές οργανώσεις – αυτές οι μάζες θα βγάλουν από τη στάση μας το συμπέρασμα ότι, παρά το σχίσμα κάνουμε ότι μπορούμε για να διευκολύνουμε την ενότητα στη δράση.

7. Μια πολιτική που έχει για σκοπό τη συγκρότηση του ενιαίου μετώπου δεν περιέχει εκ των πραγμάτων εγγυήσεις ότι η ενότητα στη δράση θα επιτευχθεί σ’ όλες τις περιστάσεις. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις και ίσως ακόμη και στην πλειοψηφία τους, οργανωτικές συμφωνίες θα επιτευχθούν μόνο κατά το μισό ή και καθόλου. Αλλά είναι πάντα αναγκαίο να δοθεί στις αγωνιζόμενες μάζες η δυνατότητα να πεισθούν ότι η μη πραγματοποίηση ενότητας στη δράση δεν οφείλονταν στη φορμαλιστική μας αδιαλλαξία, αλλά στην έλλειψη θέλησης για πραγματική δράση εκ μέρους των ρεφορμιστών.

Όταν κάνουμε συμφωνίες με άλλες οργανώσεις, δεχόμαστε φυσικά μια ορισμένη πειθαρχία στη δράση. Αλλά αυτή η πειθαρχία δεν μπορεί να είναι απόλυτη σε χαρακτήρα. Σε περίπτωση που οι ρεφορμιστές αρχίζουν φανερά να βάζουν φρένο στην πάλη, σε βάρος του κινήματος, και δρουν ενάντια σε ότι επιβάλλει η κατάσταση και τις διαθέσεις των μαζών, εμείς σαν ανεξάρτητη οργάνωση διατηρούμε το δικαίωμα να οδηγήσουμε τον αγώνα ως το τέλος και αυτό χωρίς τους προσωρινούς μας μισοσυμμάχους.

Αυτό μπορεί να προκαλέσει μια νέα όξυνση της πάλης ανάμεσα σε μας και τους ρεφορμιστές. Αλλά αυτή τη φορά δεν θα είναι μια επανάληψη σύγκρουσης ιδεών μέσα σ’ ένα κλειστό κύκλο αλλά –με την προϋπόθεση ότι η τακτική μας είναι σωστή – θα σημαίνει την επέκταση της επιρροής μας πάνω σε νέα φρέσκα στρώματα του προλεταριάτου.

8. Είναι δυνατό να θεωρηθεί αυτή η πολιτική σαν μια προσέγγιση με τους ρεφορμιστές μόνο από τη σκοπιά ενός δημοσιογράφου που πιστεύει ότι απαλλάσσεται από το ρεφορμισμό αν τον κριτικάρει σύμφωνα με τους τύπους, χωρίς να βγει ποτέ από το γραφείο της σύνταξης, αλλά που φοβάται να συγκρουστεί με τους ρεφορμιστές μπροστά στα μάτια των εργαζόμενων μαζών και να δώσει σ’ αυτές την ευκαιρία να εκτιμήσουν το Κομμουνιστή και το ρεφορμιστή στα ίσα στο πεδίο της μαζικής πάλης. Πίσω απ’ αυτόν, τον φαινομενικά επαναστατικό φόβο της «επαναπροσέγγισης» κρύβεται στην ουσία μια πολιτική παθητικότητα που προσπαθεί να διαιωνίσει μια τάξη πραγμάτων, όπου οι κομμουνιστές και οι ρεφορμιστές έχουν ο καθένας τις δικές τους αυστηρά οριοθετημένες σφαίρες επιρροής, το δικό τους ακροατήριο στις συγκεντρώσεις, το δικό τους τύπο και όλα αυτά μαζί δημιουργούν την αυταπάτη μιας σοβαρής πολιτικής πάλης. (υπγρ. δική μας)

9. Σπάσαμε από τους ρεφορμιστές και τους κεντριστές για να αποκτήσουμε πλήρη ελευθερία να κριτικάρουμε την εξαπάτηση την προδοσία την αναποφασιστικότητα και το μεσοβέζικο πνεύμα μέσα στο εργατικό κίνημα. Γι αυτό το λόγο, κάθε είδους οργανωτική συμφωνία που περιορίζει την ελευθερία μας για κριτική και ζύμωση, μας είναι απόλυτα απαράδεχτη. Παίρνουμε μέρος σε ένα ενιαίο μέτωπο αλλά δεν διαλυόμαστε μέσα σ’ αυτό ούτε στιγμή. Δρούμε μέσα στο ενιαίο μέτωπο σαν ανεξάρτητο τμήμα. Στην πορεία ακριβώς της πάλης οι πλατειές μάζες χρειάζεται να μάθουν από την πείρα τους, ότι εμείς παλεύουμε καλύτερα από τους άλλους ότι εμείς βλέπουμε την κατάσταση πιο καθαρά από τους άλλους, ότι είμαστε πιο τολμηροί και αποφασιστικοί. Με αυτό τον τρόπο θα συντομεύσουμε την ώρα του Επαναστατικού Ενιαίου Μετώπου κάτω από την αδιαφιλονίκητη κομμουνιστική ηγεσία.

10. Αν πρόκειται να αναλύσουμε το ζήτημα του ενιαίου μετώπου όπως αυτό εφαρμόζεται στη Γαλλία, πάνω στη βάση των παραπάνω θέσεων που βγαίνουν από ολόκληρη την πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς, τότε πρέπει να ρωτήσουμε τους εαυτούς μας; Έχουμε στη Γαλλία μια κατάσταση στην οποία οι κομμουνιστές αντιπροσωπεύουν, από την άποψη της πραχτικής δράσης, ένα ασήμαντο μέγεθος (αμελητέα ποσότητα); Ή αντίθετα αγκαλιάζουν τη μεγαλύτερη πλειοψηφία των οργανωμένων εργατών; Ή ίσως καταλαμβάνουν μια θέση μεταξύ των δύο; Είναι αρκετά ισχυροί για να έχει η συμμετοχή τους στο μαζικό κίνημα μεγάλη σπουδαιότητα, αλλά όχι αρκετά ισχυροί για να συγκεντρώσουν την αδιαφιλονίκητη ηγεσία στα δικά τους χέρια;

Είναι αναμφισβήτητο ότι στη Γαλλία βρισκόμαστε μπροστά στη τελευταία ακριβώς περίπτωση.

11. Στη κομματική σφαίρα, η κυριαρχία των κομμουνιστών έναντι των ρεφορμιστών είναι συντριπτική. Η κομμουνιστική οργάνωση και ο κομμουνιστικός τύπος ξεπερνά κατά πολύ σε αριθμό πλουσιότητα και ζωντάνια, την οργάνωση και τον τύπο των δήθεν Σοσιαλιστών.

Αυτή η συντριπτική υπεροχή, όμως δεν εξασφαλίζει καθόλου στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα την πλήρη και αναμφισβήτητη ηγεσία του γαλλικού προλεταριάτου εφόσον είναι ακόμα σε μεγάλο βαθμό κάτω από την επιρροή απολιτικών και αντικομματικών τάσεων και προκαταλήψεων, που το πεδίο για την καλλιέργεια τους, το δίνουν τα συνδικάτα.

[…]

20. Στο κομματικό πεδίο υπάρχει κατ’ αρχή μια πολύ σπουδαία διαφορά από τα συνδικάτα, ότι δηλαδή η υπεροχή του Κομμουνιστικού Κόμματος πάνω στο Σοσιαλιστικό, ως προς την οργάνωση και ως προς τον τύπο είναι τεράστια. Μπορούμε συνεπώς να συμπεράνουμε ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα σαν τέτοιο είναι ικανό να εξασφαλίσει την ενότητα του πολιτικού μετώπου και συνεπώς δεν έχει λόγους, που να το αναγκάζουν να απευθύνεται στην οργάνωση των Σοσιαλιστών με οποιεσδήποτε προτάσεις για συγκεκριμένη δράση. Αυτή η αυστηρά πραχτική και δικαιολογημένη μέθοδος τοποθέτησης του ζητήματος, πάνω στη βάση της εκτίμησης του συσχετισμού των δυνάμεων και όχι πάνω στη βάση ριζοσπαστισμού στα λόγια, πρέπει να εκτιμηθεί στη πράξη.

21. Αν λάβουμε υπ’ όψη ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα αριθμεί 130.000 μέλη ενώ οι Σοσιαλιστές αριθμούν 30.000, τότε γίνεται φανερή η τεράστια επιτυχία των κομμουνιστικών ιδεών στην Γαλλία. Παρ’ όλα αυτά, αν λάβουμε υπ’ όψη τη σχέση μεταξύ του αριθμού των οργανωμένων και του αριθμού της εργατικής τάξης σαν σύνολο, σε συνδυασμό με την ύπαρξη των ρεφορμιστικών συνδικάτων και των αντικομμουνιστικών τάσεων σ’ αυτά, τότε θα αντιμετωπίσουμε το ζήτημα της κυριαρχίας του Κομμουνιστικού Κόμματος μέσα στο εργατικό κίνημα σαν ένα εξαιρετικά δύσκολο καθήκον, που απέχει ακόμη πολύ από το να λυθεί μόνο από την αριθμητική μας υπεροχή έναντι των Σοσιαλιστών. Αυτοί, κάτω από ορισμένες συνθήκες, μπορεί να αποδειχτούν ότι είναι ένας πολύ σπουδαίος αντεπαναστατικός παράγοντας μέσα στην εργατική τάξη περισσότερο απ’ ότι θα φαίνονταν αν κάποιος τους αξιολογούσε μόνο από την οργανωτική αδυναμία τους και την ασήμαντη σε κυκλοφορία και ιδεολογικό περιεχόμενο εφημερίδας τους, POPULAIRE.

[…]

33. Εκείνοι που προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν την ιδέα του ενιαίου μετώπου για να κάνουν ζύμωση υπέρ της ενοποίησης με τους ρεφορμιστές και τους Σοσιαλιστές πρέπει να πεταχτούν ανελέητα από το κόμμα μας γιατί χρησιμεύουν σαν πρακτορείο των Σοσιαλιστών στις γραμμές μας και εξαπατούν τους εργάτες σχετικά με τις αιτίες της διάσπασης και το ποιος είναι υπεύθυνος γι αυτό.(….) Το διώξιμο τέτοιων στοιχείων,… θα δείξει με το καλύτερο τρόπο, ότι η τακτική του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου δεν σημαίνει με κανένα τρόπο συνθηκολόγηση ή συμφιλίωση με τους ρεφορμιστές.

36. Ωστόσο, θα μπορούσε κανείς, να φέρει την αντίρρηση ότι όσο δεν έχει ολοκληρωθεί το πολιτικό ξεκαθάρισμα και η ιδεολογική συνοχή του, η στενή επαφή με τους ρεφορμιστές εμπεριέχει πολιτικούς κινδύνους για την εσωτερική συνοχή του κόμματος. Αλλά μια τέτοια άποψη είναι λαθεμένη. Φυσικά είναι έξω από κάθε αμφιβολία ότι το πέρασμα από την πλατιά προπαγανδιστική δραστηριότητα στην άμεση συμμετοχή στο μαζικό κίνημα φέρνει νέες δυσκολίες άρα και κινδύνους για το Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά είναι τελείως λαθεμένο να φαντάζεται κανείς ότι το κόμμα μπορεί να προετοιμαστεί για όλες τις δοκιμασίες χωρίς να συμμετέχει άμεσα στους αγώνες, χωρίς να έρχεται άμεσα σ’ επαφή μ’ εχθρούς και αντιπάλους. Αντίθετα, μόνο μ’ αυτό τον τρόπο μπορεί να επιτευχτεί ένα γνήσιο, αληθινό πολιτικό ξεκαθάρισμα και μια πραγματική ενότητα στο κόμμα. Πιθανά μερικά μέλη του κόμματος να καταλάβουν ότι πολιτικά βρίσκονται πιο κοντά με τους ρεφορμιστές, παρά με μας. Η απώλεια τέτοιων μελών δεν θα μπει στο παθητικό αλλά στο ενεργητικό του κόμματος και θα αναπληρωθεί στο εκατονταπλάσιο από την εισροή νέων αγωνιστών εργατών και εργατριών που σήμερα ακολουθούν ακόμη τους ρεφορμιστές. Το κόμμα θα γίνει πιο ομοιογενές, πιο αποφασιστικό και πιο προλεταριακό.

 

Θέσεις για την Τακτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς

[3η Διεθνής. Τα τέσσερα πρώτα Συνέδρια. Θέσεις, Αποφάσεις Μανιφέστα, Εργατική Πάλη, Αθήνα 2007, σελ. 387 κ.ε. – επιλογή κειμένων]

ΙV. Η επίθεση του κεφαλαίου

Επειδή το προλεταριάτο σ’ όλες τις χώρες, εκτός από τη Ρωσία, δεν επωφελήθηκε από την αδυναμία του καπιταλισμού που την προκάλεσε ο πόλεμος, για να τον πλήξει αποφασιστικά, η μπουρζουαζία κατόρθωσε, χάρη στη βοήθεια των σοσιαλρεφορμιστών, να συντρίψει τους επαναστάτες εργάτες που ήταν έτοιμοι να αγωνιστούν, να σταθεροποιήσει την πολιτική και οικονομική της εξουσία και να προχωρήσει σε μια καινούργια επίθεση εναντίον του προλεταριάτου. Όλες οι προσπάθειες της μπουρζουαζίας να βάλει σε κίνηση το μηχανισμό της παραγωγής και να ανορθώσει τη βιομηχανία, ύστερα από τη θύελλα του παγκοσμίου πολέμου, έγιναν σε βάρος του προλεταριάτου. Η γενική και συστηματικά οργανωμένη επίθεση, εναντίον όλων των κατακτήσεων της εργατικής τάξης, παρέσυρε όλες τις χώρες στη δίνη της. Παντού το αναδιοργανωμένο κεφάλαιο ελαττώνει ανελέητα το πραγματικό μεροκάματο των εργατών, παρατείνει τις ώρες εργασίας, κουτσουρεύει τα λιγοστά δικαιώματα του προλεταριάτου στη βιομηχανία, εξαναγκάζει τους εργάτες στις χώρες με υποτιμημένο νόμισμα, που έχουν καταντήσει ζητιάνοι, να πληρώσουν τα έξοδα της εξαθλίωσης στην οποία οδηγήθηκε η οικονομική ζωή εξ αιτίας της υποτίμησης του συναλλάγματος, κ.λ.π.

Η επίθεση του κεφαλαίου, που πήρε μέσα στα τελευταία χρόνια γιγάντιες διαστάσεις, αναγκάζει τους εργάτες σ’ όλες τις χώρες να κατεβαίνουν σε αγώνες αμυντικούς. Χιλιάδες και δεκάδες χιλιάδες εργάτες δέχτηκαν τον αγώνα στους πιο σημαντικούς κλάδους της παραγωγής. Καινούργιες πάντα ομάδες εργατών που προέρχονται από τους πιο αποφασιστικούς κλάδους της οικονομικής ζωής (σιδηροδρομικοί, μεταλλωρύχοι, μεταλλουργοί, δημόσιοι και δημοτικοί υπάλληλοι) κατεβαίνουν στον αγώνα. Οι περισσότερες απ’ αυτές τις απεργίες δεν είχαν ως τώρα καμιά άμεση επιτυχία, αλλά αυτός ο αγώνας προκαλεί σε καινούργιες και σημαντικότερες μάζες εργατών, που άλλοτε ήταν καθυστερημένες, απέραντο μίσος εναντίον των καπιταλιστών και της κρατικής εξουσίας που τους προστατεύει. Αυτός ο αγώνας, που έχει επιβληθεί στο προλεταριάτο, καταστρέφει την πολιτική της συνεργασίας κεφαλαίου και εργασίας, που την υποστηρίζουν οι σοσιαλρεφορμιστές και οι γραφειοκράτες συνδικαλιστές. Δείχνει ακόμα και στα πιο καθυστερημένα στρώματα την ολοφάνερη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην οικονομία και την πολιτική. (υπογρ. δική μας) Κάθε μεγάλη απεργία καταντάει να γίνει σήμερα μεγάλο πολιτικό γεγονός. Μ’ αυτή την ευκαιρία, έγινε φανερό ότι τα κόμματα της 2ης Διεθνούς και οι συνδικαλιστές ηγέτες του Άμστερνταμ, όχι μόνο δεν προσφέρουν καμιά βοήθεια στις εργατικές μάζες που έχουν καταπιαστεί με σκληρούς αμυντικούς αγώνες, αλλά και τις εγκαταλείπουν και τις προδίνουν με αποτέλεσμα να ωφελούνται απ’ αυτή τους τη στάση οι εργοδότες και οι αστικές κυβερνήσεις.

Ένα από τα καθήκοντα των κομμουνιστικών κομμάτων είναι να καταγγείλουν και να στιγματίσουν αυτή την αδιάκοπη και απίστευτη προδοσία και να την κάνουν κατανοητή στις μάζες των εργατών που κατεβαίνουν καθημερινά στον αγώνα. Είναι καθήκον των κομμουνιστικών κομμάτων σε όλες τις χώρες να επεκτείνουν και να εντείνουν τις πολυάριθμες οικονομικές απεργίες που ξεσπάζουν παντού και αν είναι δυνατό, να τις μετατρέψουν σε απεργίες και αγώνες πολιτικούς. Φυσικό επίσης καθήκον των κομμουνιστικών κομμάτων είναι να επωφεληθούν από τους αμυντικούς αγώνες για να ενισχύσουν την επαναστατική συνείδηση και τη μαχητική θέληση των προλεταριακών μαζών με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορέσουν αυτές, όταν γίνουν αρκετά ισχυρές, να περάσουν από την άμυνα στην επίθεση.

Εξαιτίας αυτών των αγώνων είναι αναπόφευκτη η συστηματική επιδείνωση των συγκρούσεων μεταξύ προλεταριάτου και μπουρζουαζίας. Η κατάσταση παραμένει αντικειμενικά επαναστατική και η μικρότερη ευκαιρία μπορεί να αποτελέσει αφετηρία μεγάλων επαναστατικών αγώνων.

VΙΙΙ Η διαίρεση μέσα στα συνδικάτα

Η συγχώνευση της 2ης και της 21/2 Διεθνούς έχει αναμφισβήτητα σκοπό να δημιουργήσει «ατμόσφαιρα ευνοϊκή» για μια συστηματική καμπάνια εναντίον των κομμουνιστών. Η μεθοδική διάσπαση των συνδικάτων από τους ηγέτες της Διεθνούς του Άμστερνταμ αποτελεί μέρος αυτής της καμπάνιας. Οι άνθρωποι του Άμστερνταμ υποχωρούν μπροστά σε κάθε αγώνα εναντίον της επίθεσης του κεφαλαίου και προτιμούν να συνεχίζουν την πολιτική της συνεργασίας με τους εργοδότες. Για να μην ενοχλούνται από τους κομμουνιστές σ’ αυτή τη συμμαχία με τους εργοδότες, επιδιώκουν να αποτρέψουν ολοκληρωτικά και συστηματικά κάθε επίδραση των κομμουνιστών μέσα στα συνδικάτα. Επειδή όμως οι κομμουνιστές έχουν ωστόσο κατακτήσει την πλειοψηφία μέσα στα συνδικάτα ή πλησιάζουν να την κατακτήσουν, οι άνθρωποι του Άμστερνταμ δεν διστάζουν να προχωρήσουν σε μαζικούς αποκλεισμούς, ούτε ακόμα και σ’ αυτή τη διάσπαση των συνδικάτων. Τίποτα δεν εξασθενίζει περισσότερο τις δυνάμεις της προλεταριακής αντίστασης εναντίον της επίθεσης του κεφαλαίου όσο η διάσπαση των συνδικάτων. ( Υπογρ. δική μας) Οι ρεφορμιστές ηγέτες των συνδικάτων το ξέρουν καλά αυτό. Επειδή όμως βλέπουν ότι χάνουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους και ότι η χρεοκοπία τους είναι αναπόφευκτη και θα έρθει σύντομα, βιάζονται να διαιρέσουν τα συνδικάτα, αυτά τα αναντικατάστατα όργανα της προλεταριακής πάλης των τάξεων, για να πάρουν οι κομμουνιστές μόνο τα συντρίμμια και τα ερείπια των παλιών συνδικαλιστικών οργανώσεων. Από τον Αύγουστο 1914, η εργατική τάξη δεν γνώρισε χειρότερη προδοσία.

ΙΧ Η κατάκτηση της πλειοψηφίας

Σε τέτοιες συνθήκες η βασική υπόδειξη του 3ου Παγκόσμιου Συνέδριου: « Να κατακτηθεί στην πλειοψηφία της η εργατική τάξη από την κομμουνιστική επιρροή και να οδηγηθεί στον αγώνα το αποφασιστικό τμήμα αυτής της τάξης», διατηρεί όλη του την αξία.

Η αντίληψη σύμφωνα με την οποία, στη σημερινή ασταθή ισορροπία της αστικής κοινωνίας, μπορεί ξαφνικά να ξεσπάσει η σοβαρότερη κρίση εξ αιτίας μιας μεγάλης απεργίας, μιας αποικιακής εξέγερσης, ενός νέου πολέμου, ή ακόμα μιας κοινοβουλευτικής κρίσης, διατηρεί όλη της την αξία σήμερα περισσότερο μάλιστα κι από την εποχή του 3ου Συνεδρίου. Γι αυτό ακριβώς και ο «υποκειμενικός» παράγοντας, δηλαδή ο βαθμός συνείδησης, θέλησης, μαχητικής διάθεσης και οργάνωσης της εργατικής τάξης και της πρωτοπορίας της αποκτάει τεράστια σημασία.

Η πλειοψηφία της εργατικής τάξης της Αμερικής και της Ευρώπης πρέπει να κερδηθεί, αυτό ήταν και είναι το ουσιαστικό καθήκον της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Χ. Η τακτική του ενιαίου μετώπου

Από τα παραπάνω πηγάζει η ανάγκη της τακτικής του ενιαίου μετώπου. Το σύνθημα του 3ου Συνεδρίου «Προς τις μάζες!» έχει σήμερα περισσότερη από κάθε άλλη φορά σπουδαιότητα. Στις περισσότερες χώρες μόλις τώρα αρχίζει ο αγώνας για τη δημιουργία του ενιαίου εργατικού μετώπου αλλά και μόλις τώρα αρχίζουμε να ξεπερνούμε τις δυσκολίες της τακτικής του ενιαίου μετώπου. Σαν κύριο παράδειγμα μπορεί να θεωρηθεί η Γαλλία, όπου η πορεία των γεγονότων έπεισε για την ανάγκη της τακτικής του ενιαίου μετώπου ακόμα και εκείνους που απέκρουαν αρχικά αυτήν την τακτική. Η κομμουνιστική Διεθνής ζητάει όλα τα κομμουνιστικά κόμματα και οι ομάδες να εφαρμόζουν αυστηρά την τακτική του ενιαίου μετώπου γιατί μονάχα αυτή οδηγεί τους κομμουνιστές στον πιο σίγουρο δρόμο για να κατακτήσουν την πλειονότητα των εργαζομένων. ( Υπογρ. δική μας)

Οι ρεφορμιστές είναι εκείνοι που χρειάζονται τώρα τη διαίρεση, ενώ οι κομμουνιστές θέλουν να ενώσουν όλες τις δυνάμεις της εργατικής τάξης ενάντια στον καπιταλισμό.

Η τακτική του ενιαίου μετώπου σημαίνει ότι η κομμουνιστική πρωτοπορία πρέπει να μπαίνει επικεφαλής στους καθημερινούς αγώνες των μεγάλων μαζών για τις απόλυτα απαραίτητες και ζωτικές διεκδικήσεις τους. Μέσα στους αγώνες αυτούς οι κομμουνιστές μπορεί να έρχονται σε διαπραγματεύσεις ακόμα και με τους προδότες αρχηγούς των σοσιαλδημοκρατών και με τους ανθρώπους του Άμστερνταμ. Οι προσπάθειες της 2ης Διεθνούς να παρουσιάσει την τακτική του ενιαίου μετώπου σαν μια τακτική που προετοιμάζει τη συγχώνευση όλων των «εργατικών» κομμάτων, πρέπει βέβαια να αποκρουστούν κατηγορηματικά. Οι προσπάθειες της 2ης Διεθνούς να απορροφήσει, με το πρόσχημα του ενιαίου μετώπου, «ακροαριστερές» εργατικές οργανώσεις (συγχώνευση του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και του Ανεξάρτητου Σοσιαλιστικού Κόμματος στη Γερμανία το 1922) στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο από το μέσο με το οποίο οι σοσιαλδημοκράτες αρχηγοί προσπαθούν να προσκολλήσουν στην μπουρζουαζία νέα τμήματα εργατικών μαζών.

Η ύπαρξη αυτόνομων κομμουνιστικών κομμάτων, μαζί με την απόλυτα ελεύθερη δράση τους απέναντι στον καπιταλισμό και την αντεπαναστατική σοσιαλδημοκρατία, είναι το μεγαλύτερο ιστορικό επίτευγμα του προλεταριάτου, που με κανένα τρόπο δεν πρέπει να το εγκαταλείψουν οι κομμουνιστές. Μόνο τα κομμουνιστικά κόμματα αγωνίζονται για τα συνολικά συμφέροντα του προλεταριάτου.

Επίσης η τακτική του ενιαίου μετώπου δεν σημαίνει καθόλου μια «εκλογική σύμπραξη» με τους κορυφαίους παράγοντες που στοχεύουν σε τούτους ή σε κείνους τους εκλογικούς σκοπούς. Η τακτική του ενιαίου μετώπου στοχεύει να εξυπηρετήσει τον κοινό αγώνα των κομμουνιστών και των άλλων εργατών που ακολουθούν άλλα κόμματα ή ομάδες ή που είναι ακομμάτιστοι, για την υπεράσπιση των στοιχειωδών ζωτικών συμφερόντων της εργατικής τάξης ενάντια στην μπουρζουαζία. Κάθε αγώνας και για τις πιο μικρές καθημερινές διεκδικήσεις αποτελεί πηγή επαναστατικών διδαγμάτων, γιατί με την εμπειρία που αποκτούν στους αγώνες οι εργάτες θα πεισθούν για την αναπόδραστη ανάγκη της επανάστασης και για τη μεγάλη σημασία του κομουνισμού.

Ένα άλλο πολύ σπουδαίο καθήκον, όταν εφαρμόζουμε την τακτική του ενιαίου μετώπου, είναι να επιδιώκουμε όχι μόνο αποτελέσματα στη ζύμωση αλλά και στην οργάνωση. Πρέπει να επωφελούμαστε από κάθε ευκαιρία για να δημιουργούμε μέσα στις εργατικές μάζες πυρήνες αυτοργάνωσης (εργατικά συμβούλια, επιτροπές εργατικού ελέγχου από εργάτες όλων των κομμάτων ή και ακομμάτιστους, εκτελεστικές επιτροπές κ.τ.λ.).

Το σημαντικότερο στην τακτική του ενιαίου μετώπου ήταν, και εξακολουθεί να είναι, η δραστική και συγχρόνως η οργανωτική συσπείρωση των εργατικών μαζών. Το πρακτικό αποτέλεσμα της τακτικής του ενιαίου μετώπου πηγάζει από τα «κάτω», μέσα από τα σπλάχνα αυτών των εργατικών μαζών. Σ’ ορισμένες περιπτώσεις, οι κομμουνιστές θα χρειαστεί να συνεργαστούν και με τους κορυφαίους εκπροσώπους των αντίπαλων εργατικών κομμάτων όμως, για την εξέλιξη της πορείας αυτών των διαπραγματεύσεων, οι μάζες πρέπει να έχουν διαρκώς πλήρεις και ακριβείς πληροφορίες. Στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με τους εκπροσώπους αυτούς, με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να περιορίζεται η αυτόνομη δράση των κομμουνιστικών κομμάτων.

Αυτονόητο είναι ότι η τακτική του ενιαίου μετώπου πρέπει να εφαρμόζεται στις διάφορες χώρες με διαφορετική μορφή, ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες. Όμως, όσον καιρό, στις σημαντικότερες καπιταλιστικές χώρες, οι αντικειμενικοί όροι είναι ώριμοι για τη σοσιαλιστική επανάσταση και όπου τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα (καθοδηγούμενα από τους αντεπαναστάτες ηγέτες) συνειδητά πραγματοποιούν τη διάσπαση της εργατικής τάξης, εκεί η τακτική του ενιαίου μετώπου θα δημιουργήσει μια νέα εποχή.

XI. Η εργατική κυβέρνηση

Η εργατική κυβέρνηση: (ενδεχόμενα και η εργατοαγροτική κυβέρνηση) πρέπει παντού να μας χρησιμεύσει σαν γενικό προπαγανδιστικό σύνθημα. Αλλά σαν άμεσο πολιτικό σύνθημα, η εργατική κυβέρνηση αποκτάει σημασία στις χώρες όπου η κατάσταση της αστικής κοινωνίας είναι ιδιαίτερα πολύ λίγο ασφαλής, και όπου ο συσχετισμός των δυνάμεων μεταξύ των εργατικών κομμάτων και της μπουρζουαζίας θέτει στην ημερήσια διάταξη τη λύση της εργατικής κυβέρνησης σαν πολιτική ανάγκη.

Σ’ αυτές τις χώρες το σύνθημα της «εργατικής κυβέρνησης» αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια όλης της τακτικής του ενιαίου μετώπου.

Τα κόμματα της 2ης Διεθνούς σ’ αυτές τις χώρες προσπαθούν να «σώσουν» την κατάσταση υποστηρίζοντας και πραγματοποιώντας τη συμμαχία των αστών με τους σοσιαλδημοκράτες. Οι πιο πρόσφατες προσπάθειες που έγιναν από ορισμένα κόμματα της 2ης Διεθνούς (π.χ. στη Γερμανία), που αρνήθηκαν την ανοιχτή συμμετοχή τους σε μια τέτοια κοινή κυβέρνηση, για να πραγματοποιήσουν σύγχρονα το συνασπισμό τους με τους αστούς με μασκαρεμένη μορφή, είναι απλώς μια μανούβρα που αποβλέπει να καθησυχάσει τις μάζες οι οποίες διαμαρτύρονται εναντίον τέτοιων συνασπισμών, και μια ραφιναρισμένη εξαπάτηση των εργατικών μαζών. Στη φανερή ή μασκαρεμένη συμμαχία της αστικής τάξης με την σοσιαλδημοκρατία, οι κομμουνιστές αντιτάσσουν το ενιαίο μέτωπο όλων των εργατών και τον πολιτικό και οικονομικό συνασπισμό όλων των εργατικών κομμάτων εναντίον της μπουρζουαζίας για την οριστική ανατροπή της. Στον κοινό αγώνα όλων των εργατικών κομμάτων εναντίον της μπουρζουαζίας, όλος ο κρατικός μηχανισμός πρέπει να περάσει στα χέρια της εργατικής κυβέρνησης και οι θέσεις της εργατικής κυβέρνησης να ενισχυθούν.

Το πιο στοιχειώδες πρόγραμμα μιας εργατικής κυβέρνησης πρέπει να είναι ο εξοπλισμός του προλεταριάτου, ο αφοπλισμός των αντεπαναστατικών αστικών οργανώσεων, η εφαρμογή του ελέγχου στην παραγωγή, η επιβολή του κύριου βάρους των φόρων στους πλούσιους και το τσάκισμα της αντίστασης της αντεπαναστατικής μπουρζουαζίας.

Μια τέτοια κυβέρνηση είναι δυνατή μόνο αν βγει μέσα από την πάλη των ίδιων των μαζών, αν στηριχτεί πάνω σε εργατικά όργανα κατάλληλα για αγώνα και δημιουργημένα από τα πιο πλατιά στρώματα των καταπιεσμένων εργατικών μαζών. Μια εργατική κυβέρνηση που προκύπτει από ένα κοινοβουλευτικό συνδυασμό, μπορεί επίσης να δώσει την ευκαιρία να αναζωογονηθεί το επαναστατικό εργατικό κίνημα. Είναι όμως αυτονόητο ότι η δημιουργία μιας πραγματικά εργατικής κυβέρνησης και η διατήρηση μιας κυβέρνησης που κάνει επαναστατική πολιτική θα οδηγήσουν αναγκαστικά στον πιο λυσσασμένο αγώνα και ίσως, και σε εμφύλιο πόλεμο εναντίον της μπουρζουαζίας. Επομένως, το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης μπορεί να εξαπολύσει επαναστατικούς αγώνες.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι κομμουνιστές πρέπει να δηλώσουν ότι είναι διατεθειμένοι να σχηματίσουν κυβέρνηση με μη κομμουνιστικά εργατικά κόμματα και οργανώσεις. Αυτό όμως μπορούν να το κάνουν μόνο αν υπάρχουν εγγυήσεις ότι αυτές οι εργατικές κυβερνήσεις θα κάνουν πραγματικά αγώνα εναντίον της μπουρζουαζίας, με την έννοια που μιλήσαμε παραπάνω. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι κανονικοί όροι της συμμετοχής των κομμουνιστών σε μια τέτοια κυβέρνηση είναι οι ακόλουθοι:

1) Η συμμετοχή στην εργατική κυβέρνηση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την έγκριση της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

2) Οι κομμουνιστές που θα αποτελέσουν μέλη της εργατικής κυβέρνησης θα ελέγχονται με τον πιο αυστηρό τρόπο από το κόμμα τους.

3) Τα κομμουνιστικά μέλη της εργατικής κυβέρνησης παραμένουν σε στενή επαφή με τις επαναστατικές οργανώσεις των μαζών.

4) Το κομμουνιστικό κόμμα διατηρεί απόλυτα τη φυσιογνωμία του και την πλήρη ανεξαρτησία της ζύμωσης και της προπαγάνδας του.

Παρά τα μεγάλα του πλεονεκτήματα, το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης έχει επίσης και κινδύνους, όπως και κάθε ενιαιομετωπική τακτική. Για να προφυλαχτούν απ’ αυτούς τους κινδύνους, τα κομμουνιστικά κόμματα δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάνε ότι αν κάθε αστική κυβέρνηση είναι σύγχρονα και κυβέρνηση καπιταλιστική, δεν είναι αλήθεια ότι και κάθε εργατική κυβέρνηση είναι κυβέρνηση πραγματικά προλεταριακή, δηλαδή ένα επαναστατικό όργανο της προλεταριακής εξουσίας.

Η Κομμουνιστική Διεθνής οφείλει να έχει υπόψη της τις ακόλουθες ενδεχόμενες περιπτώσεις:

1) Φιλελεύθερη εργατική κυβέρνηση. Υπάρχει ήδη τέτοια κυβέρνηση στην Αυστραλία και είναι εξίσου πιθανή στο αρκετά κοντινό μέλλον και στην Αγγλία.

2) Σοσιαλδημοκρατική εργατική κυβέρνηση (Γερμανία).

3) Εργατοαγροτική κυβέρνηση. Αυτό το ενδεχόμενο μπορούμε να το προβλέψουμε για τα Βαλκάνια, την Τσεχοσλοβακία, κ.λπ.

4) Εργατική κυβέρνηση με συμμετοχή των κομμουνιστών.

5) Πραγματική προλεταριακή εργατική κυβέρνηση που, στην καθαρότερη μορφή της, μόνο ένα Κομμουνιστικό Κόμμα μπορεί να την ενσαρκώσει.

Οι δύο πρώτοι τύποι εργατικής κυβέρνησης δεν είναι επαναστατικές εργατικές κυβερνήσεις, αλλά κυβερνήσεις καμουφλαρισμένης συμμαχίας μεταξύ της μπουρζουαζίας και των αντεπαναστατών εργατικών ηγετών. Αυτές οι «εργατικές κυβερνήσεις» είναι ανεκτές από την εξασθενημένη μπουρζουαζία σε κρίσιμες γι’ αυτήν περιόδους και σκοπό έχουν να εξαπατήσουν το προλεταριάτο για τον πραγματικό ταξικό χαρακτήρα του κράτους, ή ακόμα, και να αποτρέψουν την επαναστατική επίθεση του προλεταριάτου με τη βοήθεια των διεφθαρμένων εργατικών ηγετών, για να κερδηθεί χρόνος και να ξεπεραστεί η κρίση. Οι κομμουνιστές δεν πρέπει να συμμετέχουν σε παρόμοιες κυβερνήσεις. Αντίθετα πρέπει να αποκαλύπτουν χωρίς οίκτο τον πραγματικό χαρακτήρα αυτών των ψεύτικων εργατικών κυβερνήσεων μπροστά στις μάζες. Στην περίοδο της παρακμής του καπιταλισμού, όπου το κύριο καθήκον μας είναι να κερδίσουμε στην υπόθεση της επανάστασης την πλειοψηφία του προλεταριάτου, οι κυβερνήσεις αυτές αντικειμενικά μπορούν να συμβάλουν στην επιτάχυνση της διαδικασίας αποσύνθεσης του αστικού καθεστώτος.

Οι κομμουνιστές είναι επίσης έτοιμοι να βαδίσουν μαζί με τους σοσιαλδημοκράτες, χριστιανούς, ακομμάτιστους, συνδικαλιστές κ.λπ. εργάτες, που δεν έχουν ακόμα αναγνωρίσει την ανάγκη της δικτατορίας του προλεταριάτου. Οι κομμουνιστές είναι ακόμα διατεθειμένοι, κάτω από ορισμένες συνθήκες και με ορισμένες εγγυήσεις, να υποστηρίξουν μια μη κομμουνιστική εργατική κυβέρνηση. Όμως, είναι υποχρεωμένοι οπωσδήποτε να εξηγούν στην εργατική τάξη ότι η απελευθέρωσή της μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο με τη δικτατορία του προλεταριάτου.

Οι άλλοι δύο τύποι εργατικής κυβέρνησης, στις οποίες μπορούν να συμμετάσχουν οι κομμουνιστές, δεν είναι ακόμα δικτατορία του προλεταριάτου, ούτε αποτελούν ακόμα μια αναγκαία μεταβατική μορφή προς τη δικτατορία, μπορούν όμως να αποτελέσουν μια αφετηρία για την κατάκτηση αυτής της δικτατορίας. Μόνο μια εργατική κυβέρνηση συγκροτημένη από κομμουνιστές μπορεί να πραγματοποιήσει την πλήρη δικτατορία του προλεταριάτου.

ΧΙΙ Το κίνημα των εργοστασιακών συμβουλίων

Κανένα κομμουνιστικό κόμμα δεν μπορεί να θεωρηθεί αληθινό κομμουνιστικό κόμμα μαζών, σοβαρό και σταθερό, αν δεν έχει γερούς κομμουνιστικούς πυρήνες στις επιχειρήσεις, στα εργοστάσια, στα ορυχεία, στους σιδηροδρόμους κλπ. Όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, ένα κίνημα δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν συστηματικά οργανωμένο μέσα στις προλεταριακές μάζες αν δεν έχει κατορθώσει να δημιουργήσει για την εργατική τάξη και τις οργανώσεις της εργοστασιακές επιτροπές σαν βάση αυτού του κινήματος. Ο αγώνας εναντίον της επίθεσης του κεφαλαίου και για τον έλεγχο της παραγωγής δεν έχει καμία ελπίδα να πετύχει αν οι κομμουνιστές δεν διαθέτουν σταθερά στηρίγματα σε όλες τις επιχειρήσεις και αν το προλεταριάτο δεν ξέρει να δημιουργήσει τα προλεταριακά του όργανα μάχης στις επιχειρήσεις ( εργοστασιακές επιτροπές, εργατικά συμβούλια).

Το Συνέδριο πιστεύει ότι ένα από τα βασικά καθήκοντα όλων των κομμουνιστικών κομμάτων είναι να ριζώσουν μέσα στις βιομηχανίες πολύ περισσότερο από ότι το έχουν κάνει μέχρι τώρα και να υποστηρίξουν το κίνημα των εργοστασιακών συμβουλίων ή να πάρουν την πρωτοβουλία για τη δημιουργία αυτού του κινήματος.

Θέσεις για το Ενιαίο Μέτωπο

[3η Διεθνής. Τα τέσσερα πρώτα Συνέδρια. Θέσεις, Αποφάσεις Μανιφέστα, Εργατική Πάλη, Αθήνα 2007, σελ. 400 κ.ε.]

(Συμπλήρωμα στις «Θέσεις για την τακτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς»):

1. Το διεθνές κίνημα περνάει σήμερα μια μεταβατική περίοδο που θέτει μπροστά στην Κομμουνιστική Διεθνή και τα τμήματά της σημαντικά προβλήματα τακτικής.

Αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται κυρίως από τα ακόλουθα γεγονότα:

Η παγκόσμια οικονομική κρίση επιδεινώνεται. Η ανεργία μεγαλώνει. Σε όλες σχεδόν τις χώρες, το διεθνές κεφάλαιο έχει εξαπολύσει συστηματική επίθεση εναντίον της εργατικής τάξης με ολοφάνερο σκοπό να ελαττωθούν τα μεροκάματα και να εξευτελιστούν οι συνθήκες ζωής των εργαζομένων. Η χρεοκοπία της συνθήκης των Βερσαλλιών γίνεται ολοένα και περισσότερο έκδηλη για τις εργαζόμενες μάζες. Είναι φανερό ότι αν το διεθνές προλεταριάτο δεν κατορθώσει να ανατρέψει το αστικό καθεστώς, ένας ή και περισσότεροι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι δεν θα αργήσουν να ξεσπάσουν. Αυτό το έδειξε καθαρά η Συνδιάσκεψη της Ουάσινγκτον.

2. Οι ρεφορμιστικές αυταπάτες που, λόγω διαφόρων περιστατικών, είχαν ξαναγίνει πιστευτές από τις μάζες, παραχωρούν τη θέση τους, μπροστά στη σκληρή πραγματικότητα, σ’ ένα πνεύμα πολύ διαφορετικό. Οι δημοκρατικές και μεταρρυθμιστικές αυταπάτες που μετά τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο είχαν κερδίσει έδαφος σε μια κατηγορία προνομιούχων εργαζομένων, καθώς και ανάμεσα στους πιο πολιτικά καθυστερημένους εργάτες, διαλύονται πριν ακόμα προφτάσουν να ανθίσουν. Τα αποτελέσματα των εργασιών της Συνδιάσκεψης της Ουάσινγκτον θα τους δώσουν τη χαριστική βολή. Αν πριν από έξι μήνες μπορούσε κανείς να μιλάει κάπως δικαιολογημένα για κάποια εξέλιξη προς τα δεξιά των εργατικών μαζών της Ευρώπης και της Αμερικής, δεν μπορεί σήμερα να αρνηθεί την αρχή ενός νέου προσανατολισμού προς τα αριστερά.

3. Από την άλλη μεριά, η καπιταλιστική επίθεση προκάλεσε μέσα στις εργατικές μάζες μια αυθόρμητη τάση για ενότητα που τίποτα δεν μπορεί να την περιορίσει και η οποία συμβαδίζει με την ανάπτυξη της εμπιστοσύνης που τρέφει το προλεταριάτο στους κομμουνιστές.

Μόνο τώρα εργατικά περιβάλλοντα ολοένα και πιο σημαντικά αρχίζουν να εκτιμούν την παλικαριά της κομμουνιστικής πρωτοπορίας που κατέβηκε στον αγώνα για να υπερασπίσει τα προλεταριακά συμφέροντα σε μια εποχή που οι μεγάλες μάζες έμεναν ακόμα αδιάφορες, και μάλιστα και εχθρικές, απέναντι στον κομουνισμό. Οι εργάτες καταλαβαίνουν ολοένα και περισσότερο ότι οι κομμουνιστές έχουν πραγματικά υπερασπίσει, συχνά με τις μεγαλύτερες θυσίες και στις πιο δύσκολες περιστάσεις, τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα των εργαζομένων. Και πάλι, ο σεβασμός και η εμπιστοσύνη στρέφονται προς την πρωτοπορία που την αποτελούν οι κομμουνιστές. Οι πιο καθυστερημένοι εργαζόμενοι, αναγνωρίζοντας τελικά πόσο μάταιες είναι οι ρεφορμιστικές ελπίδες, πείθονται τώρα ότι απέναντι στην καπιταλιστική διαρπαγή, μόνη σωτηρία είναι ο αγώνας.

4. Τα κομμουνιστικά κόμματα μπορούν και οφείλουν τώρα να δρέψουν τους καρπούς των αγώνων που υποστήριξαν την προηγούμενη περίοδο μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες και μέσα στην αδιαφορία των μαζών. Οι εργαζόμενοι, παρακινούμενοι από μια ολοένα και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη προς τα πιο αλύγιστα και τα πιο μαχητικά στοιχεία της τάξης –τους κομμουνιστές– δείχνουν περισσότερο από ποτέ την ακατανίκητη επιθυμία για ενότητα. Τα λιγότερο πεπειραμένα στρώματα της εργατικής τάξης, που τώρα ζούνε ζωή ενεργητική, ονειρεύονται την ένωση όλων των εργατικών κομμάτων, αν όχι όλων των προλεταριακών οργανώσεων. Ελπίζουν να αυξήσουν έτσι την ικανότητά τους ν’ αντισταθούν στην καπιταλιστική πίεση. Οι εργάτες που ως τα σήμερα είχαν σχεδόν αδιαφορήσει για τους πολιτικούς αγώνες, θέλουν από δω και μπρος να επαληθεύσουν, με την προσωπική τους πείρα, την αξία του πολιτικού προγράμματος του ρεφορμισμού. Εργάτες που έχουν προσχωρήσει στα παλιά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και αποτελούν σημαντικό τμήμα του προλεταριάτου δεν δέχονται πια τις συκοφαντικές καμπάνιες των σοσιαλδημοκρατών και των κεντριστών εναντίον της κομμουνιστικής πρωτοπορίας και μάλιστα, ακόμη περισσότερο, αρχίζουν να ζητάνε μια συμφωνία μαζί της. Ωστόσο δεν είναι ακόμα εντελώς απαλλαγμένοι από τις ρεφορμιστικές αντιλήψεις, και πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν τις Σοσιαλιστικές Διεθνείς καθώς και τη Διεθνή του Άμστερνταμ. Δεν χωρά αμφιβολία ότι οι πόθοι τους δεν είναι πάντοτε ξεκαθαρισμένοι. Το βέβαιο πάντως είναι ότι τείνουν επιτακτικά στη δημιουργία ενός ενιαίου προλεταριακού μετώπου, στο σχηματισμό ενός ισχυρού μπλοκ, από τα κόμματα της 2ης Διεθνούς και τα συνδικάτα του Άμστερνταμ έως και τους κομμουνιστές, που πάνω του να συντρίβεται η εργοδοτική επίθεση. Μ’ αυτήν την έννοια, οι πόθοι αυτοί αποτελούν καθαρή πρόοδο. Η πίστη στο ρεφορμισμό έχει σχεδόν ατονήσει. Στη σημερινή κατάσταση του εργατικού κινήματος, κάθε σοβαρή δράση, ακόμα κι αν ξεκινά από μερικές διεκδικήσεις, θα οδηγήσει μοιραία τις μάζες να θέσουν τα βασικά ζητήματα της επανάστασης. Η κομμουνιστική πρωτοπορία έχει μόνο να κερδίσει από την πείρα των καινούριων εργατικών στρωμάτων, τα οποία θα πειστούν μόνα τους πόσο μάταιες είναι οι ρεφορμιστικές αυταπάτες και τα αξιοθρήνητα αποτελέσματα της συμφιλιωτικής πολιτικής.

5. Όταν άρχισε η συνειδητή και οργανωμένη διαμαρτυρία των εργαζομένων εναντίον της προδοσίας των ηγετών της 2ης Διεθνούς, οι ηγέτες αυτοί είχαν στα χέρια τους το σύνολο του μηχανισμού των εργατικών οργανώσεων. Επικαλούνταν την εργατική ενότητα και πειθαρχία για να φιμώσουν τους επαναστάτες προλετάριους και να τσακίσουν κάθε αντίδραση που θα τους εμπόδιζε να θέσουν στην υπηρεσία των ιμπεριαλιστών το σύνολο των προλεταριακών δυνάμεων. Η επαναστατική αριστερά αναγκάστηκε έτσι να αποκτήσει με κάθε τρόπο την ελευθερία της στην προπαγάνδα ώστε να κάνει γνωστό στις εργαζόμενες μάζες πόσο άτιμα πρόδωσαν και εξακολουθούν ακόμα να προδίνουν αυτοί οι ηγέτες, τα κόμματα και τα συνδικάτα τα δημιουργημένα από τις ίδιες τις μάζες.

6. Τα κομμουνιστικά κόμματα, αφού εξασφάλισαν πλήρη ελευθερία προπαγάνδας, προσπαθούν σήμερα σε όλες τις χώρες να πραγματοποιήσουν μια όσο το δυνατόν πιο πλήρη ενότητα στο πεδίο δράσης των μαζών. Οι άνθρωποι του Άμστερνταμ, καθώς κι εκείνοι της 2ης Διεθνούς, παινεύουν κι εγκωμιάζουν την ενότητα αλλά όλες οι πράξεις τους αποτελούν άρνηση των λόγων τους. Οι ρεφορμιστές, που επιδιώκουν με κάθε τρόπο το συμβιβασμό, που κατάπνιξαν μέσα στις οργανώσεις τις διαμαρτυρίες, τις κριτικές και τους επαναστατικούς πόθους, προσπαθούν τώρα να βγουν από το αδιέξοδο τους σπέρνοντας την αποδιοργάνωση και τη διαίρεση των εργατών και σαμποτάροντας τον αγώνα τους. Η αποκάλυψη στη σημερινή στιγμή της υποτροπής της προδοσίας τους αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα των κομμουνιστικών κομμάτων.

7. Η μεγάλη εσωτερική εξέλιξη που πραγματοποιήθηκε μέσα στην εργατική τάξη της Ευρώπης και της Αμερικής εξαιτίας της νέας οικονομικής κατάστασης του προλεταριάτου, αναγκάζει κι αυτούς ακόμα τους ηγέτες και τους διπλωμάτες των Σοσιαλιστικών Διεθνών και της Διεθνούς του Άμστερνταμ να θέσουν στην πρώτη γραμμή το πρόβλημα της εργατικής ενότητας. Ενώ, για τους εργάτες που τώρα μόλις άρχισαν να αποκτούν συνειδητή πολιτική ζωή και είναι ακόμα άπειροι, το σύνθημα του ενιαίου μετώπου αποτελεί ειλικρινή έκφραση της επιθυμίας να αντιτάξουν στην εργοδοτική επίθεση όλες τις δυνάμεις της εργατικής τάξης, αυτό το σύνθημα για τους ρεφορμιστές ηγέτες δεν είναι παρά μια καινούρια προσπάθεια να εξαπατήσουν τους εργάτες και να τους ξαναφέρουν στο δρόμο της συνεργασίας των τάξεων. Ο επικείμενος κίνδυνος ενός νέου ιμπεριαλιστικού πολέμου, ο εξοπλισμός, οι νέες μυστικές συνθήκες των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, όχι μόνο δεν θα κάνουν τους ηγέτες της 2ης και της 2½ Διεθνούς καθώς και της Διεθνούς του Άμστερνταμ, να χτυπήσουν τον κώδωνα του κινδύνου και να βοηθήσουν πραγματικά στη διεθνή ένωση της εργατικής τάξης, αλλά οπωσδήποτε θα δημιουργήσουν στις γραμμές τους τις ίδιες διχόνοιες που χωρίζουν τη διεθνή μπουρζουαζία. Αυτό είναι κάτι αναπόφευκτο γιατί η αλληλεγγύη των ρεφορμιστών «σοσιαλιστών» με τις εθνικές μπουρζουαζίες «τους» αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του ρεφορμισμού.

Αυτές είναι οι γενικές συνθήκες στις οποίες η Κομμουνιστική Διεθνής και τα τμήματά της καθόρισαν τη στάση τους απέναντι στο σύνθημα της ενότητας του εργατικού μετώπου.

8. Ύστερα από προσεκτική στάθμιση των πραγμάτων, η Εκτελεστική της Κομμουνιστικής Διεθνούς κρίνει ότι το σύνθημα του 3ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς: Προς τις μάζες!, καθώς και τα γενικά συμφέροντα του κομμουνιστικού κινήματος, απαιτούν η Κομμουνιστική Διεθνής και τα τμήματά της να υποστηρίξουν το σύνθημα της ενότητας του προλεταριακού μετώπου και να αναλάβουν την πρωτοβουλία της πραγματοποίησής του. Η τακτική των κομμουνιστικών κομμάτων θα λαβαίνει υπόψη της τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε χώρας.

9. Στη Γερμανία, το Κομμουνιστικό Κόμμα, στην τελευταία συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου του, τάχθηκε υπέρ της ενότητας του προλεταριακού μετώπου και αναγνώρισε ότι είναι δυνατό να υποστηριχτεί μια «ενωτική εργατική κυβέρνηση» που θα ήταν διατεθειμένη να καταπολεμήσει σοβαρά την καπιταλιστική εξουσία. Η Εκτελεστική της Κομμουνιστικής Διεθνούς εγκρίνει χωρίς επιφύλαξη αυτή την απόφαση, έχοντας την πεποίθηση ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας θα μπορέσει, διατηρώντας την πολιτική ανεξαρτησία του, να εισχωρήσει στα πιο πλατιά προλεταριακά στρώματα και να ενισχύσει εκεί την κομμουνιστική επιρροή. Στη Γερμανία, περισσότερο από παντού αλλού, οι μεγάλες μάζες καταλαβαίνουν ολοένα και πιο πολύ ότι η κομμουνιστική τους πρωτοπορία είχε δίκιο να μη θέλει να καταθέσει τα όπλα στις πιο δύσκολες στιγμές και να καταγγείλει πόσο άχρηστα ήταν τα ρεφορμιστικά γιατροσόφια σε μια κατάσταση όπου μόνο η προλεταριακή επανάσταση θα μπορούσε να δώσει λύση. Συνεχίζοντας αυτό το δρόμο, το γερμανικό κόμμα δεν θ’ αργήσει να πάρει με το μέρος του όλα τα (αναρχικο)συνδικαλιστικά στοιχεία που έμειναν ως τώρα έξω από τον αγώνα των μαζών.

10. Στη Γαλλία, το Κομμουνιστικό Κόμμα συγκεντρώνει την πλειοψηφία των πολιτικά οργανωμένων εργατών. Επομένως, το πρόβλημα του ενιαίου μετώπου παίρνει εκεί χαραχτήρα κάπως διαφορετικό απ’ ό,τι σ’ άλλες χώρες. Όμως και στη Γαλλία επίσης, πρέπει όλη η ευθύνη της διάσπασης τού εργατικού μετώπου να πέσει στους αντιπάλους μας. Η επαναστατική πτέρυγα του γαλλικού συνδικαλισμού δικαιολογημένα καταπολεμά το σχίσμα στα συνδικάτα και υποστηρίζει την ενότητα της εργατικής τάξης στον οικονομικό αγώνα. Αλλά αυτός ο αγώνας δεν σταματάει στο κατώφλι του εργοστασίου. Η ενότητα δεν είναι λιγότερο απαραίτητη ενάντια στο κύμα της αντίδρασης, την ιμπεριαλιστική πολιτική κ.λπ. Η πολιτική των ρεφορμιστών και των κεντριστών, αφού προκάλεσε το σχίσμα στο κόμμα, απειλεί τώρα την ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος, κι αυτό αποδείχνει, ότι όπως ο Ζαν Λονγκέ, έτσι και ο Ζουό υπηρετεί στην πραγματικότητα την υπόθεση της μπουρζουαζίας. Το σύνθημα της πολιτικής και οικονομικής ενότητας του προλεταριακού μετώπου εναντίον της μπουρζουαζίας είναι το καλύτερο μέσο για να αποτύχουν οι μανούβρες των σχισματικών.

Όποιες κι αν είναι οι προδοσίες της ρεφορμιστικής Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας που τη διευθύνουν οι Ζουό, Μερχάιμ και Σία, οι κομμουνιστές, και μαζί μ’ αυτούς όλα τα επαναστατικά στοιχεία της γαλλικής εργατικής τάξης, θα αναγκαστούν να προτείνουν στους ρεφορμιστές, πριν από κάθε γενική απεργία, πριν από κάθε επαναστατική εκδήλωση, πριν από κάθε δράση των μαζών, να συμμετάσχουν κι αυτοί, και όταν οι ρεφορμιστές τούς το αρνηθούν, να τους αποκαλύψουν στην εργατική τάξη. Έτσι η κατάκτηση των μη πολιτικοποιημένων εργατικών μαζών θα γίνει για μας ευκολότερη. Είναι αυτονόητο ότι αυτή η μέθοδος δεν συνεπάγεται καθόλου τον περιορισμό της ανεξαρτησίας του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας ούτε και το υποχρεώνει, π.χ. να υποστηρίξει το Συνασπισμό της Αριστεράς σε εκλογική περίοδο, ή να δείξει υπερβολική επιείκεια απέναντι στους αναποφάσιστους «κομμουνιστές» που δεν παύουν να πενθούν και να λυπούνται για το σχίσμα με τους σοσιαλπατριώτες.

11. Στην Αγγλία, το ρεφορμιστικό Εργατικό Κόμμα αρνήθηκε να δεχτεί στους κόλπους του το Κομμουνιστικό Κόμμα όπως ακριβώς δέχτηκε τις άλλες εργατικές οργανώσεις. Αλλά, κάτω από την πίεση των εργατικών μαζών, που για τους πόθους τους μιλήσαμε παραπάνω, οι εργατικές οργανώσεις του Λονδίνου ψήφισαν πρόσφατα την είσοδο του Κομμουνιστικού Κόμματος στο Εργατικό Κόμμα.

Απ’ αυτή την άποψη, η Αγγλία αποτελεί, όπως είναι φανερό, εξαίρεση. Λόγω ειδικών συνθηκών, το Εργατικό Κόμμα αποτελεί στην Αγγλία ένα είδος ομοσπονδίας που αγκαλιάζει όλες τις εργατικές οργανώσεις της χώρας. Είναι λοιπόν τώρα καθήκον των κομμουνιστών να απαιτήσουν, με μια ενεργητική καμπάνια, να γίνουν δεχτοί στο Εργατικό Κόμμα. Η τελευταία προδοσία των ηγετών των τρέιντ-γιούνιονς στην απεργία των ανθρακωρύχων, η επίθεση των καπιταλιστών εναντίον των μεροκάματων κ.λπ., προκαλούν σημαντικό αναβρασμό στις γραμμές του αγγλικού προλεταριάτου. Οι κομμουνιστές πρέπει να προσπαθήσουν με κάθε τρόπο να εισχωρήσουν στα κατάβαθα των εργαζόμενων μαζών με το σύνθημα της ενότητας του προλεταριακού μετώπου εναντίον της μπουρζουαζίας.

12. Στην Ιταλία, το νεαρό Κομμουνιστικό Κόμμα, που κρατούσε ως τώρα μια στάση από τις πιο αδιάλλακτες απέναντι στο ρεφορμιστικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και τους σοσιαλπροδότες ηγέτες της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας –που η από μέρους της προδοσία της προλεταριακής επανάστασης έχει τώρα οριστικά ολοκληρωθεί– αναλαμβάνει τώρα μπροστά στην εργοδοτική επίθεση μια ενεργητική ζύμωση υπέρ της ενότητας του προλεταριακού μετώπου. Η Εκτελεστική επιδοκιμάζει απόλυτα την τακτική των ιταλών κομμουνιστών και τονίζει την ανάγκη να αναπτυχθεί αυτή ακόμα περισσότερο. Η Εκτελεστική έχει πεισθεί ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας, αν δείξει αρκετή διορατικότητα, θα γίνει πρότυπο μαρξιστικής μαχητικότητας για την Κομμουνιστική Διεθνή και ότι, καταγγέλλοντας χωρίς έλεος τους δισταγμούς και τις προδοσίες των ρεφορμιστών και των κεντριστών, θα μπορέσει να διεξαγάγει μια ολοένα και εντονότερη καμπάνια μέσα στις εργατικές μάζες για την ενότητα του προλεταριακού μετώπου εναντίον της μπουρζουαζίας.

Είναι αυτονόητο ότι το ιταλικό Κόμμα δεν πρέπει τίποτα να παραμελήσει στην προσπάθειά του να κερδίσει στην άποψη της κοινής δράσης τα επαναστατικά στοιχεία του αναρχισμού και του συνδικαλισμού.

13. Στην Τσεχοσλοβακία, όπου το Κόμμα συγκεντρώνει την πλειοψηφία των πολιτικά οργανωμένων εργατών, τα καθήκοντα των κομμουνιστών είναι, από ορισμένες απόψεις, ανάλογα με τα καθήκοντα των γάλλων κομμουνιστών. Το τσεχοσλοβάκικο Κόμμα, σταθεροποιώντας την ανεξαρτησία του και κόβοντας τους τελευταίους δεσμούς που το συνδέουν με τους κεντριστές, πρέπει να μπορέσει να εκλαϊκεύσει το σύνθημα της ενότητας του προλεταριακού μετώπου εναντίον της μπουρζουαζίας και να αποκαλύψει τον αληθινό ρόλο των σοσιαλδημοκρατών και κεντριστών που είναι πράκτορες του κεφαλαίου Οι τσεχοσλοβάκοι κομμουνιστές πρέπει επίσης να εντείνουν τη δράση τους στα συνδικάτα, που σ’ ένα μεγάλο μέρος τους έχουν μείνει στα χέρια των «κίτρινων» ηγετών.

14. Στη Σουηδία, το αποτέλεσμα των τελευταίων κοινοβουλευτικών εκλογών επιτρέπει σ’ ένα αριθμητικά αδύνατο Κομμουνιστικό Κόμμα να παίζει σημαντικό ρόλο. Ο Μπράντιγκ, ένας από τους πιο διακεκριμένους ηγέτες της 2ης Διεθνούς και σύγχρονα πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου της σουηδικής μπουρζουαζίας, βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση που η στάση της κομμουνιστικής κοινοβουλευτικής φράξιας να μην τού είναι αδιάφορη για τη δημιουργία μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Η Εκτελεστική έχει τη γνώμη ότι η κομμουνιστική φράξια δεν μπορεί να αρνηθεί, κάτω από ορισμένους όρους, να δώσει την υποστήριξή της στη μενσεβικική κυβέρνηση του Μπράντιγκ, όπως άλλωστε δικαιολογημένα έκαναν οι γερμανοί κομμουνιστές για ορισμένες τοπικές κυβερνήσεις (Θουριγγία). Αυτό όμως καθόλου δεν σημαίνει ότι οι σουηδοί κομμουνιστές πρέπει να εγκαταλείψουν, έστω και ελάχιστα, την ανεξαρτησία τους ή να πάψουν να καταγγέλλουν τον πραγματικό χαραχτήρα της μενσεβικικής κυβέρνησης.

Αντίθετα, όσο περισσότερη εξουσία θα έχουν οι μενσεβίκοι, τόσο περισσότερο θα προδώσουν την εργατική τάξη και τόσο περισσότερο θα πρέπει να προσπαθήσουν οι κομμουνιστές να τους αποκαλύψουν μπροστά στις εργατικές μάζες.

15. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ένωση όλων των στοιχείων της αριστεράς του εργατικού συνδικαλιστικού και πολιτικού κινήματος αρχίζει να πραγματοποιείται. Οι αμερικανοί κομμουνιστές έχουν έτσι την ευκαιρία να μπούνε μέσα στις μεγάλες εργατικές μάζες και να γίνουν το κέντρο αποκρυστάλλωσης αυτής της ένωσης των αριστερών. Συγκροτώντας ομάδες παντού όπου υπάρχουν κομμουνιστές, πρέπει να ξέρουν να πάρουν στα χέρια τους την ηγεσία της συγκέντρωσης των επαναστατικών στοιχείων και να διαδώσουν με ενεργητικότητα την ιδέα του ενιαίου μετώπου (για την υπεράσπιση π.χ. των συμφερόντων των ανέργων). Η κύρια κατηγορία τους εναντίον των οργανώσεων του Κόμπερς θα είναι ότι οι οργανώσεις αυτές αρνούνται επίμονα να συγκροτήσουν ένα ενιαίο προλεταριακό μέτωπο για να υπερασπίσουν τους ανέργους. Ωστόσο, το κύριο καθήκον του κόμματος θα είναι να κατορθώσει να πάρει με το μέρος του τα καλύτερα στοιχεία των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (I.W.W.).

16. Στην Ελβετία, το κόμμα μας έχει ήδη σημειώσει ορισμένες επιτυχίες στο δρόμο που δείξαμε. Η κομμουνιστική προπαγάνδα για το ενιαίο μέτωπο ανάγκασε τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία να συγκαλέσει προσεχώς ένα έκτακτο συνέδριο στο οποίο οι σύντροφοί μας θα αποκαλύψουν τα ψέματα του ρεφορμισμού και θα αναπτύξουν τη μεγαλύτερη δραστηριότητα για την επαναστατική ενότητα του προλεταριάτου. 17. Σε μια σειρά άλλες χώρες, το ζήτημα παρουσιάζεται, ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες, με μορφή λίγο πολύ διαφορετική. Η Εκτελεστική όμως έχει την πεποίθηση ότι τα τμήματα θα είναι σε θέση να εφαρμόσουν, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε χώρας, τη γενική γραμμή που αυτή χάραξε.

17. Σε μια σειρά άλλες χώρες, το ζήτημα παρουσιάζεται ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες με μορφή λίγο πολύ διαφορετική. Η Εκτελεστική όμως έχει την πεποίθηση ότι τα τμήματα θα είναι σε θέση να εφαρμόσουν, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε χώρας, τη γενική γραμμή που αυτή χάραξε.

18. Η Εκτελεστική Επιτροπή απαιτεί σαν όρο, αυστηρά υποχρεωτικό για όλα τα Κομμουνιστικά Κόμματα, την ελευθερία του κάθε τμήματος που θα έρθει σε συμφωνία με τα κόμματα της 2ης και της 2½ Διεθνούς, να συνεχίζει την προπαγάνδα των ιδεών μας και την κριτική των αντιπάλων του κομουνισμού. Οι κομμουνιστές, υποτασσόμενοι στην πειθαρχία της δράσης, πρέπει να διατηρούν απόλυτα το δικαίωμα και τη δυνατότητα να εκφράζουν, όχι μόνο πριν και μετά τη δράση, αλλά ακόμα και κατά τη διάρκειά της, τη γνώμη τους πάνω στην πολιτική όλων των εργατικών οργανώσεων χωρίς εξαίρεση. Σε καμιά περίπτωση και με κανένα πρόσχημα δεν πρέπει αυτός ο όρος να αθετείται. Οι κομμουνιστές, υποστηρίζοντας την ενότητα όλων των εργατικών οργανώσεων σε κάθε πρακτική δράση εναντίον του καπιταλιστικού μετώπου, δεν μπορούν να παραιτηθούν από την προπαγάνδα των απόψεών τους, που μόνο αυτές αποτελούν τη λογική έκφραση των συμφερόντων της εργατικής τάξης.

19. Η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς πιστεύει ότι είναι χρήσιμο να υπενθυμίσει σε όλα τα αδελφά κόμματα την πείρα των ρώσων μπολσεβίκων, που το κόμμα τους είναι το μόνο που κατόρθωσε ως τα σήμερα να νικήσει την μπουρζουαζία και να καταλάβει την εξουσία. Κατά τα δεκαπέντε χρόνια που μεσολαβούν ανάμεσα στη γέννηση του μπολσεβικισμού και τη νίκη του (1903 με 1917), το κόμμα αυτό δεν έπαψε ποτέ να πολεμά το ρεφορμισμό ή, πράγμα που είναι το ίδιο, το μενσεβικισμό. Αλλά σ’ όλο αυτό το διάστημα, οι μπολσεβίκοι έχουν επανειλημμένα συνάψει συμφωνίες με τους μενσεβίκους. Το πρώτο τυπικό σχίσμα πραγματοποιήθηκε την άνοιξη του 1905. Αλλά κάτω από την ακατανίκητη επίδραση ενός εργατικού κινήματος μεγάλης έκτασης, οι μπολσεβίκοι έκαναν, τον ίδιο χρόνο, κοινό μέτωπο με τους μενσεβίκους. Το δεύτερο τυπικό σχίσμα έγινε το Γενάρη του 1912. Αλλά από το 1905 ως το 1912, το σχίσμα διαδέχονταν ενώσεις και πρόσκαιρες συμφωνίες (το 1906, το 1907 και το 1910). Αυτές οι ενώσεις και μισοενώσεις δεν πραγματοποιήθηκαν μόνο σαν συνέπεια των περιπετειών της πάλης ανάμεσα στις φράξιες, αλλά ιδιαίτερα κάτω από την πίεση των μεγάλων εργατικών μαζών που ξύπνησαν στην πολιτική ζωή και που θα ήθελαν να δουν οι ίδιες αν οι δρόμοι του μενσεβικισμού απομακρύνονται πραγματικά από την επανάσταση. Λίγο πριν από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, το καινούριο επαναστατικό κίνημα που επακολούθησε την απεργία της Λένα2 γέννησε στις προλεταριακές μάζες έναν ισχυρό πόθο ενότητας που οι ηγέτες του μενσεβικισμού προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους, όπως το κάνουν σήμερα οι ηγέτες των «σοσιαλιστικών» Διεθνών καθώς και οι ηγέτες της Διεθνούς του Άμστερνταμ. Εκείνη την εποχή, οι μπολσεβίκοι δεν αρνήθηκαν το ενιαίο μέτωπο. Κάθε άλλο: Για να αντισταθμίσουν τη διπλωματία των μενσεβίκων ηγετών, υιοθέτησαν το σύνθημα της «ενότητας στη δράση», δηλαδή της ενότητας των εργατικών μαζών στην επαναστατική πρακτική δράση τους εναντίον της μπουρζουαζίας. Η πείρα έδειξε ότι αυτή ήταν η μόνη σωστή τακτική. Τροποποιημένη ανάλογα με το χρόνο και τον τόπο, η τακτική αυτή οδήγησε στον κομουνισμό την τεράστια πλειοψηφία των καλύτερων προλεταριακών στοιχείων του μενσεβικισμού.

20. Η Κομμουνιστική Διεθνής υιοθετώντας το σύνθημα της ενότητας του προλεταριακού μετώπου και παραδεχόμενη συμφωνίες ανάμεσα στα διάφορα τμήματά της και τα κόμματα και τα συνδικάτα της 2ης και της 2½ Διεθνούς, δεν μπορεί, όπως είναι φανερό, να αρνηθεί ανάλογες συμφωνίες σε διεθνή κλίμακα. Στο ζήτημα της βοήθειας προς τους πεινασμένους της Ρωσίας, η Εκτελεστική πρότεινε μια συμφωνία στη συνδικαλιστική Διεθνή του Άμστερνταμ. Ανανέωσε τις προ-τάσεις της με την προοπτική μιας κοινής δράσης εναντίον της λευκής τρομοκρατίας στην Ισπανία και τη Γιουγκοσλαβία. Κάνει τώρα μια πρόταση στις Σοσιαλιστικές Διεθνείς και στη Διεθνή του Άμστερνταμ, μια καινούρια πρόταση σχετική με τις εργασίες της Συνδιάσκεψης της Ουάσινγκτον, συνδιάσκεψης που δεν μπορεί παρά να επιταχύνει το ξέσπασμα ενός νέου ιμπεριαλιστικού πολέμου. Αλλά οι ηγέτες αυτών των τριών διεθνών οργανώσεων έδειξαν ότι, όταν πρόκειται να περάσουν από τα λόγια στα έργα, αρνούνται εντελώς το σύνθημα της εργατικής ενότητας. Επομένως, το συγκεκριμένο καθήκον της Κομμουνιστικής Διεθνούς και των τμημάτων της θα είναι να αποκαλύψουν στις μάζες την υποκρισία των ηγετικών στοιχείων αυτών των οργανώσεων που προτιμούν την ένωση με τη μπουρζουαζία από την ενότητα με τους επαναστάτες εργαζόμενους και που, παραμένοντας στο Διεθνές Γραφείο Εργασίας (το εξάρτημα της Κοινωνίας των Εθνών), συμμετέχουν έτσι στην ιμπεριαλιστική Συνδιάσκεψη της Ουάσινγκτον, αντί να εξαπολύσουν καμπάνια εναντίον της. Αλλά η αρνητική απάντηση στις προτάσεις μας δεν θα μας κάνει να παραιτηθούμε από την τακτική που εφαρμόζουμε, που είναι απόλυτα σύμφωνη με το πνεύμα των εργατικών μαζών και την οποία πρέπει να ξέρουμε να αναπτύσσουμε μεθοδικά και αδιάκοπα. Αν οι προτάσεις κοινής δράσης αποκρουστούν, θα χρειαστεί να πληροφορήσουμε τον εργατικό κόσμο, για να ξέρει ποιοι είναι εκείνοι που καταστρέφουν πραγματικά την ενότητα του προλεταριακού μετώπου. Αν οι προτάσεις μας γίνουν δεκτές, το καθήκον μας θα είναι να δώσουμε μεγαλύτερη ένταση και μεγαλύτερο βάθος στους αγώνες που θα εξαπολυθούν. Και στις δύο περιπτώσεις, αυτό που έχει σημασία είναι να ενεργήσουμε κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι διαπραγματεύσεις των κομμουνιστών με τις άλλες οργανώσεις να ξυπνήσουν τις εργατικές μάζες και να τραβήξουν την προσοχή τους. Γιατί πρέπει οπωσδήποτε να ενδιαφερθούν όλοι οι εργαζόμενοι για όλες τις περιπέτειες του αγώνα που αποβλέπει στην πραγματοποίηση του ενιαίου επαναστατικού μετώπου τους.

21. Η Εκτελεστική, καθορίζοντας αυτό το σχέδιο δράσης, δεν παραλείπει να εφιστά την προσοχή στα αδελφά κόμματα για τους κινδύνους που μπορεί να προκύψουν απ’ αυτό. Όλα τα κομμουνιστικά κόμματα δεν έχουν ακόμα αρκετά σταθεροποιηθεί και οργανωθεί και δεν έχουν εντελώς κατανικήσει την κεντριστική και μισοκεντριστική ιδεολογία. Δεν είναι δύσκολο να γίνουν υπερβολές που θα οδηγήσουν στη μετατροπή των κομμουνιστικών κομμάτων και ομάδων σε άμορφα και ετερογενή μπλοκ. Για να εφαρμοστεί με επιτυχία η τακτική που υποστηρίζουμε, χρειάζεται να είναι γερά οργανωμένο το κόμμα και η διεύθυνσή του να διακρίνεται για τις εντελώς ξεκαθαρισμένες ιδέες της.

22. Μέσα στους ίδιους τους κόλπους της Κομμουνιστικής Διεθνούς, στις ομάδες που δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα θεωρούνται δεξιές ή μισοκεντριστικές, υπάρχουν αναμφισβήτητα δύο ρεύματα. Το πρώτο, πραγματικά χειραφετημένο από την ιδεολογία και τις μεθόδους της 2ης Διεθνούς, δεν έχει ακόμα κατορθώσει να απαλλαγεί από ένα αίσθημα σεβασμού προς την παλιά οργανωτική εξουσία και θα ήθελε, συνειδητά ή όχι, να αναζητήσει βάσεις για μια συμφωνία στον τομέα των γενικών ιδεών με τη 2η Διεθνή, και επομένως με την αστική κοινωνία. Το δεύτερο, που πολεμάει τον τυπικό ριζοσπαστισμό και τις πλάνες μιας δήθεν «αριστεράς», θα ήθελε να δώσει στην τακτική του νέου κομμουνιστικού κόμματος περισσότερη ευλυγισία και επιδεξιότητα στους χειρισμούς για να του επιτρέψει να εισχωρήσει πιο εύκολα μέσα στις εργατικές μάζες. Η γοργή εξέλιξη των κομμουνιστικών κομμάτων ώθησε (μερικές φορές) αυτά τα δύο ρεύματα να συνδεθούν, ακόμα και να ενοποιηθούν. Η προσεχτική εφαρμογή των μεθόδων που αναφέραμε παραπάνω, που αποβλέπουν στο να δώσουν στην κομμουνιστική προπαγάνδα ένα στήριγμα στις ενέργειες των ενοποιημένων μαζών, θα συμβάλει αποτελεσματικά στην επαναστατική σταθεροποίηση των κομμάτων μας, τόσο διαπαιδαγωγώντας με την πείρα τα ανυπόμονα και σεχταριστικά στοιχεία όσο και απαλλάσσοντάς τα από το νεκρό βάρος του ρεφορμισμού.

23. Με την ενότητα του προλεταριακού μετώπου, πρέπει να εννοούμε την ενότητα όλων των εργαζομένων που επιθυμούν να πολεμήσουν τον καπιταλισμό, στους οποίους επομένως συμπεριλαμβάνονται οι εργάτες που ακολουθούν ακόμα τους αναρχικούς και τους (αναρχο)συνδικαλιστές. Σε μερικές χώρες, αυτά τα στοιχεία μπορούν να συμπράξουν στις επαναστατικές ενέργειες. Από τα πρώτα της ακόμα βήματα, η Κομμουνιστική Διεθνής σύστησε πάντοτε μια φιλική στάση απέναντι σ’ αυτά τα εργατικά στοιχεία που ξεπερνούν προοδευτικά τις προκαταλήψεις τους και προσχωρούν σιγά-σιγά στον κομουνισμό. Οι κομμουνιστές θα πρέπει από δω και μπρος να τους δίνουν τόσο περισσότερο προσοχή, όσο το ενιαίο μέτωπο εναντίον του καπιταλισμού βρίσκεται στο δρόμο της πραγματοποίησης του.

24. Η Εκτελεστική Επιτροπή, αποβλέποντας να καθορίσει οριστικά την κατοπινή εργασία μέσα στα πλαίσια που προδιαγράψαμε, αποφασίζει να συγκαλέσει προσεχώς μια έκτακτη συνδιάσκεψη στην οποία όλα τα κόμματα που έχουν προσχωρήσει στη Διεθνή θα αντιπροσωπεύονται με διπλάσιο αριθμό αντιπροσώπων από εκείνον που έχει κανονικά οριστεί.

25. Η Εκτελεστική Επιτροπή θα δώσει τη μεγαλύτερη προσοχή σε όλες τις πρακτικές ενέργειες που πραγματοποιούνται στο δρόμο που δείξαμε και ζητάει από τα διάφορα κόμματα να την ενημερώσουν με κάθε λεπτομέρεια για τις προσπάθειές τους σ’ αυτόν τον τομέα και τα αποτελέσματα που είχαν.

Θέσεις για την Κομμουνιστική Δράση Μέσα στο Συνδικαλιστικό Κίνημα

[3η Διεθνής. Τα τέσσερα πρώτα Συνέδρια. Θέσεις, Αποφάσεις Μανιφέστα, Εργατική Πάλη, Αθήνα 2007, σελ. 421 κ.ε.]

VΙ. Ο αγώνας για τη συνδικαλιστική ενότητα

21. Το σύνθημα της Κομμουνιστικής Διεθνούς («ενάντια στην διάσπαση των συνδικάτων») πρέπει να εφαρμοστεί εξίσου δραστήρια όπως στο παρελθόν, παρά τις λυσσασμένες διώξεις στις οποίες υποβάλουν τους κομμουνιστές οι ρεφορμιστές σ’ όλες τις χώρες. Οι ρεφορμιστές επιδιώκουν να παρατείνουν το σχίσμα με τους αποκλεισμούς και τις διαγραφές. Διώχνοντας συστηματικά τα καλύτερα στοιχεία των συνδικάτων ελπίζουν να κάνουν τους κομμουνιστές να χάσουν την ψυχραιμία τους, να φύγουν από τα συνδικάτα, εγκαταλείποντας το καλομελετημένο σχέδιο τους δηλαδή της κατάκτησης των οργανώσεων αυτών από το εσωτερικό τους και να ταχθούν υπέρ του σχίσματος. Αλλά δεν θα μπορέσουν οι ρεφορμιστές να καταφέρουν αυτό που θέλουν.

22. Το σχίσμα του συνδικαλιστικού κινήματος, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, αποτελεί το μεγαλύτερο κίνδυνο για το εργατικό κίνημα στο σύνολο του. Το σχίσμα στα εργατικά συνδικάτα θα έριχνε την εργατική τάξη πολλά χρόνια πίσω, γιατί η μπουρζουαζία θα μπορούσε τότε να ξαναπάρει εύκολα πίσω τις πιο στοιχειώδεις εργατικές κατακτήσεις. Οι κομμουνιστές πρέπει με κάθε μέσο να εμποδίσουν το συνδικαλιστικό σχίσμα. Με όλα τα μέσα, με όλες τις δυνάμεις των οργανώσεών τους, πρέπει να εμποδίσουν την εγκληματική ελαφρότητα με την οποία οι ρεφορμιστές σπάζουν τη συνδικαλιστική ενότητα.

23. Στις χώρες όπου υπάρχουν παράλληλα δύο εθνικές συνδικαλιστικές συνομοσπονδίες (Ισπανία, Γαλλία, Τσεχοσλοβακία, κλπ ) οι κομμουνιστές πρέπει να αγωνιστούν συστηματικά για την ενοποίηση αυτών των παράλληλων οργανώσεων. Εφόσον υπάρχει αυτός ο σκοπός της συγχώνευσης των συνδικάτων, που σήμερα είναι διασπασμένα, δεν είναι καθόλου λογικό να αποσπούμε τους μεμονωμένους κομμουνιστές και τους επαναστάτες εργάτες από τα ρεφορμιστικά συνδικάτα μεταφέροντας τους στα επαναστατικά συνδικάτα. Κανένα ρεφορμιστικό συνδικάτο δεν πρέπει να παραμείνει χωρίς επαναστατική ζύμη. Η ενεργητική εργασία των κομμουνιστών και στα δύο συνδικάτα που υπάρχουν παράλληλα, αποτελεί προϋπόθεση για την αποκατάσταση της ενότητας που σήμερα δεν υπάρχει.

24. Η προστασία της συνδικαλιστικής ενότητας, καθώς και η αποκατάστασή της εκεί που δεν υπάρχει, δεν είναι δυνατή παρά μόνο αν οι κομμουνιστές βάλλουν σε ενέργεια ένα πρακτικό πρόγραμμα για κάθε χώρα και για κάθε κλάδο της βιομηχανίας – στο πεδίο μιας πρακτικής εργασίας, ενός πρακτικού αγώνα, μπορούν να συγκεντρώσουν τα σκορπισμένα στοιχεία του εργατικού κινήματος και να δημιουργήσουν, στην περίπτωση που υπάρχει συνδικαλιστικό σχίσμα, τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να εξασφαλιστεί η οργανική ενοποίηση. Κάθε κομμουνιστής πρέπει να έχει υπόψη του ότι το συνδικαλιστικό σχίσμα δεν αποτελεί μόνο απειλή για τις άμεσες κατακτήσεις της εργατικής τάξης, αλλά και για την ίδια την κοινωνική επανάσταση. Οι προσπάθειες των ρεφορμιστών να διασπάσουν τα συνδικάτα πρέπει να συντριβούν – κι αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με μια δραστήρια οργανωτική και πολιτική εργασία μέσα στις μάζες.

VΙΙ. Ο αγώνας κατά του αποκλεισμού των κομμουνιστών

25. Ο αποκλεισμός των κομμουνιστών έχει σαν σκοπό να αποδιοργανώσει το επαναστατικό κίνημα, απομονώνοντας τους ηγέτες από τις εργατικές μάζες – επίσης, οι κομμουνιστές δεν μπορούν να περιοριστούν στις μορφές και τις μεθόδους του αγώνα που χρησιμοποιούσαν ως τώρα. Το παγκόσμιο συνδικαλιστικό κίνημα έχει φτάσει στην κρισιμότερη στιγμή του. Η διασπαστική θέληση των ρεφορμιστών έχει οξυνθεί, ενώ η θέλησή μας να σώσουμε τη συνδικαλιστική ενότητα πιστοποιείται από πολλά γεγονότα και οι κομμουνιστές πρέπει να δείξουν στο μέλλον και στην πράξη επίσης, την αξία που αποδίδουν στην ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος.

26. Όσο περισσότερο γίνεται φανερή η διασπαστική πολιτική των εχθρών μας, με τόσο μεγαλύτερο σθένος πρέπει να επιδιώξουμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα της συνδικαλιστικής ενότητας. Ούτε μια φάμπρικα, ούτε ένα εργοστάσιο, ούτε μια συγκέντρωση δεν πρέπει να λησμονήσουμε – παντού πρέπει να ακουστεί η διαμαρτυρία εναντίον της τακτικής του Άμστερνταμ. Πρέπει το πρόβλημα του συνδικαλιστικού σχίσματος να τεθεί μπροστά σε κάθε συνδικαλισμένο και να τεθεί όχι μόνο όταν το σχίσμα είναι έτοιμο να γίνει, αλλά από τη στιγμή που θα παρουσιαστεί αυτός ο κίνδυνος. Το ζήτημα του αποκλεισμού των κομμουνιστών από το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να μπει στην ημερήσια διάταξη όλου του κινήματος κάθε χώρας που την αφορά αυτή η ενέργεια. Οι κομμουνιστές είναι αρκετά δυνατοί για να μην αφήσουν να στραγγαλιστούν χωρίς να πούνε λέξη. Η εργατική τάξη πρέπει να ξέρει ποιος υποστηρίζει τη διάσπαση και ποιος την ενότητα. (υπογρ. δική μας)

27. Ο αποκλεισμός των κομμουνιστών από τις τοπικές οργανώσεις όταν εκλεγούν σε συνδικαλιστικές θέσεις δεν πρέπει μόνο να προκαλέσει διαμαρτυρίες για την παραβίαση της θέλησης των εκλογέων αλλά ένας τέτοιος αποκλεισμός πρέπει να οδηγήσει σε αποφασιστική και οργανωμένη αντίσταση. Τα μέλη που αποκλείονται δεν πρέπει να μείνουν σκορπισμένα. Το σημαντικότερο καθήκον των κομμουνιστικών κομμάτων είναι να μην επιτρέψουν στα στοιχεία που αποκλείστηκαν να παραμείνουν διαλυμένα. Πρέπει να οργανωθούν σε συνδικάτα αποκλεισμένων τα οποία θα θέσουν στο κέντρο της πολιτικής εργασίας τους ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα, καθώς και την απαίτηση να ξαναγυρίσουν στη θέση τους.

28. Ο αγώνας εναντίον των αποκλεισμών είναι στην πραγματικότητα αγώνας για την ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος. Εδώ, όλα τα μέτρα που οδηγούν στην αποκατάσταση της ενότητας, είναι καλά. Οι αποκλεισμένοι δεν πρέπει να μείνουν απομονωμένοι και αποκομμένοι από κάθε αντιπολίτευση, ούτε και από τις ανεξάρτητες επαναστατικές οργανώσεις που υπάρχουν στη συγκεκριμένη χώρα – κι αυτό γιατί επιβάλλεται να οργανωθεί ο κοινός αγώνας εναντίον των αποκλεισμών και για το συντονισμό της δράσης στον αγώνα εναντίον του κεφαλαίου.

29. Τα πρακτικά μέσα του αγώνα μπορούν και πρέπει να συμπληρωθούν και να τροποποιηθούν σύμφωνα με τις τοπικές συνθήκες και ιδιομορφίες. Είναι σημαντικό τα κομμουνιστικά κόμματα να παίρνουν καθαρά μαχητική αντιδιασπαστική θέση και να κάνουν ότι μπορούν για να μην επιτρέψουν να πραγματοποιηθεί η πολιτική των αποκλεισμών που έχει αισθητά ενισχυθεί από τότε που άρχισαν οι ενέργειες για τη συγχώνευση της 2ης και της 21/2 Διεθνούς. Δεν υπάρχουν οριστικά και καθολικής ισχύος μέτρα και μέθοδοι εναντίον των αποκλεισμών. Απ’ αυτή την άποψη, τα κομμουνιστικά κόμματα έχουν την δυνατότητα να αγωνιστούν με μέσα που τα θεωρούν σαν τα καλύτερα για να φτάσουν στο σκοπό τους: την κατάκτηση των συνδικάτων και την αποκατάσταση της συνδικαλιστικής ενότητας που έχει πάψει να υπάρχει.

VΙΙΙ. Συμπέρασμα

Το 4ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ακολουθώντας το δρόμο της κατάκτησης των συνδικάτων και του αγώνα εναντίον της διασπαστικής πολιτικής των ρεφορμιστών, δηλώνει επίσημα ότι κάθε φορά που οι άνθρωποι του Άμστερνταμ δεν θα καταφεύγουν σε αποκλεισμούς και κάθε φορά που θα δίνουν τη δυνατότητα στους κομμουνιστές να αγωνίζονται ιδεολογικά για τις αρχές τους στους κόλπους των συνδικάτων, οι κομμουνιστές θα αγωνίζονται σαν πειθαρχημένα μέλη στις γραμμές της ενωμένης οργάνωσης, βαδίζοντας πάντοτε μπροστά σε όλες τις ρήξεις και τις συγκρούσεις με τη μπουρζουαζία.

Το 4ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς δηλώνει ότι όλα τα κομμουνιστικά κόμματα πρέπει να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για να παρεμποδίσουν το σχίσμα μέσα στα συνδικάτα, ότι πρέπει να κάνουν ότι μπορούν για να αποκαταστήσουν τη συνδικαλιστική ενότητα, που σε ορισμένες χώρες έχει πάψει να υπάρχει, και ότι πρέπει να πετύχουν την προσχώρηση του συνδικαλιστικού κινήματος της χώρας τους στην Κόκκινη Διεθνή των Εργατικών Συνδικάτων.

Το Κλειδί της Διεθνούς Κατάστασης είναι στη Γερμανία

[Η κατάσταση στη Γερμανία· από γράμμα του Λ. Τρότσκι 6 Νοέμβρη 1931 (μετάφραση Θ. Θωμαδάκη)3]

[…] 9. Στο μόλις ειρηνικό αυτό παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό ξεχωρίζει με έντονα χρώματα η κατάσταση στη Γερμανία. Οι οικονομικές και πολιτικές αντιφάσεις έχουν φθάσει εδώ σε πρωτοφανή οξύτητα. Η λύση πλησιάζει. Η στιγμή όπου η προεπαναστατική κατάσταση θα πρέπει να μετατραπεί σε επαναστατική – ή αντεπαναστατική – είναι παρούσα. Από την κατεύθυνση προς την οποία θα αναπτυχθεί η λύση της γερμανικής κρίσης, θα εξαρτηθεί η τύχη όχι μόνο της Γερμανίας αλλά και η τύχη της Ευρώπης, η τύχη ολόκληρου του κόσμου για πάρα πολλά χρόνια μπροστά.

Η σοσιαλιστική οικοδόμηση της ΕΣΣΔ, η πορεία της Ισπανικής Επανάστασης, η ανάπτυξη της προεπαναστατικής κατάστασης στη Βρετανία, το μέλλον του γαλλικού ιμπεριαλισμού, η τύχη του επαναστατικού κινήματος στην Κίνα και την Ινδία – όλα αυτά εξαρτώνται κατευθείαν και άμεσα από το ποιος θα είναι ο νικητής στη Γερμανία στην πορεία των επόμενων λίγων μηνών: ο Κομμουνισμός ή ο Φασισμός;

10. Μετά τις εκλογές του περυσινού Σεπτέμβρη για το Ράιχσταγκ, η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας δήλωσε ότι ο φασισμός είχε φτάσει στο ανώτερο του σημείο, ότι στο μέλλον θα αποσυντίθετο γρήγορα και ο δρόμος θα καθάριζε για την προλεταριακή επανάσταση. Η Κομμουνιστική Αριστερή Αντιπολίτευση (οι Μπολσεβίκοι – Λενινιστές) χλεύασε τότε την επιπόλαιη αυτή αισιοδοξία. Ο φασισμός είναι προϊόν δύο όρων: μιας οξύτατης κοινωνικής κρίσης, από τη μια μεριά, και της επαναστατικής αδυναμίας του γερμανικού προλεταριάτου, από την άλλη. Η αδυναμία του προλεταριάτου καθεαυτή αποτελείται από δύο στοιχεία: από τον ιδιαίτερο ιστορικό ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας, τον ακόμα ισχυρό αυτόν πράκτορα του καπιταλισμού στις γραμμές του προλεταριάτου, και την ανικανότητα της κεντριστικής ηγεσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος να ενώσει τους εργάτες κάτω από τη σημαία της επανάστασης. […]

Για μας, το Κομμουνιστικό Κόμμα αντιπροσωπεύει τον υποκειμενικό παράγοντα, η σοσιαλδημοκρατία είναι ένα αντικειμενικό εμπόδιο που θα πρέπει να σαρωθεί. Στην πραγματικότητα, ο φασισμός θα γινόταν κομμάτια αν το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν ικανό να ενώσει την εργατική τάξη και, μ’ αυτό και μόνο, να την μετατρέψει σ’ ένα ισχυρό επαναστατικό μαγνήτη για όλες τις καταπιεσμένες μάζες του λαού. Αλλά η πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος, από τις εκλογές του Σεπτέμβρη και μετά, έχει προχωρήσει σε ακόμα πιο μεγάλη ασυνέπεια: η άδεια λέξη «σοσιαλφασισμός», οι ερωτοτροπίες με το σοβινισμό, η απομίμηση του πραγματικού φασισμού με στόχο τα μικροπαζαρέματα μαζί του, ο εγκληματικός τυχοδιωκτισμός του «Κόκκινου Δημοψηφίσματος»4 – όλα αυτά εμποδίζουν το Κομμουνιστικό Κόμμα από το να γίνει η ηγεσία του προλεταριάτου και του λαού. Στη διάρκεια των λίγων τελευταίων μηνών έχουν έρθει κάτω από τη σημαία του μόνο εκείνα τα νέα στοιχεία που η μεγάλη κρίση τα έχει σπρώξει στις γραμμές του σχεδόν με το ζόρι. Παρά τις καταστροφικές πολιτικές συνθήκες που υπάρχουν γι αυτήν, η σοσιαλδημοκρατία, χάρη στη βοήθεια που της έχει προσφέρει το Κομμουνιστικό Κόμμα, στάθηκε ικανή να κρατήσει τον κύριο όγκο των οπαδών της και κατάφερε μέχρι τώρα να γλιτώσει με σημαντικές, αυτό είναι βέβαιο, αλλά παρ’ όλα αυτά δευτερεύουσες απώλειες. Όσον αφορά τους φασίστες, αυτοί, παρά τους μικροφανφαρονοσμούς των Τέλμαν, Ρέμελε και άλλων, και σε πλήρη συμφωνία με την πρόγνωση των Μπολσεβίκων – Λενινιστών, έχουν κάνει νέα σημαντικά βήματα μετά τον περασμένο Σεπτέμβρη. Η ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς είναι ανίκανη είτε να προβλέψει είτε να προλάβει κάτι. Μπορεί απλά να καταγράφει τις ήττες. Οι αποφάσεις και τα άλλα ντοκουμέντα της δεν είναι, δυστυχώς, παρά στιγμιότυπα από την πίσω πλευρά του ιστορικού προτσές.

Ανοιχτή Επιστολή σ΄ έναν Κομμουνιστή Εργάτη, μέλος του Κ. Κ. Γερμανίας

[Λ. Τρότσκι. Αποσπάσματα. Μετάφραση Θ. Θωμαδάκης]5

Για μια ακόμα φορά: η ρωσική εμπειρία

Για να διατυπώσω τη σκέψη μου όσο το δυνατόν πιο καθαρά και πιο συγκεκριμένα, θα γυρίσω για μια ακόμα φορά πίσω, στην εμπειρία της ανταρσίας του Κορνίλοφ. Στις 26 του Αυγούστου 1917 (με το παλιό ημερολόγιο), ο στρατηγός Κορνίλοφ οδήγησε το σώμα των Κοζάκων του και μια μεραρχία ατάκτων εναντίον της Πετρούπολης. Επικεφαλής της κυβέρνησης ήταν ο Κερένσκι, ο λακές αυτός της μπουρζουαζίας και κατά τα τρία τέταρτα σύμμαχος του Κορνίλοφ. Ο Λένιν κρυβόταν ακόμα λόγω της κατηγορίας ότι ήταν πράκτορας των Χοεντσόλερν. Με την ίδια κατηγορία ήμουν κι εγώ, κείνη την περίοδο, κλεισμένος στην απομόνωση στις φυλακές του Κρέστι. Πώς αντιμετώπισαν οι Μπολσεβίκοι αυτό το ζήτημα; Είχαν κι αυτοί το δικαίωμα να πουν: «Για να νικήσουμε τον κορνιλοβισμό θα πρέπει πρώτα να νικήσουμε τον κερενκισμό». Κι αυτό το είπαν περισσότερο από μια φορά, γιατί ήταν σωστό και αναγκαίο για όλη τη μεταγενέστερη προπαγάνδα. Όμως αυτό ήταν τελείως ανεπαρκές για να αντισταθούν στον Κορνίλοφ στις 26 Αυγούστου, και τις μέρες που ακολούθησαν, και για να τον εμποδίσουν να σφάξει το προλεταριάτο της Πετρούπολης. Να, γιατί οι μπολσεβίκοι δεν έμειναν ικανοποιημένοι με μια γενική έκκληση προς τους εργάτες και τους στρατιώτες να σπάσουν από τους συμβιβαστές και να υποστηρίξουν το κόκκινο ενιαίο μέτωπο των Μπολσεβίκων. Όχι, οι Μπολσεβίκοι πρότειναν ένα ενιαίο μέτωπο πάλης στους Μενσεβίκους και τους Σοσιαλεπαναστάτες και σχημάτισαν μαζί τους τις ενωμένες οργανώσεις πάλης. Ήταν αυτό σωστό ή λαθεμένο; Ας αφήσουμε τον Τέλμαν να απαντήσει. Για να δείξω πιο ζωντανά πως μπαίνει το ζήτημα με το ενιαίο μέτωπο, θα παραθέσω το παρακάτω περιστατικό: αμέσως μετά την απελευθέρωση μου, αφού τα συνδικάτα κατέβαλαν την αναγκαία χρηματική εγγύηση για μένα, πήγα κατευθείαν στη Επιτροπή για την Εθνική Άμυνα, όπου συζήτησα και αποδέχτηκα αποφάσεις που αφορούσαν την πάλη ενάντια στον Κορνίλοφ, με τον μενσεβίκο Νταν και τον σοσιαλεπαναστάτη Γκοτζ, συμμάχους του Κερένσκι που με είχε φυλακίσει. Αυτό ήταν σωστό ή λάθος; Ας απαντήσει σ’ αυτό ο Ρέμελε.

[…]

Δεν πρόκειται για τους εργάτες που ήδη εγκατέλειψαν τη σοσιαλδημοκρατία,

αλλά για κείνους που μένουν ακόμα μαζί της

Χιλιάδες και χιλιάδες Νόσκε, Βελς και Χίλφερντιγκ προτιμούν, σε τελευταία ανάλυση, το φασισμό από τον κομμουνισμό. Και, γι αυτό πρέπει να αποκοπούν μια για πάντα από τους εργάτες. Εντούτοις, σήμερα δεν είναι αυτό το ζήτημα. Σήμερα, η σοσιαλδημοκρατία σαν όλο, μ’ όλους τους εσωτερικούς της ανταγωνισμούς, αναγκάζεται να ‘ρθεί σε οξεία σύγκρουση με τους φασίστες. Το καθήκον μας είναι να επωφεληθούμε από αυτήν τη σύγκρουση κι όχι να ενώσουμε τους ανταγωνιστές εναντίον μας.

Το μέτωπο τώρα πρέπει να κατευθύνεται ενάντια στο φασισμό. Κι αυτό το κοινό μέτωπο της άμεσης πάλης ενάντια στο φασισμό, που αγκαλιάζει ολόκληρο το προλεταριάτο, πρέπει να χρησιμοποιηθεί στην πάλη ενάντια στη σοσιαλδημοκρατία, κατευθυνόμενο σαν ένα πλάγιο χτύπημα, και όχι λιγότερο αποτελεσματικό από οποιοδήποτε άλλο, εναντίον της.

Είναι αναγκαίο να δείξουμε στη πράξη την πλήρη ετοιμότητά μας να φτιάχνουμε ένα συνασπισμό με τους σοσιαλδημοκράτες ενάντια στους φασίστες σ’ όλες τις περιπτώσεις που θα αποδεχτούν ένα τέτοιο συνασπισμό. Το να λέμε στους σοσιαλδημοκράτες εργάτες: «Πετάξτε στην άκρη τους ηγέτες σας και ενωθείτε στο «μη κομματικό» ενιαίο μέτωπο μας», σημαίνει ακριβώς να προσθέσουμε μια ακόμα κούφια φράση σε χιλιάδες άλλες. Θα πρέπει να καταλαβαίνουμε πραγματικά πώς να ξεκολλήσουμε τους εργάτες από τους ηγέτες τους. Αλλά η πραγματικότητα σήμερα είναι η πάλη ενάντια στο φασισμό.

Υπάρχουν και αναμφίβολα θα υπάρξουν σοσιαλδημοκράτες εργάτες που είναι έτοιμοι να παλέψουν χέρι χέρι με τους κομμουνιστές εργάτες ενάντια στους φασίστες, ανεξάρτητα από τις επιθυμίες των σοσιαλδημοκρατικών οργανώσεων. Με τέτοια προοδευτικά στοιχεία είναι ολοφάνερα αναγκαίο να εγκαθιδρύσουμε την πιο στενή επαφή. Για την ώρα, ωστόσο, δεν είναι αριθμητικά πολλοί. Ο γερμανός εργάτης ανατράφηκε στο πνεύμα της οργάνωσης και της πειθαρχίας. Αυτή είναι η αδύνατη καθώς και η δυνατή του πλευρά. Η συντριπτική πλειοψηφία των σοσιαλδημοκρατών εργατών θα παλέψουν ενάντια στους φασίστες, αλλά – για την ώρα τουλάχιστον – μόνο μαζί με τις οργανώσεις τους. Δεν μπορεί να πηδήξεις πάνω από αυτό το στάδιο. Πρέπει στη δράση να βοηθήσουμε τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες – στη νέα έκτακτη αυτή κατάσταση – να δοκιμάσουν την αξία των οργανώσεων και των ηγετών τους αυτήν την περίοδο, πράγμα που είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για την εργατική τάξη.

[…]

Πρέπει να αναγκάσουμε τη σοσιαλδημοκρατία σε

ένα συνασπισμό ενάντια στους φασίστες

Η δυσκολία είναι ότι υπάρχουν πολλοί φοβητσιάρηδες οπορτουνιστές στην Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος. Έχουν ακούσει ότι ο οπορτουνισμός είναι η αγάπη προς τους συνασπισμούς και γι’ αυτό είναι ενάντια στους συνασπισμούς. Δεν κατανοούν τη διαφορά, ας πούμε, ανάμεσα σε μια κοινοβουλευτική συμφωνία και σε μια εντελώς απλή συμφωνία πάλης σε μια απεργία ή για την υπεράσπιση του εργατικού τύπου ενάντια στις φασιστικές συμμορίες.

Οι εκλογικές συμφωνίες, οι κοινοβουλευτικοί συμβιβασμοί που γίνονται ανάμεσα στο επαναστατικό κόμμα και τη σοσιαλδημοκρατία, οι πρακτικές συμφωνίες για μαζική δράση, για τους σκοπούς της πάλης, είναι πάντοτε χρήσιμοι για το επαναστατικό κόμμα. Η Άγγλο – Ρωσική Επιτροπή ήταν ένας ανεπίτρεπτος τύπος συνασπισμού δυο ηγεσιών πάνω σε μια κοινή πλατφόρμα, ασαφή, απατηλή, που δεν υποχρέωνε κανέναν σε οποιαδήποτε δράση. Η διατήρηση ενός τέτοιου συνασπισμού στη διάρκεια της Γενικής Απεργίας, όταν το Γενικό Συμβούλιο αναλάμβανε το ρόλο του απεργοσπάστη, σήμαινε, από μέρους των σταλινικών, μια πολιτική προδοσίας.

Όχι κοινή πλατφόρμα με τη σοσιαλδημοκρατία ή με τους ηγέτες των γερμανικών συνδικάτων, όχι κοινές εκδόσεις, λάβαρα ή πλακάτ! Προχωρήστε χωριστά, αλλά χτυπάτε μαζί! Συμφωνία μόνο στο πώς να χτυπήσετε, ποιόν να χτυπήσετε και πότε να χτυπήσετε! Μια τέτοια συμφωνία μπορεί να γίνει και με τον ίδιο το διάβολο, με τη γιαγιά του κι ακόμα με τους Νόσκε και τους Γκρζεζίνσκι6. Με έναν μόνο όρο, να μη δεθούν τα χέρια κανενός.

Είναι ανάγκη, χωρίς καμιά αναβολή να επεξεργαστούμε τελικά ένα πρακτικό σύστημα μέτρων – όχι απλά με τον σκοπό να «εκθέσουμε» τη σοσιαλδημοκρατία (μπροστά στους κομμουνιστές), αλλά με στόχο την πραγματική πάλη ενάντια στο φασισμό.[…]

[…] Το πρόγραμμα δράσης πρέπει να είναι αυστηρά πρακτικό, αυστηρά αντικειμενικό, συγκεκριμένο χωρίς τα τεχνητά εκείνα «αιτήματα», χωρίς καμιά υστεροβουλία, έτσι που ο κάθε μέσος σοσιαλδημοκράτης εργάτης να μπορεί να πει στον εαυτό του: αυτό που προτείνουν οι κομμουνιστές είναι εντελώς απαραίτητο για την πάλη ενάντια στο φασισμό. Σ’ αυτή τη βάση, και με το παράδειγμα μας, πρέπει να τραβήξουμε τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες κοντά μας, και να κριτικάρουμε τους ηγέτες τους που αναπόφευκτα θα αντιτίθεται και θα φρενάρουν. Μόνο σ’ αυτόν το δρόμο είναι δυνατή η νίκη.

[…]

Ένα καλό απόσπασμα από τον Λένιν

Οι σημερινοί επίγονοι, δηλαδή οι πολύ κακοί μαθητές του Λένιν, αγαπούν, σε κάθε ευκαιρία που τους προσφέρεται, να καλύπτουν τις ελλείψεις τους με αποσπάσματα – συχνά πέρα και άσχετα. Για τους μαρξιστές δεν είναι το απόσπασμα, αλλά η σωστή μέθοδος που αποφασίζει για το ζήτημα. Αν καθοδηγείται κανείς από τη σωστή μέθοδο, δεν είναι δύσκολο να βρει και τα κατάλληλα αποσπάσματα. Αφού είχα σκιαγραφήσει την παραπάνω αναλογία με την ανταρσία του Κορνίλοφ, είπα στον εαυτό μου: μπορούμε ίσως να βρούμε στον Λένιν μια θεωρητική διασάφηση για τον συνασπισμό μας με τους συμβιβαστές στην πάλη ενάντια στον Κορνίλοφ. Και δω πραγματικά είναι που βρήκα στο δεύτερο μέρος του τόμου 34 των «Απάντων» της ρώσικης έκδοσης, ένα γράμμα του Λένιν προς την Κεντρική Επιτροπή, γραμμένο στις αρχές του Σεπτέμβρη του 1917:

«Ακόμη και αυτή τη στιγμή, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υποστηρίξουμε την κυβέρνηση Κερένσκι. Αυτό θα ήταν δίχως αρχές. Τίθεται το ερώτημα: δεν πρέπει λοιπόν, να παλέψουμε ενάντια στον Κορνίλοφ; Και βέβαια πρέπει. Αλλά αυτό δεν είναι ένα και το ίδιο πράγμα. Υπάρχει ένα όριο σ’ αυτό, που πολλοί μπολσεβίκοι το ξεπερνούν και πέφτουν στο «συμφιλιωτισμό» επιτρέποντας στον εαυτό τους να σύρεται από την πορεία των γεγονότων.

Εμείς θα παλέψουμε, εμείς παλεύουμε ενάντια στον Κορνίλοφ, αλλά δεν υποστηρίζουμε τον Κερένσκι, ξεσκεπάζουμε τις αδυναμίες του. Η διάκριση είναι πολύ λεπτή, αλλά πολύ σημαντική, και δεν πρέπει να παραποιηθεί.

Σε τι συνίσταται η αλλαγή της τακτικής μας μετά την ανταρσία του Κορνίλοφ;

Στο ότι αλλάζουμε τις μορφές πάλης μας ενάντια στον Κερένσκι. Χωρίς να μειώσουμε την εχθρότητά μας γι αυτόν έστω και κατά ένα γιώτα, χωρίς να πάρουμε πίσω έστω και μια λέξη από αυτές που ξεστομίζαμε εναντίον του, δίχως να εγκαταλείψουμε το καθήκον της ανατροπής του Κερένσκι, λέμε: πρέπει να υπολογίσουμε τη στιγμή, δεν θα ανατρέψουμε αυτή τη στιγμή τον Κερένσκι. Προσεγγίζουμε το ζήτημα της πάλης εναντίον του διαφορετικά: με το να εξηγούμε τις αδυναμίες και τίς ταλαντεύσεις του Κερένσκι στο λαό ( που παλεύει ενάντια στον Κορνίλοφ)».7

Δεν προτείνουμε τίποτα διαφορετικό. Πλήρη ανεξαρτησία της κομμουνιστικής οργάνωσης και του τύπου, πλήρη ελευθερία της κομμουνιστικής κριτικής, το ίδιο για τη σοσιαλδημοκρατία και τα συνδικάτα. Μόνο αξιοκαταφρόνητοι οπορτουνιστές μπορούν να δεχτούν τον περιορισμό της ελευθερίας του Κομμουνιστικού Κόμματος (για παράδειγμα, η προσχώρηση στο Κουόμινταγκ). Εμείς δεν ανήκουμε σ’ αυτούς.

Δεν αναιρούμε την κριτική μας προς τη σοσιαλδημοκρατία. Δεν ξεχνάμε όλα αυτά που έχουν κάνει. Όλοι οι ιστορικοί λογαριασμοί περιλαμβανομένων και των λογαριασμών για τον Καρλ Λίμπκνεχτ και τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, θα παρουσιαστούν την κατάλληλη στιγμή, ‘όπως ακριβώς οι ρώσοι Μπολσεβίκοι παρουσίασαν τελικά ένα γενικό λογαριασμό σους Μενσεβίκους και τους Σοσιελεπαναστάτες για τα βάσανα, τις συκοφαντίες, τις φυλακίσεις και τις δολοφονίες εργατών, στρατιωτών και χωρικών.

Αλλά τους παρουσιάσαμε τον γενικό λογαριασμό μας δυο μήνες αφού είχε αξιοποιηθεί ο μερικός λογαριασμός ανάμεσα στον Κερένσκι και τον Κορνίλοφ. Ανάμεσα στους «δημοκράτες» και τους φασίστες για να απωθήσουμε τους φασίστες με όλο και μεγαλύτερη σιγουριά. Μόνο χάρη σ’ αυτό το περιστατικό νικήσαμε.

[…]

Όταν η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας υιοθετήσει τη θέση που εκφράστηκε στο απόσπασμα του Λένιν, που παραθέσαμε πιο πάνω, θα αλλάξει αμέσως όλη η μορφή προσέγγισης στις σοσιαλδημοκρατικές μάζες και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις: αντί για τα άρθρα και τους λόγους που πείθουν μόνο εκείνους που ήδη έχουν πειστεί και δίχως αυτούς, οι αγκιτάτορες θα βρουν μια κοινή γλώσσα με νέες εκατοντάδες χιλιάδες και εκατομμύρια εργάτες. Η διαφοροποίηση μέσα στη σοσιαλδημοκρατία θα προχωρήσει μ’ ένα όλο και αυξανόμενο ρυθμό.

[…]

Εργάτες- κομμουνιστές, εσείς οι εκατοντάδες χιλιάδες, τα εκατομμύρια, εσείς δεν μπορείτε να πάτε πουθενά, δεν υπάρχουν αρκετά διαβατήρια για σας. Αν ο φασισμός έρθει στην εξουσία, θα περάσει πάνω από το κρανίο και τη σπονδυλική σας στήλη σαν ένα φοβερό τανκ. Η σωτηρία σας είναι δεμένη με μια ανελέητη πάλη. Και μόνο αν παλέψετε ενωμένοι με τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες μπορείτε να φέρετε τη νίκη. Βιαστείτε, εργάτες – κομμουνιστές, δεν σας μένει παρά ελάχιστος χρόνος!

8 του Δεκέμβρη 1931

Και Τώρα;

[Λ. Τρότσκι, Και Τώρα; Επιλογή κεφαλαίων και αποσπασμάτων για το Ενιαίο Μέτωπο (μετάφραση Θ. Θωμαδάκη)]8

ΙΙΙ

Ο Γραφειοκρατικός Τελεσιγραφισμός

[….] Η τάξη, παρμένη καθεαυτήν δεν είναι παρά υλικό για εκμετάλλευση. Το προλεταριάτο αποκτά έναν ανεξάρτητο ρόλο μόνο τη στιγμή που, από μια κοινωνική τάξη κ α θ ε α υ τ ή ν γίνεται μια πολιτική τάξη δ ι ε α υ τ ή ν – για τον εαυτό της. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μέσα από ένα κόμμα. Το κόμμα είναι το ιστορικό αυτό όργανο διαμέσου του οποίου η τάξη γίνεται τάξη συνειδητή. Το να λέμε ότι «η τάξη στέκεται πιο ψηλά από το κόμμα», είναι σαν να βεβαιώνουμε ότι η τάξη στην πρωτόγονη της κατάσταση στέκεται πιο ψηλά από την τάξη που βρίσκεται στο δρόμο της ταξικής της συνείδησης. Αυτό δεν είναι μόνο λαθεμένο, αλλά και αντιδραστικό. Για να δικαιολογήσουμε την αναγκαιότητα του ενιαίου μετώπου, δεν υπάρχει καμιά ανάγκη να καταφύγουμε στη χοντροκομμένη αυτή θεωρία.

Η πρόοδος μιας τάξης προς την ταξική συνείδηση της, η οικοδόμηση δηλαδή ενός επαναστατικού κόμματος που ηγείται του προλεταριάτου, είναι ένα σύνθετο και αντιφατικό προτσές. Η ίδια η τάξη δεν είναι ομοιογενής. Τα διάφορα τμήματα της φτάνουν στην ταξική συνείδηση από διαφορετικούς δρόμους και σε διαφορετικούς χρόνους. Η μπουρζουαζία συμμετέχει ενεργητικά σ’ αυτό το προτσές. Δημιουργεί τους δικούς της θεσμούς μέσα στην εργατική τάξη ή χρησιμοποιεί τους θεσμούς που ήδη υπάρχουν, αντιτάσσοντας ορισμένα στρώματα εργατών σε άλλα. Μέσα στο προλεταριάτο δρουν ταυτόχρονα διάφορα κόμματα. Γι αυτό παραμένει πολιτικά διασπασμένο κατά τη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους της ιστορικής του πορείας. Το πρόβλημα του ενιαίου μετώπου – που γεννιέται σε ορισμένες περίοδες μεγάλης οξύτητας— έχει εδώ την πηγή του.

Τα ιστορικά συμφέροντα του προλεταριάτου βρίσκουν την έκφραση τους στο κομμουνιστικό κόμμα – όταν η πολιτική του είναι σωστή. Το καθήκον του κομμουνιστικού κόμματος είναι να κερδίσει την πλειοψηφία του προλεταριάτου: και μόνο έτσι γίνεται δυνατή η σοσιαλιστική επανάσταση. Το κομμουνιστικό κόμμα δεν μπορεί να εκπληρώσει την αποστολή του αν δεν διαφυλάξει, πλήρως και χωρίς όρους, την πολιτική και οργανωτική του ανεξαρτησία απέναντι σε όλα τα άλλα κόμματα και τις οργανώσεις που υπάρχουν μέσα και έξω από την εργατική τάξη. Η παραβίαση της βασικής αυτής αρχής της μαρξιστικής πολιτικής είναι το πιο φρικτό έγκλημα ενάντια στα συμφέροντα του προλεταριάτου σαν τάξης. Η Κινέζικη Επανάσταση του 1925 – 1927 συντρίφτηκε ακριβώς γιατί η Κομμουνιστική Διεθνής, κάτω από την ηγεσία των Στάλιν και Μπουχάριν, ανάγκασε το Κινέζικο Κομμουνιστικό Κόμμα να μπει στο Κουομιντάγκ, το κόμμα αυτό της κινέζικης μπουρζουαζίας, και να υποταχθεί στην πειθαρχία του. [….]

Αλλά το προλεταριάτο κινείται προς την επαναστατική του συνείδηση περνώντας όχι από τις τάξεις του σχολείου αλλά μέσα από την πάλη των τάξεων, που δεν επιδέχεται διακοπές. Για να παλέψει, το προλεταριάτο έχει ανάγκη από την ενότητα των γραμμών του. Και αυτό ισχύει τόσο για τις επί μέρους οικονομικές συγκρούσεις, μέσα στα τέσσερα ντουβάρια ενός εργοστασίου, όσο και για τους « εθνικούς» πολιτικούς αγώνες, όπως η απόκρουση του φασισμού. Κατά συνέπεια, η τακτική του ενιαίου μετώπου δεν είναι κάτι το συμπτωματικό, δεν είναι κάτι το τεχνητό – μια δόλια μανούβρα – καθόλου, βγαίνει ολοκληρωτικά και ολόκληρη από τις αντικειμενικές συνθήκες που διέπουν την ανάπτυξη του προλεταριάτου. Τα λόγια του Κομμουνιστικού Μανιφέστου που βεβαιώνουν ότι οι κομμουνιστές δεν αντιτίθενται στο προλεταριάτο, ότι δεν έχουν άλλα, ξέχωρα συμφέροντα από τα συμφέροντα του προλεταριάτου σαν όλο, σημαίνουν ότι η πάλη του κόμματος να κερδίσει την πλειοψηφία της τάξης σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να ‘ρθει σε αντίθεση με την ανάγκη των εργατών να διατηρήσουν την ενότητα των γραμμών τους μέσα στη μάχη.

Η «Ρότε Φάνε»9 είναι πέρα για πέρα δικαιολογημένη όταν καταδικάζει όλες τις συζητήσεις για «τα συμφέροντα της τάξης που μπαίνουν πάνω από τα κομματικά συμφέροντα». Στην πραγματικότητα, τα συμφέροντα της τάξης κατανοημένα σωστά, ταυτίζονται με τους σωστά διατυπωμένους στόχους του κόμματος. Όσο η συζήτηση περιορίζεται στην ιστορικό – φιλοσοφική αυτή διαβεβαίωση, η θέση της «Ρότε Φανέ» είναι ακαταμάχητη. Τα πολιτικά, όμως συμπεράσματα που βγάζει από αυτήν δεν είναι παρά μια γελοιοποίηση του μαρξισμού.

Η καταρχήν ταυτότητα των συμφερόντων του προλεταριάτου και των στόχων του κομμουνιστικού κόμματος δεν σημαίνει ούτε ότι το προλεταριάτο, στο σύνολο του, έχει, από σήμερα κιόλας, συνείδηση των ταξικών του συμφερόντων ούτε ότι το κόμμα, κάτω απ’ όλες τις συνθήκες, τα εκφράζει με σωστό τρόπο. Η ίδια η ανάγκη του κόμματος απορρέει ακριβώς από το γεγονός ότι το προλεταριάτο δεν γεννιέται με έμφυτη την κατανόηση των ιστορικών του συμφερόντων. Το καθήκον του κόμματος συνίσταται στο να μαθαίνει, από την εμπειρία που βγάζει από την πάλη του, πώς να αποδείχνει στο προλεταριάτο το δικαίωμα του να είναι ηγεσία. Ενώ η σταλινική γραφειοκρατία έχει, αντίθετα, την άποψη ότι μπορεί να απαιτεί την εν λευκώ υποταγή του προλεταριάτου απλά στη δύναμη του κομματικού διαβατηρίου, που είναι σφραγισμένο με τη βούλα της Κομμουνιστικής Διεθνούς

Κάθε ενιαίο μέτωπο που δεν είναι από τα πριν τοποθετημένο κάτω από την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος, επαναλαμβάνει η «Ροτέ Φανέ», στρέφεται ενάντια στα συμφέροντα του προλεταριάτου. Όποιος δεν αναγνωρίζει την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος δεν είναι παρά ένας «αντεπαναστάτης». Ο εργάτης είναι υποχρεωμένος να εμπιστεύεται προκαταβολικά την κομμουνιστική οργάνωση, στο λόγο της τιμής του. Από την καταρχήν ταυτότητα των στόχων του κόμματος και της τάξης, ο υπάλληλος συμπεραίνει το δικαίωμά του να διατάζει την τάξη. Το πραγματικό ιστορικό πρόβλημα που το κομμουνιστικό κόμμα έχει ακόμα να λύσει – να ενοποιήσει κάτω από τη σημαία του τη συντριπτική πλειοψηφία των εργατών – η γραφειοκρατία το μεταβάλλει σε τελεσίγραφο, σ’ ένα ρεβόλβερ ακουμπισμένο στον κρόταφο της εργατικής τάξης. Η φορμαλιστική, διοικητική και γραφειοκρατική σκέψη έχει αντικαταστήσει τη διαλεκτική σκέψη.

Το ιστορικό πρόβλημα που πρέπει να λυθεί παίρνεται σαν ήδη λυμένο. Η εμπιστοσύνη που μένει να κατακτηθεί θεωρείται κιόλας κατακτημένη. Δεν χρειάζεται να πούμε, ότι αυτός είναι ο εύκολος δρόμος. Αλλά, έτσι τα πράγματα δεν πάνε και πολύ μακριά. Στην πολιτική πρέπει να ξεκινάει κανείς από τα πράγματα όπως αυτά είναι, και όχι απ’ αυτά που ήθελε να είναι ή που θα γίνουν ίσως κάποτε. Η θέση της σταλινικής γραφειοκρατίας, τραβηγμένη μέχρι την τελευταία συνέπειά της, είναι, στην πραγματικότητα, η άρνηση του Κόμματος: ποιο είναι το αποτέλεσμα όλου του ιστορικού έργου του, αν το προλεταριάτο πρέπει να δεχτεί προκαταβολικά την ηγεσία των Τέλμαν και Ρέμελε;

Από τον εργάτη που θέλει να μπει στις γραμμές του κομμουνισμού, το Κόμμα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει: πρέπει να δεχτείς το πρόγραμμα μας, να τηρείς τις καταστατικές μας αρχές και να υπακούει στην καθοδήγηση των εκλεγμένων οργάνων μας. Αλλά είναι παράλογο και εγκληματικό να θέτουμε από τα πριν τις ίδιες αυτές απαιτήσεις ή και ακόμα ένα μέρος τους στις μάζες των εργατικών οργανώσεων όταν τίθεται το ζήτημα της ενιαίας δράσης για καθορισμένους στόχους πάλης. Έτσι υποσκάπτονται τα πραγματικά θεμέλια του κόμματος. Το Κόμμα μπορεί να εκπληρώσει τα καθήκοντά του μόνο αν διατηρεί σωστές σχέσεις με την τάξη. Αντί να στέλνει τέτοιου είδους μονόπλευρα τελεσίγραφα, που ερεθίζουν και προσβάλουν τους εργάτες, το Κόμμα πρέπει να προτείνει ένα καθορισμένο πρόγραμμα για ενιαία δράση: αυτός είναι ο πιο σίγουρος δρόμος για την κατάκτηση της πραγματικής ηγεσίας.

Ο τελεσιγραφισμός είναι μια απόπειρα να εκβιάσουν την εργατική τάξη, όταν αποτυχαίνουν να την πείσουν: εργάτες, αν δεν δεχτείτε την ηγεσία των Τέλμαν – Ρέμελε – Νόιμαν, δεν θα σας επιτρέψουμε να δημιουργήσετε το ενιαίο μέτωπο. Ο χειρότερος εχθρός της δεν μπορούσε να επινοήσει δυσκολότερη κατάσταση από αυτήν που δημιουργεί για τον εαυτό της η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος. Αυτός είναι ο πιο σίγουρος δρόμος για την καταστροφή.

Η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας σπρώχνει τον τελεσιγραφισμό της στην πιο απαίσια του μορφή, με τις σοφιστικές περιφράσεις στις διακηρύξεις της: «δεν σας ζητάμε να παραδεχτείτε από τα πριν τις κομμουνιστικές μας αντιλήψεις». Αυτό ακούγεται σαν μια δικαιολογία για μια πολιτική που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Όταν το Κόμμα διακηρύσσει την άρνησή του να αρχίσει οποιουδήποτε είδους διαπραγματεύσεις με άλλες οργανώσεις, αλλά καλεί τους σοσιαλδημοκράτες εκείνους εργάτες, που θέλουν να σπάσουν τις σχέσεις τους με την οργάνωση τους, να μπουν κάτω από την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να αποκαλούν τον εαυτό τους κομμουνιστή, τότε το Κόμμα χρησιμοποιεί τη γλώσσα του πιο καθαρού τελεσιγραφισμού. Η επιφύλαξη που αφορά τις «κομμουνιστικές μας αντιλήψεις» είναι πέρα για πέρα γελοία. Ο εργάτης που είναι αυτή ακριβώς τη στιγμή έτοιμος να σπάσει τους δεσμούς του με το κόμμα του και να συμμετάσχει, κάτω από την κομμουνιστική ηγεσία, στον αγώνα, δεν θα εμποδιστεί από το γεγονός ότι πρέπει να αποκαλεί τον εαυτό του κομμουνιστή. Οι ταχυδακτυλουργίες με τις ετικέτες και οι διπλωματικές υπεκφυγές είναι ξένες προς τον εργάτη. Βλέπει την πολιτική και την οργάνωση όπως ακριβώς είναι. Παραμένει στη Σοσιαλδημοκρατία όσο δεν έχει εμπιστοσύνη στην κομμουνιστική ηγεσία. Μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι η πλειοψηφία των σοσιαλδημοκρατών εργατών μένουν στο Κόμμα τους όχι γιατί έχουν εμπιστοσύνη στη ρεφορμιστική ηγεσία, αλλά γιατί δεν έχουν ακόμα εμπιστοσύνη στην κομμουνιστική ηγεσία. Θέλουν, όμως, από τώρα να παλέψουν εναντίον του φασισμού. Δείχνοντάς τους το πρώτο βήμα που πρέπει να γίνει σ’ ένα κοινό αγώνα, θα απαιτήσουν από την οργάνωσή τους να κάνει αυτό το βήμα. Αν η οργάνωση τους το αρνηθεί, τότε μπορεί να φτάσουν μέχρι τη ρήξη μαζί της.

Αντί να βοηθήσει τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες να βρουν, μέσα από την πείρα, το δρόμο τους, η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος βοηθάει τους σοσιαλδημοκράτες ηγέτες εναντίον των εργατών. Οι Βελς και οι Χίλφερντιγκ είναι ικανοί να καλύψουν με επιτυχία τη δική τους απροθυμία και το φόβο τους για τον αγώνα, την ανικανότητά τους να παλέψουν, παραθέτοντας την απέχθεια του Κομμουνιστικού Κόμματος να συμμετάσχει σ’ ένα κοινό αγώνα. Η επίμονη, ηλίθια και ανόητη απόρριψη από μέρους του Κομμουνιστικού Κόμματος της πολιτικής του ενιαίου μετώπου προσφέρει, κάτω από τις σημερινές συνθήκες, μια σημαντική πολιτική βοήθεια στη Σοσιαλδημοκρατία – με τον εγγενή παρασιτισμό που την χαρακτηρίζει – γαντζώνεται από την κριτική μας στην τελεσιγραφική πολιτική των Στάλιν και Τέλμαν.

Οι επίσημοι ηγέτες της Κομμουνιστικής Διεθνούς φλυαρούν τώρα με πολύ σοβαρό ύφος για την ανάγκη εξύψωσης του θεωρητικού επιπέδου του Κόμματος και για τη μελέτη της «ιστορίας του Μπολσεβικισμού». Στην πραγματικότητα το «επίπεδο» πέφτει συνεχώς, τα μαθήματα του Μπολσεβικισμού έχουν ξεχαστεί, έχουν παραμορφωθεί, έχουν τσαλαπατηθεί. Στο μεταξύ, δεν είναι δύσκολο να βρει κανείς στην ιστορία του ρώσικου Κόμματος τον πρόδρομο της σημερινής πολιτικής της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας: είναι ο μακαρίτης ο Μπογκτάνοφ, ο ιδρυτής του τελεσιγραφισμού (ή του οτσοβισμού). Από το 1905 κιόλας, θεωρούσε αδύνατη τη συμμετοχή των μπολσεβίκων στο Σοβιέτ της Πετρούπολης, αν το Σοβιέτ δεν αναγνώριζε από τα πριν τη σοσιαλδημοκρατική ηγεσία. Κάτω από την επίδραση του Μπογκτάνοφ, το γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής των Μπολσεβίκων στην Πετρούπολη υιοθέτησε τον Οκτώβρη του 1905 την εξής απόφαση: να προβάλλει στο Σοβιέτ της Πετρούπολης το αίτημα να αναγνωρίσει την ηγεσία του Κόμματος. Και σε περίπτωση άρνησης να αποσυρθούν από το Σοβιέτ. Ο Κρασίκοφ, ένας νεαρός δικηγόρος, μέλος της μπολσεβίκικης Κεντρικής Επιτροπής εκείνης της εποχής, διάβασε το τελεσίγραφο στην ολομέλεια του Σοβιέτ. Οι εργάτες αντιπρόσωποι, ανάμεσα τους και οι μπολσεβίκοι, αλληλοκοιτάχτηκαν ξαφνιασμένοι και πέρασαν στις εργασίες της ημερήσιας διάταξης. Κανείς δεν εγκατέλειψε το Σοβιέτ. Σε λίγο έφτασε ο Λένιν από το εξωτερικό και συγύρισε για τα καλά τους τελεσιγραφιστές: «Δεν μπορείτε, τους δίδαξε, ούτε εσείς ούτε οποιοσδήποτε άλλος με τη βοήθεια τελεσιγράφων να υποχρεώσετε τις μάζες να πηδήξουν πάνω από τις αναγκαίες φάσεις της ίδιας της πολιτικής τους ανάπτυξης».

[…] Η πάλη του Λένιν ενάντια στον τελεσιγραφισμό ήταν μια πάλη για τις σωστές σχέσεις ανάμεσα στο Κόμμα και την τάξη. […] Η δύναμη του Μπολσεβικισμού βρισκόταν στις προσεγμένες και ευαίσθητες σχέσεις του με την τάξη. Ο Λένιν συνέχισε την πάλη του ενάντια στον τελεσιγραφισμό ακόμα και όταν βρισκόταν στην εξουσία, ιδιαίτερα στη συμπεριφορά απέναντι στα συνδικάτα. «Ακόμα και τώρα στη Ρωσία, έγραφε, αν, ύστερα από δυόμισι χρόνια πρωτοφανέρωτες νίκες ενάντια στην αστική τάξη της Ρωσίας και της Αντάντ, βάζαμε τον όρο εγγραφής στα συνδικάτα την « αναγνώριση της δικτατορίας», θα κάναμε ανοησία, θα καταστρέφαμε την επιρροή μας στις μάζες, θα βοηθούσαμε του μενσεβίκους. Γιατί όλο το καθήκον των κομμουνιστών είναι ακριβώς να ξέρουν να πείθουν τους καθυστερημένους, να ξέρουν να δουλεύουν ανάμεσα τους και όχι να απομονώνονται απ’ αυτούς με επινοημένα, παιδιάστικα «αριστερά συνθήματα».10 Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τα κομμουνιστικά κόμματα της Δύσης, που δεν αντιπροσωπεύουν παρά μια μειοψηφία της εργατικής τάξης.

[…] Ο σταλινικός μηχανισμός δεν κάνει άλλο από το να διατάζει. Η γλώσσα της διαταγής είναι η γλώσσα του τελεσιγραφισμού. Κάθε εργάτης πρέπει αναγκαστικά να δεχτεί σαν αλάνθαστες όλες τις αποφάσεις, παλιές, τωρινές και μελλοντικές, της Κεντρικής Επιτροπής. Όσο πιο λαθεμένη γίνεται η πολιτική της, τόσο πιο μεγάλες είναι οι αξιώσεις της για το αλάθητο των πράξεών της.

[…] Ας μεταφέρουμε για μια στιγμή το πρόβλημα στη Βρετανία, όπου το Κομμουνιστικό Κόμμα (ύστερα από τα ολέθρια σφάλματα της σταλινικής γραφειοκρατίας) εξακολουθεί να είναι ένα ασήμαντο τμήμα του προλεταριάτου. Αν δεχτεί κανείς τη θεωρία ότι κάθε τύπος ενιαίου μετώπου, πέρα από το κομμουνιστικό, είναι «αντεπαναστατικός», είναι τότε ολοφάνερο ότι το βρετανικό προλεταριάτο πρέπει να αναβάλλει την επαναστατική του πάλη μέχρι τη στιγμή που το Κομμουνιστικό Κόμμα θα είναι ικανό να μπει επικεφαλής του. Αλλά το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν μπορεί να μπει επικεφαλής παρά μονάχα στη βάση της δικιάς του επαναστατικής εμπειρίας. Η πείρα του, όμως, μπορεί να πάρει επαναστατικό χαρακτήρα μόνο με ένα τρόπο: με το τράβηγμα στην πάλη εκατομμυρίων. Και δεν μπορούμε να τραβήξουμε στην πάλη τις μη κομμουνιστικές μάζες, και προπαντός τις οργανωμένες μάζες, παρά μονάχα πάνω στη βάση της πολιτικής του ενιαίου μετώπου. Θα πέσουμε σ’ έναν φαύλο κύκλο, από τον οποίο δεν υπάρχει διέξοδος, αν ακολουθήσουμε το δρόμο του τελεσιγραφισμού. […]

Στη Βρετανία, η ακαταλληλότητα του τελεσιγραφισμού βγάζει μάτι λόγω της εξαιρετικής αδυναμίας του Κόμματος. Στη Γερμανία τα ολέθρια αποτελέσματα του τελεσιγραφισμού καλύπτονται κάπως από τη σημαντική αριθμητική δύναμη του Κόμματος και από την ανάπτυξη του. Αλλά το γερμανικό Κόμμα αναπτύσσεται χάρη στην πίεση των γεγονότων και όχι χάρη στην πολιτική της ηγεσίας του: όχι εξ αιτίας, αλλά παρά τον τελεσιγραφισμό. Επιπλέον, η αριθμητική ανάπτυξη του Κόμματος δεν θα παίξει τον αποφασιστικό ρόλο. Αυτό που αποφασίζει είναι ο πολιτικός συσχετισμός ανάμεσα στο κόμμα και την τάξη. Πάνω σ’ αυτή τη γραμμή, που είναι θεμελιακή, η κατάσταση δεν βελτιώνεται, γιατί το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας έχει τοποθετήσει ανάμεσα στον εαυτό του και την τάξη το αγκαθωτό συρματόπλεγμα του τελεσιγραφισμού.

IV

Τα Ζικ Ζακ των Σταλινικών

στο Ζήτημα του Ενιαίου Μετώπου

Η πρώην σοσιαλδημοκράτισσα Τόρσορς (από το Ντίσελντορφ) που πέρασε στο Κομμουνιστικό Κόμμα, μίλησε εκ μέρους του Κόμματος στα μέσα του Γενάρη, στη Φρανκφούρτη. Στην επίσημη έκθεση της είπε:» Οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες έχουν αποκαλυφθεί αρκετά, και είναι χαμένος κόπος να συνεχίζουμε τις προσπάθειες μας προς αυτήν την κατεύθυνση για την ενότητα από τα πάνω». Παραθέτουμε από την κομμουνιστική εφημερίδα της Φρανκφούρτης που επαινεί πολύ αυτή την έκθεση. « Οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες έχουν αποκαλυφθεί αρκετά». «Αρκετά» για την ίδια την ομιλήτρια, που πέρασε από τη Σοσιαλδημοκρατία στο Κομμουνισμό (πράγμα, βέβαια, που είναι προς τιμήν της), αλλά καθόλου «αρκετά» για τα εκατομμύρια εκείνα των εργατών που ψηφίζουν τη Σοσιαλδημοκρατία και στηρίζουν τη ρεφορμιστική ηγεσία των συνδικάτων.

Δεν είναι, ωστόσο, ανάγκη να αναφερθούμε σε μια απομονωμένη έκθεση. Στη διακήρυξη της τελευταίας «Ρότε Φάνε» που πήρα (28 του Γενάρη 1932), γράφουν γι’ άλλη μια φορά ότι το ενιαίο μέτωπο δεν μπορεί να γίνει παρά ενάντια στους σοσιαλδημοκράτες ηγέτες, και χωρίς αυτούς. Η απόδειξη; «Κανείς από αυτούς που έζησαν και έχουν την πείρα από την δουλειά αυτών των ηγετών τα τελευταία δεκαοχτώ χρόνια δεν θα τους πιστέψει». Και τι θα γίνει, ρωτάμε εμείς, με κείνους που συμμετέχουν στην πολιτική λιγότερα από δεκαοχτώ χρόνια ή και ακόμα λιγότερους από δεκαοχτώ μήνες; Από το τέλος του πολέμου μεγάλωσαν πολλές πολιτικές γενιές που πρέπει να αποκτήσουν την πείρα της παλιάς γενιάς, έστω και σε μια πολύ περιορισμένη κλίμακα. «Το ζήτημα είναι, δίδασκε ο Λένιν τους υπεραριστερούς, να μην παίρνουμε αυτό που έχει παλιώσει για μας σαν να έχει παλιώσει και για την τάξη για τις μάζες».

Επιπλέον, ακόμα και η παλιά γενιά, εκείνη που έζησε την πείρα των δεκαοχτώ χρόνων, δεν έχει καθόλου σπάσει τις σχέσεις της με τους ηγέτες. Αντίθετα, είναι ακριβώς η Σοσιαλδημοκρατία που κρατάει ακόμα πολλούς «παλαίμαχους», δεμένους με το Κόμμα αυτό με μακρόχρονες παραδόσεις. Είναι λυπηρό, φυσικά, που οι μάζες μαθαίνουν τόσο αργά. Αλλά σε ένα μεγάλο βαθμό την ευθύνη γι αυτό την έχουν οι κομμουνιστές «παιδαγωγοί» που στάθηκαν ανίκανοι να ξεσκεπάσουν καθαρά και ξάστερα την εγκληματική φύση του ρεφορμισμού. Το ελάχιστο που πρέπει να κάνουμε τώρα είναι να χρησιμοποιήσουμε τη νέα κατάσταση, και, ταυτόχρονα, όταν η προσοχή των μαζών είναι εξαιρετικά τεταμένη από τον θανάσιμο κίνδυνο, να υποβάλουμε τους ρεφορμιστές σε μια καινούργια και, ίσως, αυτή τη φορά, αληθινά αποφασιστική δοκιμασία.

Χωρίς να κρύψουμε τίποτε ή να μαλακώσουμε τη γνώμη μας για τους σοσιαλδημοκράτες ηγέτες, μπορούμε και πρέπει να πούμε στους σοσιαλδημοκράτες εργάτες: Αφού, από τη μια μεριά, θέλετε να παλέψετε μαζί μας, και, από την άλλη, δεν θέλετε να σπάσετε τους δεσμούς σας με τους ηγέτες σας, να τι σας προτείνουμε: υποχρεώστε τους ηγέτες σας να ενωθούν μαζί μας σ’ ένα κοινό αγώνα γι αυτόν και για τον άλλο πρακτικό σκοπό, μ’ αυτόν ή με κείνον τον τρόπο. Όσο για μας, εμείς, οι κομμουνιστές, είμαστε ήδη έτοιμοι. Τι πιο απλό, πιο καθαρό, πιο πειστικό μπορεί να ειπωθεί;

[…] Το ίδιο το επίσημο κόμμα παραβιάζει, σε κάθε βήμα, τη θνησιγενή πολιτική του. Στις εκκλήσεις του για το «Κόκκινο Ενιαίο Μέτωπο» (με τον εαυτό του) προβάλλει ανελλιπώς τη διεκδίκηση για την «χωρίς όρους ελευθερία του προλεταριακού Τύπου και το δικαίωμα της διαδήλωσης, της συγκέντρωσης και της οργάνωσης». Το σύνθημα αυτό είναι πέρα για πέρα σωστό. Αλλά στο μέτρο που το Κομμουνιστικό Κόμμα μιλάει για εφημερίδες, συγκεντρώσεις κλπ., προλεταριακές και όχι μονάχα κομμουνιστικές, προβάλλει στην πραγματικότητα το σύνθημα του ενιαίου μετώπου με την ίδια τη Σοσιαλδημοκρατία που εκδίδει εργατικές εφημερίδες, οργανώνει συγκεντρώσεις κλπ. Το να προωθείς πολιτικά συνθήματα, που κλείνουν μέσα τους την ιδέα του ενιαίου μετώπου με τη Σοσιαλδημοκρατία και να απορρίπτεις πρακτικές συμφωνίες μαζί της για να παλέψεις γι’ αυτά τα συνθήματα – αυτό είναι το άκρον άωτον του παραλογισμού.

[…] Δεν είναι φανερό […] ότι από τη δική μας πλευρά θα ‘πρεπε να έχουμε υποβάλλει ένα συγκεκριμένο και καλομελετημένο λεπτομερειακό πρακτικό πρόγραμμα για μια ενωμένη πάλη ενάντια στο φασισμό και να ‘χουμε ζητήσει μια κοινή σύνοδο των Εκτελεστικών Επιτροπών των δύο Κομμάτων με τη συμμετοχή της Εκτελεστικής Επιτροπής των ανεξάρτητων συνδικάτων; Ταυτόχρονα θα ’πρεπε να έχουμε ενεργήσει δραστήρια για να διεισδύσει το ίδιο το αυτό πρόγραμμα στη βάση, σ’ όλα τα στρώματα των δύο κομμάτων και στις μάζες. Οι διαπραγματεύσεις θα έπρεπε να γίνονται ανοικτά, μπροστά στα μάτια όλου του έθνους: Τα καθημερινά πρακτικά αυτών των διαπραγματεύσεως, θα ‘πρεπε να δημοσιεύονται στον τύπο χωρίς διαστρεβλώσεις και παράλογα κατασκευάσματα. Μια τέτοια αγκιτάτσια, με την οξύτητα και την ευθύτητα της θα μιλούσε στους εργάτες πολύ πιο αποτελεσματικά από τους ασταμάτητους θορύβους για τον «σοσιαλφασισμό».

Καθένας θα πρέπει να διαβάσει την μπροσούρα του Λένιν: Ο «Αριστερισμός», η Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού. Σήμερα είναι το πιο επίκαιρο βιβλίο. Αναφερόμενος σε καταστάσεις όμοιες με αυτήν της σημερινής Γερμανίας, ο Λένιν – παραθέτω κατά λέξη – γράφει: «Η απόλυτη ανάγκη για την πρωτοπορία του προλεταριάτου, για το συνειδητό του κομμάτι, για το Κομμουνιστικό του Κόμμα, να καταφεύγει σε ελιγμούς, σε συμφωνίες, σε συμβιβασμούς με τις διάφορες ομάδες των προλεταρίων, με τα διάφορα κόμματα των εργατών και των μικρονοικοκυρέων. Όλο το πρόβλημα είναι να ξέρεις να εφαρμόζεις αυτή την τακτική έτσι που να ανεβάζεις και όχι να χαμηλώνεις το γενικό επίπεδο της προλεταριακής συνειδητότητας, της επαναστατικότητας και της ικανότητας για τον αγώνα και τη νίκη». ( οπ. π σελ. 59)

V

Ιστορική Υπόμνηση

Πάνω στο Ενιαίο Μέτωπο

Οι λόγοι που επιβάλουν την πολιτική του ενιαίου μετώπου απορρέουν από τόσο θεμελιακές και αδυσώπητες ανάγκες της πάλης τάξη ενάντια σε τάξη […] τι θα γίνει με τις αποφάσεις των τεσσάρων πρώτων Συνεδρίων της Κομμουνιστικής Διεθνούς; Η σταλινική γραφειοκρατία τις δέχεται; Ναι ή όχι;11

[…] Έτσι, πριν από δέκα χρόνια, η Κομμουνιστική Διεθνής εξηγούσε ότι η ουσία της πολιτικής του ενιαίου μετώπου βρίσκεται στο εξής: το Κομμουνιστικό κόμμα αποδείχνει στις μάζες και τις οργανώσεις τους ότι είναι έτοιμο να αγωνιστεί μαζί τους, ακόμα και για πιο τα μέτρια αιτήματα, αν τα αιτήματα αυτά βρίσκονται στο δρόμο της ιστορικής εξέλιξης του προλεταριάτου. Σ’ αυτή την πάλη το Κομμουνιστικό Κόμμα υπολογίζει την πραγματική κατάσταση της εργατικής τάξης σε κάθε δοσμένη στιγμή. Δεν απευθύνεται μονάχα στις μάζες, αλλά και στις οργανώσεις που η ηγεσία τους είναι αναγνωρισμένη από τις μάζες. Μπροστά στα μάτια των μαζών, φέρνει σε αντιπαράθεση τις ρεφορμιστικές οργανώσεις με τα πραγματικά προβλήματα της ταξικής πάλης. Αποκαλύπτοντας καθαρά ότι δεν είναι ο σεκταρισμός του Κομμουνιστικού Κόμματος, αλλά το συνειδητό σαμποτάζ των ηγετών της Σοσιαλδημοκρατίας που υποσκάπτει την κοινή πάλη, η πολιτική του ενιαίου μετώπου επιταχύνει την επαναστατική ανάπτυξη της τάξης. Είναι απόλυτα καθαρό ότι αυτές δεν μπορούν με κανένα τρόπο να παλιώσουν.

Πώς να εξηγήσουμε τότε την απόρριψη της πολιτικής του ενιαίου μετώπου από την Κομμουνιστική Διεθνή; Με τα τερατουργήματα και τις αποτυχίες αυτής της πολιτικής στο παρελθόν. Αν αυτές οι αποτυχίες, που οι αιτίες τους δεν βρίσκονται στην ίδια την πολιτική, αλλά στους πολιτικούς, είχαν επισημανθεί, αναλυθεί και μελετηθεί έγκαιρα, το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας θα είχε θαυμάσια εξοπλιστεί, από την άποψη της στρατηγικής και της τακτικής για τη σημερινή κατάσταση. Αλλά η σταλινική γραφειοκρατία ενεργεί σαν τη μυωπική μαϊμού του μύθου που έβαλε στην ουρά της τα γυαλάκια της και αφού τα έγλειψε χωρίς αποτέλεσμα, αποφάνθηκε πως δεν αξίζουν τίποτε και τα ‘σπασε. Πείτε ότι θέλετε, αλλά το λάθος δεν είναι στα γυαλιά.

Τα λάθη που έγιναν στην πολιτική του ενιαίου μετώπου ανήκουν σε δύο κατηγορίες. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα καθοδηγητικά όργανα του Κομμουνιστικού Κόμματος απευθύνθηκαν στους ρεφορμιστές με την πρόταση να παλέψουν μαζί για ριζοσπαστικά συνθήματα που δεν απέρρεαν από την κατάσταση και δεν έβρισκαν ανταπόκριση στις μάζες. Οι προτάσεις αυτές έμοιαζαν με πυροβολισμούς στον αέρα. Οι μάζες παρέμειναν απαθείς. Οι ρεφορμιστές ηγέτες εξηγούσαν τις προτάσεις αυτές των κομμουνιστών σαν ραδιουργίες που είχαν για στόχο την καταστροφή της Σοσιαλδημοκρατίας. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, επρόκειτο για μια καθαρά τυπική, διακοσμητική εφαρμογή της πολιτικής του ενιαίου μετώπου, τη στιγμή που από την ίδια της την ουσία, η πολιτική του ενιαίου μετώπου δεν μπορεί να είναι γόνιμη παρά μόνο στη βάση μιας ρεαλιστικής εκτίμησης της κατάστασης και των διαθέσεων των μαζών. Με τη συχνή και ταυτόχρονα κακή χρήση του το όπλο των «ανοικτών επιστολών» αχρηστεύτηκε και αναγκάστηκα να το εγκαταλείψουν.

Ο δεύτερος τύπος διαστρέβλωσης είχε ένα πολύ πιο μοιραίο χαρακτήρα. Στα χέρια της σταλινικής γραφειοκρατίας, η πολιτική του ενιαίου μετώπου κατάντησε μια κούρσα για το κέρδισμα συμμάχων, σε βάρος της ανεξαρτησίας του Κομμουνιστικού Κόμματος. Έχοντας την υποστήριξη της Μόσχας και θεωρώντας τον εαυτό τους παντοδύναμο, οι υπάλληλοι της Κομμουνιστικής Διεθνούς νόμισαν στα σοβαρά ότι μπορούν να διατάζουν τις τάξεις, να τους υποδείχνουν δρομολόγια, να συγκρατούν τα απεργιακά και αγροτικά κινήματα στην Κίνα και να εξαγοράζουν τη συμμαχία με τον Τσαγκ Κάι – Σεκ με τίμημα την εγκατάλειψη της ανεξάρτητης πολιτικής του Κομμουνιστικού Κόμματος, να επανεκπαιδεύσουν τη γραφειοκρατία των Τρέιντ – Γιούνιονς, το κύριο αυτό στήριγμα του βρετανικού ιμπεριαλισμού, με εκπαιδευτικά μαθήματα σε συμπόσια στο Λονδίνο ή σε κάποια λουτρόπολη του Καυκάσου, να μεταμορφώνουν τους κροάτες αστούς, τύπου Ράντιτς, σε κομμουνιστές, κτλ, κτλ. Όλα αυτά, βέβαια επιχειρούνταν με τις καλύτερες προθέσεις: για να επιταχύνουν τις εξελίξεις, εκπληρώνοντας για τις μάζες αυτό που οι ίδιες οι μάζες δεν ήταν ακόμα ώριμες να κάνουν. Δεν είναι ανώφελο να υπενθυμίσουμε ότι, σε μια σειρά χώρες, ιδιαίτερα στην Αυστρία, οι υπάλληλοι της Κομμουνιστικής Διεθνούς δοκίμασαν ταχυδακτυλουργικά στην περίοδο που πέρασε, να δημιουργήσουν τεχνητά και «από τα πάνω» μια «αριστερή» Σοσιαλδημοκρατία – που θα χρησίμευε σαν γέφυρα προς τον κομουνισμό. Και απ’ αυτήν επίσης τη μασκαράτα δεν βγήκαν παρά αποτυχίες. Τα αποτελέσματα αυτών των πειραμάτων και αυτών των τυχοδιωκτισμών αποδείχτηκαν αμετάβλητα καταστροφικά. Το παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα ρίχτηκε πίσω πολλά χρόνια.

Τότε ο Μανουίλσκι αποφάσισε να σπάσει τα γυαλιά του, και ο Κούουσινεν – αυτός, για να αποφύγει παραπέρα λάθη, ανακήρυξε όλον τον κόσμο, εκτός από τον εαυτό του και τους φίλους του, φασίστες. Τώρα όλα έγιναν απλά και καθαρά, δεν είναι πια δυνατόν να γίνουν τέτοια λάθη. Τι ενιαίο μέτωπο μπορεί να γίνει με τους «σοσιαλφασίστες» ενάντια στους εθνικοφασίστες, ή με τους «αριστερούς σοσιαλφασίστες» ενάντια στους δεξιούς «σοσιαλφασίστες»; Έτσι, αφού έκανε πάνω από τα κεφάλια μας μια στροφή 180 μοιρών, η σταλινική γραφειοκρατία βρέθηκε αναγκασμένη να απορρίψει τις αποφάσεις των τεσσάρων πρώτων Συνεδρίων της Κομμουνιστικής Διεθνούς σαν αντεπαναστατικές.

VI

Τα Μαθήματα της Ρώσικης Εμπειρίας

Σ’ ένα από τα προηγούμενα κεφάλαια μας αναφερθήκαμε στη μπολσεβίκικη εμπειρία της πάλης ενάντια στο Κορνίλοφ. Οι επίσημοι ηγέτες μας απάντησαν με μουγκανητά αποδοκιμασίας. Ας επαναλάβουμε γι’ άλλη μια φορά τα κύρια γεγονότα με περισσότερες λεπτομέρειες το πώς η σταλινική σχολή αντλεί μαθήματα από το παρελθόν

Από τον Ιούλη ως τον Αύγουστο του 1917, ο Κερένσκι, επικεφαλής τότε της κυβέρνησης, εφάρμοσε στην πραγματικότητα το πρόγραμμα του αρχιστράτηγου Κορνίλοφ: επανέφερε στο μέτωπο τα στρατοδικεία και την ποινή του θανάτου, απαγόρευσε ρητά κάθε επιρροή των εκλεγμένων Σοβιέτ πάνω στις κυβερνητικές υποθέσεις, καταπίεσε τους χωρικούς, διπλασίασε την τιμή του ψωμιού (έχοντας στα χέρια του το κρατικό μονοπώλιο του εμπορίου στο στάρι), προετοίμασε την εκκένωση της επαναστατικής Πετρούπολης, συγκέντρωσε, σε συμφωνία με τον Κορνίλοφ, όλα τα αντεπαναστατικά στρατεύματα γύρω από την πρωτεύουσα, υποσχέθηκε στους συμμάχους να εγκαινιάσει μια καινούργια επίθεση στο μέτωπο κτλ. Αυτό ήταν το γενικό πολιτικό τοπίο.

Στις 26 του Αυγούστου, ο Κορνίλοφ ήρθε σε σύγκρουση με τον Κερένσκι, λόγω των ταλαντεύσεων του τελευταίου, και έριξε το στρατό του ενάντια στην Πετρούπολη. Το Κόμμα των Μπολσεβίκων βρισκόταν σε μια μισοπαράνομη κατάσταση. Οι ηγέτες του, αρχίζοντας από τον Λένιν, βρίσκονταν στην παρανομία ή ήταν στη φυλακή, κατηγορούμενοι για επαφές με το Γενικό Επιτελείο των Χοεντσόλερν. Οι μπολσεβίκικες εφημερίδες είχαν κατασχεθεί. Και όλες αυτές οι διώξεις προέρχονταν από την κυβέρνηση Κερένσκι, που υποστηριζόταν από τα αριστερά από το συνασπισμό των σοσιελπαναστατών και των μενσεβίκων βουλευτών.

Ποια ήταν η στάση του Μπολσεβίκικου Κόμματος; Δεν δίστασε ούτε στιγμή να συνάψει μια πρακτική συμμαχία πάλης ενάντια στον Κορνίλοφ με τους δεσμοφύλακές του –τους Κερένσκι, Τσερετέλι, Νταν κτλ. Παντού οργανώθηκαν επιτροπές επαναστατικής άμυνας, μέσα στις οποίες οι μπολσεβίκοι μπήκαν σαν μειοψηφία. Αυτό δεν εμπόδισε τους μπολσεβίκους να αναλάβουν ηγετικό ρόλο: στις συμφωνίες που γίνονται για μαζικές επαναστατικές δραστηριότητες κερδίζει πάντα το πιο συνεπές και το πιο τολμηρό επαναστατικό κόμμα. Οι μπολσεβίκοι βρέθηκαν στις πρώτες γραμμές, έσπασαν τα φράγματα που τους χώριζαν από τους μενσεβίκους εργάτες και προπαντός από τους σοσιαλεπαναστάτες στρατιώτες και τους τράβηξαν πίσω τους.

Μήπως οι μπολσεβίκοι ακολούθησαν αυτή την πορεία δράσης απλά γιατί βρέθηκαν απροετοίμαστοι; Όχι. Τους προηγούμενους μήνες, οι μπολσεβίκοι είχαν προτείνει δεκάδες και εκατοντάδες φορές στους μενσεβίκους να ενωθούν σ’ ένα κοινό αγώνα ενάντια στην αντεπανάσταση που είχε κινητοποιήσει τις δυνάμεις της. Ακόμα και στις 27 του Μάη, όταν ο Τσερετέλι ξεφώνιζε, ζητώντας καταπιεστικά μέτρα ενάντια στους μπολσεβίκους ναύτες, ο Τρότσκι διακήρυξε σε μια συνεδρίαση του Σοβιέτ της Πετρούπολης: «Όταν έρθει η ώρα και ο αντεπαναστάτης στρατηγός θα δοκιμάσει να ρίξει τη θηλιά στο λαιμό της επανάστασης, οι Καντέτοι θα περάσουν το σαπούνι στο σκοινί, αλλά οι ναύτες της Κρονστάνδης θα ‘ρθουν να παλέψουν και να πεθάνουν πλάι πλάι με μας». Τα λόγια αυτά επιβεβαιώθηκαν κατά γράμμα. Στα μέσα της εκστρατείας του Κορνίλοφ, ο Κερένσκι κάλεσε τους ναύτες του καταδρομικού «Αβρόρα», παρακαλώντας τους να αναλάβουν την υπεράσπιση των Χειμερινών Ανακτόρων. Οι ναύτες αυτοί ήταν όλοι, χωρίς εξαίρεση, μπολσεβίκοι. Μισούσαν τον Κερένσκι. Αυτό, όμως, δεν τους εμπόδισε από το να φρουρήσουν άγρυπνα τα Χειμερινά Ανάκτορα. Οι αντιπρόσωποι τους ήρθαν στις φυλακές του « Κρέστι» να συζητήσουν με τον Τρότσκι που ήταν κλεισμένος εκεί. Τον ρώτησαν: « Γιατί δεν συλλαμβάνουμε τον Κερένσκι;». Αλλά η ερώτηση αυτή είχε ένα χαρακτήρα μισοαστείο: οι ναύτες καταλάβαιναν ότι ήταν πρώτα αναγκαίο να συντρίψουν τον Κορνίλοφ και ύστερα να κανονίσουν τους λογαριασμούς τους με τον Κερένσκι. Χάρη σε μια σωστή πολιτική ηγεσία, οι ναύτες του «Αβρόρα» καταλάβαιναν περισσότερα από την Κεντρική Επιτροπή του Τέλμαν.

[…] Τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου, Ο Κορνίλοφ είχε συντριβεί, στην πραγματικότητα, όχι από τη δύναμη των όπλων, αλλά απλά από την ομοφωνία των μαζών. Αμέσως μετά, στις 3 του Σεπτέμβρη, ο Λένιν πρότεινε διαμέσου του Τύπου ένα συμβιβασμό στους Σοσιαλεπαναστάτες και τους Μενσεβίκους. Αποτελείται την πλειοψηφία μέσα στα Σοβιέτ, τους έλεγε. Πάρτε την εξουσία και μείς θα σας στηρίξουμε ενάντια στη μπουρζουαζία. Εγγυηθείτε μας την πλήρη ελευθερία αγκιτάτσιας και θα σας εξασφαλίσουμε μια ειρηνική πάλη για την πλειοψηφία μέσα στα Σοβιέτ. Να τι οπορτουνιστής υπήρξε ο Λένιν! Οι Μενσεβίκοι και οι Σοσιαεπαναστάτες απέρριψαν αυτό το συμβιβασμό, δηλαδή τη νέα πρόταση ενιαίου μετώπου ενάντια στην μπουρζουαζία. Αυτή η άρνηση έγινε το πιο ισχυρό όπλο στα χέρια των μπολσεβίκων για την προετοιμασία της ένοπλης εξέγερσης, που επτά βδομάδες αργότερα σάρωσε τους Μενσεβίκους και τους Σοσιαλεπαναστάτες.

Μέχρι τώρα δεν έγινε παρά μια μονάχα νικηφόρα σοσιαλιστική επανάσταση στον κόσμο. Δεν ισχυρίζομαι καθόλου πως δεν κάναμε κανένα λάθος στο δρόμο μας προς τη νίκη. Πιστεύω , ωστόσο, ότι η πείρα μας έχει κάποια αξία για το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας. Παρέθεσα την πιο κοντινή και την πιο ενδεδειγμένη ιστορική αναλογία. Πώς απάντησαν οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας; Με βρισιές.

[…] Όλη η μπουρζουαζία υποστήριζε τον Κορνίλοφ. Η συμμαχία των Μπολσεβίκων με τους Σοσιαλεπαναστάτες και τους Μενσεβίκους έγινε δυνατή μόνο γιατί οι συμφιλιωτές σπάσανε για μια στιγμή με την μπουρζουαζία: και αναγκάστηκαν να το κάνουν αυτό κάτω από την απειλή του Κορνίλοφ. Οι εκπρόσωποι των κομμάτων ήξεραν ότι με τη νίκη του Κορνίλοφ η μπουρζουαζία δεν θα τους είχε πια ανάγκη, και θα επέτρεπε στον Κορνίλοφ να τους στραγγαλίσει. Μέσα σ’ αυτά τα όρια υπάρχει, ‘όπως βλέπουμε, μια πλήρη αναλογία με το συσχετισμό ανάμεσα στη Σοσιαλδημοκρατία και το φασισμό.

[…] Ο Λένιν έγραφε για τους υπεραριστερούς: «Λένε πολλά κολακευτικά πράγματα για μας, τους μπολσεβίκους. Μερικές φορές, αισθάνεται κανείς την επιθυμία να τους πει: παινεύετε μας λιγότερο, και δοκιμάστε να ερευνήσετε κάπως καλύτερα την τακτική των μπολσεβίκων, μελετήστε την περισσότερο!»

VIII

Με το Ενιαίο Μέτωπο προς τα Σοβιέτ

σαν Ανώτατα Όργανα του Ενιαίου Μετώπου

Οι λεκτικές υποκλίσεις στα Σοβιέτ είναι τόσο διαδεδομένες μέσα στους κύκλους της «Αριστεράς» όσο είναι και η έλλειψη κατανόησης του ιστορικού τους ρόλου. Τις περισσότερες φορές, τα Σοβιέτ προσδιορίζονται σαν όργανα πάλης για την εξουσία, σαν όργανα εξέγερσης και, τέλος, σαν όργανα της δικτατορίας. Τυπικά οι ορισμοί αυτοί είναι σωστοί, αλλά δεν εξαντλούν καθόλου τον ιστορικό ρόλο των Σοβιέτ. Πρώτα απ’ όλα, δεν εξηγούν γιατί, στην πάλη ακριβώς για την εξουσία, τα Σοβιέτ είναι αναγκαία. Η απάντηση σ’ αυτό το ζήτημα είναι η ακόλουθη: όπως το συνδικάτο είναι η στοιχειώδης μορφή του ενιαίου μετώπου στην οικονομική πάλη, έτσι ακριβώς και το Σοβιέτ είναι η ανώτερη μορφή του ενιαίου μετώπου, μέσα στις συνθήκες όπου το προλεταριάτο μπαίνει στην εποχή της πάλης για την εξουσία.

Το Σοβιέτ από μόνο του δεν κατέχει καμιά θαυματουργή δύναμη. Είναι η ταξική εκπροσώπηση του προλεταριάτου, με όλα τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία του. Αλλά είναι ακριβώς αυτό, και μόνο αυτό που κάνει το Σοβιέτ ικανό να παρέχει στους εργάτες των διαφόρων πολιτικών τάσεων μια οργανωτική ευκαιρία να ενώσουν τις προσπάθειές τους στην επαναστατική πάλη για την εξουσία. Στο σημερινό προεπαναστατικό περιβάλλον, είναι καθήκον των πιο προχωρημένων εργατών της Γερμανίας να κατανοήσουν πιο καθαρά τον ιστορικό ρόλο των Σοβιέτ σαν όργανα του ενιαίου μετώπου.

Αν, στη διάρκεια της προπαρασκευαστικής εποχής, το Κομμουνιστικό Κόμμα πετύχαινε, σπρώχνοντας όλα τα άλλα κόμματα έξω από τις γραμμές των εργατών, να ενώσει κάτω από τη σημαία του τη συντριπτική πλειοψηφία των εργατών, τότε δεν θα υπήρχε καμιά ανάγκη για Σοβιέτ. Αλλά η ιστορική πείρα μαρτυράει ότι δεν υπάρχει ο παραμικρός λόγος για να πιστεύουμε ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα μπορεί να πετύχει, έστω και σε μια μόνο χώρα – στις χώρες με τον παλιό καπιταλιστικό πολιτισμό ακόμα λιγότερο απ’ ότι στις καθυστερημένες χώρες – να κατακτήσει μια τέτοια αναμφισβήτητη και απόλυτα κυρίαρχη θέση μέσα στις γραμμές των εργατών πριν το προλεταριάτο κατακτήσει την εξουσία.

Σήμερα ακριβώς η Γερμανία μας δείχνει ότι το προλεταριάτο είναι αντιμέτωπο με το καθήκον της απευθείας και άμεσης πάλης για την εξουσία πολύ πριν ενωθεί ολοκληρωτικά κάτω από τη σημαία του Κομμουνιστικού Κόμματος. Η ίδια η επαναστατική κατάσταση – αν την προσεγγίσουμε στο πολιτικό επίπεδο – αναδύεται από το γεγονός ότι όλες οι ομάδες και όλα τα στρώματα του προλεταριάτου, η τουλάχιστον η συντριπτική πλειοψηφία τους, κατέχονται από μια παρόρμηση να ενώσουν τις προσπάθειές τους για να αλλάξουν το υπάρχον καθεστώς. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο ότι όλοι καταλαβαίνουν με πιο τρόπο θα γίνει αυτό, και, ακόμη λιγότερο, ότι είναι όλοι έτοιμοι, απ’ αυτήν κιόλας τη στιγμή, να σπάσουν από τα κόμματά τους και να περάσουν στις γραμμές των κομμουνιστών. Η πολιτική συνείδηση της τάξης δεν ωριμάζει τόσο μεθοδικά και τόσο ομοιόμορφα. Βαθιές εσωτερικές διαφορές παραμένουν ακόμα και στην επαναστατική εποχή, όπου όλα τα προτσές αναπτύσσονται με άλματα και τραντάγματα. Αλλά, την ίδια στιγμή, η ανάγκη για μια οργάνωση πάνω από κόμματα, που θα αγκαλιάζει ολόκληρη την τάξη, γίνεται κατεπείγουσα ανάγκη. Η αποκρυστάλλωση και η μορφοποίηση αυτής της ανάγκης – να ποιος είναι ο ιστορικός προορισμός των Σοβιέτ. Αυτός είναι ο μεγάλος τους ρόλος. Μέσα στις συνθήκες μιας επαναστατικής κατάστασης, τα Σοβιέτ αναδύονται σαν η πιο υψηλή οργανωτική έκφραση της προλεταριακής ενότητας. Όποιος δεν το ‘χει καταλάβει αυτό, δεν έχει καταλάβει τίποτα σ’ ότι αφορά το πρόβλημα των Σοβιέτ. Οι Τέλμαν, οι Νόιμαν, οι Ρέμελε μπορούν να συνεχίζουν να γράφουν άρθρα και να βγάζουν λόγους χωρίς τέλος για το μέλλον της «Σοβιετικής Γερμανίας», αλλά με τη σημερινή τους πολιτική σαμποτάρουν τη δημιουργία των Σοβιέτ στη Γερμανία.

Μακριά από την πραγματική σφαίρα της δράσης, χωρίς να ‘χω τη δυνατότητα να συγκεντρώσω άμεσες εντυπώσεις από τις μάζες και χωρίς να κρατάω καθημερινά το σφυγμό της εργατικής τάξης, μου είναι πολύ δύσκολο να προβλέψω τις μεταβατικές μορφές που θα οδηγήσουν στη Γερμανία στη δημιουργία των Σοβιέτ. Από μια άλλη άποψη, έκανα την υπόθεση, ότι τα Σοβιέτ στη Γερμανία μπορεί να πάρουν τη μορφή των διευρυμένων εργοστασιακών επιτροπών: σ’ αυτό στηρίχτηκα κυρίως στην πείρα του 1923. Αλλά αυτός, φυσικά, δεν είναι ο μόνος δρόμος. Κάτω από την πίεση της ανεργίας και της εξαθλίωσης, από τη μια μεριά, και μπροστά στην έφοδο των φασιστών, από την άλλη, η ανάγκη της επαναστατικής ενότητας μπορεί να αναδυθεί ξαφνικά στην επιφάνεια, με τη μορφή των Σοβιέτ, ξεπερνώντας τις εργοστασιακές επιτροπές. Αλλά απ ‘ όποιον δρόμο και αν φθάσουμε στα Σοβιέτ, αυτά δεν θα είναι παρά η οργανωτική έκφραση των δυνατών και των αδύνατων πλευρών του προλεταριάτου, των εσωτερικών αντιφάσεων του και της γενικής έφεσης του να ξεπεράσει αυτές τις αντιφάσεις. Μ ε δύο λόγια, θα είναι τα όργανα του ενιαίου μετώπου.

Στη Γερμανία, η Σοσιαλδημοκρατία και το Κομμουνιστικό Κόμμα μοιράζονται μεταξύ τους την επιρροή πάνω στην εργατική τάξη. Η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία κάνει ότι μπορεί για να απομακρύνει από κοντά της τους εργάτες. Η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος κινητοποιεί όλες της τις δυνάμεις για να εμποδίσει την πλημμυρίδα των εργατών. Σαν αποτέλεσμα έχουμε το σχηματισμό ενός τρίτου κόμματος, και συγκριτικά μια αργή αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων προς όφελος των κομμουνιστών. Αλλά ακόμα και αν η πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος ήταν σωστή, η ανάγκη των εργατών για μια επαναστατική ενότητα της τάξης τους θα μεγάλωνε ασύγκριτα πιο γρήγορα από την υπεροχή του Κομμουνιστικού Κόμματος μέσα στην τάξη. Έτσι η ανάγκη για τη δημιουργία των Σοβιέτ θα διατηρούσε όλη της την σπουδή.

Η δημιουργία των Σοβιέτ προϋποθέτει τα διάφορα κόμματα και οι οργανώσεις μέσα στην εργατική τάξη, αρχίζοντας από το επίπεδο των εργοστασίων, να κάνουν μια συμφωνία που θα αφορά τόσο την ίδια την αναγκαιότητα των Σοβιέτ, όσο και το χρόνο και τις μέθοδες του σχηματισμού τους. Πράγμα που σημαίνει: μια και τα Σοβιέτ, αυτά καθαυτά, αντιπροσωπεύουν την πιο υψηλή μορφή του ενιαίου μετώπου στην επαναστατική εποχή, πρέπει να προηγηθεί της δημιουργίας τους, στη διάρκεια της προπαρασκευαστικής περιόδου, μια πολιτική ενιαίου μετώπου.

Είναι μήπως ανάγκη να υπενθυμίσουμε γι’ άλλη μια φορά ότι στην πορεία των έξι μηνών το 1917, τα Σοβιέτ στη Ρωσία είχαν μια συμφιλιωτική πλειοψηφία Σοσιαλεπαναστατών και Μενσεβίκων; Το Μπολσεβίκικο Κόμμα, χωρίς να απαρνηθεί ούτε για μια στιγμή την επαναστατική του ανεξαρτησία σαν Κόμμα, τηρούσε, μέσα στα πλαίσια της δραστηριότητας των Σοβιέτ, την πειθαρχία σε σχέση με την πλειοψηφία. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι στη Γερμανία, το Κομμουνιστικό Κόμμα, από την πρώτη κιόλας μέρα που θα σχηματιστεί το πρώτο Σοβιέτ, θα καταλάβει μέσα σ’ αυτό μια θέση πιο σημαντική από εκείνη που είχαν οι μπολσεβίκοι μέσα στα Σοβιέτ το Μάρτη του 1917. Ούτε αποκλείεται η πιθανότητα οι κομμουνιστές να κατακτήσουν πολύ γρήγορα την πλειοψηφία στα Σοβιέτ. Αυτό, με κανέναν τρόπο, δεν θα αποστερήσει από τα Σοβιέτ τη σημασία που έχουν σαν ο μηχανισμός του ενιαίου μετώπου, γιατί η μειοψηφία, –οι σοσιαλδημοκράτες, οι ακομμάτιστοι, οι καθολικοί εργάτες κτλ. – θα αριθμεί από την αρχή ακόμα εκατομμύρια, και κάθε προσπάθεια να πηδήξει κανείς πάνω από μια τέτοια μειοψηφία, είναι ο πιο σίγουρος τρόπος για να σπάσει το σβέρκο του μέσα στην πιο επαναστατική κατάσταση που μπορεί να πετύχει. Αλλά όλα αυτά είναι η μουσική του μέλλοντος. Σήμερα, το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι μειοψηφία. Και αυτό πρέπει να χρησιμεύσει σαν αφετηρία του.

Αυτό που είπαμε πιο πάνω δεν σημαίνει, βέβαια ότι ο μόνος δρόμος για τη δημιουργία των Σοβιέτ βρίσκεται σε μια προκαταρκτική συμφωνία με τους Βελς, Χίλφερντιγκ, Μπράιτσαϊντ κτλ.[…] Πρέπει να αρχίσουμε να δημιουργούμε Σοβιέτ σε μια στιγμή όπου η γενική κατάσταση του προλεταριάτου επιτρέπει τη συγκρότησή τους, ακόμα και ενάντια στη θέληση των ηγετών της Σοσιαλδημοκρατίας. Αλλά για να γίνει αυτό, είναι αναγκαίο να αποσπάσουμε τις σοσιαλδημοκρατικές μάζες από την ηγετική κλίκα, και ο δρόμος για να γίνει αυτό δεν είναι με το να ισχυριζόμαστε ότι έχει κιόλας γίνει. Για να χωρίσουμε τα εκατομμύρια των σοσιαλδημοκρατών εργατών από τους αντιδραστικούς ηγέτες τους, πρέπει να αρχίσουμε να δείχνουμε σ’ αυτούς τους εργάτες πως είμαστε έτοιμοι να μπούμε στα Σοβιέτ ακόμα και με αυτούς τους «ηγέτες».

Δεν πρέπει, ωστόσο, να αποκλείει κανείς εντελώς και εκ των προτέρων την πιθανότητα το ανώτερο στρώμα της Σοσιαλδημοκρατίας να αναγκαστεί γι’ άλλη μια φορά να αποτολμήσει να μπει στην πυρακτωμένη ατμόσφαιρα των Σοβιέτ για να προσπαθήσει να επαναλάβει τη μανούβρα των Έμπερτ, Σάιντεμαν, Χάαζε κτλ., στα 1918 -19: εδώ τα πάντα θα εξαρτηθούν όχι τόσο από την κακοπιστία αυτών των κυρίων όσο από το βαθμό και τον τρόπο με τον οποίο η ιστορία θα τους αρπάξει στα σαγόνια της.

Η συγκρότηση του πρώτου σημαντικού τοπικού Σοβιέτ στο οποίο οι κομμουνιστές και οι σοσιαλδημοκράτες θα αντιπροσωπευτούν όχι σαν άτομα, αλλά σαν οργανώσεις, θα έχει μια τεράστια επίδραση σ’ ολόκληρη τη γερμανική εργατική τάξη. Όχι μονάχα οι σοσιαλδημοκράτες και οι ακομμάτιστοι εργάτες, αλλά και οι καθολικοί και οι φιλελεύθεροι εργάτες δεν θα μπορέσουν να αντισταθούν στην έλξη της κεντρομόλους αυτής δύναμης. Όλα τα τμήματα του γερμανικού προλεταριάτου, που είναι τόσο συνηθισμένα και ικανά για οργάνωση, θα τραβηχτούν προς τα Σοβιέτ όπως τα ρινίσματα του σιδήρου στον πόλο ενός μαγνήτη. Μέσα στα Σοβιέτ το Κομμουνιστικό Κόμμα θα βρει έναν νέο και εξαιρετικά ευνοϊκό στίβο στην πάλη του για τον ηγετικό ρόλο στην προλεταριακή επανάσταση. Χωρίς την παραμικρή αμφιβολία μπορεί κανείς να βεβαιώσει ότι ακόμα και σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία των σοσιαλδημοκρατών εργατών, και ακόμα ένα σοβαρό τμήμα του σοσιαλδημοκρατικού μηχανισμού, θα ήταν μέσα στα σοβιέτ, αν η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος δεν είχε βοηθήσει με τόσο ζήλο τους σοσιαλδημοκράτες ηγέτες να παραλύσουν την πίεση των μαζών.

Αν το Κομμουνιστικό Κόμμα θεωρεί απαράδεκτη κάθε συμφωνία πάνω σ’ ένα πρόγραμμα συγκεκριμένων πρακτικών καθηκόντων με τις σοσιαλδημοκρατικές, τις συνδικαλιστικές και τις άλλες οργανώσεις αυτό δεν σημαίνει παρά ότι θεωρεί απαράδεκτη τη δημιουργία Σοβιέτ μαζί με τη Σοσιαλδημοκρατία. Και καθώς δεν μπορούν να υπάρξουν καθαρά κομμουνιστικά Σοβιέτ γιατί, πραγματικά, σ’ αυτήν περίπτωση δεν θα χρησίμευαν σε τίποτα, η άρνηση του Κομμουνιστικού Κόμματος να κάνει συμφωνίες και να αναλάβει κοινές δράστηριότητες με τα άλλα κόμματα μέσα στην εργατική τάξη δεν σημαίνει τίποτε λιγότερο από την άρνηση του να δημιουργήσει Σοβιέτ.

Για να φωτίσουμε το ζήτημα των Σοβιέτ σαν όργανα του ενιαίου μετώπου, θα είναι εξαιρετικά διδακτικό να παραθέσουμε τις απόψεις που διατυπώνει πάνω σ’ αυτό το θέμα μια επαρχιακή κομμουνιστική εφημερίδα, η «Κλάσενκαμπφ» («Ταξική πάλη») της περιοχής Χάλε- Μερσενμπουργκ. «Όλες οι εργατικές οργανώσεις – λέει με ειρωνεία η εφημερίδα — την τωρινή μορφή τους, με όλα τους τα λάθη και όλες τους τις αδυναμίες, πρέπει να συνενωθούν σε μεγάλες ενώσεις αντιφασιστικής άμυνας. Τι σημαίνει αυτό; Μπορούμε να αποφύγουμε τις εκτεταμένες θεωρητικές αναλύσεις, η ίδια η ιστορία αποδείχτηκε, σε αυτό το ζήτημα, η σκληρή δασκάλα της γερμανικής εργατικής τάξης: το άμορφο συνονθύλευμα του ενιαίου μετώπου όλων των εργατικών οργανώσεων πληρώθηκε από τη γερμανική εργατική τάξη με το τίμημα της ήττας της επανάστασης στα 1918 -19». Να, μα την αλήθεια, ένα θαυμάσιο δείγμα επιπόλαιας φλυαρίας!

Το ενιαίο μέτωπο στα 1918-19 πραγματοποιήθηκε κυρίως διαμέσου των Σοβιέτ. Οι Σπαρτακιστές θα ‘πρεπε ή δεν θα ‘πρεπε να μπουν στα Σοβιέτ; Σύμφωνα με το ακριβές πνεύμα του αποσπάσματος που παραθέσαμε πιο πάνω, θα ‘πρεπε να παραμείνουν έξω από τα Σοβιέτ. Και καθώς οι Σπαρτακιστές αντιπροσώπευαν μια μικρή μόνο μειοψηφία της εργατικής τάξης, και δεν μπορούσαν με κανένα τρόπο να υποκαταστήσουν τα σοσιαλδημοκρατικά Σοβιέτ με τα δικά τους Σοβιέτ, η απομόνωση από τα Σοβιέτ θα σήμαινε απλούστατα την απομόνωση τους από την επανάσταση. Αν το ενιαίο μέτωπο ήταν «άμορφο και ένα συνονθύλευμα», το λάθος δεν ήταν στα Σοβιέτ σαν όργανα του ενιαίου μετώπου, αλλά στην πολιτική κατάσταση της ίδιας της εργατικής τάξης: στην αδυναμία του Σπάρτακου και στη δύναμη της Σοσιαλδημοκρατίας. Το ενιαίο μέτωπο, γενικά, δεν μπορεί να υποκαταστήσει ένα ισχυρό επαναστατικό κόμμα, μπορεί μόνο να το βοηθήσει να δυναμώσει. Αυτό ισχύει πέρα για πέρα για τα Σοβιέτ. Η αδύνατη Ένωση του Σπάρτακου, ο φόβος της μην αφήσει να περάσει μια εξαιρετική ευκαιρία, την έσπρωξε σε μια υπεραριστερή πορεία και σε πρόωρες ενέργειες. Αν οι Σπαρτακιστές τοποθετούνταν έξω από το ενιαί0ο μέτωπο, δηλαδή έξω από τα Σοβιέτ, τα αρνητικά αυτά χαρακτηριστικά θα εκδηλώνονταν αναμφίβολα με ακόμα πιο οξύ τρόπο.

Είναι δυνατόν οι άνθρωποι αυτοί να μην έχουν μάθει απολύτως τίποτα από την εμπειρία της Γερμανικής Επανάστασης του 1918-19; Διάβασαν τουλάχιστον την Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού; Είναι φοβερό, το σταλινικό καθεστώς πραγματικά κατέστρεψε τα κεφάλια αυτών των ανθρώπων! Αφού γραφειοκρατικοποίησαν τα Σοβιέτ στην ΕΣΣΔ, οι επίγονοι τα χρησιμοποιούν τώρα σαν τεχνικά όργανα —όπλα στα χέρια του κομματικού μηχανισμού. Ξέχασαν ότι τα Σοβιέτ ιδρύθηκαν σαν εργατικά κοινοβούλια και ότι τραβούσαν τις μάζες γιατί πρόσφεραν τη δυνατότητα να ενώσουν όλα μαζί τα τμήματα του προλεταριάτου ανεξάρτητα από κομματικές διαφορές. Ξέχασαν ότι σε αυτό ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη εκπαιδευτική και επαναστατική δύναμη των Σοβιέτ. Όλα ξεχάστηκαν, όλα μπερδεύτηκαν, όλα παραμορφώθηκαν. Ω, καταραμένη εποχή των επιγόνων!

Το ζήτημα των σχέσεων ανάμεσα στο Κόμμα και τα Σοβιέτ έχει αποφασιστική σημασία για την επαναστατική πολιτική. […]

[…] Κανείς δεν θα αρνηθεί ότι οι εργάτες θα εκλέξουν «οι ίδιοι» τα Σοβιέτ. Το όλο ζήτημα, όμως, είναι ποιους θα εκλέξουν. Πρέπει να μπούμε στα Σοβιέτ μαζί με όλες τις άλλες οργανώσεις, όποιες και αν είναι, «με όλα τους τα λάθη και με όλες τους τις αδυναμίες». Αλλά να ομολογούμε ότι τα Σοβιέτ «από μόνα τους» είναι ικανά να ηγηθούν στην πάλη του προλεταριάτου για εξουσία είναι σαν να σπέρνουμε τον πιο χυδαίο φετιχισμό για τα Σοβιέτ. Όλα εξαρτώνται από το κόμμα που ηγείται στα Σοβιέτ. […], οι Μπολσεβίκοι – Λενινιστές δεν αρνούνται καθόλου στο Κομμουνιστικό Κόμμα το δικαίωμα να ηγηθεί στα Σοβιέτ. Αντίθετα λένε: «Μόνο στη βάση του ενιαίου μετώπου, μόνο μέσα από τις μαζικές οργανώσεις , μπορεί το Κομμουνιστικό Κόμμα να κατακτήσει την ηγετική θέση μέσα στα μελλοντικά Σοβιέτ και να οδηγήσει το προλεταριάτο στην κατάκτηση της εξουσίας».

Γαλλία 1934 -1936

Εισαγωγή επιμελητή

Θεωρώ σκόπιμο σαν εισαγωγή να παραθέσουμε τις θεωρίες για το ενιαίο μέτωπο της ηγεσίας του ΓΚΚ, μέχρι και τις παραμονές της υπογραφής της συμφωνίας για ενιαίο μέτωπο με το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Και στη συνέχεια να δούμε τις θέσεις του Τρότσκι για τις δυνατότητες και τα βασικά διδάγματα.

Στις 6 του Φλεβάρη του 1934 η φασίζουσα ακροδεξιά επιχείρησε να ανατρέψει τη κυβέρνηση του αστοφιλελεύθερου Εντουαρντ Ντελαντιέ. Παρόλο που το πραξικόπημα απέτυχε, τελικά κατάφερε να ρίξει την κυβέρνηση του Ριζοσπαστικού Κόμματος και με τις ευλογίες της ακροδεξιάς σχηματίστηκε κυβέρνηση με επικεφαλής το δεξιό Ντουμέρζ με την υποστήριξη και των ριζοσπαστών του Ντελαντιέ.

Οι γάλλοι εργάτες θεώρησαν τις εξελίξεις αυτές θανάσιμη απειλή για τις ελευθερίες και τα συμφέροντα τους. Στη διπλανή Γερμανία ο φασισμός είχε πλέον δείξει το αποκρουστικό πρόσωπο του. Η ανάγκη της ενότητας και του αγώνα για να αντιμετωπίσουν την θανάσιμη απειλή γεννήθηκε δυνατά στις γραμμές τους. Οι ηγέτες του ΓΚΚ και του Σοσιαλιστικού αναγκάστηκαν να ξεπεράσουν τις συγκρούσεις τους και στις 27 του Ιούλη υπόγραψαν ένα κοινό σύμφωνο – βάση για τη συγκρότηση του ενιαίου μετώπου. Και μετά δυο μέρες είχαμε επίσημα πλέον κοινή διαδήλωση των δύο κομμάτων για να τιμήσουν την επέτειο του Ζαν Ζωρές.

Στο πρόλογο της γαλλικής έκδοσης του 1936 «Που βαδίζει η Γαλλία (1934 – 1936)»12, ο Τρότσκι γράφει: «Το απρόοπτο για αυτούς [κομμουνιστές- σοσιαλιστές σ.επ.] πλήγμα της 6ης του Φλεβάρη 1934 τους ανάγκασε, σε αντίθεση με τα συνθήματα και τις θεωρίες που ως εκείνη τη στιγμή υποστήριζαν, να ζητήσουν τη σωτηρία τους στη μεταξύ τους συμμαχία».

Από το έργο του Τ. Κλίφ, Τρότσκι (4ος τόμος), παραθέτουμε στοιχεία για την αντίληψη της ηγεσίας του ΓΚΚ: «Μέχρι τότε, [το αποτυχημένο ακροδεξιό πραξικόπημα σ.επ.] και για κάμποσο καιρό μετά, το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCF) συνέχιζε τη σεκταριστική του στάση απέναντι στο Σοσιαλιστικό Κόμμα (SFIO). Ο Μορίς Τορέζ, γενικός γραμματέας της κεντρικής επιτροπής του κόμματος, είχε εξηγήσει τα βασικά σημεία αυτής της τακτικής σε μια συνεδρίαση του οργάνου το Φλεβάρη του 1933:

‘‘Η δική μας ενιαιομετωπική τακτική προϋποθέτει: α) δράση β) προλεταριακή δημοκρατία στη πάλη γ) την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος δ) επίθεση στη σοσιαλδημοκρατία (κλπ). Αυτό σημαίνει: κανένα μοίρασμα της ηγεσίας με το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Εν συντομία η τακτική μας λέει: καμιά συμφωνία από τα πάνω’’.

Η απόφαση της ολομέλειας της κεντρικής επιτροπής το Γενάρη του 1934 επαναλάμβανε αυτό το σημείο:

‘‘Η κεντρική επιτροπή απορρίπτει αποφασιστικά κάθε τάση που προτείνει, σε αυτό το σημείο, ενιαίο μέτωπο με την ηγεσία του SFIO’’.

Στις 24 Γενάρη ο Μορίς Τορέζ είπε στη κεντρική επιτροπή του PCF: ‘‘Δεν πρόκειται σε καμιά περίπτωση να επιδιώξουμε μια συμφωνία με την ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος το οποίο αντιμετωπίζουμε… ως εχθρό… Θέλουμε να οργανώσουμε την κοινή πάλη με τους σοσιαλιστές εργάτες παρά και ενάντια στη σοσιαλιστική ηγεσία’’»13

Τελικά: «Το PCF συνέχιζε στη γραμμή του ‘‘σοσιαλφασισμού’’ και του ‘‘ενιαίου μετώπου από τα κάτω’’, ακόμα και μετά την απεργία και τις διαδηλώσεις της 12ης Φλεβάρη. Για παράδειγμα, το κύριο άρθρο της L’ Humanite στις 19 Απρίλη, που το είχε γράψει ο Μορίς Τορέζ, είχε για τίτλο Ενάντια στο Μπλόκ με το Σοσιαλφασισμό.

Παρόλα αυτά, το PCF δεν μπορούσε να επιμείνει σε αυτή τη στάση. Όπως επισημαίνουν οι Ζακ Ντανό και Μαρσέλ Ζιμπελέν, ιστορικοί των μεγάλων απεργιών του Ιούνη το 1936 στη Γαλλία: ‘‘Η πίεση από την εργατική τάξη θα αποδεικνυόταν ακατανίκητη. Θα παραμέριζε κάθε δισταγμό, και θα ανάγκαζε τις δύο ηγεσίες να αποδεχτούν την ενότητα στη δράση…’’»14

Το Ενιαίο Μέτωπο και ο αγώνας για την εξουσία

[Λ. Τρότσκι, «Πού βαδίζει η Γαλλία;», στο: Λέον Τρότσκι, Πού βαδίζει η Γαλλία;, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1977, σελ. 49 κ.ε.]

Το έχουμε κιόλας πει: Το ενιαίο μέτωπο του Σοσιαλιστικού και του Κομμουνιστικού Κόμματος κλείνει μέσα του λαμπρές δυνατότητες. Φτάνει μόνο να το θέλει στα σοβαρά, και μπορεί αύριο να γίνει ο κύριος της Γαλλίας. Πρέπει όμως να το θέλει.

Το ότι ο Ζουώ15 και, γενικά, η γραφειοκρατία της Γενικής Συνομοσπονδίας της Εργασίας παραμένουν έξω από το ενιαίο μέτωπο, διατηρώντας την «ανεξαρτησία» τους, φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση μ’ αυτά που προτείνουμε. Μόνο όμως στην πρώτη ματιά παρουσιάζεται έτσι το πράγμα. Σε εποχή μεγάλων καθηκόντων και μεγάλων κινδύνων, που σηκώνουν στο πόδι τις μάζες, τα διαφράγματα ανάμεσα σε πολιτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις του προλεταριάτου παύουν να υπάρχουν. Οι εργάτες θέλουν να μάθουν πως θα σωθούν από την ανεργία και το φασισμό, πως θα αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους από το κεφάλαιο, και δεν ενδιαφέρονται καθόλου για την «ανεξαρτησία» του Ζουώ απέναντι στην προλεταριακή πολιτική (από την αστική πολιτική είναι – αλλοίμονο! – πολύ εξαρτημένος). Αν η προλεταριακή πρωτοπορία, στο πρόσωπο του ενιαίου μετώπου, χαράξει σωστά το δρόμο του αγώνα, όλοι οι φραγμοί που βάζει η συνδικαλιστική γραφειοκρατία θα ανατραπούν από τον ζωντανό χείμαρρο του προλεταριάτου. Το κλειδί της κατάστασης βρίσκεται τώρα στο ενιαίο μέτωπο. Αν δεν το χρησιμοποιήσει αυτό το κλειδί, θα παίξει τον αξιοθρήνητο ρόλο που θα έπαιζε αναπόφευκτα το ενιαίο μέτωπο των μενσεβίκων και των «σοσιαλεπαναστατών» το 1917 στη Ρωσία, αν… αν οι μπολσεβίκοι δεν τους είχαν εμποδίσει να τον παίξουν.

Δεν μιλάμε ξεχωριστά για το καθένα από τα δύο κόμματα, το Σοσιαλιστικό και το Κομμουνιστικό, γιατί και τα δύο τους παραιτήθηκαν από την ανεξαρτησία τους για χάρη του ενιαίου μετώπου. Από τότε που τα δύο εργατικά κόμματα, που στο παρελθόν συναγωνίζονταν έντονα μεταξύ τους, έπαψαν να κάνουν κριτική το ένα στο άλλο και να κατακτάει το ένα τους οπαδούς του άλλου, έπαψαν εξαιτίας της τέτοιας τους στάσης να υπάρχουν σαν ξεχωριστά κόμματα. Με το να επικαλούμαστε τις «διαφορές αρχών» που παραμένουν, η υπόθεση δεν αλλάζει καθόλου. Από τη στιγμή που οι διαφορές αρχών δεν εκδηλώνονται ανοιχτά και ενεργά, σε μια στιγμή τόσο γεμάτη ευθύνες όπως η σημερινή, παύουν ακριβώς γι’ αυτό το λόγο να υπάρχουν πολιτικά, μοιάζουν με τους θησαυρούς που κοιμούνται στα βάθη του ωκεανού. Η σύμπραξη θα καταλήξει ή όχι σε συγχώνευση; Δεν θέλουμε να κάνουμε καμιά πρόβλεψη. Αλλά για τη σημερινή περίοδο, που έχει αποφασιστική σημασία για τις τύχες της Γαλλίας, το ενιαίο μέτωπο ενεργεί σαν κόμμα ανολοκλήρωτο, συγκροτημένο σε ομοσπονδιακή βάση.

Τι θέλει το ενιαίο μέτωπο; Ως τώρα δεν το είπε στις μάζες. Την πάλη εναντίον του φασισμού; Ως τώρα όμως το ενιαίο μέτωπο δεν εξήγησε καν πως σκέφτεται να αγωνιστεί εναντίον του φασισμού. Εξάλλου ο αμυντικός συνασπισμός εναντίον του φασισμού δεν μπορεί να είναι αρκετός παρά μόνο αν, για όλα τα υπόλοιπα, τα δύο κόμματα κρατούσαν τέλεια ανεξαρτησία. Αυτό όμως δεν συμβαίνει. Έχουμε ένα ενιαίο μέτωπο που σχεδόν αγκαλιάζει όλη τη δημόσια δράση των δύο κομμάτων και αποκλείει την αμοιβαία πάλη τους να καταχτήσουν την πλειοψηφία του προλεταριάτου. Απ’ αυτή τη κατάσταση πρέπει να βγάλουμε όλα τα αναγκαία συμπεράσματα. Το πρώτο και το πιο σημαντικό είναι: ο αγώνας για την εξουσία. Ο σκοπός του ενιαίου μετώπου δεν μπορεί παρά να είναι μια κυβέρνηση ενιαίου μετώπου, δηλαδή μια κυβέρνηση σοσιαλιστών – κομμουνιστών, ένα υπουργείο Μπλούμ – Κάσεν. Πρέπει να το πούμε ανοιχτά. Αν το ενιαίο μέτωπο παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά – και μόνο έτσι θα το πάρουν στα σοβαρά και οι λαϊκές μάζες – δεν μπορεί να αποφύγει το σύνθημα της κατάληψης της εξουσίας. Με ποια μέσα; Με όλα τα μέσα που οδηγούν στο σκοπό. Το ενιαίο μέτωπο δεν αρνείται τον κοινοβουλευτικό αγώνα. Χρησιμοποιεί όμως το κοινοβούλιο πρώτα απ’ όλα για να ξεσκεπάσει την αδυναμία του κοινοβουλίου και να εξηγήσει στο λαό ότι η σημερινή κυβέρνηση έχει εξωκοινοβουλευτική βάση και ότι δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο από ένα ισχυρό κίνημα μαζών. Αγώνας για την εξουσία σημαίνει χρησιμοποίηση όλων των δυνατοτήτων που ανοίγει το μισοκοινοβουλευτικό βοναπαρτιστικό καθεστώς για την ίδια την ανατροπή του με μια επαναστατική επίθεση των μαζών, και την αντικατάσταση του αστικού Κράτους από ένα Κράτος εργατικό.

Οι τελευταίες δημοτικές εκλογές έδωσαν αύξηση των σοσιαλιστικών ψήφων και ιδιαίτερα των κομμουνιστικών. Μόνο του αυτό το αποτέλεσμα δεν προσφέρει τίποτα. Το γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα, τις παραμονές της κατάρρευσης του, παρουσίασε μια ασύγκριτα πιο ορμητική πλημμύρα ψήφων. Νέα πλατιά καταπιεζόμενα στρώματα τράβηξαν προς τα αριστερά κάτω από την πίεση της κατάστασης, ανεξάρτητα μάλιστα από την πολιτική των κομμάτων των άκρων. Τα γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα κέρδισε περισσότερους ψήφους, γιατί από παράδοση, παρόλη τη συντηρητική σημερινή πολιτική του, παραμένει η «άκρα αριστερά». Οι μάζες εκδήλωσαν έτσι τη τάση τους να δώσουν μια ώθηση προς τα αριστερά στα εργατικά κόμματα, γιατί οι μάζες είναι ασύγκριτα πιο αριστερά από τα κόμματά τους. Απόδειξη γι αυτό αποτελεί επίσης το επαναστατικό πνεύμα που κυριαρχεί στη Σοσιαλιστική Νεολαία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η νεολαία είναι το ευαίσθητο βαρόμετρο όλης της τάξης και της πρωτοπορίας της! Αν το ενιαίο μέτωπο δεν βγει από την παθητικότητα ή κάτι που είναι ακόμη χειρότερο, αν αρχίσει κανένα άθλιο ρομάντζο με τους ριζοσπάστες, τότε στα «αριστερά» του ενιαίου μετώπου θα αρχίσουν να δυναμώνουν οι αναρχικοί, οι αναρχοσυνδικαλιστές και οι άλλοι όμοιοι σχηματισμοί της πολιτικής αποσύνθεσης. Σύγχρονα θα ενισχυθεί η αδιαφορία, πρόδρομος της καταστροφής. Αντίθετα, αν το ενιαίο μέτωπο, ασφαλίζοντας τα νώτα του και τα πλευρά του από τις φασιστικές συμμορίες προχωρήσει σε μια γερή πολιτική επίθεση με σύνθημα την κατάληψη της εξουσίας, η ενέργεια του αυτή θα έχει τόσο μεγάλη απήχηση που θα ξεπεράσει και τις πιο αισιόδοξες προσδοκίες. Αυτό μόνο οι κούφιοι φλύαροι δεν θα μπορέσουν να το καταλάβουν. Γι’ αυτούς τα μεγάλα κινήματα των μαζών είναι και θα παραμείνουν πάντοτε βιβλίο εφτασφράγιστο.

Όχι πρόγραμμα παθητικότητας,

αλλά πρόγραμμα επανάστασης

[….]. Η καμπάνια του ενιαίου μετώπου πρέπει να στηρίζεται σ’ ένα καλά επεξεργασμένο μεταβατικό πρόγραμμα, δηλαδή σ’ ένα σύστημα μέτρων, που – με μια εργατοαγροτική κυβέρνηση- θα εξασφαλίζουν το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.16

Χρειάζεται λοιπόν ένα πρόγραμμα όχι για να καθησυχάσουμε τη συνείδησή μας, αλλά για να κάνουμε επαναστατική δράση. Τι αξίζει το πρόγραμμα αν μείνει νεκρό γράμμα; Το Βέλγικο Εργατικό Κόμμα υιοθέτησε, πχ, το πομπώδες σχέδιο Ντε Μάν, με όλες τις «εθνικοποιήσεις». Τι σημασία όμως μπορεί να έχει αυτό το σχέδιο όταν κανείς δεν θέλει να κουνήσει ούτε το μικρό του δακτυλάκι για να το πραγματοποιήσει; Τα προγράμματα του φασισμού είναι φανταστικά, ψεύτικα και δημαγωγικά. Ο σοσιαλισμός μπορεί να παρουσιάσει το πιο σοφό πρόγραμμα αλλά η αξία του θα είναι ίση με το μηδέν αν η πρωτοπορία του προλεταριάτου δεν αναλάβει ένα αγώνα για να πάρει τη κρατική εξουσία. Η κοινωνική κρίση στην πολιτική της έκφραση είναι κρίση εξουσίας. Ο παλιός κύρος της εξουσίας έχει χρεοκοπήσει. Χρειάζεται τώρα ένας καινούργιος. Αν το επαναστατικό προλεταριάτο δεν πάρει την εξουσία, θα την πάρει αναπόφευκτα ο φασισμός!

Ένα πρόγραμμα μεταβατικών διεκδικήσεων για τις «μεσαίες τάξεις» μπορεί, φυσικά να αποκτήσει μεγάλη σημασία, αν ανταποκρίνεται, από τη μια μεριά, στις πραγματικές ανάγκες των μεσαίων τάξεων και από την άλλη, στις απαιτήσεις της εξέλιξης προς το σοσιαλισμό. Πρέπει, ωστόσο, να πούμε ακόμα μια φορά: το κέντρο βάρους δεν βρίσκεται σήμερα σ’ ένα ειδικό πρόγραμμα. Οι «μεσαίες τάξεις» έχουνε δει πολλά προγράμματα. Αυτό που τους χρειάζεται είναι να έχουν εμπιστοσύνη ότι το πρόγραμμα θα πραγματοποιηθεί. Από τη στιγμή που ο αγρότης θα πει: «Τούτη τη φορά φαίνεται πραγματικά ότι το εργατικό κόμμα δεν θα υποχωρήσει», η υπόθεση του σοσιαλισμού έχει εξασφαλίσει τη νίκη. Αλλά, γι’ αυτό πρέπει να δείξουμε πραγματικά ότι είμαστε αδίστακτοι έτοιμοι να τσακίσουμε όλα τα εμπόδια που θα βρεθούν στο δρόμο μας.

Δεν είναι ανάγκη να επινοήσουμε μέσα πάλης, μας τα έχει δώσει όλη η ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος: Μια συγκεντρωμένη καμπάνια του εργατικού τύπου που να χτυπάει το ίδιο καρφί, λόγοι πραγματικά σοσιαλιστικοί από το κοινοβουλευτικό βήμα που τους βγάζουν όχι ήμεροι αντιπρόσωποι, αλλά ηγέτες του λαού, συγκεντρώσεις απανωτές όπου οι μάζες πηγαίνουν όχι απλώς για να ακούσουν τους ρήτορες, αλλά για να πάρουν τα συνθήματα και τις οδηγίες δράσης για τη συγκεκριμένη στιγμή συγκρότηση και ενίσχυση της εργατικής πολιτοφυλακής, διαδηλώσεις καλά οργανωμένες που θα σαρώνουν από το δρόμο τις αντιδραστικές συμμορίες, απεργίες διαμαρτυρίας, ανοιχτή καμπάνια για την ενοποίηση και επέκταση των γραμμών των συνδικάτων με έμβλημα την αποφασιστική πάλη των τάξεων, επίμονες και καλά υπολογισμένες ενέργειες για την κατάκτηση του στρατού στην υπόθεση του λαού, γενική απεργία των εργαζομένων στην πόλη και την ύπαιθρο, γενική επίθεση εναντίον της βοναπαρτιστικής κυβέρνησης για την εξουσία των εργατών και των αγροτών.

Για να προετοιμάσουμε τη νίκη, υπάρχει ακόμα καιρός. Ο φασισμός δεν έχει γίνει ακόμα κίνημα μαζών. Η αναπόφευκτη αποσύνθεση του ριζοσπαστισμού, ωστόσο, θα περιορίσει τη βάση του βοναπαρτισμού, θα αναπτύξει τα στρατόπεδα των άκρων και την προσέγγιση της λύσης. Δεν πρόκειται για χρόνια, αλλά για μήνες. Η προθεσμία αυτή βέβαια δεν είναι γραμμένη πουθενά. Εξαρτάται από την πάλη των ζωντανών δυνάμεων και πρώτα απ’ όλα από την πολιτική του προλεταριάτου και του Ενιαίου Μετώπου του. Οι σκεπτικιστές που πιστεύουν πως όλα είναι χαμένα πρέπει να διωχτούν αλύπητα από τις εργατικές γραμμές. Κάθε τολμηρή λέξη, κάθε σύνθημα πραγματικά επαναστατικό βρίσκει ζωηρή απήχηση. Οι πλατιές μάζες θέλουν να αγωνιστούν.

Ο μόνος προοδευτικός παράγοντας της ιστορίας είναι σήμερα όχι το πνεύμα των κοινοβουλευτικών και των δημοσιογραφικών συνδυασμών, αλλά το δίκαιο και το δημιουργικό μίσος των καταπιεζομένων ενάντια στους καταπιεστές τους.

Πρέπει λοιπόν να στραφούμε προς τις μάζες, προς τα πιο βαθειά στρωματά τους. Πρέπει να απευθυν θούμε στο πάθος τους και στο λογικό τους. Πρέπει να απορρίψουμε αυτή την ψεύτικη «φρονιμάδα» που είναι το ψευδώνυμο της δειλίας και που στις μεγάλες καμπές της ιστορίας ισοδυναμεί με προδοσία. Το Ενιαίο Μέτωπο πρέπει να πάρει για έμβλημα του τα λόγια του Νταντόν : «Τόλμη, πάντοτε τόλμη, ακόμα περισσότερη τόλμη».

Να καταλάβουμε καλά την κατάσταση και να βγάλουμε όλα τα πραχτικά συμπεράσματα – τολμηρά χωρίς φόβο, ως το τέλος – σημαίνει να εξασφαλίσουμε τη νίκη του σοσιαλισμού.

9 Νοέμβρη 1934

Οι άμεσες διεκδικήσεις και ο αγώνας για την εξουσία

[Λ. Τρότσκι, «Ακόμα μια φορά πού βαδίζει η Γαλλία;», στο Λέον Τρότσκι, Πού βαδίζει η Γαλλία, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα, σσ. 69 – 71]

Η αδράνεια του Ενιαίου Μετώπου

Η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος αποκρούει τον αγώνα για την εθνικοποίηση των μέσων παραγωγής σαν διεκδίκηση ασυμβίβαστη με το αστικό Κράτος. Αποκρούει όμως επίσης και τον αγώνα για την εξουσία που αποβλέπει στη δημιουργία του εργατικού Κράτους. Σ’ αυτά τα καθήκοντα αντιτάσσει ένα πρόγραμμα «άμεσων διεκδικήσεων».

Το ενιαίο μέτωπο σήμερα στερείται από οποιοδήποτε πρόγραμμα. Σύγχρονα η ίδια η πείρα του Κομμουνιστικού Κόμματος στον τομέα της πάλης για τις «άμεσες διεκδικήσεις» έχει χαρακτήρα εξαιρετικά αξιοθρήνητο. Όλοι οι λόγοι, τα άρθρα και οι αποφάσεις για την ανάγκη να δοθεί μια άμεση απάντηση στο κεφάλαιο με απεργία, δεν κατέληξαν ως τα σήμερα σε τίποτα, ή σχεδόν σε τίποτα. Παρά την ολοένα και περισσότερο τεταμένη κατάσταση που υπάρχει στη χώρα, μέσα στην εργατική τάξη κυριαρχεί επικίνδυνη αδράνεια.

Η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος κατηγορεί γι’ αυτή την αδράνεια όλο τον κόσμο, εξόν από τον εαυτό της. Δεν έχουμε την πρόθεση να δικαιολογήσουμε κανένα. Οι απόψεις μας είναι σ’ όλους γνωστές. Πιστεύουμε όμως, ότι το κύριο εμπόδιο στην ανάπτυξη της επαναστατικής πάλης είναι σήμερα το μονόπλευρο πρόγραμμα, που έρχεται σε αντίθεση με όλη την κατάσταση, αυτό το σχεδόν μανιακό πρόγραμμα των «άμεσων διεκδικήσεων». Θέλουμε εδώ να ξεκαθαρίσουμε τις απόψεις και τα επιχειρήματα της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος με όλη την απαιτούμενη ευρύτητα. Όχι γιατί τα επιχειρήματα είναι σοβαρά και έχουν βάθος: αντίθετα, είναι άθλια. Πρόκειται όμως για ένα ζήτημα από το οποίο εξαρτάται η τύχη του γαλλικού προλεταριάτου.

Η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.

για τις «άμεσες διεκδικήσεις»

Το πιο έγκυρο ντοκουμέντο στο ζήτημα των ‘άμεσων διεκδικήσεων» είναι η προγραμματική απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ. (Βλέπε την «Ουμανιτέ» της 24ης Φλεβάρη). Θα σταματήσουμε σ’ αυτό το στοιχείο.

Η διατύπωση των άμεσων διεκδικήσεων έχει γίνει πολύ γενικά: υπεράσπιση των μισθών, βελτίωση των κοινωνικών ασφαλίσεων, συλλογικές συμβάσεις, «όχι ακριβή ζωή» κτλ. Δεν λένε ούτε μια λέξη για το χαρακτήρα που μπορεί και πρέπει να πάρει μέσα στις συνθήκες της σημερινής κοινωνικής κρίσης ο αγώνας γι αυτές τις διεκδικήσεις. Ωστόσο ο κάθε εργάτης καταλαβαίνει ότι με δύο εκατομμύρια ανέργους σε πλήρη ή μερική ανεργία, ο συνηθισμένος αγώνας για συλλογικές συμβάσεις αποτελεί ουτοπία. Για να εξαναγκάσεις στις σημερινές συνθήκες τους καπιταλιστές να κάνουν σοβαρές παραχωρήσεις, πρέπει να τσακίσεις τη θέλησή τους, κι αυτό δεν μπορείς να το πετύχεις παρά μόνο με μια επαναστατική επίθεση. Μια όμως επαναστατική επίθεση, που φέρνει τη μία τάξη αντιμέτωπη στην άλλη, δεν μπορεί να αναπτυχθεί μόνο κάτω από συνθήματα οικονομικής φύσης μερικού χαρακτήρα. Πέφτουμε σ’ ένα φαύλο κύκλο. Εδώ βρίσκεται η κύρια αιτία της στασιμότητας και της αδράνειας του ενιαίου μετώπου.

Η γενική μαρξιστική θέση: οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις δεν είναι παρά τα υποπροϊόντα της επαναστατικής πάλης, παίρνει στην εποχή της καπιταλιστικής παρακμής την πιο άμεση και πιο φλέγουσα σημασία. Οι καπιταλιστές δεν μπορούν να παραχωρήσουν στους εργάτες κάτι τι παρά μόνο όταν απειλούνται από τον κίνδυνο να χάσουν τα πάντα.

Αλλά ακόμα και οι μεγαλύτερες «παραχωρήσεις», που είναι σε θέση να κάνει ο σύγχρονος καπιταλισμός, που έχει πέσει σε αδιέξοδο, θα παραμείνουν εντελώς ασήμαντες σε σύγκριση με την εξαθλίωση των μαζών και το βάθος της κοινωνικής κρίσης. Να γιατί η πιο άμεση απ’ όλες τις διεκδικήσεις πρέπει να είναι η απαλλοτρίωση των καπιταλιστών και η εθνικοποίηση (κοινωνικοποίηση) των παραγωγικών μέσων. Αυτή η διεκδίκηση είναι απραγματοποίητη κάτω από την κυριαρχία της μπουρζουαζίας; Ασφαλώς. Γι αυτό πρέπει να καταχτήσουμε την εξουσία.

Η οργανική ενότητα

[Λ. Τρότσκι, «Ακόμα μια φορά πού βαδίζει η Γαλλία;», στο: Λέον Τρότσκι, Πού βαδίζει η Γαλλία, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα, σσ. 123- 25]

Ας παραδεχτούμε ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα αναπτύσσεται ακόμα και τώρα. Όχι χάρη στην πολιτική του, αλλά παρά την πολιτική του. Τα γεγονότα σπρώχνουν τους εργάτες προς τα αριστερά, και το Κομμουνιστικό Κόμμα, παρά την οπορτουνιστική του στροφή, παραμένει για τις μάζες η «άκρα αριστερά». Η αριθμητική αυτή ανάπτυξη του Κομμουνιστικού Κόμματος δεν κλείνει μέσα της ωστόσο ούτε την παραμικρότερη εγγύηση για το μέλλον: το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα, όπως έχουμε πει, αναπτυσσόταν ως τη στιγμή ακόμα της συνθηκολόγησης του, και πολύ πιο γρήγορα μάλιστα.

Πάντως το γεγονός της ύπαρξης δύο εργατικών κομμάτων, που κάνει αναγκαία, μπροστά στον κίνδυνο, μια πολιτική ενιαίου μετώπου, αρκεί για να μας εξηγήσει τους πόθους των εργατών για οργανική ενότητα. Αν υπήρχε στη Γαλλία ένα συνεπές επαναστατικό κόμμα, θα είμαστε αποφασιστικοί αντίπαλοι της ένωσης με το οπορτουνιστικό κόμμα. Στις συνθήκες της όξυνσης της κοινωνικής κρίσης το επαναστατικό κόμμα, που αγωνίζεται κατά του ρεφορμισμού, θα συγκέντρωνε ασφαλώς κάτω από τη σημαία του τη συντριπτική πλειονότητα των εργατών. Το ιστορικό πρόβλημα δεν είναι να ενώσουμε μηχανικά όλες της οργανώσεις, που εξακολουθούν να υπάρχουν από τους διάφορους σταθμούς που πέρασε η πάλη των τάξεων, αλλά να συγκεντρώσουμε το προλεταριάτο μέσα στη πάλη και για την πάλη. Πρόκειται για δύο προβλήματα απολύτως διαφορετικά και μερικές φορές μάλιστα αντιφατικά.

Το γεγονός όμως είναι ότι στη Γαλλία δεν υπάρχει επαναστατικό κόμμα. Η ελαφρότητα με την οποία το Κομμουνιστικό Κόμμα – χωρίς την παραμικρότερη συζήτηση – πέρασε από τη θεωρία και την πράξη του «σοσιαλισμού» στο μπλοκ με τους ριζοσπάστες και στην άρνηση των επαναστατικών καθηκόντων στο όνομα των «άμεσων διεκδικήσεων», μαρτυρεί ότι ο μηχανισμός του κόμματος είναι ολοκληρωτικά διαβρωμένος από τον κυνισμό και η βάση αποπροσανατολισμένη και ξεσυνηθισμένη να σκέφτεται. Πρόκειται για ένα κόμμα άρρωστο.

Κριτικάραμε αρκετά καθαρά τη θέση του Σοσιαλιστικού Κόμματος για να μην επαναλάβουμε αυτά που έχουμε πει περισσότερο από μία φορά. Είναι όμως αναμφισβήτητο ότι η αριστερή πτέρυγα, η επαναστατική, του Σοσιαλιστικού κόμματος γίνεται σιγά – σιγά το εργαστήριο όπου διαμορφώνονται τα συνθήματα και οι μέθοδοι της προλεταριακής πάλης. Αν αυτή η πτέρυγα δυναμώνει και δραστηριοποιηθεί, μπορεί να γίνει ο αποφασιστικός παράγοντας για να επενεργήσει πάνω στους κομμουνιστές εργάτες. Μόνο σ’ αυτό το δρόμο είναι δυνατή η σωτηρία. Αντίθετα, η κατάσταση θα αποδειχνόταν οριστικά χαμένη, αν η επαναστατική πτέρυγα του Σοσιαλιστικού Κόμματος έπεφτε μέσα στο σύστημα των εμπλοκών που ονομάζεται μηχανισμός της Κομμουνιστικής Διεθνούς και που χρησιμεύει για να λιανίζει τις σπονδυλικές στήλες και τους χαρακτήρες, να ξεσυνηθίζει τον κόσμο να σκέφτεται και να τον μαθαίνει υποτάσσεται τυφλά, αυτό το σύστημα είναι πραγματικά ολέθριο για τη διαμόρφωση των επαναστατών.

– Είσαστε κατά της οργανικής ένωσης; Θα μας ρωτήσουν, όχι χωρίς αγανάχτηση, μερικοί σύντροφοι.

Όχι, δεν είμαστε κατά της ένωσης. Είμαστε όμως εναντίον του φετιχισμού, της πρόληψης και της τύφλωσης. Η ενότητα αυτή καθαυτή δεν λύνει ακόμα τίποτα. Η αυστριακή σοσιαλδημοκρατία συγκέντρωσε σχεδόν όλο το προλεταριάτο, αλλά μόνο για να το οδηγήσει στο χαμό. Το Βέλγικο Εργατικό Κόμμα έχει το δικαίωμα να ισχυριστεί πως είναι το μόνο κόμμα του προλεταριάτου, αυτό όμως δεν το εμπόδισε να βαδίζει από συνθηκολόγηση σε συνθηκολόγηση. Μονάχα οι άνθρωποι που είναι αθεράπευτα απλοϊκοί μπορούν να ελπίζουν ότι το Εργατικό Κόμμα που κυριαρχεί ολοκληρωτικά πάνω στο βρετανικό προλεταριάτο είναι ικανό να εξασφαλίσει τη νίκη. Αυτό που αποφασίζει, δεν είναι η ένωση αυτή καθαυτή, αλλά το πραγματικό της πολιτικό περιεχόμενο.

Αν το Σοσιαλιστικό Κόμμα ενωνόταν και σήμερα μάλιστα με το Κομμουνιστικό, αυτό δεν θα εξασφάλιζε περισσότερο τη νίκη που το Ενιαίο Μέτωπο δεν εξασφαλίζει: μόνο μια σωστή επαναστατική πολιτική μπορεί να δώσει τη νίκη. Είμαστε όμως έτοιμοι να αναγνωρίσουμε ότι η ενοποίηση θα διευκόλυνε, στις σημερινές συνθήκες, την ανασυγκρότηση και τη συσσωμάτωση των πραγματικά επαναστατικών στοιχείων, που είναι διασκορπισμένα μέσα στα δύο κόμματα. Μ’ αυτή την έννοια – και μόνο μ’ αυτή – η ενότητα μπορεί να αποτελέσει ένα βήμα προς τα μπρός.

Επίμετρο, Ρώσικη Επανάσταση και Παρισινή Κομμούνα: Το Λαϊκό Μέτωπο στη Ρωσία, από τον Φλεβάρη μέχρι τον Οκτώβρη του 1917

[Τρότσκι Λ., Πάνω στο Ενιαίο και το Λαϊκό Μέτωπο, Ιούλιος 1977. Αποσπάσματα από επιστολή του Τρότσκι προς την ΚΕ του Επαναστατικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος, Δανέζικου τμήματος του Τεταρτοδιεθνιστικού κινήματος, στις 16 Ιουλίου 1936, σχετικά με την ισπανική επανάσταση.]17

[…]

Το ζήτημα των ζητημάτων προς το παρόν είναι το Λαϊκό Μέτωπο. Οι αριστεροί κεντριστές προσπαθούν να παρουσιάσουν αυτό το ζήτημα ως τακτικό ή ακόμη και ως τεχνικό ελιγμό, έτσι ώστε να είναι σε θέση να πλασάρουν πραμάτεια τους στη σκιά του Λαϊκού Μετώπου. Στην πραγματικότητα, το Λαϊκό Μέτωπο είναι το κύριο θέμα της προλεταριακής ταξικής στρατηγικής γι’ αυτή την εποχή. Προσφέρει επίσης το καλύτερο κριτήριο της διαφοράς ανάμεσα στον Μπολσεβικισμό και τον Μενσεβικισμό. Γιατί συχνά ξεχνάμε ότι το μεγαλύτερο ιστορικό παράδειγμα του Λαϊκού Μετώπου είναι η επανάσταση του Φλεβάρη του 1917. Από το Φεβρουάριο μέχρι τον Οκτώβριο, οι μενσεβίκοι και σοσιαλεπαναστάτες, οι οποίοι αποτελούν ένα πολύ καλό αντίστοιχο των «Κομμουνιστών» και των Σοσιαλδημοκρατών, είχαν συνάψει μια στενή συμμαχία και βρίσκονταν σ’ ένα διαρκή συνασπισμό με το αστικό κόμμα των Καντέτων, μαζί με τους οποίους σχημάτισαν μια σειρά κυβερνήσεων συνασπισμού. Κάτω από το έμβλημα αυτού του Λαϊκού Μετώπου στάθηκε ολόκληρη η μάζα του λαού, συμπεριλαμβανομένων και των συμβουλίων των εργατών, των αγροτών, και των στρατιωτών. Να είστε σίγουροι, οι μπολσεβίκοι συμμετείχαν στα συμβούλια. Αλλά δεν έκαναν την παραμικρή παραχώρηση στο Λαϊκό Μέτωπο. Το αίτημά τους ήταν να σπάσει αυτό το Λαϊκό Μέτωπο, για να καταστραφεί η συμμαχία με τους Καντέτους, και να δημιουργηθεί μια γνήσια εργατο-αγροτική κυβέρνηση.

Όλα τα Λαϊκά Μέτωπα στην Ευρώπη είναι μόνο ένα αχνό αντίγραφο και συχνά μια καρικατούρα του ρωσικού Λαϊκού Μετώπου του 1917, το οποίο θα μπορούσε άλλωστε να διεκδικήσει μια πολύ μεγαλύτερη δικαιολογία για την ύπαρξή του, επειδή ακόμα ήταν ένα ζήτημα της πάλης ενάντια στον τσαρισμό και τα απομεινάρια της φεουδαρχίας.

[…]

Όλος ο κόσμος ξέρει τον τεράστιο ρόλο που έπαιξε στη Ρωσία κατά τη συμμαχία των συμφιλιωτικών σοσιαλιστών και των φιλελευθέρων, το μπολσεβίκικο σύνθημα: «Κάτω οι 10 Κεφαλαιοκράτες Υπουργοί!». Οι μάζες είχαν ακόμα εμπιστοσύνη στους συμφιλιωτικούς σοσιαλιστές, όμως ακόμα και οι πιο εμπιστευόμενες μάζες έχουν πάντα μια ενστικτώδη καχυποψία απέναντι στους αστούς, τους εκμεταλλευτές, τους κεφαλαιοκράτες. Πάνω εκεί στηριζόταν η τακτική των Μπολσεβίκων κατά τη διάρκεια μιας ολόκληρης περιόδου. Δε λέγαμε: «Κάτω οι σοσιαλιστές υπουργοί!». Δεν είχαμε καν ξεστομίσει το σύνθημα: «Κάτω η Προσωρινή Κυβέρνηση!», σαν επίκαιρο σύνθημα. Αντίθετα χτυπούσαμε στο ίδιο καρφί: «Κάτω οι 10 Κεφαλαιοκράτες Υπουργοί!». Αυτό το σύνθημα έπαιξε κεφαλαιώδη ρόλο, γιατί επέτρεψε στις μάζες να πεισθούν πως οι συμφιλιωτικοί σοσιαλιστές υπολόγιζαν περισσότερο τους κεφαλαιοκράτες υπουργούς παρά τις εργατικές μάζες… Μετά τον ερχομό του Λένιν, το Μπολσεβίκικο Κόμμα δε στάθηκε ούτε στιγμή αλληλέγγυο με τον Κερένσκι και τους συμφιλιωτές. Αλλά βοηθούσε τις μάζες να βάζουν σε δοκιμασία, πάνω στην πράξη, την κυβέρνησή τους. Ήταν ένα θεμελιώδες βήμα στην ανοδικό δρόμο των Μπολσεβίκων προς την εξουσία.

15 – 16 Ιουλίου 1936

Η Παρισινή Κομμούνα ήταν μια Εργατική Κυβέρνηση

[Τρότσκι Λ., Πάνω στο Ενιαίο και το Λαϊκό Μέτωπο, Ιούλιος 1977. Από εισήγηση του Τρότσκι στην Κομμουνιστική Διεθνή, σχετικά με το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, το 1922]

[…]

Η πιο ένδοξη στιγμή στην ιστορία του γαλλικού προλεταριάτου -η Παρισινή Κομμούνα- δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα μπλοκ όλων των οργανώσεων και των αποχρώσεων της εργατικής Γαλλικής τάξης, ενωμένων ενάντια στην μπουρζουαζία. Αν, παρά την εγκαθίδρυση του ενιαίου μετώπου, η Κομμούνα συντρίφτηκε τόσο γρήγορα, η εξήγηση γι’ αυτό πρέπει πάνω απ’ όλα να αναζητηθεί στο γεγονός ότι το ενιαίο μέτωπο δεν είχε στην αριστερή πτέρυγά του μια γνήσια επαναστατική, πειθαρχική και αποφασιστική οργάνωση που να είναι ικανή να κερδίσει μέσα στη φωτιά των γεγονότων γρήγορα την ηγεσία.

Με αυτή ακριβώς την έννοια, η Κομμούνα ήταν μια εργατική κυβέρνηση -ένα μπλοκ των κομμάτων και των ομάδων της εργατικής τάξης, που αντιπαρατίθονταν στη μπουρζουαζία. Σαν μια εργατική κυβέρνηση, η Κομμούνα δεν αντιπροσώπευε τίποτε άλλο παρά ένα στάδιο προς την εγκαθίδρυση της σοσιαλιστικής τάξης. Το ταξικά συνειδητοποιημένο γαλλικό προλεταριάτο χρειάζεται μόνο να προβληματιστεί σοβαρά πάνω στην πείρα της Κομμούνας για να ανακαλύψει στο ηρωικό του παρελθόν όλα τα αναγκαία επιχειρήματα υπέρ της γνήσιας επαναστατικής τακτικής του ενιαίου μετώπου, μαζί με το αίτημα για μια εργατική κυβέρνηση που απορρέει απ’ αυτή την τακτική.

Ενιαίο Εργατικό Μέτωπο: Βασικές Θέσεις του Μαρξισμού

Επιλογή και επιμέλεια κειμένων, Θ. Μαράκης

Αναδημοσίευση από το elaliberta.gr, όπου δημοσιεύτηκε σε δύο μέρη, στις σελίδες:

Α’ Μέρος: https://www.elaliberta.gr/ιστορία/θεωρία/958-ενιαίο-εργατικό-μέτωπο-βασικές-θέσεις-του-μαρξισμού-μέρος-πρώτο

Β’ Μέρος: https://www.elaliberta.gr/ιστορία/θεωρία/961-ενιαίο-εργατικό-μέτωπο-βασικές-θέσεις-του-μαρξισμού-μέρος-δεύτερο

1Populaire: ιΙδρυμένη από τον Λεόν Μπλούμ, η κεντρική έκδοση του Σοσιαλιστικού Κόμματος.

2Ποταμός της Σιβηρίας όπου οι απεργίες που ξέσπασαν εκεί το 1912 δημιούργησαν ένα μεγάλο κύμα συμπαράστασης.

3βλ. και: Λέον Τρότσκι, Η πάλη ενάντια στο φασισμό στη Γερμανία, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2000, σελ. 69 κ.ε.

4Το Κόκκινο Δημοψήφισμα. Ο Χίτλερ οργάνωσε ένα δημοψήφισμα το 1931 για να ανατρέψει τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση στην Πρωσία, το μεγαλύτερο και το πιο σημαντικό κράτος της Γερμανίας. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, κάτω από τις άμεσες οδηγίες του Στάλιν και της Κομμουνιστικής Διεθνούς, υποστήριξε αυτό το δημοψήφισμα, που το μετονόμασαν σε «Κόκκινο Δημοψήφισμα» και που, αν πετύχαινε, θα είχε φέρει τον Χίτλερ στην εξουσία από το 1931. Με την εγκληματική αυτή πολιτική της συμμετοχής στην εκλογική καμπάνια με τους Ναζί το χάσμα ανάμεσα στους σοσιαλιστές και τους κομμουνιστές εργάτες μεγάλωσε ακόμα περισσότερο στα επόμενα χρόνια.(Θ.Θ.)

5βλ. και Λεόν Τρότσκι, Γερμανία, φασισμός και εργατικό κίνημα, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα, σελ. 64 κ.ε.

6Ο Γκρζεζίνσκι ήταν σοσιαλδημοκράτης αρχηγός της αστυνομίας του Βερολίνου για πολλά χρόνια (Θ.Θ)

7Άπαντα, τ. 34 σελ 119– 120 εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»

8βλ. και Λέον Τρότσκι, Η πάλη ενάντια στο φασισμό στη Γερμανία, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2000, σελ. 79 κ.ε.· και Λεόν Τρότσκι, Και τώρα;, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1978.

9«Ρότε Φάνε», Κόκκινη Σημαία καθημερινή εφημερίδα του Κ.Κ.Γ.

10Λένιν, Άπαντα, τ. 41, «Ο »Αριστερισμός», η Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού», σελ 37 – 38.

11Το ερώτημα είναι επίκαιρο και απευθύνεται και στο ΚΚΕ! Η απάντηση τότε και τώρα είναι: όχι Στη συνέχεια του κειμένου υπάρχει αναφορά στις θέσεις που έχει επεξεργαστεί ο Τρότσκι ανάμεσα στο 3ο και το 4ο Συνέδριο της Κ.Δ. για το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας οι οποίες ήδη έχουν γραφεί στην εν λόγω μπροσούρα.

12Λεόν Τρότκσι, Πού βαδίζει η Γαλλία;, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1977, σελ. 7.

13Τόνυ Κλιφ, Τρότσκι. 1927-1940. Όσο πιο σκοτεινή η νύχτα τόσο πιο φωτεινό το αστέρι, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2010, σσ 258, 259.

14Ο.π. σσ.259, 260

15Ζουώ Λεόν: Γεν. Γραμματέας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας (CGT).

16Για το περιεχόμενο του προγράμματος αυτού δεν περιοριζόμαστε σ’ αυτά και παραπέμπουμε τον αναγνώστη στο «Πρόγραμμα Δράσης» που κυκλοφόρησε η Κομμουνιστική Λίγκα το 1934 και που αντιπροσωπεύει το σχέδιο ενός τέτοιου μεταβατικού προγράμματος [Λέον Τρότσκι, «Πρόγραμμα Δράσης για τη Γαλλία», e la libertà, 29 Οκτωβρίου 2015].

17Πολυγραφημένο και φωτοτυπημένο φυλλάδιο. Η πρώτη παράγραφος στα αγγλικά υπάρχει και στη συλλογή: «Popular Front: Not a Tactic But a Crime. “The Main Question of Proletarian Class Strategy”», bolshevik.org/1917.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s