Vidal-Naquet: Ένας φίλος έφυγε

Σπάρτακος 86, Σεπτέμβρης 2006


του Χρήστου Ιωνά

Ο Pierre Vidal-Naquet, «αγωνιστής ιστορικός», πέθανε στα τέλη Ιουλίου, 76 χρονών, μετά από μια αρρώστεια που τον εξασθένιζε όλο κι περισσότερο, όπως το διαπιστώσαμε όταν πέρασε από την Αθήνα την Άνοιξη. Μια εξαιρετική φυσιογνωμία έτσι εξαφανίζεται: ένας εκπληκτικός διανοούμενος, που ποτέ δεν ξεχώρισε το έργο του από μια σκέψη πάνω σε αυτό, και με μια στράτευση πρώτης γραμμής για ό,τι θεωρούσε δίκαιο, πράγμα που τον οδήγησε πολλές φορές να βρεθεί μαζί με επαναστάτες αγωνιστές.

Πώς να οριστεί η πορεία του Pierre Vidal-Naquet, του ανθρωπιστή που είχε μεγαλώσει σε μια οικογένεια σημαδεμένη από τη στράτευση του εβραίου παππού του στην υπεράσπιση του λοχαγού Ντρεφύς -σημαντική στιγμή δισταγμού για τη διαμόρφωση της αριστεράς στη Γαλλία- και τη σύλληψη και τη δολοφονία του αντιστασιακού πατέρα του από την Γκεστάπο και την εξόντωση της μητέρας του σε στρατόπεδο των ναζιστών;

Ο Pierre Vidal-Naquet αναφέρεται στα γραπτά του για τις διάφορες συναντήσεις του -το σουρεαλισμό, τους φίλους του ιστορικούς- που τον οδήγησαν στο να γίνει αυτό που έγινε, ένας πολίτης του κόσμου, με την ενεργητική έννοια που είχε η λέξη «πολίτης», σύμφωνα με τον ίδιο, στην εποχή της άμεσης δημοκρατίας στην αρχαία Αθήνα.

Μια ανανεωμένη  προσέγγιση της αρχαίας Ελλάδας

Αυτό που μπορούμε να δούμε ως τρομερά τονωτικό στο έργο του ιστορικού αυτού είναι το γεγονός ότι σταματάει μια α-ιστορική ανάγνωση της κλασικής ελληνικής ιστορίας -που συνεχίζει, για παράδειγμα, να κυριαρχεί στη γαλλική ιστοριογραφία του ρωμαϊκού κόσμου, όπως το επισημαίνει στα Απομνημονεύματά του[1]. Η ανάγνωσή του εμπλουτίζεται με συνεχείς επανερμηνείες κειμένων, «μεγάλων» και «μικρών», με τη συμβολή της αρχαιολογίας, της εθνολογίας, τη μελέτη των βάζων, και έτσι γίνεται ένα «πρίσμα ανάγνωσης» της Αρχαίας Ελλάδας, γεμάτο υποθέσεις και ερμηνείες, για τα οποία το πιο χαρακτηριστικό βιβλίο, κατά τη γνώμη μου, είναι το «Le Chasseur Noir»[2].

Για παράδειγμα, μελετώντας την αθηναϊκή εφηβία, ο Vidal-Naquet επισημαίνει: «Πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να υποθέσουμε ότι στην Αθήνα και σε πολλές άλλες περιοχές του ελληνικού κόσμου, στη Σπάρτη, στην Κρήτη, όπου μερικοί πολύ αρχαϊκοί θεσμοί διατηρήθηκαν έως ακόμα και την ελληνιστική περίοδο, το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση, όπως και ο πόλεμος και ο γάμος, δραματοποιείται, τόσο τελετουργικά όσο και μυθοπλαστικά, σύμφωνα με ένα νόμο που θα μπορούσαμε να τον ονομάσουμε νόμο της συμμετρικής αντιστροφής», όπως γίνεται στο «Άργος, όπου οι νέες κοπέλες φορούν γενειάδα όταν παντρεύονται», ενώ ταυτόχρονα, «σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Αργίοι ενήλικες πρέπει να είναι τελείως άτριχοι »[3].

Σημαντική διάσταση των μελετών αυτών είναι, όπως το δείχνει ο Vidal-Naquet, τα σύνορα (και ο συγγραφέας τα συνδέει και με σύγχρονα ζητήματα) και η πολιτειακή μύηση. Γενικότερα, είναι η πολιτική που απασχολεί το συγγραφέα, με μια προσέγγση τοπική αλλά και συγκριτική. Και αυτό που καθιστά την προσέγγιση αυτή γόνιμη είναι το γεγονός ότι ο Vidal-Naquet αναφέρεται σε μια σειρά από ιστορικούς που, με τον τρόπο τους και με διάφορες προσεγγίσεις, επεξεργάζονται τον ίδιο τύπο ερωτήσεων: έτσι, ο Vidal-Naquet αναφέρει σαν «δασκάλους» τον Moses Finley (που εκδιώχτηκε από το πανεπιστήμιό του την εποχή του μακαρθισμού), τον Jean Pierre Vernant (ηγέτη της αντι-ναζιστικής αντίστασης), με τον οποίο μαζί έγραψαν μελέτες όπως για το «Μύθο και τραγωδία στην αρχαία Ελλάδα»[4] ή τον Arnaldo Momigliano, ιταλό εβραίο που του απαγορεύτηκε να διδάσκει από το Μουσολίνι και ο οποίος είχε μελετήσει της «Βάρβαρες σοφίες»[5]. Και πολλοί μελετητές -ας αναφέρουμε τη Nicole Loraux,  που δυστυχώς πέθανε πολύ νέα- εργάζονται σήμερα στον ίδιο δρόμο, συμβάλλοντας σε μια νέα ματιά σε πολλές πλευρές της αρχαιότητας.

Ενδιαφέρουσα πλευρά των γραπτών του Vidal-Naquet είναι η μελέτη του για τη ματιά που έριξαν στην αρχαία Ελλάδα οι διάφορες εποχές ή περίοδοι, ανάλογα με τις πολιτικές καταστάσεις. Έτσι, εντόπισε πολύ εύστοχα τις φιλοσπαρτιάτικες ανησυχίες των ηγετών της Γαλλικής Επανάστασης: «Η Σπάρτη είναι το μοντέλο με το οποίο ο Ροβεσπιέρος και ο Σεν-Ζυστ βλέπουν τη δική τους κοινωνία ως διάφανη, ως ιδεωδώς ενοποιημένη, που θα εκδιώχνει από το ίδιο το κέντρο της την ταξική σύγκρουση, τα ταξικά συμφέροντα ή τα κόμματα, και στην οποία να υπάρχουν το πολύ ορισμένοι προδότες ή αλήτες, που θα είναι τότε θεμιτό να εξοντωθούν στο όνομα των ΄καθαρών ανδρών΄ στους οποίους αναφέρεται ο Ροβεσπιέρος ακόμα και στις 9 Θερμιδόρ. Η Σπάρτη του Ροβεσπιέρου και του Σεν Ζυστ ενσωματώνει τόσο την άρνηση της ιστορίας όσο και μια αφόρητη άρνηση της πολιτικής»[6].

Επίσης έδειξε την αδυναμία να παρθεί στα σοβαρά ο αρχαίος κόσμος ορισμένων δεξιών ιστορικών, όπως εκείνου του ο κοιμήσης καθηγητή στη Σορβόννη που έλεγε πριν μερικά χρόνια ότι ο Levi-Strauss, οDumezil ή άλλοι δεν μετράνε! Και μόνο για το ότι προέβαλε το ρόλο της ιδεολογίας, τη στιγμή που τόσοι υπηρέτες του συστήματος διακηρύσσουν το τέλος των ιδεολογιών, ο Vidal-Naquet αξίζει όλη μας την εκτίμηση! Το τελευταίο του βιβλίο, «Η Ατλαντίδα», μπορεί να διαβαστεί και ως εξής: πώς, για ιδεολογικούς λόγους, μια διανοητική καταστευή του Πλάτονα, μπόρεσε να παρθεί ως γεωγραφική πραγματικότητα από σοβαρούς ή ασόβαρους ανθρώπους, μεταξύ των οποίων μερικοί ακόμα αγωνίζονται για να βρουν το υποτιθέμενο μέρος όπου θα βρισκόταν η μυθική πόλη!

Τελευταίο χαρακτηριστικό του έργου του, που ξαναβρίσκουμε συχνά σε πολλούς προλόγους, όπως αυτόν που έγραψε για τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη (μετάφραση στα γαλλικά του Denis Kohlerτο 1986): η διαπίστωση μιας σχέσης ανάμεσα στην αρχαιότητα και σε διάφορες άλλες εποχές, όπως η δική μας. Παράδειγμα: «Την ταπείνωση του κατακτημένου, ο Μακρυγιάννης τη αισθάνεται βαθιά, στο μέτρο αυτού που ήταν η Ελλάδα: ‘ποιός βάρβαρος λαός μπόρεσε ποτέ να μεταχειριστεί έναν άλλον όπως οι Γάλλοι συμπεριφέρονται στους Έλληνες;΄ Το ερώτημα αυτό δεν έχει πάψει να τίθεται»[7].

Ο στόχος του δεν είναι να βρει ομοιότητες στο όνομα αιώνιων αξιών, αλλά να βοηθήσει, με ομοιότητες και διαφορές, μια πιο βαθιά σκέψη για το παρελθόν και το παρόν μας, για να μπορέσουμε να τοποθετηθούμε οι ίδιοι.

Ας επισημάνουμε και μια σελίδα από ένα από τα τελευταία του βιβλία, το Σπασμένο Καθρέπτη[8]Θα τολμούσα να το πω; Εκεί όπου, κατά τη γνώμη μου, ξαναβρίσκουμε την αθηναϊκή τραγωδία, δεν είναι στο ένα ή στο άλλο θεατρικό έργο, αλλά στην ίδια τη σειρά των πολιτικών παραστάσεων (τα τονισμένα είναι του συγγραφέα) που γίνονται για τις μάζες, όπως στις δίκες της Μόσχας στα χρόνια 1936-38 ή στη Βουδαπέστη, στη Σόφια και στην Πράγα, χωρίς να ξεχάσουμε τα Τίραννα, στα τέλη της δεκαετίας του ’40 ή του ’50. Η διαφορά είναι προφανής. Οι δίκες αυτές τελειώνουν με ένα πυροβολισμό στο σβέρκο ή με μια θηλειά στο λαιμό. Πού είναι τότε η ομοιότητα; Πρόκειται για μεγάλες πολιτικές προσωπικότητες που εξοντώνονται. Η θεατρική διάσταση είναι προφανής. Ο κάθε παράγων, κατηγορούμενος, εισαγγελέας, πρόεδρος, συνήγορος, παίζει ένα ρόλο που τον έμαθε απ’έξω στις προηγούμενες εβδομάδες ή μήνες. Εάν απομακρυνθεί από το κείμενό του, όπως συνέβη στη Σόφια με τη δίκη του Τ.Κοστόφ, είναι όλη η παράσταση που τίθεται σε αμφισβήτηση. Όταν πέσει η αυλαία, ο ήρωας είναι καλός μόνο για να πεθάνει. Απέχουμε άραγε τόσο πολύ από την αθηναϊκή τραγωδία ή από την τραγωδία του Σέξπηρ[9].

Τέλος, δεν πρέπει να ξεχάσουμε, για τη διαμόρφωση του έργου του Vidal-Naquet, τη σχέση του με τη σημερινή Ελλάδα. Το πρώτο του ταξίδι -μετά το γάμο του- έγινε το 1952: «Επισκεπτόμασταν προφανώς μερικά αρχαία και μερικά μουσεία, αλλά δεν ήταν μια πεθαμένη χώρα αυτή που επισκεπτόμασταν. Μετά την απελευθέρωση της Αθήνας τον Οκτώβρη του 1944, η Ελλάδα και οι διαδοχικοί της εμφύλιοι πόλεμοι είχαν πάρει σημαντική θέση στον επαναστατικό ρομαντισμό. Κατά το σχολικό έτος 1947-48, στην προετοιμαστική τάξη για το πανεπιστήμιο, πολλοί από τους συμμαθητές είχαν πει να πάμε να ενταχθούμε στους έλληνες αντάρτες. Η Ελλάδα ανήκε στο χώρο που δόθηκε στη Δύση, σύμφωνα με τη μοιρασιά που είχαν χαράξει ο Τσώρτσιλ και ο Στάλιν στη Μόσχα το Νοέμβρη του 1944. Η δεξιά, που την ονομάζαμε «μοναρχο-φασιστική» και που δεν ήταν τελείως ανάξια του χαρακτηρισμού αυτού, τελικά επικράτησε»[10].

Ας σημειώσουμε ότι, στο ταξίδι του αυτό, ο Vidal-Naquet είχε μια συστατική επιστολή για τον Roger Milliex, τότε υποδιευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, ίδρυμα που ορισμένοι παρουσίαζαν τότε στο νεαρό ζευγάρι ότι βρισκόταν «στα χέρια των γάλλων κομμουνιστών». Ακόμα και αν ο Vidal-Naquet σημειώνει ειρωνικά ότι ο χαρακτηρισμός είναι «εξαιρετικά υπερβολικός»[11], πρέπει να επισημάνουμε ώς ποιο σημείο άνθρωποι όπως ο Ροζέ Μιλιέξ, που επίσης πέθανε στις αρχές του καλοκαιριού φέτος, αντιπροσώπευαν μια γαλλο-ελληνική φιλία που στηριζόταν σε έμπρακτες δημοκρατικές αξίες…

Και πράγματι, ποτέ ο Vidal-Naquet δεν είχε καμία κλίση θαυμαστής απομόνωσης προς έναν ηλίθιο θαυμασμό των αρχαίων τοπίων (ο ίδιος λέει εξάλλου ότι από τους γνωστούς καθηγητές της αρχαίας ελληνικής ιστορίας μόνο ένας-δύο δήλωσαν την υποστήριξή τους στη χούντα των συνταγματαρχών). Άλλο ταξίδι: «Η Νάξος δεν ήταν για εμάς το μέρος όπου εγκαταλήφθηκε η Αριάδνη, αλλά ένα ενετικό Κάστρο όπου μείναμε με φίλους, το Φοίβο Γιανίτση και τον Αριστείδη Αντώνη. Ένα χωριό, η Απείρανθος, όπου ο Μανώλης Γλέζος, ένας από τους σύγχρονους ήρωες, που κατέβασε τη σημαία των ναζί από την Ακρόπολη, κυκλοφορούσε στους δρόμους, όπου ένα μικρό μουσείο, κοντά σε ένα εξαιρετικό εστιατόριο, εκθέτει τα ανάγλυφα της Εποχής του χαλκού»[12].

Βέβαια, η προσέγγιση αυτή της Ελλάδας συγκεκριμενοποιήθηκε και ενισχύθηκε στη διάρκεια της χούντας των συνταγματαρχών. Ο Vidal-Naquet στήριξε με όλη του τη δύναμη, τότε, τη λαϊκή αντίσταση. Το μαρτυρούν οι εξής γραμμές της Στέλλας και του Ντίνου Γεωργούδη[13]: «Στοχαστής και δρων, όπως το ξέρουμε, του σύγχρονου, ήταν έτσι επίσης παθιασμένος με τη σύγχρονη Ελλάδα και την ιστορία της. Το μαρτυρεί η αμέριστη βοήθειά του, η διαθεσιμότητά του, η αποτελεσματική και βοηθητική του παρουσία στο πλευρό όλων αυτών που, στην Ελλάδα ή στη Γαλλία, πάλευαν ενάντια στη διχτατορία των συνταγματαρχών (1967-1974). Στο όνομά τους, θέλουμε να του πούμε, μαζί με το τελευταίο αυτό αντίο, ένα μεγάλο ευχαριστώ».

Αλλά δεν υπάρχει, αντίστροφα, ούτε και καμία εξιδανίκευση της σύγχρονης Ελλάδας στον Vidal-Naquet: «Εάν θαύμασα την αντίσταση στους συνταγματάρχες, αηδίασα με τον εθνικισμό που εξεράγη όταν η τέως γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας διακήρυξε την ανεξαρτησία της με αυτό το «κλεμένο» όνομα, το 1991»[14].

Ο αγωνιστής των δίκαιων υποθέσεων

Ο Vidal-Naquet ασφαλώς αντιπροσωπεύει την κλασική και ταυτόχρονα σύγχρονη φιγούρα αυτού που ονομάζεται στρατευμένος διανοούμενος. Κληρονόμος, όπως το αναφέραμε ήδη, της παράδοσης του Ντρεφύς, χρησιμοποίησε το όπλο της γραφής με το ίδιο πνεύμα που ο Αιμίλιος Ζολά είχε γράψει το περίφημο άρθρο του «Κατηγορώ!», που τόσο έστρεψε τη δίκη του συνταγματάρχη Ντρεφύς προς την αθώωσή του. Είναι αμέτρητες οι γραπτές τοποθετήσεις του και οι εκκλήσεις που έχει υπογράψει ο Vidal-Naquet.

Ταυτόχρονα, ήξερε πόσο σημαντικό ρόλο έχει η συλλογική δράση και συμμετείχε ενεργητικά σε πολλές επιτροπές, όπως το έκαναν και άλλοι γνωστοί διανοούμενοι, όπως ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ ή ο Μισέλ Φουκώ. Αυτό που πρέπει να θυμίσουμε είναι ότι το να πάρει κανείς δημόσια θέση για μια υπόθεση που θεωρεί σωστή απαιτεί πολύ συχνά πάρα πολύ κουράγιο, γιατί μια δίκαιη υπόθεση δεν είναι αναγκαστικά δημοφιλής! Μεταξύ άλλων επιπτώσεων, ο Vidal-Naquet απομακρύνθηκε από το διδασκαλικό του πόστο το 1961 επειδή είχε υπογράψει το Μανιφέστο των 121 ενάντια στον πόλεμο της Αλγερίας.

Οι στρατεύσεις του Vidal-Naquet ήταν πάρα πολλές. Οι πιο γνωστές και ίσως οι πιο σημαντικές ήταν ενάντια στον αποικιοκρατικό πόλεμο του γαλλικού κράτους στην Αλγερία (είναι αυτό που του προκάλεσε και μια μόνιμη καχυποψία ενάντια στον Μιτεράν, τον υπουργό εσωτερικών της εποχής…) και ιδιαίτερα ενάντια στα βασανιστήρια των στρατιωτικών (μεταξύ των οποίων και ένας Λε Πεν) ενάντια στους αλγερίνους και… γάλλους αγωνιστές. Ο ρόλος του ήταν καθοριστικός στην καταγγελία, το 1957, της δολοφονίας, από τους γάλλους στρατιωτικούς, του γάλλου αντιαποικιοκράτη αγωνιστή και πανεπιστημιακού στο Αλγέρι, Maurice Audin, και ήταν με αυτή την ευκαιρία που έγραψε την πρώτη του επιστολή (στην Le Monde) αναφέροντας τη πανεπιστημιακή του θέση. Η μακριά αυτή μάχη, μαζί με άλλους, είχε μια σημαντική επίπτωση που βοήθησε στο να παρθεί μια απόσταση από τον γαλλικό πληθυσμό απέναντι στο βρώμικο πόλεμο στην Αλγερία, ο οποίος εξάλλου ήταν και η ευκαιρία μιας πολιτικής διαφοροποίησης ανάμεσα στην ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος και σε μια σειρά αγωνιστών που θα σχημάτιζαν την JCR γύρω από τους Alain Krivine και Daniel Bensaid. Άλλη σημαντική στράτευση, πέρα από τη συμμετοχή του στο Μάη του ’68: αλληλεγγύη με τον απελευθερωτικό αγώνα του Βιετνάμ, στον οποίο η επαναστατική αριστερά έπαιξε σημαντικό ρόλο, ήδη πριν από το 1968.

Μια άλλη πάλη ιδιαίτερα μακρόχρονη, στην οποία ο Vidal-Naquet στρατεύτηκε ως το θάνατό του, ήταν αυτή ενάντια στην επιθετική πολιτική του Ισραήλ: σε αυτή την κουραστική μάχη, ο Vidal-Naquet, αυτό-οριζόμενος ως Εβραίος για την ειρήνη, χάραξε από την αρχή έναν άξονα που ήταν η συνύπαρξη των δύο κρατών, Παλαιστινίων και Ισραηλινών. Μάχη που απαιτούσε κουράγιο, αφού σήμαινε, όπως και για όλους τους γάλλους εβραίους που αγωνίστηκαν ενάντια στην ιμπεριαλιστική πολιτικών των Σαρόν και Πέρες, τουλάχιστον βρισιές από τις σιωνιστικές οργανώσεις. Αλλά ταυτόχρονα και μάχη που θεμελιωνόταν στην αυστηρή γνώση των ζητημάτων της εβραϊκής ιστορίας από την αρχαιότητα ως τις ημέρες μας και στηριγμένη σε έναν ανυπωχώρητο αγώνα ενάντια σε όλους τους «δολοφόνους της μνήμης», έκφραση που περιγράφει αυτούς που τολμούν να αμφισβητούν την ύπαρξη των ναζιστικών στρατοπέδων εξόντωσης. Από την άποψη αυτήν, ο θάνατος του Vidal-Naquet αποτελεί βαριά απώλεια για τους υπερασπιστές της ειρήνης και της συνύπαρξης στην Παλαιστίνη.

Πώς οριζόταν ο Vidal-Naquet πολιτικά; Εάν υπήρξε πολύ κοντά στο γαλλικό ΚΚ στην νεότητά του, ο ίδιος εξηγεί πως δεν είχε αυταπάτες για το κόμμα αυτό, τόσο χάρη σε συναντήσεις του με ανοιχτούς αγωνιστές, όπως η Madeleine Reberioux, αλλά και χάρη σε πρωιμες αναγνώσεις του Λέον Τρότσκυ ή του David Rousset. Αυτό ήταν που δεν τον έκανε να ξενιστεί από την έκθεση του Κρουτσώφ το 1956, η οποία «περιοριζόταν στο να αποκαλύψει τα εγκλήματα του Στάλιν ενάντια στους σταλινικούς, σε αυτούς που τον είχαν ανεπιφύλακτα υποστηρίξει στο συνέδριο του 1934»[15].

Σήμερα, είναι καλό να θυμίσουμε την θέση του αρχής: «Στη σημερινή συζήτηση, που ούτως ή άλλως ελόχευε εδώ και αρκετές δεκαετίες αλλά που ξέσπασε μετά το 1991 και το θάνατα της ΕΣΣΔ, η θέση μου είναι σαφής: ναι, πιστεύω ότι είναι θεμιτό να συγκριθεί ο Στάλιν με τον Χίτλερ. Ναι, πιστεύω, μαζί με τον Νταβίντ Ρουσέ, ότι είναι θεμιτό να συγκριθούν η Καραγκάντα και το Μπούχενβαλντ. Όχι, δεν πιστεύω πως μπορεί να συγκριθεί ένας γάλλος κομμουνιστής με έναν SS και δεν πιστεύω ούτε πως μπορεί να τεθούν στο ίδιο επίπεδο το Άουσβιτς και το Γκούλαγκ»[16].

Στην πραγματικότητα, ο Vidal-Naquet παρουσιαζόταν πάντα ως αγωνιστής χωρίς κόμμα, ορίζοντας ως εξής τη θέση του: «Είμαι αναρχικός, αν θέλετε. Η λέξη δεν με φοβίζει, ακόμα και αν δεν έχω καμία σχέση με τις αναρχικές οργανώσεις. Είμαι εξαιρετικά καχύποπτος απέναντι στο κράτος. Ασφαλώς, ξέρω ότι το χρειαζόμαστε. Η έννοια δημόσια υπηρεσία, για παράδειγμα, μου είναι πολύτιμη. Προσωπικά, υπήρξα καθηγητής. Αλλά είμαι πολύ καχύποπτος απέναντι στο κράτος ως εξουσία»[17].

Στην ίδια συνέντευξη (στις αρχές της διακυβέρνησης από την «πληθυντική αριστερά»), ο Vidal-Naquet εξηγεί τον προβληματισμό του, που τον βρίσκουμε και σήμερα εξαιρετικής επικαιρότητας, ένα χρόνο μετά το δημοψήφισμα για το ευρωπαϊκό σύνταγμα το Μάη του 2005, για το ποια πρέπει να είναι μια αριστερή τοποθέτηση: «Εξακολουθώ να είμαι αριστερός, αλλά θέλω να θυμίσω ότι η υποστήριξη της αριστεράς εξαρτάται από το τι αυτή θα κάνει (…). Έχω πλήρως συνείδηση του ότι, εάν η αριστερά δεν επιτύχει, αυτό που θα έλθει μετά δεν θα είναι η δεξιά, αλλά ο Λε Πεν». Με άλλα λόγια, ο Vidal-Naquetαπαντούσε εδώ εκ των προτέρων στους φίλους του Λιονέλ Ζοσπέν που τόλμησαν να πουν, μετά τον αποκλεισμό του σοσιαλιστή υποψήφιου από το 2ο γύρο στις προεδρικές εκλογές και τη συμμετοχή του φασίστα υποψήφιου, πως έφταιγαν οι υποψήφιοι της άκρας αριστεράς!

Ταυτόχρονα, ο Vidal-Naquet δηλώνει τη συμπάθειά του για την ομάδα Socialisme ou Barbarie (Καστοριάδης, Lefort) και την θέση της για τη γραφειοκρατία που γίνεται άρχουσα τάξη, ενάντια στον Τρότσκυ. Οι επισημάνσεις του για το γαλλικό μαοϊσμό είναι ευχάριστες: «Καθόλου δεν δελεάστηκα από το μαοϊκό κύμα. Για λόγους πληροφόρησης, γράφτηκα συνδρομητής στο Pekin-Information, εφημερίδα καλά τυπωμένη, με καλά γαλλικά, που μου ερχόταν μία στις τέσσερεις φορές με συλλεκτικά γραμματόσημα. Η απλοϊκότητα του τύπου αυτού με εντυπωσίαζε (…). Δεν κατάφερα να καταλάβω πως άνθρωποι έξυπνοι, όπως οι οπαδοί του Λουί Αλτουσέρ, μπορούσαν να καταπίνουν τέτοιες σαχλαμάρες»[18]. Χωρίς σχόλιο!

Αναφερόμενος στις ομάδες του Μάη του 68, γράφει: «Μία μόνο ήταν, ή έμοιαζε να είναι, στο κέντρο του κινήματος: η Jeunesse Communiste Revolutionnaire που, μετά τη διάλυσή της, μαζί με τις άλλες ομάδες, στις 12 Ιουνίου, οδήγησε στη δημιουργία της Ligue communiste revolutionnaire, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει. Αλλά ήταν βαθιά λενινιστική, ενώ το κίνημα δεν ήταν καθόλου»[19]. Ακόμα και αν ο χαρακτηρισμός αυτός ακολουθείται από έναν ριζοσπαστικό χαρακτηρισμό των λαμπερτίστικων (τότε OCI και μετά ΡΤ) συνθημάτων ως «τελείως γελοίων» που απεικονίζουν το «πρότυπο του κλειστού λόγου» (με άλλα λόγια: σέκτα), το σημαντικό ωστόσο δεν βρίσκεται στις οργανωτικές αναφορές. Βρίσκεται μάλλον στο πολιτικό ρίζωμα του Vidal-Naquet:

«Υπάρχει άραγε μια σχέση ανάμεσα στη δραστηριότητά μου ως ιστορικού της Ελλάδας και στη δημόσια, ή και πολιτική, δραστηριότητά μου; Η απάντησή μου είναι ένα ‘ναι’, έστω και μετριασμένο όπως πρέπει»[20]. Και το απεικονίζει, με τη βοήθεια του Θουκυδίδη, για μια πολιτική τοποθέτηση μιας μόνιμης κριτικής ενάργειας: «Παρέπεμψα, και όχι για τελευταία φορά, σε μια διάσημη σελίδα του Θουκυδίδη για την ανατροπή των αξιών στον Πελοπονησιακό Πόλεμο: ‘Φτάσαμε να αλλάζουμε το σύνηθες νόημα των λέξεων (…). Ένα απερίσκεπτο θράσος σερβίρεται ως θαρραλέα αφοσίωση στη υπόθεση, μια προσεκτική σύνεση ως κρυμμένη δειλία, η σοφία ως ένδειξη δειλίας’…»[21]. Εάν σκεφτούμε τις μεθόδους που χρησιμοποιούν τα σημερινά μέσα επικοινωνίας στην πάλη των τάξεων, τότε θα καταλάβουμε πόσο βασικός είναι αυτός ο ρόλος της κριτικής ενάργειας.

Η πολιτική δράση του Vidal-Naquet είναι επομένως μια δράση πίστης σε ανθρωπιστικές αξίες, πράγμα που θα τον κάνει να εκφράσει την εκτίμησή του σε ιστορικούς όχι αναγκαστικά της αριστεράς, από τη στιγμή που αυτό που κάνουν είναι έντιμο. Οι πράξεις του, για να στηρίξει τις υποθέσεις που θεωρούσε δίκαιες, δεν τον διαφύλαξαν, ωστόσο, και από λάθη, που τα αναγνώρισε άλλωστε τα περισσότερα: αυτό συνέβη, για παράδειγμα, με το αίτημά του προς τον Μιτεράν για να απελευθερώσει έναν φυλακισμένο που τον θεωρούσε αθώο, ο οποίος όμως με το που απελευθερώθηκε θα ξανακαταφύγει σε βιασμούς, όπως και είχε κατηγορηθεί προηγουμένως.

Σε τελείως άλλο επίπεδο, ο Vidal-Naquet θα στραφεί, το 1991, σε υποστήριξη της ιμπεριαλιστικής επίθεσης του Μπους (πατέρα) στο Ιράκ. Οι λόγοι του, όπως τους εξέθεσε στην Liberation: «Τώρα που ο πόλεμος ξεκίνησε, καλύτερα να κερδηθεί». Ακόμα και αν ήταν, πριν από τον πόλεμο, μαζί με τους ειρηνιστές, τα επιχειρήματά του έδιναν περισσότερο βάρος στην επικινδυνότητα του Σαντάμ Χουσεΐν, ο οποίος «θέλει τον πόλεμο και κινδυνεύει να προκαλέσει ώθηση της αραβικής κοινής γνώμης προς τις Δημοκρατίες ισλαμικού τύπου». Ακόμα και αν καταγγέλλει, ακριβώς στην ίδια συνέντευξη, «την εγκληματική πολιτική των ισραηλινών κυβερνήσεων εδώ και πολλά χρόνια, την απόλυτη άρνησή τους να διαπραγματευτούν με την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης», το συμπέρασμα που βγάζει, με τη μορφή ερωτήματος, είναι μια αμφισβήτηση του ειρηνιστικού κινήματος, το οποίο και ασφαλώς συγκλονίστηκε από την τοποθέτηση αυτή, την τόσο απρόσμενη.

Στην Rouge είναι ο Michel Warshawsky[22] που τότε του απάντησε, από το Ισραήλ: «μια νίκη των δυτικών δυνάμεων απέναντι στον αραβικό κόσμο, και ο Vidal-Naquet αναγνωρίζει ότι για αυτό πρόκειται, είτε το θέλουν είτε όχι, σημαίνει ένα μεγάλο βήμα προς τα πίσω, ίσως και οριστικά, από την κατεύθυνση μιας λύσης άλλης από τη θανατερή λιβανοποίηση της ισραελο-παλαιστινιακής σύγκρουσης». Δεκαεπέντε χρόνια μετά, μπορούμε να δούμε ως ποιο σημείο η επίθεση του Μπους πατέρα πράγματι πολλαπλασίασε τη βία και το πολιτικό αδιέξοδο σε όλη την περιοχή.

Ας αναφέρουμε ακόμη αυτές τις πολύ ωραίες γραμμές του συντρόφου μας, με τη μορφή ενός θλιμένου φόρου τιμής στον Vidal-Naquet: «Πρέπει να είναι κανείς αισιόδοξος για να παλεύει ως Εβραίος στη Γαλλία ενάντια στην πολιτική των ισραηλινών κυβερνήσεων και δεν είναι από τα μικρότερα εγκλήματα του Σαντάμ το ότι μπόρεσε να αγγίξει τη θαρραλέα αισιοδοξία ενός Vidal-Naquet και να τον σπρώξει, μαζί με άλλους πολλούς ανθρώπους της αριστεράς, στο να ελπίσουν μια αμερικανική νίκη στον πόλεμο του Κόλπου. Είναι ίδιο της αισιοδοξίας να υποστηρίζει κανείς την υπόθεση των μικρών, που συχνά μοιάζει χαμένη υπόθεση. Η απαισιοδοξία οδηγεί στο να στρέφεται κανείς προς την εξουσία, που μοιάζει, παρά την εμπειρία που πάντα διαψεύδει αυτό το φαινόμενο, ως η μόνη εγγύηση της ελευθερίας μας και των δικαιωμάτων μας. Για μια φορά, ο Vidal-Naquet υπέκυψε στις παγίδες της απαισιοδοξίας». Δεν ξέρω ή δεν θυμάμαι αν ο Vidal-Naquet απάντησε στον Βαρσάβσκυ, ούτε αν επανήλθε στην περίεργη εκείνη τοποθέτησή του.

Αυτό, όμως, που είναι σίγουρο, και τα λόγια του συντρόφου μας το μαρτυρούν, είναι πως δεν μπορούσε ο Vidal-Naquet να κατηγορηθεί για απάρνηση, αλλά μάλλον για μια κακή επιλογή, από έναν φίλο που και πριν και μετά ήταν πάντα στρατευμένος στην υποστήριξη των καταπιεσμένων. Όπως μας το θυμίζει ο Jean-Pierre Vernant, αναφερόμενος στο πόσο στενά συνδεόταν μαζί του, ο Pierre Vidal-Naquet, «με ολοκληρωμένο διανοητικό και φυσικό κουράγιο», «υπήρξε πάντα στην πρώτη γραμμή, παθιασμένος, όχι για να αποδείξει μια θέση, αλλά παθιασμένος με την αλήθεια».

«Ένας μεγάλος άνθρωπος, ένας καλός φίλος» [23] έφυγε.

Χρήστος Ιωνάς

25-8- 2006

[1] Memoires, 1995-98. Απ’όσο ξέρω, δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, και είναι κρίμα!

[2] Ο Μαύρος κυνηγός, 1981.

[3]  op.cit., σελ.163-164.

[4] Mythe et tragedie en Grece ancienne, 1973.

[5] Sagesses barbares, 1976.

[6]  La democratie grecque vue d’ailleurs (Η ελληνική δημοκρατία ειδωμένη από μακρυά), 1990, σελ.225.

[7] Πρόλογος στα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη, γαλλική έκδοση, Memoires de Macriyannis, 1986, σελ.7.

[8] Le Miroir brise, 2002.

[9] Le Miroir brise, σελ.51.

[10] Memoires, Ι, σελ.265.

[11] Memoires, Ι, σελ.266.

[12] Memoires, ΙΙ, σελ.313.

[13] Le Monde, 2/8/2006.

[14] Memoires, ΙΙ, σελ.314.

[15] Memoires, ΙΙ, σελ.22.

[16] idem, σελ.349.

[17] Le Monde, 8 Ιουλίου 1997.

[18] Memoires, ΙΙ, σελ.192.

[19] idem, σελ.289.

[20] idem, σελ.239.

[21] idem, σελ.186.

[22] Rouge, 7/2/1991.

[23] Le Monde, 25/8/2006.



[Βλ. το ίδιο και στα γαλλικά]

Σπάρτακος 86, Σεπτέμβρης 2006

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=2715

There is one comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s