Η μοναχική πορεία του ΚΚΕ και η ανάπτυξη των εργατικών αντιστάσεων

Σπάρτακος 79, Μάης 2005


Η μοναχική πορεία του ΚΚΕ και η ανάπτυξη των εργατικών αντιστάσεων

 

Tου Νίκου Μενεγάκη

 

Σήμερα που η κυβέρνηση της Δεξιάς δείχνει καθαρά τα δόντια της στο εργαζόμενους, το ΚΚΕ συνεχίζει να διατηρεί τη γραμμή στεγανοποίησής του μέσα στο εργατικό κίνημα με ξεχωριστές κινητοποιήσεις, κομματικές διαδηλώσεις, «χωροταξικό» διαχωρισμό που αναιρούν, τουλάχιστον μέχρι τώρα, κάθε δυνατότητα ενιαίας αντίστασης των εργαζομένων στα αντεργατικά μέτρα.

Η ιστορική πορεία του ΚΚΕ και η πολιτική του σε διάφορες κρίσιμες καμπές του εργατικού κινήματος έχει αναλυθεί αρκετές φορές μέσα από τις σελίδες του Σπάρτακου. Η περίοδος που ανοίγεται μπροστά μας, με την αναμενόμενη μεγάλη κυβερνητική επίθεση στο εργατικό εισόδημα, τις εργασιακές σχέσεις και αιχμή το ασφαλιστικό από τη μια μεριά και από την άλλη την εμμονή του ΚΚΕ στην αδιέξοδη πολιτική του στο καθοριστικό ζήτημα του «μετώπου», κάνει ακόμη μια φορά τη σχετική συζήτηση όχι απλώς επίκαιρη αλλά κεντρικής σημασίας για την ανάπτυξη της εργατικής αντίστασης.

Ο λόγος είναι ότι το ΚΚΕ παραμένει μέχρι σήμερα το μεγαλύτερο κόμμα της ελληνικής αριστεράς με την ισχυρότερη επιρροή μέσα στην εργατική τάξη. Την ίδια στιγμή σε όλη την δυτική Ευρώπη τα αντίστοιχα ΚΚ δεν μπορούν να ξεφύγουν από τη τροχιά της παρακμής και της συρρίκνωσης, ενώ νέες δυνάμεις εμφανίζονται και αναπτύσσονται στα αριστερά τους, με διαφορετικές αντιλήψεις και πρακτικές τόσο για τη συγκρότηση των κομματικών δυνάμεων (πολυτασικές οργανωτικές δομές), όσο και για τις ευρύτερες ταξικές συσπειρώσεις μέσα στις οποίες δραστηριοποιούνται (μετωπικά σχήματα με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες και έμφαση στην ενεργητική συμμετοχή των κομματικά ανένταχτων γύρω από συγκεκριμένους στόχους). Αντίθετα το ΚΚΕ, εμμένοντας σε μια μοναχική πορεία με ισχυρά στεγανά προς όλες τις υπόλοιπες δυνάμεις της αριστεράς, δείχνει να διατηρεί τουλάχιστον σταθερή ή ακόμη και να αυξάνει ελαφρά την επιρροή του ενώ κανένας αξιόλογος ανταγωνιστής δεν έχει εμφανιστεί στα αριστερά του.

Η ελληνική ιδιαιτερότητα

Η ηγεσία του ΚΚΕ, εδώ και δεκαπέντε χρόνια, στερημένη από το μεγάλο καθοδηγητικό κέντρο της Μόσχας που την κρατούσε δέσμια στις επιλογές της σοβιετικής γραφειοκρατίας και την εφοδίαζε ιδεολογικά με μια εκδοχή απολογητικού μαρξισμού, διολισθαίνει όλο και περισσότερο σε έναν χυδαίο εμπειρισμό, συγκαλυμμένο με «μαρξιστική» φρασεολογία, που μοναδικός του στόχος είναι η αυτοσυντήρηση του κομματικού μηχανισμού[1]. Οι προγραμματικές θέσεις προσανατολίζονται στο να συντηρούν και να κολακεύουν τις ρεφορμιστικές αυταπάτες των μαζών (π.χ. θέσεις του 16ου συνεδρίου για  «λαϊκή οικονομία» και «λαϊκή εξουσία»), τις εθνοπατριωτικές φοβίες (π.χ. ελληνοτουρκικές σχέσεις, σχέδιο Ανάν) ακόμη και τις θρησκευτικές προκαταλήψεις (π.χ. αναγνώριση του «αντιιμπεριαλιστικού» ρόλου της εκκλησίας, ανοχή στις παραληρηματικές ρητορείες της Κανέλλη). Είναι πραγματικά ανησυχητική η κατεύθυνση στην οποία μπορεί πλέον να οδηγηθεί το ΚΚΕ καθώς η πολιτική συνείδηση και η ανάπτυξη των ιδεολογικών αντιστάσεων της βάσης του μέσα στην εργατική τάξη είναι το τελευταίο πράγμα που απασχολεί την ηγεσία.

Ο αριστερός βερμπαλισμός του ΣΥΝ με τον νέο του πρόεδρο, πέρα από την εγγενή του ανεπάρκεια να ανταγωνιστεί το ΚΚΕ (εγγενής αφού πρόκειται στην ουσία για μια επανάληψη μιας «από τα ίδια» εκδοχής της παραδοσιακής σταλινογενούς φρασεολογίας), απευθύνεται περισσότερο γενικά στο εκλογικό σώμα και πολύ λιγότερο στις οργανωμένες και συνδικαλισμένες δυνάμεις των εργαζομένων. Άλλωστε μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα ο ΣΥΝ έχει πολύ μικρότερη απήχηση από το ΚΚΕ και στις περιπτώσεις που εμφανίζεται σχετικά ισχυρότερος είναι σχεδόν πάντοτε ταυτισμένος με πρακτικές ύποπτου παραγοντισμού των διαφόρων συνδικαλιστών καριέρας που τον εκπροσωπούν ή με συντεχνιακές λογικές που καμιά απολύτως σχέση δεν μπορούν να έχουν με αγωνιστικές κινητοποιήσεις, ακόμη περισσότερο με μεσομακροπρόθεσμους στόχους και οπωσδήποτε πολύ περισσότερο δεν μπορούν να έχουν σχέση με μεταβατικά αιτήματα.

Οι δυνάμεις της ελληνικής επαναστατικής ή ακόμη της και της αυτοαποκαλούμενης ριζοσπαστικής αριστεράς, αντίθετα με ότι συμβαίνει στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες δεν είναι ακόμη σε θέση να ξεπεράσουν τον σεχταρισμό τους (ισχύει κυρίως για τους σταλινογενείς της ριζοσπαστικής) ή να αποκτήσουν την απαιτούμενη αυτοπεποίθηση (ισχύει κυρίως για τις πέραν του ΣΥΝ δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ) ώστε να συγκροτήσουν ένα υπαρκτό πολιτικό μόρφωμα που θα δράσει καταλυτικά και αποφασιστικά μέσα στο κίνημα των εργαζομένων.

Στους παραπάνω μάλλον προφανείς λόγους που ευνοούν την σχετική κυριαρχία του ΚΚΕ θα πρέπει να προσθέσουμε και έναν ακόμη λόγο, περισσότερο δυσδιάκριτο, αλλά ίσως σημαντικότερο κατά τη γνώμη μας. Το ελληνικό εργατικό κίνημα δεν έχει βιώσει μια μεγάλης έκτασης εμπειρία εργατικής δημοκρατίας που να έχει καταγραφεί σαν σημείο αναφοράς στη συλλογική μνήμη του, όπως έχει συμβεί στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες όπου στο πρόσφατο ή στο πιο μακρινό παρελθόν οι μεγάλες εργατικές εξεγέρσεις οδήγησαν στην δημιουργία κάποιας μορφής εργατικών συμβουλίων. Οι αναμνήσεις της ελληνικής εργατικής τάξης είναι κυρίως συνδεδεμένες με τις εμπειρίες των ταξικών μαχών που έδωσαν οδηγούμενες κυρίως από το ολοκληρωτικά σταλινισμένο ΚΚΕ. Το γεγονός αυτό δυσκολεύει αφάνταστα τον οριστικό απογαλακτισμό τους από το «ένα, μοναδικό και τιμημένο κόμμα», παρ’ όλες τις διαδοχικές ήττες και άθλιους συμβιβασμούς της σταλινικής ηγεσίας.

Η έννοια του «μετώπου» για το ΚΚΕ παραμένει αυτή που ιστορικά έχει καταγραφεί σαν επιτυχημένο «παλλαϊκό» μέτωπο. Οι ρίζα του βρίσκεται στο «λαϊκό μέτωπο» της δεκαετίας του ’30 και η αποθέωση του στο ΕΑΜ της γερμανο-ιταλικής κατοχής[2]. Η έντονα ταξική φρασεολογία, μετά από το 16ο συνέδριο, καλύπτει μια παραλλαγή της ίδιας «παραδοσιακής» πολιτικής του ΚΚΕ.

Η γραφειοκρατία της ΓΣΕΕ και το ΠΑΜΕ

Η αναμφισβήτητη συρρίκνωση του συνδικαλιστικού κινήματος στον ιδιωτικό τομέα με τη μετατροπή των περισσοτέρων κλαδικών σωματείων σε «σφραγίδες» πολλά από τα οποία ελέγχονται από το ΚΚΕ και ο εκφυλισμός των σωματείων στις επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα από τις συντεχνιακές και μικροπολιτικές πρακτικές που στη πλειοψηφία τους ελέγχονται από το ΠΑΣΟΚ, οδήγησαν στην σημερινή κινηματική αποδυνάμωση της ΓΣΕΕ και τον έλεγχο της από μια δράκα επαγγελματιών συνδικαλιστών γραφειοκρατών προκείμενων στο ΠΑΣΟΚ. Η απομαζικοποίηση των συνδικάτων ασφαλώς διευκολύνει απόλυτα τους γραφειοκράτες συνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ στο να ενσωματώνονται, χωρίς κανένα έλεγχο από τη βάση, στους συνδιοικητικούς μηχανισμούς της κρατικής εξουσίας και να απολαμβάνουν μια σειρά από ιδιαίτερα προνόμια. Οι συνδικαλιστές αυτοί ουσιαστικά εξαντλούνται σε προεκλογικές μανούβρες για να εξασφαλίσουν την επόμενη εκλογή τους και ατέλειωτες διαβουλεύσεις και μικροπαζαρέματα στα γραφεία των διοικήσεων. Η λέξη «συνδικαλισμός» κατάντησε για τους εργαζόμενους να γίνει ταυτόσημη με την διαρκή ίντριγκα και τη διγλωσσία.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι όταν το κίνημα των εργαζομένων ενεργοποιείται όπως στη περίοδο της κυβέρνησης Μητσοτάκη το 91-93 η του ασφαλιστικού της κυβέρνησης Σημίτη την άνοιξη του 2002, τότε η συνδικαλιστική ηγεσία αναγκαστικά σύρεται σε θέσεις μάχης, προβάλλει τα εργατικά αιτήματα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι αναζητεί πάντοτε τους δρόμους της εκτόνωσης και της υποχώρησης προκειμένου να επανέλθει στη συνηθισμένη βολική της θέση.

Το ΠΑΜΕ ενώ επίσημα αποτελεί τη συνδικαλιστική παράταξη του ΚΚΕ μέσα στη ΓΣΕΕ και οι συνδικαλιστές του μετέχουν στα δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια όργανα, στη πράξη ενεργεί σαν μια ανεξάρτητη ομοσπονδία σωματείων προγραμματίζοντας τις δικές της κινητοποιήσεις, τις δικές της πορείες, τις δικές της πρωτομαγιάτικες συγκεντρώσεις, σύμφωνα με τις κομματικές επιταγές. Οι εκλεγμένοι συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ δεν απαρνούνται φυσικά τα ιδιαίτερα προνόμια που τους προσφέρει η συμμετοχή τους στα γραφειοκρατικοποιημένα όργανα της ΓΣΕΕ, ούτε διεκδικούν έναν διαφορετικού τύπου συνδικαλισμό που θα ενεργοποιούσε και θα ενεθάρρυνε την μαζική συμμετοχή στις διαδικασίες των σωματείων. Η τακτική αυτή χωρίς ποτέ να αποσαφηνιστεί σε προγραμματικό επίπεδο το που αποβλέπει μακροπρόθεσμα (π.χ. ίδρυση ανεξάρτητης «ταξικής» ΓΣΕΕ), εντάθηκε και καθιερώθηκε με τη χρήση μιας έντονα δήθεν «ταξικής» φρασεολογίας από το 16ο συνέδριο και μετά. Η πρόσθετη ιδεολογική σύγχυση που προκαλείται από τη τακτική αυτή στη ταλαίπωρη κομματική βάση σχετικά με τη λειτουργία των θεσμών, την εργατική δημοκρατία, την ενότητα και την αυτενέργεια της τάξης, νομίζουμε ότι είναι προφανής.

Με τη κινηματική αποδυνάμωση της ΓΣΕΕ ο χώρος των κινητοποιήσεων αφέθηκε ελεύθερος στη δράση των οργανωμένων δυνάμεων του ΠΑΜΕ που εμφανίζονται σε μεγάλες περιόδους σαν οι μοναδικές μαζικές μαχητικές οργανώσεις, χωρίς να μπορεί κάποιος απλός εργαζόμενος να διακρίνει εύκολα τον αποσυντονιστικό και σεχταριστικό χαρακτήρα τους. Αντίθετα στις περιπτώσεις των μεγάλων μαζικών κινητοποιήσεων την άνοιξη του 2001 για το Ασφαλιστικό ή στις μεγάλες αντιπολεμικές διαδηλώσεις του 2003, όπου οι γραμμές των σωματείων της ΓΣΕΕ πύκνωσαν ξαφνικά από την πραγματική συμμετοχή των εργαζομένων, οι χωριστές κινητοποιήσεις του ΠΑΜΕ έδειξαν τον πραγματικό τους χαρακτήρα αλλά και την ουσιαστική ανυπαρξία μιας δυνατότητας παραπέρα δυναμικής ανάπτυξης.

Η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ βολεύεται αφάνταστα με την περιχαράκωση των δυνάμεων του ΠΑΜΕ που εξασφαλίζει τη συντήρηση της κομματικής γραφειοκρατίας μέσα στους δίσεχτους καιρούς της μετά την κατάρρευση μιας ολόκληρης εποχής. Οι τριβές της κομματικής ηγεσίας με τους ενσωματωμένους στη ΓΣΕΕ συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ είναι φυσικό να υπάρχουν και κατά καιρούς να παίρνουν οξύτερες μορφές.

Οπωσδήποτε πρέπει να επισημάνουμε ότι οι φαρισαϊκές αναφορές στην ενότητα και στην ανάγκη ευρύτερης συσπείρωσης ποτέ δεν έλειψαν από τη κομματική επίσημη γλώσσα. Όπως ακριβώς η κομματική γραφειοκρατία των «σοσιαλιστικών» χωρών ήταν υποχρεωμένη να ομνύει πίστη και να αναφέρεται σταθερά στα δικαιώματα και τις κατακτήσεις της εργατικής τάξης που μόνιμα καταπατούσε ώστε να τα καταντήσει τελικά λόγια χωρίς κανένα πραγματικό περιεχόμενο στη συνείδηση εκατομμυρίων εργαζομένων, έτσι και η ηγεσία του ΚΚΕ είναι υποχρεωμένη να επικαλείται διαρκώς το όνομα της ενότητας των εργαζομένων για να το καταπατήσει στη πράξη. Έτσι διαβάζουμε στην ανακοίνωση της 19/4/2005 του πολιτικού γραφείου του ΚΚΕ για «τα ασφαλιστικά και κοινωνικά δικαιώματα»:

«Στη γενικότερη επίθεση ενάντια στα δικαιώματα και στο εισόδημα, η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα πρέπει να αντιπαραθέσουν τη δική τους στρατηγική, την αντεπίθεση, τη συμμαχία τους, τη συσπείρωση που δίνει στον αγώνα προοπτική και είναι η μόνη που μπορεί, κάτω από προϋποθέσεις, να βάλει και φρένο σήμερα στην εναντίον τους επέλαση.»

Η «συσπείρωση» της εργατικής τάξης είναι στη πραγματικότητα το ίδιο το ΠΑΜΕ και τα «λαικά στρώματα» κάποιοι ελάχιστοι συνεργαζόμενοι συνδικαλιστές προερχόμενοι από άλλα κόμματα (π.χ. πρώην ΔΗΚΚΙ).

Ο Φαύλος Κύκλος

Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία της ΓΣΕΕ βολεύεται με το να παραμένει στο απυρόβλητο χωρίς ουσιαστικό έλεγχο από τους εργαζομένους μέσα από τα όργανα και τις διαδικασίες του συνδικαλιστικού κινήματος αφού δεν υπάρχει μια παράταξη που να δρα σε αυτή τη κατεύθυνση. Οι διάσπαρτες δυνάμεις της άκρας αριστεράς όπου υπάρχουν (εκπαιδευτικοί, τραπεζοϋπάλληλοι, οικοδόμοι) δεν έχουν μια κοινή και συντονισμένη παρουσία ώστε να απειλήσουν σοβαρά την κατεστημένη συνδικαλιστική νομενκλατούρα. Η κομματική ηγεσία του ΚΚΕ διατηρεί την επιρροή στο ποίμνιο της χωρίς να διακινδυνεύει καινοτομίες και ανεξέλεγκτους προβληματισμούς με την κινητοποίηση των δυνάμεων της μέσα σε γενικές συνελεύσεις και σε ουσιαστικές αντιπαραθέσεις μπροστά στο σύνολο των εργαζομένων. Οι εργαζόμενοι παραμένουν χωρίς ζωντανά συνδικαλιστικά όργανα ολόκληρο το χρονικό διάστημα μεταξύ των διαδοχικών εκλογών, χωρίς τη δική τους πληροφόρηση, χωρίς τη δυνατότητα άμεσης, συντονισμένης και έγκαιρης κινητοποίησης. Οι διαδοχικές νίκες της κυβέρνησης των εκσυγχρονιστών του Σημίτη απέναντι στις αμυντικές κινητοποιήσεις μιας σειράς κλάδων εργαζομένων τη προηγούμενη εξαετία (π.χ. εκπαιδευτικοί, ναυτεργάτες, αγρότες, Ιονική) βασίστηκαν χωρίς αμφιβολία στην κατάσταση αυτή του συνδικαλιστικού κινήματος.

Οι κίνδυνοι μπροστά στην σχεδιαζόμενη ολομέτωπη επίθεση στο άμεσο μέλλον είναι οπωσδήποτε μεγάλοι και η μόνη ελπίδα εξακολουθεί να είναι ένα νέο ξύπνημα της μαζικής αυτενέργειας που θα υποχρεώσει και πάλι τους εργατοπατέρες της ΓΣΕΕ να αναλάβουν κάποιες από τις ευθύνες τους και θα στριμώξει και πάλι στη γωνία τις ασυντόνιστες σπασμωδικές κινητοποιήσεις του ΠΑΜΕ.

Όμως ο φαύλος κύκλος του βολέματος πάνω στις πλάτες των εργαζομένων, δεν μπορεί να σπάσει παρά μόνο με τη δημιουργία μιας νέας πολιτικής δύναμης που θα βάλλει σε συντονισμένη ενέργεια όλες τις υγιείς δυνάμεις που παραμένουν διάσπαρτες και κατακερματισμένες μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα. Η άκρα αριστερά μέσα από μια διαδικασία ανασύνθεσης είναι φανερό ότι είναι πλέον η μόνη υπαρκτή δύναμη που μπορεί να χαράξει μια νέα συνδικαλιστική πρακτική για την μακροπρόθεσμη αναθέρμανση του συνδικαλισμού και να τροφοδοτήσει ξανά με ελπίδα και όραμα τους εργαζόμενους.

 

[1] Βλ. Σπάρτακος τ. 56, Ιούνιος-Αύγουστος 2000, «Η κατάρρευση και οι σταλινογενείς φοβίες»

[2] Βλ. Σπάρτακος τ. 58, Ιανουάριος 2001, «Το λαϊκό μέτωπο στην εκδοχή του 16ου συνεδρίου.


Σπάρτακος 79, Μάης 2005

Αρχείο Σπάρτακου


https://wp.me/p6Uul6-wD

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s