Ελληνική οικονομία και προϋπολογισμός

Σπάρτακος 77, Νοέμβρης 2004


  Του Άγγελου Καλοδούκα

Είναι προφανές ότι η ελληνική οικονομία και οι προοπτικές της δεν μπορούν να εξεταστούν σε απομόνωση από το διεθνή περίγυρο. Είναι επιπλέον σαφές, ότι οι εξελίξεις στην οικονομία δεν αποτελούν το προνομιακό πεδίο μιας «ουδέτερης», τεχνοκρατικής προσέγγισης «ψυχρών» αριθμών. Οι οικονομικές εξελίξεις επηρεάζουν καθοριστικά τη ζωή εκατομμυρίων εργαζομένων, ενώ αποτελούν ταυτόχρονα, το αποτέλεσμα της ταξικής πάλης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Το άρθρο που ακολουθεί θα προσπαθήσει να καταγράψει τόσο την «αντικειμενική» πορεία της οικονομίας, όσο και την επίπτωσή της στους εργαζόμενους και, συνακόλουθα, τα «καθήκοντα» που αυτοί καλούνται να επωμισθούν.

  1. I. Το διεθνές περιβάλλον

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των οικονομολόγων και των διεθνών οργανισμών οι προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας, στο άμεσο μέλλον, διαγράφονται ιδιαίτερα θετικές. Κατά δε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, υφίστανται σήμερα «οι καλύτερες προοπτικές για την ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας την τελευταία εικοσαετία». Πράγματι αν δούμε την πορεία της οικονομίας το 2003, το 2004, και τις προβλέψεις γιο το 2005, οι αριθμοί ευημερούν:[1]

2003    2004    2005

ΗΠΑ                3,1       4,2       3,2

Ιαπωνία           2,7       3,4       2,3

Κίνα                9,1       8,7       8,1

Ευρωζώνη       0,4       1,7       2,3

Ωστόσο, θα πρέπει κανείς να λάβει υπ’ όψη του δύο γεγονότα:

Πρώτον, επειδή ακριβώς οικονομολόγοι (στην πλειοψηφία τους) και διεθνείς οργανισμοί δεν είναι καθόλου «ουδέτεροι» (αντίθετα μάλιστα, εκφράζουν την επιθυμία και τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης), γι’ αυτό ακριβώς το λόγο οι οικονομικές προβλέψεις είναι διαβόητες για τις πολλές αστοχίες τους. Το 2001, για παράδειγμα, προβλεπόταν «ισχυρή ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας» και ακολούθησε μια παρατεταμένη οικονομική ύφεση που διάρκεσε μέχρι την (ισχυρή) ανάκαμψη του τελευταίου τριμήνου του 2003.  Επιπλέον, οι αριθμοί μπορεί να ευημερούν αλλά οι εργαζόμενοι να δυστυχούν. Αυτό συνέβη στις ΗΠΑ, όπου παρά την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη της δεκαετίας του 1990, αυξήθηκαν κατακόρυφα όσοι διαβιούν κάτω από το όριο φτώχιας, οι ώρες εργασίας αυξήθηκαν, η μερική (και ανασφάλιστη) εργασία γνώρισε αλματώδη ανάπτυξη.

Δεύτερον, παρά τις αισιόδοξες προβλέψεις, σχεδόν όλοι συμφωνούν ότι η πορεία της παγκόσμιας οικονομίας φέρει το φορτίο μεγάλων ανισορροπιών, που έχουν συσσωρευτεί την τελευταία δεκαετία, και απειλούν να ναρκοθετήσουν την πορεία της. Γι’ αυτό το λόγο, τα αισιόδοξα σενάρια συνοδεύονται από πολλές αβέβαιες μεταβλητές και οι προβλέψεις διαρκώς τροποποιούνται.

Ναρκοθετημένη πορεία

Οι ΗΠΑ εμφανίζονται, εν δυνάμει, ως ο «μεγάλος ασθενής», πράγμα εξαιρετικά κρίσιμο από τη στιγμή που οι ΗΠΑ εξακολουθούν να αποτελούν την «ατμομηχανή» της παγκόσμιας οικονομίας. Το 2004 το δημοσιονομικό έλλειμμα θα υπερβεί το 5% του ΑΕΠ, ενώ υπάρχουν προβλέψεις ότι τα επόμενα έτη μπορεί να προσεγγίσει το 7%.  Οι ΗΠΑ πρέπει να εισάγουν πάνω από 500 δισ. δολάρια το χρόνο (άμεσες επενδύσεις από το εξωτερικό, αγορές μετοχών της Wall Street και αγορές κρατικών ομολόγων από αλλοδαπούς, κ.λπ.) για να καλύψουν το έλλειμμα αυτό (τη στιγμή που ήδη οι ΗΠΑ είναι η πλέον υπερχρεωμένη χώρα του πλανήτη). Το έλλειμμα δεν θα είναι για πολύ «διατηρήσιμο» ενώ επιπλέον απειλεί:

  1. i) Διολίσθηση (ενδεχομένως ανεξέλεγκτη) του δολαρίου έναντι των άλλων ισχυρών νομισμάτων με αποτέλεσμα να απειλείται συναλλαγματικός «πόλεμος». Στο άμεσο στόχαστρο των ΗΠΑ (με απειλές για οικονομικές κυρώσεις) βρίσκεται η Κίνα (που έχει τεράστια εμπορικά πλεονάσματα με τις ΗΠΑ) η οποία έχει «κλειδώσει» το νόμισμά της (το γουαν) σε πολύ χαμηλή ισοτιμία (κατά την άποψη των ΗΠΑ) με το δολάριο.
  2. ii) Ο κίνδυνος εμπορικών δασμολογικών «πολέμων» διαρκώς πλανάται ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ε.Ε. (δασμοί σε αγροτικά προϊόντα, τον χάλυβα, τεχνολογικά προϊόντα κ.λπ.) και εναλλάσσονται διαρκώς εκβιασμοί, απειλές και (επίφοβοι) συμβιβασμοί. Αν το ράλι του ευρώ συνεχιστεί (υπάρχουν προβλέψεις που ανεβάζουν την ισοτιμία του ευρώ με το δολάριο πολύ πάνω από τα 1,30 δολάρια) ο κίνδυνος αυτός θα αυξηθεί, συμβάλλοντας στην αβεβαιότητα της πορείας της παγκόσμιας οικονομίας.

Ασφαλώς στα προβλήματα της αμερικανικής οικονομίας θα πρέπει να προστεθεί ο υπερδανεισμός, τόσο των επιχειρήσεων όσο και των νοικοκυριών. Η αποταμίευση στις ΗΠΑ σήμερα είναι κατώτερη του 2% του διαθέσιμου εισοδήματος ενώ ο συνολικός δανεισμός υπερβαίνει το 100% του ΑΕΠ. Αυτό θα έχει σίγουρα επίπτωση στην κατανάλωση που συμβάλει κατά τα 2/3 στην ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας.

Η Κίνα (της οποίας η συμβολή στην παγκόσμια ανάπτυξη έχει γίνει σημαντική τα τελευταία χρόνια, κυρίως λόγω του όγκου των ξένων άμεσων επενδύσεων που δέχεται) αποτελεί το δεύτερο αστάθμητο παράγοντα. Υπάρχει άμεσος κίνδυνος «υπερθέρμανσης» της οικονομίας και οι προσπάθειες του καθεστώτος να περιορίσει την οικονομική ανάπτυξη στο 7-8% έχουν αποτύχει έως τώρα. Η «υπερθέρμανση» έχει σαν αποτέλεσμα ελλείψεις πρώτων υλών και ενέργειας ενώ υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι παραγωγικοί κλάδοι ήδη πάσχουν από υπερπαραγωγή.

Η είσοδος της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ) ανοίγει νέες προκλήσεις για την κινεζική οικονομία και η προσαρμογή δεν θα είναι εύκολη υπόθεση. Οι εξωτερικοί δασμοί που επιβάλει η χώρα θα πρέπει να μειωθούν δραστικά στα επόμενα (λίγα) χρόνια και οι συνέπειες πάνω στην οικονομίας της θα είναι μεγάλες (μέχρι τώρα η εσωτερική της αγορά ήταν δασμολογικά προστατευμένη).

Έσχατο αλλά όχι τελευταίο: οι σαρωτικές αποκρατικοποιήσεις των τελευταίων ετών έχουν σαν αποτέλεσμα να ελλοχεύει ο κίνδυνος της κοινωνικής αναταραχής τόσο στις πόλεις όσο και στην ύπαιθρο. Οι κοινωνικές ανισότητες έχουν γίνει χαώδεις. Μόνο από το κλείσιμο κρατικών επιχειρήσεων από το 1998 έχουν απολυθεί περίπου 30 εκατομμύρια εργαζόμενοι…

Η ιαπωνική οικονομία μοιάζει να έχει αφυπνιστεί από το δεκαετή λήθαργο (μετά από το «σκάσιμο» της χρηματιστηριακής φούσκας της δεκαετίας του 1980). Ωστόσο είναι ακόμα νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα (η οικονομία της εξακολουθεί να πλήττεται από αποπληθωρισμό και τα επιτόκια εξακολουθούν να είναι μηδενικά). Επιπλέον, η ιαπωνική ανάκαμψη στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην πρόβλεψη ότι η κατανάλωση στις ΗΠΑ θα εξακολουθήσει να είναι ισχυρή (ώστε να απορροφά ιαπωνικά προϊόντα) και ότι η «αποθέρμανση» της κινεζικής οικονομίας δεν θα είναι απότομη (στην οποία οι ιαπωνικές επενδύσεις είναι μεγάλες ενώ η Ιαπωνία διατηρεί με την Κίνα μεγάλο εμπορικό πλεόνασμα). Συνεπώς, η συνέχιση της ανάπτυξης στην Ιαπωνία αποτελεί ένα ερωτηματικό.

Η συμβολή της Ε.Ε. στην παγκόσμια ανάπτυξη εξακολουθεί να είναι πενιχρή, πράγμα που από μόνο του θέτει όρια στην προβλεπόμενη παγκόσμια ανάπτυξη (μιας και η Ε.Ε. αποτελεί μια από τις τρεις πιο αναπτυγμένες περιοχές του πλανήτη, μαζί με ΗΠΑ – Ιαπωνία).  Από το 0,4% του 2003 αναμένεται ανάπτυξη («με το ζόρι») 2,3% το 2005. Επιπλέον η ανάπτυξη αυτή στηρίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος στις προσδοκίες για αύξηση των εξαγωγών και όχι στην εσωτερική δυναμική (κύριο παράδειγμα αποτελεί η «ατμομηχανή» της Ε.Ε., η Γερμανία, η ανάπτυξη της οποίας και καχεκτική είναι και στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις εξαγωγές).

Στην αβεβαιότητα για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας συμβάλουν και δευτερεύοντες (;) παράγοντες όπως είναι η τιμή του πετρελαίου. Υπολογίζεται, για παράδειγμα, ότι η αυξημένη τιμή του πετρελαίου θα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της οικονομικής ανάπτυξης της Γαλλίας κατά 0,5%.

Συμπερασματικά:

  1. I) Η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να πλήττεται από την κρίση υπερπαραγωγής και υπερσυσσώρευσης (χαρακτηριστικό παράδειγμα η υπερπαραγωγή αυτοκινήτων και προϊόντων υψηλής τεχνολογίας).
  2. II) Ακόμα και αν είναι δεδομένο ότι η παγκόσμια οικονομία έχει εξέλθει από τον προηγούμενο υφεσιακό κύκλο (2001- τέλη 2003) η ανάπτυξη θα είναι αβέβαιη, ναρκοθετημένη από πολλές ανισορροπίες (που περιγράψαμε προηγουμένως). Η αβεβαιότητα αυτή καταγράφεται ανάγλυφα στην πορεία των διεθνών χρηματιστηρίων (κυρίως τηςWall Street) που εμφανίζουν πορεία καρδιογραφήματος. Επίσης από τις ανακοινώσεις μειούμενων κερδών και πωλήσεων από τις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες (εν μέσω αισιόδοξων προβλέψεων από τους διεθνούς οργανισμούς!).

III) Η ανάπτυξη αυτή (παγκόσμια πρωτοτυπία!) συνδυάζεται με τη χαμηλή δημιουργία νέων θέσεων εργασίας ή (ακόμα χειρότερα) με αύξηση της ανεργίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Κίνα που παρά τη θυελλώδη (για τα σημερινά δεδομένα) οικονομική ανάπτυξη η ανεργία μετριέται με δεκάδες εκατομμύρια ανέργους. Στις ΗΠΑ ενώ η απασχόληση αυξανόταν σε κάθε προηγούμενο αναπτυξιακό κύκλο με 200.000 νέες θέσεις εργασίας το μήνα, σήμερα βρίσκεται καθηλωμένη σε επίπεδα κάτω των 50.000.

Επίθεση στους εργαζόμενους

Η αβεβαιότητα και οι αντιφάσεις στην πορεία της οικονομίας έχουν οδηγήσει σε δυο αλληλοτροφοδοτούμενες εξελίξεις:

Πρώτον, έκρηξη των απολύσεων για τη διατήρηση του επιπέδου κερδοφορίας των εταιρειών (η πρόσφατη περικοπή 12.000 θέσεων εργασίας από την General Motors αποτελεί ένα ακόμα επεισόδιο στο γαϊτανάκι των απολύσεων που παρατηρείται σ’ όλες τις αναπτυγμένες χώρες).

Δεύτερον, νέο οξυμένο γύρω επιθέσεων (στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο από την εποχή της Θάτσερ και του Ρέιγκαν) ενάντια στα εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων. Παντού στις κυβερνητικές ατζέντες βρίσκονται η προώθηση των «ελαστικών σχέσεων εργασίας» (μερική απασχόληση – αύξηση των ωρών εργασίας), ασφαλιστικό-συνταξιοδοτικό (αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης – μικρότερες συντάξεις), κατεδάφιση του «κοινωνικού κράτους». Στην Ε.Ε. οι επιθέσεις αυτές έχουν λάβει μορφή χιονοστιβάδας: άνοιγμα του ασφαλιστικού σε Γαλλία – Ιταλία, «μεταρρυθμίσεις Σρέντερ στη Γερμανία (ατζέντα 2010).

  1. Η ελληνική οικονομία

 Η γενική εικόνα

Η στατιστική εικόνα του ελληνικού καπιταλισμού εμφανίζεται εξαιρετική.[2] Πράγματι:

– Την τελευταία οκταετία είχαμε συνολική αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ κατά 40% έναντι μέσου όρου της Ε.Ε.-15 μόλις 20%.

– Ανοδική υπήρξε η πορεία των επενδύσεων σε μηχανικό εξοπλισμό, μεταξύ 1996-2000 κατά 12,9%, ανακόπηκε το 2001-2002, επανήλθε το 2003 (17%), ενώ ο μέσος ευρωπαϊκός όρος ήταν πτωτικός (-2,5%).

– Συνολικά οι παραγωγικές επενδύσεις υπερδιπλασιάστηκαν το 2003 έναντι του 2002 (12,6% έναντι 5,7%). Παρά τα ιδεολογήματα του νεοφιλελευθερισμού, κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης αποτέλεσαν οι δημόσιες επενδύσεις: την πενταετία 1995-1999 ήταν 3,5% του ΑΕΠ, ενώ το 2000-2004 αυξήθηκαν στο 4% του ΑΕΠ.

– Το επίπεδο παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας ανέρχεται πλέον στο 88% του μέσου όρου της Ε.Ε. (στα τέλη της δεκαετίας του 1980 είχε πέσει κάτω από το 70%).

– Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ελλάδα είναι εντυπωσιακή, τη στιγμή που αυξανόταν κατά 4,1% το 2002 έναντι 1% του μέσου όρου της Ε.Ε.-15.

– Εξαιρετικής σημασίας είναι το γεγονός ότι η δυναμική της ελληνικής οικονομίας δεν εξαρτάται (τουλάχιστον με απόλυτο τρόπο) από τις κοινοτικές εισροές (από τις «δωρεάν» χρηματικές εισροές από την Ε.Ε. μέσω των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης). Η κινητήρια δύναμη της αύξησης του ΑΕΠ ήταν η αύξηση της εγχώριας ζήτησης (6,9% την περίοδο 1995-2003).

– Η εικόνα γίνεται ακόμα καλύτερη για τον ελληνικό καπιταλισμό αν συνδυαστεί με την γενικότερη αύξηση της κερδοφορίας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΙΝΕ η απόδοση του κεφαλαίου θα ανέλθει στο τέλος του 2004 σε επίπεδα υψηλότερα κατά 10% του μέσου όρου της περιόδου 1961-1973 (τότε «χρυσά χρόνια» για τον ελληνικό καπιταλισμό, αλλά και παγκόσμια).

Τα παραπάνω αντανακλούνται στους ρυθμούς ανάπτυξης του ΑΕΠ, ρυθμοί κατά πολύ ανώτεροι του μέσου ευρωπαϊκού:

2000    2001    2002    2003    2004    2005

4,4       4          3,9       4,2       4          3,3

Καταστροφολογία και πραγματικότητα

Κατόπιν όλων των παραπάνω απορεί κανείς με τα καταστροφικά σενάρια ως προς την ελληνική οικονομία. Η κυβέρνηση της Ν.Δ. προβάλει την εικόνα του ελληνικού καπιταλισμού σαν να βρίσκεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Η προφανής απάντηση είναι ότι το πράττει αυτό για να αποδεσμευτεί από τις προεκλογικές της «δεσμεύσεις» στο εκλογικό σώμα και να επιβάλει πιο εύκολα το πρόγραμμά της για σαρωτικές αποκρατικοποιήσεις.

Κατ’ αρχήν ως προς το διαβόητο «ανταγωνιστικό έλλειμμα». Πράγματι, παρατηρείται διεύρυνση των εμπορικών ελλειμμάτων, πράγμα που αποτυπώνεται και στη μείωση των εμπορικών ανταλλαγών με την Ε.Ε.-15 (όπου υπάρχει και το πλέον ανταγωνιστικό περιβάλλον) και αύξηση των εμπορικών ανταλλαγών με τις νεοεισελθέντες χώρες στην Ε.Ε. της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης. Σύμφωνα με την έκθεση του World Economic Forum (WEF) η Ελλάδα έπεσε δυο θέσεις στην παγκόσμια κατάταξη ανταγωνιστικότητας (από την 35η θέση το 2003 στην 37η το 2004).

Ωστόσο, θα πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός και να μην υποκύπτει εύκολα στην καταστροφολογία (η οποία κάθε άλλο παρά ταξικά αθώα είναι. Αντίθετα μάλιστα, έχει σαν στόχο να «σφίξουν τα ζωνάρια» των εργαζομένων):

  1. i) Οι δείκτες ανταγωνιστικότητας δεν είναι και οι πλέον αξιόπιστοι. Οι ΗΠΑ εμφανίζονται να ηγούνται (μετά την Φινλανδία) της παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας την ίδια στιγμή που έχουν τεράστια εμπορικά ελλείμματα.
  2. ii) Στην έκθεση τουWEFη Ελλάδα εμφανίζεται με μικρότερη ανταγωνιστικότητα από Εσθονία, Λιθουανία, Μάλτα, Σλοβενία, χώρες με σαφώς κατώτερο οικονομικό επίπεδο, ενώ ξεπερνά την Ιταλία (47η θέση).

iii) Το εμπορικό έλλειμμα που εμφανίζει η Ελλάδα αντανακλά επίσης και τις εισαγωγές μηχανολογικού εξοπλισμού (που δεν παράγονται εγχώρια. Όπως είδαμε οι επενδύσεις σε μηχανικό εξοπλισμό αυξάνονται σταθερά στην Ελλάδα). Ωστόσο οι εισαγωγές αυτές αποτελούν όρο για τη γενικότερη μεσοπρόθεσμη βελτίωση της ανταγωνιστικής θέσης του ελληνικού κεφαλαίου, και επομένως δεν μπορούν να προσμετρηθούν ως «παθητικό».

  1. iv) Το εμπορικό έλλειμμα αντανακλά τη διαφορά ανάπτυξης μεταξύ Ελλάδας και Ε.Ε. Όταν οι ρυθμοί ανάπτυξης της Ε.Ε. είναι πενιχροί (ενώ της ελληνικής οικονομίας συγκριτικά ισχυροί), θα παρουσιαστεί αναγκαστικά πρόβλημα απορρόφησης των ελληνικών εξαγωγών και αναζήτησης άλλων αγορών.
  2. v) Η ελληνική οικονομία επιβαρύνεται και με τεράστια εξοπλιστικά προγράμματα (2 δισ. ευρώ το χρόνο).

Ως προς το έλλειμμα του προϋπολογισμού που υπερβαίνει το όριο του 3% του Συμφώνου Σταθερότητας της Ε.Ε. Και εδώ η κατάσταση κάθε άλλο παρά τραγική είναι. Οι μισές σχεδόν από τις χώρες της Ε.Ε.-15 έχουν παραβιάσει το όριο και μάλιστα για δυο και τρία συνεχόμενα χρόνια (μεταξύ των οποίων η Γερμανία και η Γαλλία). Άλλωστε σε καιρούς οικονομικής καχεξίας οι δημόσιες δαπάνες και επενδύσεις (παρά τα νεοφιλελεύθερα δόγματα) έρχονται να αναπληρώσουν το κενό των ιδιωτικών επενδύσεων. Γι’ αυτό άλλωστε το λόγο, διεξάγεται και η συζήτηση εντός της Ε.Ε. για χαλάρωση του Συμφώνου Σταθερότητας (η οποία έχει επέλθει έτσι και αλλιώς αντικειμενικά, τη στιγμή που το παραβιάζουν οι σημαντικότερες χώρες).

Συνολικά η δημοσιονομική κατάσταση της Ελλάδας κάθε άλλο παρά τραγική είναι. Τα ίδια προβλήματα, και σε ορισμένες περιπτώσεις πολύ χειρότερα, αντιμετωπίζουν, όλες σχεδόν οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες.

«Αναγκαίες αναδιαρθρώσεις»

Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι ο ελληνικός καπιταλισμός αντιμετωπίζει και σοβαρά προβλήματα τα οποία καλείται να τα επιλύσει άμεσα. Παρά την πολύ καλή στατιστική εικόνα του ελληνικού καπιταλισμού, υπάρχουν «μαύρα σύννεφα», αντιφάσεις, ανισορροπίες, όπως και στην εικόνα της παγκόσμιας οικονομίας.

Εκτός από το ασταθές διεθνές περιβάλλον, που περιγράψαμε στην πρώτη ενότητα, και το οποίο πιέζει για «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» όλες τις αναπτυγμένες χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, στην ίδια την Ε.Ε. ο ανταγωνισμός οξύνεται.

Η είσοδος στην Ε.Ε. των νέων χωρών θα φέρει στον ελληνικό καπιταλισμό και νέες ανταγωνίστριες χώρες, αλλά και μειούμενες κοινοτικές εισροές. Από το Γ’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης η Ελλάδα έλαβε περί τα 25 δισ. ευρώ ενώ από το Δ’ ΚΠΣ υπολογίζεται να εισπράξει, «στην καλύτερη περίπτωση», 21 δισ. ευρώ. Μπορεί, όπως προαναφέραμε, η δυναμική της ελληνικής οικονομίας να μην εξαρτάται στον ίδιο βαθμό με παλιότερα από τις κοινοτικές εισροές, ωστόσο μια «χασούρα» 4 δισ. ευρώ δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη και χωρίς επιπτώσεις (ιδιαίτερα αν το διεθνές οικονομικό περιβάλλον δεν εξελιχθεί σύμφωνα με τα αισιόδοξα σενάρια). Πολύ περισσότερο, που παρά τις υπεραισιόδοξες «προβλέψεις» της κυβέρνησης, η ελληνική οικονομία θα παρουσιάσει επιβράδυνση της ανάπτυξής της, από 4% το 2004, στο 3,3% το 2005 (ενώ υπάρχουν προβλέψεις για ακόμα χειρότερα αποτελέσματα).

Επιπρόσθετα, η (συμφωνημένη από την πλειοψηφία των κρατών-μελών της Ε.Ε.) χαλάρωση του Συμφώνου Σταθερότητας δεν προοιωνίζει ευχάριστες εξελίξεις για τους Έλληνες καπιταλιστές. Η κατεύθυνση είναι χαλάρωση μεν ως προς τα δημοσιονομικά ελλείμματα, αλλά σκλήρυνση ως προς το συνολικό δημόσιο χρέος. Και στον τομέα αυτό ο ελληνικός καπιταλισμός έχει σοβαρό πρόβλημα: το δημόσιο χρέος βρίσκεται στο 111,9% του ΑΕΠ (η Συνθήκη του Μάαστριχτ προβλέπει όριο το 60%).

Σ’ ένα διεθνές περιβάλλον όπου ο ανταγωνισμός οξύνεται, ο ελληνικός καπιταλισμός είναι υποχρεωμένος τις επιτυχίες του παρόντος να τις εξασφαλίσει με επιπρόσθετα μέτρα βελτίωσης της θέσης του.

Σύμφωνα με την έκθεση του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ το «υπαρκτό πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας» δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί με επιπλέον μείωση των εργατικών μισθών, από τη στιγμή που το εργατικό κόστος στην Ελλάδα είναι 10% χαμηλότερο της Πορτογαλίας (της τελευταίας οικονομίας της Ε.Ε.-15). Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μπορεί να επέλθει μόνο «από βελτίωση της ποιότητας, ανάπτυξη της έρευνας, επιδίωξη ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων εκτός της τιμής των προϊόντων».

Ωστόσο, τα παραπάνω εύκολα λέγονται ενώ στην πράξη δεν σημαίνουν και πολλά πράγματα. Ο «εκσυγχρονισμός» του κεφαλαίου δεν είναι ζήτημα ουδέτερο, τεχνοκρατικό. Προϋποθέτει συγκρούσεις τόσο «από τα πάνω» όσο και «από τα κάτω». Οι συγχωνεύσεις επιχειρήσεων, για παράδειγμα, (για να μειωθεί το λειτουργικό κόστος, να δημιουργηθούν μεγαλύτερες μονάδες για έρευνα και πιο ανταγωνιστικά προϊόντα), προϋποθέτουν συγκρούσεις επιχειρηματικών συμφερόντων (οι διαβόητοι πλέον «νταβατζήδες), όσο και απολύσεις «πλεονάζοντος προσωπικού» και επομένως συγκρούσεις με τους εργαζόμενους.

Οι διαδικασίες «εκσυγχρονισμού» θέλουν χρόνο, ενώ οι ανάγκες της άρχουσας τάξης είναι άμεσες και πιεστικές. Ο ελληνικός καπιταλισμός έχει σχεδόν διπλάσιο πληθωρισμό σε σχέση με το μέσο όρο της Ε.Ε.-15, πράγμα που διαβρώνει την ανταγωνιστικότητά του (καθιστώντας τις ελληνικές εξαγωγές πιο  ακριβές). Μεγάλο μέρος του πληθωρισμού οφείλεται στο (πραγματικό) γεγονός ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις πωλούν τα προϊόντα τους σε «τσιμπημένες» τιμές στην εγχώρια αγορά για να αυξήσουν τα περιθώρια κέρδους τους. Ωστόσο το να προτείνει η ΓΣΕΕ «επιδίωξη ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων εκτός της τιμής των προϊόντων» αποτελεί ευχολόγιο που δεν λύνει το άμεσο πρόβλημα των ελλήνων καπιταλιστών. Άμεσα μπορούν να συνεχίσουν να διευρύνουν το ποσοστό κέρδους συμπιέζοντας το εργατικό εισόδημα (όπως το έπραξαν τόσες φορές στο παρελθόν, διευρύνοντας τα κέρδη τους και «κερδίζοντας χρόνο» για να εκσυγχρονίσουν το παραγωγικό τους δυναμικό). Δεν υπάρχει όριο στη συμπίεση του εργατικού κόστους (παρά το ότι «το εργατικό κόστος στην Ελλάδα είναι 10% χαμηλότερο της Πορτογαλίας»), εκτός μόνο από ένα: την αντίσταση και πάλη του εργατικού κινήματος.

Συνεπώς για το κεφάλαιο είναι απολύτως φυσιολογικό και αναγκαίο το κόστος των (μακροπρόθεσμων) «αναδιαρθρώσεων» να το φορτωθούν οι εργαζόμενοι. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, τόσο ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, Γκαργκάνας, όσο και ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Κυριακόπουλος, πιέζουν την κυβέρνηση να ανοίξει «εδώ και τώρα» το ασφαλιστικό, να προωθήσει τις «ελαστικές θέσεις εργασίας», να επιβληθεί το «διευθυντικό δικαίωμα» που δίνει το δικαίωμα στα αφεντικά να αυξομειώνουν τον ημερήσιο χρόνο εργασίας, να προχωρήσει σε σαρωτικές αποκρατικοποιήσεις.

Ο προϋπολογισμός

Το δίλημμα (που ταλανίζει πολιτικούς σχολιαστές αλλά και την Αριστερά) αν η κυβέρνηση θα επιλέξει ανάμεσα στη «βίαιη προσαρμογή» (ακολουθώντας το «παράδειγμα» της κυβέρνησης Μητσοτάκη του 1990-93) ή την «ήπια προσαρμογή» (όπως η ίδια διατείνεται- μια πολιτική που από πολλούς περιγράφεται «συνέχιση της πολιτικής Σημίτη»), αποτελεί στην πραγματικότητα ψευδοπρόβλημα.

Ο τελικός παράγοντας που θα είναι καθοριστικός για την εφαρμογή της «σκληρής» ή «ήπιας» γραμμής θα είναι ο συνδυασμός αφ’ ενός πόσο θα έχουν γίνει πιεστικές οι ανάγκες των καπιταλιστών και αφ’ ετέρου της ταξικής πάλης. Δηλαδή, κατά πόσο οι αντιστάσεις του εργατικού κινήματος θα «φρενάρουν» ή θα διευκολύνουν τις έτσι και αλλιώς αναγκαίες για το κεφάλαιο αναδιαρθρώσεις. Επιπλέον, το «δίλημμα» τείνει να αποκρύψει την πραγματικότητα: η επιδείνωση του οικονομικού κλήματος αλλά και των συνθηκών διαβίωσης και απασχόλησης των εργαζομένων έχουν λάβει τέτοια έκταση, που «ήπια» ή «βίαιη προσαρμογή» αποτελούν την ίδια κατά μέτωπο επίθεση στους εργαζόμενους.

Το γεγονός ότι η κυβέρνηση προετοιμάζει επίθεση ενάντια στους εργαζόμενους φάνηκε ξεκάθαρα στη διαχείριση της διαβόητης «απογραφής» της οικονομίας. Δεν δίστασε να παρουσιάσει στην έκθεσή της προς την Ε.Ε. με τα μελανότερα χρώματα την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας (προκαλώντας ακόμα και την αντίδραση του ΣΕΒ), με προφανή στόχο να δικαιολογήσει την εφαρμογή πολιτικής λιτότητας.

Τα παραπάνω καταγράφονται στο προσχέδιο προϋπολογισμού που έχει καταθέσει η κυβέρνηση. Παρά τη ρητορεία για «ήπια προσαρμογή», πρόκειται ασφαλώς για προϋπολογισμό λιτότητας.

– Θέτει υπερβολικούς και υπεραισιόδοξους στόχους. Προβλέπει ανάπτυξη 3,9% για το 2005, ενώ η Ε.Ε. προβλέπει 3,3%.

– Προβλέπει αύξηση των κρατικών εσόδων (κατά 7,8%) την ίδια στιγμή που οι δημόσιες επενδύσεις μειώνονται, πράγμα που θα επιφέρει γενικότερη οικονομική επιβράδυνση και συνεπώς μείωση των κρατικών εσόδων. Θα πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι η μείωση των δαπανών και επενδύσεων του Δημοσίου θα αυξήσει την ανεργία. Σύμφωνα με μελέτη του ΚΕΠΕ στις δυο τελευταίες δεκαετίες ελάχιστη είναι η συμβολή του ιδιωτικού τομέα στην αύξηση της απασχόλησης, με το Δημόσιο να είναι αυτό που δημιουργεί τις περισσότερες θέσεις εργασίας.[3]

– Ο προϋπολογισμός προβλέπει μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος (στο 2,8%) τη στιγμή που η οικονομική επιβράδυνση θα καταστήσει ανέφικτο και το στόχο αυτό (η Ε.Ε. προβλέπει 3,6%). Με πρόσχημα «να μην τιμωρηθεί η χώρα» από την Ε.Ε. θα χρειαστεί να παρθούν «συμπληρωματικά μέτρα» (διάβαζε περικοπές).

Ασφαλώς και ο κατατεθείς προϋπολογισμός δεν «περιγράφει» μια ανοικτά σκληρή πολιτική λιτότητας και άμεσων επιθέσεων κατά των εργαζομένων. Ο πρωθυπουργός έχει δηλώσει ότι η κυβέρνηση δεν θα ανοίξει το ασφαλιστικό μέχρι το 2005. Αλλά αυτό είναι φυσικό. Οι κυβερνητικοί προϋπολογισμοί δεν αποτελούν «ασκήσεις επί χάρτου» αλλά άσκηση πραγματικής πολιτικής. Πολλές φορές οι στόχοι τους έχουν αποδειχθεί ανέφικτοι και έχουν τροποποιηθεί στην πορεία εκτέλεσής τους. Στην πραγματικότητα ένας προϋπολογισμός αποτελεί κατάθεση γενικών στόχων και προθέσεων που έχουν αποδέκτες τόσο το κεφάλαιο όσο και τους εργαζόμενους. Με άλλα λόγια η επίτευξή τους εξαρτάται κρίσιμα από την ταξική πάλη. Αν, για παράδειγμα, γίνει αποδεκτή (ή συναντήσει μικρές αντιστάσεις) από το εργατικό κίνημα η λογική της κυβέρνησης μέσω του προϋπολογισμού που κατέθεσε, περί «συμμαζέματος των δημόσιων οικονομικών» μέσω περικοπών στις δημόσιες δαπάνες και επενδύσεις, ανοίγει η πόρτα για μαζικές αποκρατικοποιήσεις και παγώματα μισθών. Εν ολίγοις, ο προϋπολογισμός είναι ένα «μέτρημα» των συσχετισμών δύναμης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία: αν το εργατικό κίνημα επιδείξει αδυναμία, τότε θα παρουσιαστούν επιπρόσθετα μέτρα για να καλυφθούν οι «μαύρες τρύπες» της «εθνικής οικονομίας».

Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο πραγματοποιείται και η κυβερνητική διγλωσσία: υπουργοί που «ανοίγουν» το ασφαλιστικό και υπουργοί που το «κλείνουν». Σε κάθε περίπτωση, με πρόσχημα την υστέρηση της επίτευξης των στόχων του προϋπολογισμού, η κυβέρνηση έχει ήδη εξαγγείλει διάφορα σενάρια σαρωτικών αποκρατικοποιήσεων: έχουν προαναγγελθεί αποκρατικοποιήσεις στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, νέα πακέτα για ΟΤΕ, ΔΕΗ, ΔΕΠΑ, ΕΥΔΑΠ, ΟΛΠ-ΟΛΘ, ΟΠΑΠ, ΕΒΟ, Εμπορική Τράπεζα. Το Δημόσιο προσδοκά έσοδα ύψους 6-7 δισ. ευρώ τη διετία 2005-2006.

Οι προγραμματισμένες αυτές επιθέσεις θα συμβάλλουν στην επιδείνωση μιας (ούτως ή άλλως) καθόλου ευνοϊκής κατάστασης για τους εργαζόμενους. Οι είκοσι σπουδαιότερες επιχειρήσεις του Χρηματιστηρίου Αθηνών, για την ενίσχυση της κερδοφορίας τους, προχώρησαν την τελευταία τριετία σε μείωση του προσωπικού τους κατά 3,5%. Το γενικό αυτό ποσοστό, ωστόσο, δεν αποκαλύπτει ολόκληρη την αλήθεια. Στην πραγματικότητα, οι μειώσεις προσωπικού ήταν πολύ μεγαλύτερες σε επιχειρήσεις με πολυάριθμο εργατικό προσωπικό. Έτσι οι μειώσεις ήταν: ΟΤΕ (-11%), ΔΕΗ (-8,6%), ΕΛΠΕ (-4,8%), Τιτάν (-5,1%), Alfa Bank (-9,7%).[4]  Ο ΟΤΕ προγραμματίζει μείωση των εργαζομένων κατά 40% (!), να αποχωρήσουν με «εθελούσια έξοδο» 6.000 εργαζόμενοι από τους 16.816. Η Εθνική Τράπεζα προγραμματίζει με τον ίδιο τρόπο μείωση του 10% του υφιστάμενου αριθμού υπαλλήλων της.

Οι απολύσεις συμβαίνουν τη στιγμή που τα κέρδη του κεφαλαίου εκτοξεύονται. Σύμφωνα με έρευνα της ICAP τα κέρδη στη βιομηχανία την προηγούμενη διετία αυξάνονταν με το ρυθμό του 9,6%, ενώ του εμπορικού κλάδου κατά 33,1% (!).[5] Και αυτά όπως φαίνεται δεν αρκούν: Η κυβέρνηση πέρασε νόμο στη βουλή, στις 21/10/2004, ο οποίος χαρίζει τουλάχιστον 150 δισ. δρχ. σε φοροφυγάδες μεγαλοκεφαλαιούχους.

Την ίδια στιγμή το ποσοστό ανεργίας κινείται επίσημα στο 11,2% (523.800 άτομα, εκ των οποίων το 50,1% είναι μακροχρόνια άνεργοι- πάνω από 12 μήνες) ενώ το ποσοστό όσων διαβιούν «κάτω από το όριο» της φτώχιας (εισόδημα μέχρι 4.800 ευρώ το χρόνο) έχει εκτοξευθεί στο 21% του πληθυσμού. Κάτω από αυτές τις συνθήκες καθόλου τυχαία, τα καταναλωτικά δάνεια έχουν εκτοξευθεί στο 30,4% του ΑΕΠ, ενώ ο αριθμός των δανειοληπτών που αδυνατούν να αποπληρώσουν τα δάνειά τους διαρκώς πληθαίνει (έφτασαν το 8,3%).

Συνεπώς, η στάση που θα τηρήσει το οργανωμένο εργατικό κίνημα την αμέσως επόμενη περίοδο θα είναι κρίσιμης σημασίας. Αν το συνδικαλιστικό κίνημα αποδεχθεί ότι οι «εθελούσιες έξοδοι» αποτελούν απλώς «πρόωρη συνταξιοδότηση» και όχι απολύσεις, ανοίγει κερκόπορτες: ανοίγει προοπτικές για αποδοχή μειωμένων συντάξεων ενώ η επιβάρυνση των ασφαλιστικών ταμείων θα επιδεινώσει την οικονομική τους κατάσταση ανοίγοντας το δρόμο για την «εξυγίανσή» τους (απλοελληνικά, για περικοπές και αυξήσεις ορίων συνταξιοδότησης). Οι κυβερνητικές «δεσμεύσεις» ότι τα παραπάνω δεν θα συμβούν αποτελούν ακάλυπτες επιταγές. Το Δημόσιο οφείλει προς το ΙΚΑ 3,8 δισ. ευρώ για τα οποία δεν υπάρχει ακριβής πρόβλεψη αποπληρωμής, ενώ οι οφειλές των επιχειρήσεων προς το ΙΚΑ ξεπερνούν τα 2 δισ. ευρώ (στο ποσό δεν συμπεριλαμβάνεται η ανασφάλιστη «μαύρη εργασία»).

Η πάλη για τη νομιμοποίηση των συμβασιούχων (250.000 εργαζόμενοι) αποτελεί κρίσιμη μάχη στην πάλη ενάντια στην ανεργία. Η μάχη για τη νομιμοποίηση των μεταναστών αποτελεί όχι μόνο αντιρατσιστικό καθήκον, αλλά και όρο για την εξυγίανση των ασφαλιστικών ταμείων με τους όρους του εργατικού κινήματος. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας η νομιμοποίηση μεταναστών θα εξασφάλιζε τους ασφαλιστικούς πόρους «για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα».[6]

Η πάλη για αυξήσεις μισθών πάνω από τον πληθωρισμό αποτελεί όρο για την αντεπίθεση του εργατικού κινήματος. Στα υπερχρεωμένα ελληνικά νοικοκυριά προστέθηκε το γεγονός ότι οι κατώτατοι μισθοί το 2004 (προβλέπεται ότι το ίδιο θα συμβεί και το 2005) αυξήθηκαν, μετά την αφαίρεση του ποσοστού του πληθωρισμού, μόλις κατά 1,47%. Σύμφωνα με το ΙΝΕ, ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας ανέρχεται πλέον στο 88% του μέσου ευρωπαϊκού όρου οι μισθοί βρίσκονται στο 83% (όχι ονομαστικά, αλλά ως αγοραστική δύναμη) ενώ ο κατώτατος μέσος μισθός στην Ελλάδα ανέρχεται στο 50% του μέσου ευρωπαϊκού όρου. Ωστόσο η απλή στατιστική προσέγγιση των μισθών δεν είναι και ο καλύτερος δρόμος για το εργατικό κίνημα. Εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι αμείβονται με μισθούς, που έστω και αν είναι ανώτεροι του κατώτατου μισθού, δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες τους. Τα 1.200 ευρώ κατώτερος μισθός το μήνα αποτελεί ένα εύλογο όριο για μια σχετικά αξιοπρεπή διαβίωση.

Αυτές οι μάχες αποτελούν μονόδρομο για το εργατικό κίνημα για να μην μετατραπεί η κατάθεση του κυβερνητικού προϋπολογισμού ο προπομπός για επιπλέον επιθέσεις στα εργασιακά δικαιώματα και το επίπεδο διαβίωσης των εργαζομένων.

[1] European Commission, Economic Forecasts, Spring 2004.

[2] Όλα τα στοιχεία από: ΙΝΕ-ΓΣΕΕ Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση, ετήσια έκθεση 2004, και από την έκθεση για την ελληνική οικονομία του ΣΕΒ για το 2003.

[3] ΚΕΠΕ (συντάκτης Λουκής Αθανασίου).

[4] Ο κόσμος του Επενδυτή, 10/10/2004.

[5] ICAP, επεξεργασία των ισολογισμών 2002-2003, παρουσίαση Ελευθεροτυπία 19/10/2004.

[6] Μ. Κοντοπυράκης, γενικός γραμματέας της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, Ελευθεροτυπία, 26/10/2004.


Σπάρτακος 77, Νοέμβρης 2004

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=2412

There is one comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s