Ενότητα και ανασύνθεση της αριστεράς

Σπάρτακος 75, Ιούλης 2004


Γύρω από τη συζήτηση για την ενότητα και την ανασύνθεση της αριστεράς

του Δημήτρη Χείλαρη

Τα αποτελέσματα των πρόσφατων ευρωεκλογών φανερώνουν ότι ένα αξιοσημείωτο ποσοστό (περίπου 2%) ψήφισε αριστερά ψηφοδέλτια (Γυναίκες, Οικολόγοι-πράσινοι, ΜΛ-ΚΚΕ, ΜΕΡΑ και Αντικαπιταλιστική συμμαχία) πέρα των δύο κυρίαρχων ρεφορμιστικών κομμάτων ΚΚΕ και ΣΥΝ. Οι ψήφοι αυτοί βέβαια σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αθροιστούν πολιτικά αφού πρόκειται για πολιτικούς χώρους ανομοιογενείς που το πιθανότερο είναι ότι δεν πρόκειται ποτέ να συναντηθούν σε κάποιο κοινό πλαίσιο (ούτε καν σε κοινές δράσεις). Μαρτυρούν όμως ότι υπάρχει ένα σημαντικό ποσοστό που στέκεται αρκετά κριτικά απέναντι στις δύο βασικές εκδοχές της ελληνικής αριστεράς.

Η κοινωνική αυτή δυναμική δεν γεννήθηκε στις ευρωεκλογές. Ακόμα και στις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές η ανάλυση των ψήφων προς το ΚΚΕ και το ΣΥΡΙΖΑ έδειξε ότι ένα μεγάλο τους μέρος προερχόταν από ανθρώπους της νέας ριζοσπαστικοποίησης που γέννησε το «κίνημα των κινημάτων». Πολύ περισσότερο δεν έχουμε ανάγκη απλά τις εκλογές για να διαπιστώσουμε το αυτονόητο: η εποχή μετά το Σηάτλ έχει δημιουργήσει ένα κοινωνικό χώρο με ευήκοα ότα προς τα καλέσματα μιας ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής πρότασης. Ο «αέρας» της Γένοβα, η αισιοδοξία και οι ελπίδες που αναμόχλευσε σηματοδοτούν μια νέα κατάσταση που έφερε ξανά στο προσκήνιο τις πιο μαχητικές και ριζοσπαστικές πτέρυγες του κινήματος.

Σ’ αυτές τις συνθήκες η συζήτηση για την ανασύνθεση της αριστεράς αναβαθμίζεται· αποκτά ένα κρίσιμο χαρακτήρα για τις γενικότερες προοπτικές του κινήματος και διαμορφώνονται νέες ευκαιρίες για την αντικαπιταλιστική αριστερά. Μόνο που αυτές οι ευκαιρίες δεν είναι ισόβιες και στην επόμενη στροφή της συγκυρίας θα εξαφανιστούν. Το βασικό λοιπόν ζητούμενο είναι πως η αντικαπιταλιστική αριστερά θα μπορέσει να διαμορφώσει δεσμούς με τον κόσμο της νέας ριζοσπαστικοποίησης.

Για το χαρακτήρα της ανασύνθεσης

Η ιδέα της ανασύνθεσης τρέφεται μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες που δημιουργήθηκαν μετά την κατάρρευση του σταλινισμού, όπου δημιουργούνται νέες ανάγκες για την αναζωογόνηση του εργατικού κινήματος, νέοι όροι για την αναζήτηση των σημείων ενότητας μεταξύ των επαναστατικών ρευμάτων και νέες ευκαιρίες για προσέγγιση της βάσης των ρεφορμιστικών κομμάτων των οποίων ο ιστορικός τους ρόλος περνάει κρίση. Δεν σημαίνει όμως ότι η επαναστατική στρατηγική εγκαταλείπεται, ούτε ότι τα βασικά ζητήματα της ιδεολογικής αντιπαράθεσης υποβαθμίζονται. Η ανασύνθεση δεν μπορεί να ξεπεράσει το κλασσικό ερώτημα «επανάσταση ή μεταρρύθμιση». Ή με άλλα λόγια το τι απάντηση δίνει κάποιος στο ερώτημα αυτό καθορίζει και τι είδους ανασύνθεση επιδιώκει. Είναι καθαρό ότι αν κάποιος απαντάει «επανάσταση» τότε η «ανασύνθεση» που επιδιώκει στοχεύει κυρίως στην δημιουργία πιο ευνοϊκών όρων για τον κοινωνικό μετασχηματισμό και την ανάπτυξη των επαναστατικών ιδεών. Και βέβαια κάτι τέτοιο απαιτεί μια σωστή και ρεαλιστική ανάγνωση της περιόδου, των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων και του επιπέδου της ταξικής πάλης· των δυσκολιών που αντιμετωπίζεις και των ευκαιριών που έχεις.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η «ανασύνθεση» δεν μπορεί να ιδωθεί ως ένα μοντέλο που εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τις ιδιαίτερες συνθήκες. Μια τέτοια θεωρητικοποίηση και μοντελοποίηση της ιδέας της ανασύνθεσης εκφράζουν οι σ. του δελτίου «Το Κόκκινο»: «Για μας η ανασύνθεση δεν έχει νόημα παρά μόνο σαν πεδίο συνάντησης, κοινής δράσης, διαλόγου και αντιπαράθεσης της επαναστατικής και κινηματικής Αριστεράς με κομμάτια του ρεφορμισμού».(1) Είναι βασικό ζήτημα για μια επαναστατική πολιτική να προσπαθεί να έρθει σε επαφή με τη βάση των ρεφορμιστικών κομμάτων χωρίς να δημιουργεί υγειονομικές ζώνες πολιτικής καθαρότητας. Είναι όμως εξίσου λάθος να επιδιώκεις την πολιτική ενότητα μαζί τους «με το ζόρι» επειδή μια θεωρητική σύλληψη σε οδηγεί προς τα εκεί. Στην Γαλλία, π.χ. η ανάπτυξη της επαναστατικής αριστεράς ήρθε ακριβώς στη βάση μιας σαφούς διαχωριστικής και διακριτικής πολιτικής γραμμής με το ρεφορμισμό ενώ σε άλλες χώρες η οικοδόμηση ενός επαναστατικού σχεδίου περνάει μέσα από συστηματική παρέμβαση εντός μαζικών ρεφορμιστικών κόμμάτων (π.χ. Ιταλία).

Οι συγκεκριμένοι σύντροφοι τονίζουν -πολύ σωστά- την ανάγκη εμφάνισης μιας μαζικής διαχωριστικής γραμμής απέναντι στο νεοφιλελευθερισμό, τον πόλεμο και το ρατσισμό. Είναι όμως λάθος ότι αυτό περνάει μέσα (και) από το ΣΥΡΙµΑ. Η εμπειρία έδειξε ότι όπου υπήρχαν μαζικές αντιστάσεις απέναντι στο νεοφιλελευθερισμό και τον πόλεμο (απεργία για το ασφαλιστικό και αντιπολεμικές διαδηλώσεις) συσπείρωσαν κόσμο από τα συνδικάτα, από τα σχολεία και τις γειτονιές που ξεπερνάνε κατά πολύ και ποσοτικά και ποιοτικά το ΣΥΡΙµΑ και τον πολιτικό του περίγυρο. Αν υπάρχει ένα εργαλείο που μπορεί -έστω και δυνητικά- να αποτελέσει έκφραση αυτής της «μαζικής διαχωριστικής γραμμής» αυτό είναι το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ· στο βαθμό που θα παραμένει κινηματικό, θα εμπλακεί με τον κόσμο των συνδικάτων και θα συμπεριλάβει στην ατζέντα του τους αγώνες ενάντια στην κυβέρνηση της δεξιάς. Μέχρι στιγμής το έχει καταφέρει με ένα μερικό τρόπο και παροδικά. Η άποψη ότι το Φόρουμ έχει πολιτικό ισοδύναμο το ΣΥΡΙµΑ φρενάρει την ανάγκη για διεύρυνση του κοινωνικού του μετώπου. Το ταυτίζει με ένα συγκεκριμένο πολιτικό χώρο και αντικειμενικά το περιορίζει, δίνοντας επιχειρήματα σ’ όλους αυτούς που προσπάθησαν να το παρουσιάσουν ως πρωτοβουλία του ΣΥΝ. Η «μαζική διαχωριστική γραμμή» μικραίνει και μετατρέπεται σε ένα άτυπο «πολιτικό μέτωπο».

Στην Ελλάδα πρέπει να θέσουμε το ερώτημα αν με τα υφιστάμενα ρεφορμιστικά κόμματα υπάρχει η δυνατότητα να επιδιώξουμε πέρα από την κοινή δράση (που είναι αυτονόητη, όπως και ο διάλογος και η αντιπαράθεση) και μια συμμαχία που να βασίζεται σε πολιτικές συμφωνίες. Στο ερώτημα αυτό πολώνονται τα πράγματα, αφού διάφορες οργανώσεις της ριζοσπαστικής/επαναστατικής αριστεράς θεωρούν ότι με το ΣΥΝ είναι εφικτή μια τέτοια εξέλιξη και τη δοκίμασαν με το ΣΥΡΙΖΑ.

Καλλιεργείται μια αντίληψη ότι ο ΣΥΝ μπορεί να αποτελέσει μια ελληνική εκδοχή της Rifondazione και παράλληλα ευδοκιμούν μια σειρά αυταπατών και βολονταριστικών εκτιμήσεων για το χαρακτήρα του. Όμως οι σύντροφοι υποτιμούν το γεγονός ότι ο ΣΥΝ αποτελεί κυρίως ένα κόμμα στελεχών και εκλογικής διάστασης, με μικρή οργανωμένη βάση και χωρίς μεγάλο ρίζωμα σε κοινωνικούς χώρους. Οι όποιες εξελίξεις στο κόμμα αυτό περνάνε μέσα από τις συγκρούσεις και τις αντιπαραθέσεις γραμμών σε επίπεδο ηγεσίας. Το στοιχείο αυτό παραμένει κρίσιμο και καθιστά απαγορευτική μια ανασύνθεση μαζί του ακόμα κι αν δεν υπάρχουν οι αυταπάτες για την «αυτομεταρρύθμισή» του.

Πολλοί/ές σύντροφοι/ισσες μέχρι σήμερα επιχειρηματολογούσαν ότι η εμπλοκή του ΣΥΝ στα κινήματα τον έχει οδηγήσει στην υιοθέτηση πιο αριστερών θέσεων όπου είναι δυνατή μια συμφωνία στη βάση της απόρριψης της κεντροαριστεράς. Τα σενάρια «προεδρολογιάς» γύρω από τον Κωνσταντόπουλο, η συνάντηση με το Τσοχατζόπουλο, η επικράτηση της δεξιάς Ανανεωτικής Τάσης (που μιλάει ανοιχτά για τη συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ) στο εσωτερικό δημοψήφισμα έπεισαν ακόμα και τους πιο δύσπιστους ότι ο ΣΥΝ δεν έχει λυμένο το ζήτημα αυτό. Και δεν το είχε ποτέ λύσει. Για τα ρεφορμιστικά κόμματα η συμμετοχή σε μια κυβέρνηση δεν είναι απλά πολιτική επιλογή αλλά όρος ύπαρξης, στο βαθμό που αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως θεσμικό παίχτη του συστήματος. Είναι ανόητο να ελέγξουμε την ειλικρίνεια ή μη των λόγων και των διακηρύξεών τους. Ο Μπερτινότι στη Φλωρεντία ανακοίνωσε το τέλος του ρεφορμισμού μπροστά σε χιλιάδες κόσμου και σήμερα είναι έτοιμος να κάνει κυβέρνηση με την Ελιά. Έτσι και ο ΣΥΝ είδε τα κινήματα ως μια δεξαμενή άντλησης επιρροής και μελών. Δεν το απέτρεψε ποτέ απ’ το να κάνει στρατηγικές συμμαχίες και συμφωνίες με το ΠΑΣΟΚ στις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές και στα συνδικάτα.

Μια άλλη άποψη που εκφράζεται γύρω από την ανασύνθεση των οργανώσεων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς είναι ότι δεν αποτελούν ένα κρίσιμο μέγεθος για να προχωρήσει ένα τέτοιο εγχείρημα: «Θεωρούμε τη συγκρότηση του «μη σεχταριστικού» τμήματος της άκρας Αριστεράς σε «αντικαπιταλιστικό πόλο» ανέφικτη. Μια τέτοια προσπάθεια δεν διαθέτει, στην Ελλάδα τουλάχιστον, την «κρίσιμη μάζα» οργανώσεων και ανένταχτων αγωνιστών-τριών που θα της επιτρέψουν να αποτελέσει ένα στοιχειωδώς αξιόπιστο «πολιτικό εργαλείο» μέσα στο κίνημα και να λειτουργήσει εξωτερικά ως ένα ελκυστικός πόλος για τον κόσμο της αριστεράς. Επιπλέον, μια τέτοια προσπάθεια υπόκειται στις γενικές δυσκολίες της εποχής που εκ των πραγμάτων θα την υποχρεώσουν, προκειμένου να αποδείξει τη χρησιμότητα της ιδιαίτερης συγκρότησής της, να περιορίσει τα ήδη μικρά περιθώρια κοινής δράσης της αριστεράς».(2) Είναι πραγματικότητα ότι ο αριθμός των οργανώσεων της «μη σεχταριστικής» άκρας αριστεράς είναι μικρός· δεν είναι όμως ασήμαντος. Το βασικό πρόβλημα με τις οργανώσεις της άκρας αριστεράς δεν είναι αριθμητικό, αλλά πολιτικό: η υποτίμηση της αναγκαιότητας να οικοδομηθεί ένας χώρος/πόλος αντικαπιταλιστικός που να μπορεί να αποκτήσει αναγνωρισιμότητα και να είναι ελκυστικός για τους ανθρώπους των κινημάτων. Μια ποσοτική προσέγγιση του ζητήματος της αντικαπιταλιστικής ανασύνθεσης είναι καταδικασμένη να είναι πραγματιστική και τακτικίστικη. Υποτιμάει τις πολιτικές διαφορές ως ένα δευτερεύον ζήτημα που υπόκειται στην αριθμητική του ρεαλιστικού. Ακόμα χειρότερα αρνείται να αναγνωρίσει τη δυναμική ενός τέτοιου εγχειρήματος αφού το βλέπει στατικά ως άθροισμα των οργανώσεων. Η εμπειρία έχει δείξει ότι όπου οι οργανώσεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς έδρασαν από κοινού και σε ειλικρινή βάση κατάφεραν πράγματα μεγαλύτερα του αθροίσματός τους (βλ. στο εσωτερικό του Φόρουμ) ενώ όπου κινήθηκαν με λογικές μικρομέγαλης πολιτικής δύναμης κάνοντας συμφωνίες κορυφής με τα ρεφορμιστικά κόμματα (βλ. ΣΥΡΙΖΑ) εισέπραξαν την κρίση. Ο δρόμος για να μιλήσεις και να συνεργαστείς με κόσμο εντός των ρεφορμιστικών κομμάτων δεν είναι απλά να νερώνεις την πολιτική σου (ή να βρίσκεις τους μέσους όρους) και να κάνεις κεντρικές συμφωνίες με τις ηγεσίες τους. Η ύπαρξη ενός πόλου αντικαπιταλιστικού, ανοιχτού και δημοκρατικού, που εφαρμόζει την πολιτική του ενιαίου μετώπου μπορεί να αποτελέσει ένα υπαρκτό παράδειγμα και σημείο αναφοράς για ανθρώπους που αμφισβητούν από τα αριστερά τους σχηματισμούς αυτούς.

Ιδιαίτερα σήμερα, που οι εξελίξεις στο ΣΥΝ θα προκαλέσουν κλυδωνισμούς στις πιο αριστερές τάσεις του, είναι σημαντικό για την αντικαπιταλιστική αριστερά να επιλέξει αν θα οργανώσει τη δυναμική της και τον πολιτικό της λόγο σε μια ομοσπονδία, με βασικό στόχο την αναθέρμανση των κινηματικών διαδικασιών, ή θα παραμείνει διαιρεμένη και ασυντόνιστη αφήνοντας την πρωτοβουλία σε αυτόκλητους «εκπροσώπους» και «παράγοντες» να καταστρώνουν σχέδια επί χάρτου;

Οι απόψεις που διαμορφώνονται

Η συζήτηση έχει ανάψει. Η εφημερίδα ΠΡΙΝ πραγματοποίησε έρευνα γύρω από τις απόψεις των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς για το θέμα της ανασύνθεσης. Με αφορμή την κρίση στο ΣΥΡΙΖΑ και την αδυναμία να συγκροτήσει ψηφοδέλτιο στις ευρωεκλογές πραγματοποιήθηκε στο Πολυτεχνείο Πανελλαδική Συνάντηση για την ενότητα και την ανασύνθεση της αριστεράς. Οι οργανώσεις που συμμετείχαν στο ΣΥΡΙΖΑ ξεκινούν και αυτές με τη σειρά τους μια παρόμοια κουβέντα μέσω της Πρωτοβουλίας για τη Συσπείρωση της Αριστεράς. Οι αντικαπιταλιστικές οργανώσεις του Φόρουμ (ΔΕΑ, Δίκτυο, ΚΟΕ, Ξεκίνημα, ΟΚΔΕ-Εργατική Πάλη, ΟΚΔΕ-Σπάρτακος) ξεκίνησαν μια προσπάθεια συντονισμού και συνεννόησης για τις ευρωεκλογές και τη συνέχεια του ΕΚΦ, που όμως έληξε άδοξα λόγω της απροθυμίας κάποιων οργανώσεων να στηρίξουν αυτή την προοπτική.

Μέχρι στιγμής υπάρχουν τρεις διαφορετικές απόπειρες που η καθεμία πρεσβεύει ότι αποτελεί διαδικασία ανασύνθεσης: το ΜΕΡΑ και η προσπάθεια για συγκρότηση αντικαπιταλιστικού αντιιμπεριαλιστικού πόλου, η Αντικαπιταλιστική Συμμαχία και ο ΣΥΡΙΖΑ. Η ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, εκτιμώντας ότι και οι τρεις αυτές πρωτοβουλίες εμφανίζουν σοβαρές ανεπάρκειες για το τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την ανασύνθεση, δεν συμμετέχει σε καμία απ’ αυτές. Σε παλιότερα τεύχη του Σπάρτακου μπορείτε να δείτε πιο αναλυτική επιχειρηματολογία για την επιλογή αυτή.

Η δικιά μας πρόταση είναι ότι η αντικαπιταλιστική ανασύνθεση πρέπει να ξεκινήσει από τις αντικαπιταλιστικές οργανώσεις που συμμετέχουν στο Φόρουμ γιατί έχουν μια ευρεία συμφωνία στον τρόπο και τους άξονες παρέμβασης και έχουν αναπτύξει ενωτικές και αντισεχταριστικές πρωτοβουλίες. Βασικός τους στόχος πρέπει να είναι η διεύρυνση αυτής της συμμαχίας με άλλες οργανώσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς χωρίς αποκλεισμούς και μικρομεγαλισμούς. Οι προϋποθέσεις για την επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος είναι

  • ο σεβασμός της πολιτικής αυτονομίας της κάθε συνιστώσας (δηλαδή να έχει χαρακτήρα ομοσπονδιακό στη βάση κάποιων αξόνων συμφωνίας και όχι ενός καθολικού προγράμματος),

  • η δημοκρατική λειτουργία

  • η συστηματική παρέμβαση στα κινήματα, στα συνδικάτα και στη βάση των ρεφορμιστικών κόμμάτων

  • ο συντονισμός με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.

Δεν υποτιμούμε τις δυσκολίες ενός τέτοιου εγχειρήματος, αλλά παραμένει η μοναδική αξιόπιστη πρόταση για τη δημιουργία ενός χώρου υποδοχής για συλλογικότητες και αγωνιστές που έρχονται σε ρήξη με τις ρεφορμιστικές αντιλήψεις αλλά και για τη διατήρηση του ριζοσπαστικού χαρακτήρα των κινημάτων.

Δημήτρης Χείλαρης

Σημειώσεις

(1) «Το κόκκινο», φύλλο 0, δελτίο της ομάδας που αποχώρησε πρόσφατα από τη ΔΕΑ

(2) Κείμενο 5 συντρόφων/ισσών από το Δίκτυο που κατατέθηκε στη συζήτηση για την ενότητα και την ανασύνθεση της Αριστεράς στο Πολυτεχνείο στις 19 και 20 Ιουνίου


Σπάρτακος 75, Ιούλης 2004

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=2765

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s