Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ: άνοδος και πτώση?

Σπάρτακος 75, Ιούλης 2004


του Παναγιώτη Σηφογιωργάκη

Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ

Η άνοδος και η πτώση (;) του

Ο σύντομος κύκλος του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος στην Ελλάδα

Το παρακάτω άρθρο επιχειρεί να επανεξετάσει την πορεία που διέγραψε μέσα στο χρόνο το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ αναζητώντας τα αίτια της ορατής …έκλειψής του. Καταπιάνεται όμως και με τους ενδεχόμενους όρους που θα επέτρεπαν την αναζωογόνησή του ή έστω την εμφάνιση ενός οποιοδήποτε κινηματικού φορέα που θα μπορούσε να εκπληρώσει τις υποσχέσεις που εξέφρασε και τις δυνατότητες που αποκάλυψε το εγχείρημα αυτό.


H εμφάνιση των Φόρουμ, του Παγκόσμιου, των ηπειρωτικών και περιφερειακών, σηματοδότησε τη συμπύκνωση του ανερχόμενου κινήματος αμφισβήτησης του σημερινού μοντέλου του παγκόσμιου καπιταλισμού, ενός κινήματος που πήρε διάφορα ονόματα («κατά της παγκοσμιοποίησης», «για την παγκόσμια δικαιοσύνη», «για μια εναλλακτική παγκοσμιοποίηση») ανάλογα με τους φορείς και τις γεωγραφικές εστίες του. Τα Φόρουμ όρισαν το σημείο σύγκλισης περιφερειακών, εθνικών και τοπικών αγώνων σε μια πρωτότυπη αποκρυστάλλωση που εξασφάλισε την «παγκόσμια αναγνώριση» τους. Ένας «κόσμος των κινημάτων» ορθώθηκε απέναντι στους κυρίαρχους του πλανήτη και τους υπερεθνικούς θεσμούς εξουσίας τους. Η διαδικασία-Φόρουμ αποτέλεσε μια μοναδική «στιγμή» στην εκτύλιξη αυτού του «κινήματος των κινημάτων». Σε αντίστιξη με τη διαδοχή των μεγάλων μαχών κατά των παγκόσμιων οικονομικών και πολιτικών θεσμών εξουσίας (Σιάτλ, Γένοβα …), αυτών των υπέροχων εκδηλώσεων του, όπως σωστά ονομάστηκε, νέου διεθνισμού, τα Φόρουμ στέκουν σαν μια αυτοδύναμη εκδήλωση της ζωτικότητας των κινημάτων χωρίς την αφορμή των συνδιασκέψεων κορυφής των «από πάνω» (G8, Παγκόσμια Τράπεζα, ΔΝΤ κτλ). Πολύμορφα, περιεκτικά, δυναμικά ενέτασσαν τις πιο διαφορετικές εμπειρίες δράσης για αλλαγή της κατάστασης του κόσμου στην προοπτική μιας κοινής απελευθερωτικής διαδικασίας.

Το διεθνές κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης στο σταυροδρόμι

Παρόλο που δεν μπορούμε να διαθέσουμε εδώ τον κατάλληλο χώρο για μια διεξοδική εκτίμηση της κατάστασης του διεθνούς κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης (κάτι τέτοιο θα ξέφευγε απ’ τους σκοπούς αυτού του άρθρου), ωστόσο είναι αναγκαίο να λάβουμε υπόψη μας την κρίσιμη καμπή στην οποία βρίσκεται αυτό το κίνημα. Είναι γεγονός ότι το τελευταίο διάστημα – με κορυφαία εκδήλωση το 4ο Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ στη Βομβάη – αποδείχτηκε ότι κάθε άλλο έχουν εξαντληθεί τα περιθώρια γεωγραφικής του επέκτασης. Νέες κοινωνικές δυνάμεις από μακρινές γωνιές του πλανήτη έρχονται να συναντηθούν μαζί του. Στο μεταξύ το αντιπολεμικό και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα εγγράφηκε στον κώδικά του, το αναβάθμισε πολιτικά και του δίνει μια διαρκή και σαφή στόχευση. Ωστόσο έχει οριστικά παρέλθει η πρώτη παρθενική, «ηρωική» περίοδος του κινήματος από το Σιάτλ ως τη Γένοβα. Αν και το αντιπολεμικό κίνημα είναι εξαιρετικά ενεργητικό σε ορισμένες χώρες (με ιδιαίτερη βαρύτητα μέσα στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις των Η.Π.Α. και της Βρετανίας που ηγούνται του «διαρκούς πολέμου κατά της τρομοκρατίας») είναι δύσκολο να φανταστούμε μια γρήγορη επανάληψη του παγκόσμιου αντιπολεμικού συντονισμού της 15ης Φεβρουαρίου του 2003. Οι παραδοσιακές γραφειοκρατίες των συνδικάτων, της σοσιαλδημοκρατίας και της ρεφορμιστικής αριστεράς ουδέποτε κατάφεραν να ελέγξουν αυτό το κίνημα, ούτε και φαίνονται πραγματικά ικανές να το πετύχουν σήμερα ή στο προσεχές διάστημα.

Ωστόσο στα πλαίσια του προφανή «γιγαντισμού» του Παγκόσμιου και του Ευρωπαϊκού Φόρουμ είναι παρούσες και επηρεάζουν τις ισορροπίες. Αυτό δε σημαίνει ότι μπορούν να χειραγωγήσουν το κίνημα, αλλά ότι τα Φόρουμ υπ’ αυτές τις ισορροπίες δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να πάνε πέρα από την αφετηριακές υποτυπώδεις συμφωνίες (μ’ εξαίρεση το ζήτημα του πολέμου). Οι πιο ριζοσπαστικές διεργασίες λαμβάνουν χώρα παρά τω Φόρουμ (π.χ. Συνέλευση των Κινημάτων κλπ) και λιγότερο στο κέντρο του. Ορισμένα επαναστατικά ρεύματα (ανάμεσά τους η 4η Διεθνής) κατανόησαν από την αρχή ότι δεν τίθεται ζήτημα οργανωτικού ελέγχου των Φόρουμ γιατί αυτό αντίκειται στην ίδια τη λογική και την ευρύτητα του κινήματος.

Άλλωστε σε καμία περίπτωση τα Φόρουμ δεν ήταν και δεν μπορούν να γίνουν η Επαναστατική Διεθνής της εποχής μας. Παρ’ όλ’ αυτά είναι φανερό πλέον ότι το κίνημα αδυνατεί να παραγάγει στη νέα περίοδο πολιτικά γεγονότα που να έχουν το ηχηρό αντίχτυπο που είχαν οι μεγάλες διαδηλώσεις στις απαρχές του κινήματος. Δεν είναι ορατή η πηγή απ’ την οποία θα προέλθει ένα νέο ποιοτικό άλμα. Τελικά, τελικά αναδεικνύονται ολοένα και περισσότερο τα όρια της πολιτικής του αποτελεσματικότητας. Που και πότε μπόρεσε με πραγματικούς όρους να αναχαιτίσει, πόσο μάλλον να ανατρέψει τις νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις, την απορρύθμιση των αγορών, να καταργήσει το χρέος των χωρών του Τρίτου Κόσμου ή να επιβάλλει ακόμη και αυτόν το Φόρο Τόμπιν; (Βλέπε και Βαγγέλη Κούταλη, Το Πολιτικό και το Κοινωνικό, ο νέος διεθνισμός και η διαμόρφωση μιας αντικαπιταλιστικής πολιτικής στρατηγικής, Σπάρτακος Νο 72, Νοέμβριος 2003). Τα τελευταία διεθνή Φόρουμ πραγματοποιήθηκαν εν μέσω επιδεινούμενων εθνικών πολιτικών συνθηκών. Το 2ο Ευρωπαϊκό στο Παρίσι έγινε στον απόηχο της ήττας των απεργιακών κινημάτων της Άνοιξης του 2003· το Παγκόσμιο Φόρουμ στη Βομβάη μέσα στην ασφυκτική άνοδο του ινδουιστικού φονταμενταλισμού. Όσο για το ερχόμενο Πόρτο Αλέγκρε… Ο νεοφιλελεύθερος εκφυλισμός του PT της Βραζιλίας στην κυβέρνηση μας κάνει να υποψιαζόμαστε ότι πράγματα δεν θα είναι τα ίδια στην πόλη που ιδρύθηκε το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ.

Οι προϋποθέσεις της συγκρότησης του Ελληνικού Κοινωνικού Φόρουμ

Το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ υπήρξε δημιούργημα της ισχυρής επίδρασης του διεθνούς αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος αλλά και της ανοδικής φάσης των αγωνιστικών διαθέσεων των εργαζομένων και της νεολαίας στην Ελλάδα την περίοδο 2001-3. Η εμπειρία της μάχης της Γένοβα που ακολούθησε την προς στιγμή νικηφόρα απεργιακή κινητοποίηση ενάντια στην αντι-μεταρρύθμιση της κοινωνικής ασφάλισης από την κυβέρνηση Σημίτη την Άνοιξη του 2001 έδωσε την κύρια ώθηση για τη δημιουργία του. Η επιρροή του διεθνούς κινήματος ήταν αποφασιστική, ωστόσο το Ελλην. Κοινων. Φόρουμ κουβαλούσε από την αρχή τις αντινομίες που έμελλε να αποδειχτούν καθοριστικές για την μετέπειτα πορεία του. Όπως έχει κατά κόρον ειπωθεί το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ υπήρξε ένα μέτωπο αριστερών κομμάτων και οργανώσεων και όχι ένα πλαίσιο συντονισμού κοινωνικών κινημάτων για τον απλούστατο λόγο ότι αυτά τα τελευταία δεν υπάρχουν στην Ελλάδα με την έννοια τουλάχιστον που έχουν διεθνώς (οικολογικά, φεμινιστικά, αντιρατσιστικά, αστέγων, ανέργων, μειονοτήτων κοκ).

Αν το Σιάτλ υπήρξε όπως έχει τονισθεί επανειλημμένως ο χώρος ιστορικής συνάντησης ανάμεσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, το κίνημα της οικολογίας και τη φοιτητική ριζοσπαστικοποίηση στις Η.Π.Α., η Γένοβα και οι κατοπινοί σταθμοί του κινήματος για το εγχώριο παρακλάδι του αποτέλεσαν το σημείο συνάντησης του Συνασπισμού και της …. τότε Α/Συνέχειας. Ο τρόπος πρόσληψης του κινήματος από τα ελληνικά κόμματα και οργανώσεις της Αριστεράς που συμμετείχαν στη δημιουργία του Φόρουμ, ο βαθμός κατανόησης των δυνατοτήτων του και πολύ περισσότερο οι πολιτικοί σχεδιασμοί τους βάραιναν εξαρχής στο εγχείρημα αυτό και επρόκειτο να καθορίσουν την μοίρα του.

Το σαφέστερο δεδομένο όμως ήταν η ανισοβαρής σχέση ανάμεσα στο Συνασπισμό, το κόμμα που μέχρι πρότινος θεωρούνταν το κατ’ εξοχήν κοινοβουλευτικό καθεστωτικό ανάχωμα στην αριστερά, και τις οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που βρέθηκαν να συνεργάζονται μαζί του.

Αυτή η ιδιαιτερότητα που χαρακτήρισε τη δημιουργία του Ελληνικού Κοινωνικού Φόρουμ δεν ήταν ακριβώς αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής, αλλά ρεαλιστικής προοπτικής. Το ΚΚΕ και ένα σημαντικό τμήμα της «εθνοκομμουνιστικής» εγχώριας άκρας αριστεράς δεν κατανόησαν έγκαιρα τη σημασία αυτού του κινήματος μ’ αποτέλεσμα στην αρχή να το υποτιμήσουν, έως και να το συκοφαντήσουν και στη συνέχεια, όταν πλέον δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς, μπήκαν στο κίνημα αυτό με τον μοναδικό τρόπο παρέμβασης που γνωρίζουν: αυτόν της σεκταριστικής περιχαράκωσης και του ελέγχου των κινημάτων μ’ όρους ηγεμονίας.

Από το Ναύπλιο στη Θεσσαλονίκη: το υπαρκτό αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα στην Ελλάδα

Το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ ξεκίνησε τη δράση του σε ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες, παραμονές του πρώτου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ της Φλωρεντίας και του εξαμήνου της ελληνικής προεδρίας της Ε.Ε. Είχε μπροστά του το μεγαλεπήβολο, αλλά και απόλυτα δίκαιο στόχο: να συμβάλλει αποφασιστικά στη δημιουργία του «δικού μας» Σιάτλ, της δικής μας «Γένοβα».

Συνιστούσε σ’ αντίθεση με ότι ίσχυε ως ο κανόνας όλη την προηγούμενη περίοδο, τον εξωφρενικό κατακερματισμό και σεκταρισμό στην αριστερά, το πιο πλατύ, ενωτικό, πολυτασικό και πολύμορφο εγχείρημα που είχε δει το ελληνικό κοινωνικό κίνημα.

Παρότι ο κορμός του σχηματιζόταν από το Συνασπισμό, ένα γραφειοκρατικό ρεφορμιστικό κοινοβουλευτικό κόμμα και παραδοσιακού τύπου οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς με την ενδιάμεση λεπτή κύστη – ανάμεσα στους δύο αυτούς χώρους – της ΑΚΟΑ και της ΚΕΔΑ πρόβαλε τη νεωτερική, πλουραλιστική μορφή «Φόρουμ» ως πρόταση οργάνωσης των κοινωνικών αντιστάσεων και της κινητοποίησης. Καλούσε τον κόσμο, παλιούς και νέους αγωνιστές και αγωνίστριες, να αυτοοργανωθεί σε τοπικές επιτροπές και πρωτοβουλίες.

Συγκροτούσε μια «ανοιχτή δομή» που διεκδικούσε να επικοινωνήσει με τα τμήματα εκείνα της κοινωνίας (εργαζόμενους/ες, νεολαία κτλ) που εκδήλωναν σαφή σημάδια διάθεσης να αξιώσουν ξανά πολιτικό λόγο και αγωνιστική έκφραση ενάντια στους μονόδρομους του νεοφιλελευθερισμού.

Η εμπειρία του Ναυπλίου και των αντιπολεμικών συλλαλητηρίων επιβεβαίωνε τη δυναμική κοινωνικής διεύρυνσής του. Η ανάπτυξη των τοπικών του επιτροπών του προσέδιδε πανεθνική εμβέλεια.

Η λογική του Φόρουμ ερχόταν σε ρήξη με την πρακτική γραφειοκρατικής χειραγώγησης του εργατικού και κοινωνικού κινήματος από την παραδοσιακή αριστερά, μία πρακτική που εμφανώς συνέχιζε το ΚΚΕ.

Με λίγα, λόγια, ναι το Φόρουμ αποτελούνταν από οργανώσεις και κόμματα, τα οποία όμως φαίνονταν να επιχειρούν να οικοδομήσουν μαζί με τμήματα ανένταχτων ένα αγωνιστικό νεύρο, μια κοινωνική συμμαχία, μια μορφή κινήματος βάσης που ποτέ πριν δεν είχαν δοκιμαστεί.

Στην πραγματικότητα, τον πρώτο χρόνο της ύπαρξής του κατάφερε να κινητοποιήσει ένα πλατύ αγωνιστικό δυναμικό νέων ή παλιών αποστρατευμένων αγωνιστών, οργανωμένων και ανένταχτων. Λειτούργησε σαν ένας αληθινός πόλος αναφοράς στη διάρκεια των αντιπολεμικών κινητοποιήσεων. Τέλος, σφράγισε με την παρουσία του τις κινητοποιήσεις τον Ιούνη στη Θεσσαλονίκη.

Μετά, όμως, τις κινητοποιήσεις της Θεσσαλονίκης το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ βυθίστηκε στη αδράνεια, η δυναμική του εξαντλήθηκε, απίστευτα, γρήγορα. Η κατιούσα πορεία του μέσα στον επόμενο χρόνο θέτει στα σοβαρά πια το μέλλον του σ’ αμφιβολία. Η εξέλιξη αυτή ζητάει από εμάς εξηγήσεις.

Σ’ αυτό το άρθρο επιχειρούμε να δείξουμε τόσο αντικειμενικές αιτίες, αυτό που θα λέγαμε «το σύντομο κύκλο του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος» στην Ελλάδα, αλλά και τις υποκειμενικές, οι οποίες εκτιμούμε ότι βρίσκονται κυρίως στην μετατροπή de facto του Φόρουμ σε προθάλαμο των πολιτικών και εκλογικών συνεργασιών του κύριου όγκου των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς με το Συνασπισμό που κατέληξαν στην «Πρωτοβουλία για τη Συσπείρωση της Αριστεράς» και το ψηφοδέλτιο του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ.

Το «σύντομο καλοκαίρι» του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος στην Ελλάδα

Κάτω από τη σαρωτική επίδραση των γεγονότων της Γένοβα μέσα στο ενθουσιασμό ενός κινήματος που βρέθηκε στο επίκεντρο του παγκόσμιου (αλλά προσωρινά και του εγχώριου) ενδιαφέροντος, τα κόμματα και οι οργανώσεις της ελλαδικής αριστεράς που βρέθηκαν μέσα στο κυκλώνα αυτό μπήκαν στον πειρασμό να εμπιστευτούν και να δοκιμάσουν κινηματικές πρακτικές, οργανωτικές δομές και κοινωνικές συμμαχίες τις οποίες ποτέ προηγουμένως δεν είχαν επιχειρήσει.

Το ζητούμενο ήταν να «επινοηθεί» μια πολιτική κουλτούρα «οριζόντιας δικτύωσης», «πλουραλιστικών δομών», «τοπικής δράσης» που μέχρι τότε έλειπαν.

Οι περισσότερες πολιτικές τάσεις μπήκαν σ’ αυτές τις διεργασίες χωρίς μία πλήρη συνειδητοποίηση των αναγκών και των συνεπειών, χωρίς καμία προηγούμενη προετοιμασία και «θεωρητική κατανόηση».

Ο παράγοντας όμως που θα ευνοούσε αυτή τη διαδικασία γρήγορης επώασης προωθημένων κινηματικών πρακτικών ήταν αναμφίβολα η δυνατότητα αμείωτης ανόδου της δυναμικής του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος διεθνώς και στο εσωτερικό.

Ειδάλλως, πάντα θα εγκυμονούσε ο κίνδυνος της υπαναχώρησης και της αναδίπλωσης στις «παλιές, καλές» συνήθειες του σεκταρισμού και των κομματικών «πλατιών μετώπων», των μικροηγεμονισμών και των κλασικών μορφών «παρασιτισμού» των μικρότερων οργανώσεων της άκρας αριστεράς στα διάφορα κινήματα.

Χωρίς τη δυναμική του διεθνούς αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος, οι πολιτικοί και ιδεολογικοί συσχετισμοί στην κοινωνία ήταν ακόμη ανεπαρκείς για την ανάπτυξη ενός «αυτοφυούς» και προωθημένου στις μορφές του κοινωνικού κινήματος.
Μετά τον Ιούνη του 2003, μπορούσαμε πλέον να διαπιστώσουμε ότι αυτή η δυναμική δεν υπερκέρασε τα αντικειμενικά εμπόδια ώστε να μπορέσει να βάλει σε άλλη τροχιά τις κοινωνικές αντιστάσεις στην Ελλάδα.

Ο κατακερματισμός ανάμεσα στις διάφορες «αντιπαγκοσμιοποιητικές κινήσεις» (το «σχήμα-βιτρίνα» του ΚΚΕ, το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ, η «Πρωτοβουλία

Αγώνα» που συγκρότησε η «εθνοκομμουνιστική» άκρα αριστερά) που αποκορυφώθηκε στις κινητοποιήσεις της Θεσσαλονίκης χαρακτηρίστηκε από την επικράτηση μιας έντονης ανταγωνιστικότητας ανάμεσα στις πολιτικές τάσεις, Η ανταγωνιστικότητα αυτή ευνοούσε προσωρινά την ενίσχυση του βαθμού συσπείρωσής τους, αλλά υπονόμευε συνολικά τα περιθώρια επέκτασης της δυναμικής του κινήματος στην ελληνική κοινωνία. Ο τρόπος με τον οποίο, για παράδειγμα, αντιμετωπίστηκαν οι πολιτικές διαφορές στη Γένοβα (ειδικά στο ζήτημα της πολιτικής ανυπακοής) δεν εμπόδισε την ευρύτερη κινητοποίηση του ιταλικού εργατικού και κοινωνικού κινήματος εκείνη τη στιγμή.

Όμως σημαντικές αιτίες για την αδυναμία να κάνουμε τις κινητοποιήσεις της Θεσσαλονίκης ένα ορόσημο – ισοδύναμο με τους μεγάλους σταθμούς του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος (Σιάτλ, Γένοβα, Φλωρεντία κοκ) – για το ελλαδικό κοινωνικό κίνημα ήταν και οι δοσμένοι κοινωνικοί και ιδεολογικοί συσχετισμοί στην Ελλάδα. Η κατάσταση του επίσημου συνδικαλιστικού κινήματος ήταν ένας σημαντικός αρνητικός παράγοντας. Η Θεσσαλονίκη απείχε πολύ από το να πάρει και ένα «εργατικό» χρώμα.

Ένα εύλογο συμπέρασμα θα μπορούσε να είναι η πρόταξη της δουλειάς υποδομής το επόμενο χρονικό διάστημα, η μεγαλύτερη «ενοποίηση» κοινωνικών δυνάμεων, η ουσιαστική «γείωση» του Φόρουμ στην κοινωνία πάνω στα καυτά ζητήματα που την απασχολούν (ανεργία, ακρίβεια, κοινωνική ασφάλιση …) και για όλα αυτά υπήρχε το κεκτημένο ενός υπαρκτού, τουλάχιστον τότε, δικτύου τοπικών επιτροπών σε πανελλαδική σχεδόν έκταση.

Ωστόσο σαν να μην ήταν εύθραυστο, φρέσκο και με μεγάλες δυσκολίες μπροστά του το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα στην Ελλάδα και, ιδιαιτέρως, το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ, σαν να είχε χρόνια πίσω του μεγάλων κινητοποιήσεων και αγώνων, σαν να είχε δοκιμάσει τα πάντα και κλείσει τον ιστορικό του κύκλο, η βασική ιδέα που κυριάρχησε μετά τη Θεσσαλονίκη ήταν «η ανάγκη της πολιτικής έκφρασης της δυναμικής του Φόρουμ στις εκλογές»! Το επιχείρημα αυτό διατυπώθηκε και αντίστροφα: η εκλογική συνεργασία με το ΣΥΝ είναι δυνατή πάνω στην εμπειρία που έχει συσσωρεύσει το Φόρουμ. Ανυπομονησία, διαστρέβλωση της πραγματικότητας, εκλογική κεφαλαιοποίηση ενός κινήματος που δεν πρόλαβε καν καλά-καλά να στηθεί … Το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ «δάνεισε» τη δυναμική του σ’ ένα εγχείρημα διαφορετικού επιπέδου που δε θα μπορούσε ποτέ να αποκτήσει την οποιαδήποτε ανάλογη δυναμική στο δικό του επίπεδο, στο επίπεδο του «Χώρου Διαλόγου και Κοινής Δράσης της Αριστεράς» και ύστερα της «Πρωτοβουλίας για τη Συσπείρωση της Αριστεράς».

Έχουμε επιχειρηματολογήσει σ’ όλους τους τόνους ενάντια στην εκλογική δορυφοριοποίηση τμημάτων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς γύρω από το ΣΥΝ.

Εδώ θα αναφερθούμε στις καταστρεπτικές επιπτώσεις που είχε αυτή η δορυφοριοποίηση για το ίδιο το Φόρουμ, κάτι που θα μας δώσει την ευκαιρία για να αναδείξουμε την «πολιτική παθολογία» που διαπερνά το μεγαλύτερο τμήμα της ριζοσπαστικής αριστεράς και όχι μόνο τα ρεφορμιστικά κόμματα σαν το Συνασπισμό: τη λογική χειραγώγησης και υποταγής των κινημάτων.

Που είναι τώρα τα στελέχη;

«…Και στη Θεσσαλονίκη το 2003, Γένοβα θα κάνουμε τη κάθε συνοικία», έλεγε το λησμονημένο πια σύνθημα που φωνάζαμε, μαζεμένοι αρκετοί χιλιάδες, με τόσο παλμό στη διαδήλωση στην ΔΕΘ. το Σεπτέμβρη του 2002. Ένα χρόνο μετά, η εικόνα ήταν διαμετρικά αντίθετη στην αντίστοιχη διαδήλωση έξω από τη ΔΕΘ, παρά τους σχεδιασμούς για δεκάδες πούλμαν από όλη την Ελλάδα, μόλις 300-350 άνθρωποι κατάφεραν να σχηματίσουν το μπλοκ του Φόρουμ. Γνωρίζουμε ότι το κίνημα χαρακτηρίζεται από μεταπτώσεις, που πολλές φορές είναι βίαιες, άμπωτες και παλίρροιες. Ωστόσο το ερώτημα γιατί το κύμα ξέβρασε τόσο βαθιά στην ξηρά το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ, χρειάζεται κάτι παραπάνω από την μοιρολατρική αυτή διατύπωση για να απαντηθεί. Πώς κατάφερε πραγματικά να εξανεμιστεί η δυναμική που εκδήλωσε στο Ναύπλιο, στα αντιπολεμικά συλλαλητήρια, στη Σούδα, στη Βέροια και στις τρεις μέρες κινητοποίησης τον Ιούνη στη Θεσσαλονίκη; Πώς είναι δυνατό να έχουμε επιστρέψει σ’ ένα συσχετισμό δυνάμεων στο επίπεδο της μαζικής κινητοποίησης που είναι σχεδόν ο ίδιος που ήταν πριν από 4 χρόνια, όταν για ένα μεγάλο διάστημα το Φόρουμ μπορούσε να αμφισβητεί την παντοδυναμία με όρους μάζας στο δρόμο που διέθετε το ΚΚΕ από την εποχή της «περιφρούρησης» από τα ΚΝΑΤ της πορείας του Πολυτεχνείου, των συλλαλητηρίων για τον πόλεμο στη Νέα Γιουγκοσλαβία και τον Οτσαλάν, την επίσκεψη Κλίντον; Γιατί σήμερα φυτοζωούν, αν υφίστανται κιόλας, οι τοπικές επιτροπές του Φόρουμ; Τι απέγινε ο ενθουσιασμός και η μαζικότητα της πρώτης ιδρυτικής συνδιάσκεψής του;

Που είναι σήμερα όλα αυτά τα πρωτοκλασάτα στελέχη της αριστεράς που παρέλαυναν τελετουργικά στις ιδρυτικές και τις άλλες κεντρικές εκδηλώσεις του Φόρουμ και κοσμούσαν με την παρουσία τους τις συναντήσεις του Συντονιστικού της Αθήνας; Σήμερα είναι ζήτημα αν στέλνουν ορισμένες οργανώσεις έστω και ένα αντιπρόσωπό τους στο Συντονιστικό. Στις τοπικές επιτροπές, όσο κρατούσε το πανηγύρι, όλες οι οργανώσεις έκαναν την εμφάνισή τους σχεδόν με την «ολομέλεια» των τοπικών τους πυρήνων. Σήμερα αρκούνται ενίοτε στην μονοπρόσωπη αντιπροσώπευση.

Οι παρελάσεις στελεχών μετακόμισαν στις διεργασίες για την «ενότητα της αριστεράς», τους «αριστερούς πόλους», το «ΣΥ.ΡΙΖ.A». Το Φόρουμ μετατράπηκε σε πάρεργο της «μεγάλης πολιτικής». Αυτό στο οποίο στηρίζονταν και στο οποίο αναφέρονταν οι εκλογικές συμμαχίες του ΣΥΝ μοιάζει στο τέλος αυτών των διεργασιών σαν μια … «στημένη λεμονόκουπα».

Γιατί ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είχε διαλυτική επίδραση στο Φόρουμ

Οι πολιτικοί σχεδιασμοί των περισσότερων οργανώσεων μέσα στο Φόρουμ δεν ήταν δεδομένοι εξ αρχής. Αυτό όμως δεν ίσχυε για το Συνασπισμό. Ο ΣΥΝ επικαλούνταν τα κινήματα στα οποία δεν είχε συμμετάσχει παρά μόνο δια αντιπροσώπων – για να ζητήσει την ψήφο των εργαζομένων και της νεολαίας – πραγματικότητα τη στήριξή του από ένα κομμάτι της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς – ήδη από τις εθνικές εκλογές του 2000. Η «αριστερή στροφή» στα κινήματα φαινόταν από τότε αναγκαία τακτική για την επιβίωση του κόμματος σε συνθήκες πλήρους ηγεμονίας του ΚΚΕ στην αριστερά (ποιος θυμάται άραγε εκείνη τη γελοία ξεχωριστή κινητοποίηση του Συνασπισμού στη διάρκεια της επίσκεψης Κλίντον;). Θα μπορούσε άραγε αυτό το κόμμα να επιβιώσει κοινοβουλευτικά προβάλλοντας την ανωτερότητα των «πολυκομματικών κυβερνήσεων συνεργασίας» έναντι των «μονοκομματικών κυβερνήσεων», την πάλη κατά του «δικομματισμού» και τον «προοδευτικό εκσυγχρονισμό»; Τη συγκεκριμένη περίοδο που εξετάζουμε, μάλλον δύσκολα.

Αυτή η ερμηνεία στηρίζεται στο «όλον» και όχι στο «μέρος». Η ανάδειξη του «μέρους» έναντι του «όλου» (της υπο-τάσης της τάσης που μέσα στην τάση στο Συνασπισμό μπορεί να κατευθύνεται σ’ αντικαπιταλιστική κατεύθυνση) λειτούργησε πρόσφατα για να μας κάνει να ξεχάσουμε της θέσης του Συνασπισμού μέσα στο πολιτικό σύστημα. Η λογική του είναι απαρασάλευτα αυτή του κοινοβουλευτισμού ήτοι της πολιτικής χειραγώγησης του κινήματος. Κριτήριο εδώ δεν είναι η συνείδηση ενός μεμονωμένου νεολαίου (ή και περισσότερων) του ΣΥΝ που ανακαλύπτει την «Αμερική» του κινήματος, γοητεύεται από την «πολιτική ανυπακοή» σε βαθμό που χάνει τη νευρική του ηρεμία στο Πόρτο Καράς της Χαλκιδικής, φοράει μπλούζα με τη στάμπα «Anticapitalista» κατά το λογότυπο της Coca-Cola και μια κονκάρδα της Λίγκας. Οι εξελίξεις αυτής της συνείδησης θα μπορούσαν να παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον από τη σκοπιά της αντικαπιταλιστικής ανασύνθεσης, αν δεν ήταν καταδικασμένες να πέσουν στο αναισθητικό του πολιτικού μάρκετινγκ του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ.

Στο εσωτερικό του ΣΥΝ για κανένα κομμάτι του μηχανισμού του, καμία τάση του, κανένα στελεχιακό δυναμικό του δεν διακυβεύτηκε κάποια «αντικαπιταλιστική» στρατηγική στροφή – ούτε κατά διάνοια. Η στροφή στο αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα ήταν ζωτικής σημασίας σε μια εποχή που η «κεντροαριστερά» απονομιμοποιούνταν σ’ ολόκληρη την Ευρώπη.

Η επιχείρηση εκλογικής εξαργύρωσης των κινημάτων είναι λοιπόν εγγενής στη φύση του Συνασπισμού ως κόμματος.

Η αποφυγή μιας τέτοιας μεταχείρισης δεν μπορεί να είναι η σεκταριστική αντίδραση και η άρνηση συνεργασιών με το ρεφορμισμό. Ο ρεφορμισμός δεν είναι μία «αρρώστια», ένας «όγκος» που αναπτύσσεται πάνω στο σώμα του εργατικού κινήματος. Συμπυκνώνει ιστορικούς κοινωνικούς συσχετισμούς, στηρίζεται σε απαραγνώριστους υλικούς όρους. Στο μέτρο που οι κοινωνικές συνθήκες είναι τέτοιες ώστε ακόμη και σήμερα, παρά την κρίση τους, τα ρεφορμιστικά κόμματα αντιπροσωπεύουν την συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων και των καταπιεζομένων και κυριαρχούν μέσα στο οργανωμένο εργατικό κίνημα και, την ίδια ώρα, οι επαναστατικές δυνάμεις είναι λιγότερο ή περισσότερο περιθωριακή μειοψηφία, είναι αδήριτη ανάγκη η επαφή των τελευταίων με την κοινωνική βάση των πρώτων. Αυτό μπορεί να γίνει μέσα στο κίνημα και μέσα από την κοινή δράση. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στις ριζοσπαστικές αντικαπιταλιστικές αντιλήψεις και τις πολιτικές των ρεφορμιστικών κομμάτων παράγει πολιτικά αποτελέσματα όταν η κοινωνική βάση αυτών των κομμάτων δεν είναι «ξένη» προς τα κοινωνικά κινήματα, αλλά το αντίθετο. Η εμπειρία των κοινών διεκδικήσεων ή των κοινών αμυντικών αγώνων είναι η μόνη που μπορεί να ανεβάσει το επίπεδο της ταξικής συνείδησης των αγωνιζόμενων.

Η συμμετοχή, λοιπόν, του Συνασπισμού, έστω και αν δεν είναι ένα χαρακτηριστικό, μαζικό ρεφορμιστικό κόμμα, στις διαδικασίες του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος και του Ελληνικού Κοινωνικού Φόρουμ ήταν θετική.

Η αλλαγή των σχέσεων πολιτικής αντιπροσώπευσης δεν μπορεί να παρακολουθεί μ’ αυτόματο τρόπο τις ριζοσπαστικές διεργασίες μέσα στα κοινωνικά κινήματα και δεν εξαρτάται αποκλειστικά απ’ αυτές. Το άμεσα ζητούμενο δεν ήταν λοιπόν η αυτοαναίρεση του Συνασπισμού και έτσι η συνεργασία μαζί του δεν καθορίζεται από το εάν μπορούμε ή όχι να παρουσιάσουμε ένα εναλλακτικό αντικαπιταλιστικό ψηφοδέλτιο στις εκλογές.

Την ίδια ώρα οι κινηματικές διαδικασίες διαθέτουν μια αυτονομία που δεν μπορεί να βιάζεται είτε από τον ένα ή τον άλλο πολιτικό σχεδιασμό. Όταν αντιλαμβάνεσαι το κίνημα σαν κάτι πολυτασικό, που περιλαμβάνει διαφορετικές πολιτικές στρατηγικές, αυτό σημαίνει ότι δεν είναι δυνατό να ταυτίσεις και να το υποτάξεις στη δική σου πολιτική στρατηγική – στην περίπτωση της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, αυτή της αντικαπιταλιστικής ανασύνθεσης.

Όμως η εξάντληση της δυναμικής του Φόρουμ στη δυναμική του 3,2% του Συνασπισμού με τη συμπαράσταση της πλειοψηφίας των αντικαπιταλιστικών οργανώσεων που συμμετείχαν στο Φόρουμ ήταν κάτι ποιοτικά διαφορετικό.

  • Η συστράτευση της συντριπτικής πλειοψηφίας (πέραν 2-3 οργανώσεων) των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς που συμμετείχαν στο Φόρουμ σ’ ένα κοινό πολιτικό σχέδιο με το ΣΥΝ είτε άμεσα στο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., είτε στηρίζοντας απ’ έξω (ΚΟΕ, Δίκτυο), παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις, μετέβαλλαν ντε φάκτο το Φόρουμ σ’ ένα ιδιότυπο ΠΑΜΕ του Συνασπισμού. Ο πλουραλιστικός χαρακτήρας, η δυνατότητα διεύρυνσης του Φόρουμ έχουν υπονομευτεί μ’ ουσιαστικό τρόπο, για όποιον θέλει να βλέπει τα πράγματα όπως είναι.

  • Η μεταφορά όλης της δραστηριότητας αυτών των οργανώσεων στο πεδίο των ζυμώσεων κορυφής, των εκλογικών συμπαρατάξεων έχει διαλύσει τους οργανωτικούς ιστούς του Φόρουμ. Οι οργανώσεις αυτές ροκάνισαν τη σανίδα πάνω στην οποία κάθονταν.

  • Οι διαβρωτικές και αποκαρδιωτικές συνέπειες από τη διάλυση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. θα επιδρούν ανασταλτικά σ’ οποιαδήποτε προσπάθεια ανασυγκρότησης του Φόρουμ την επόμενη περίοδο. Οι σχέσεις εμπιστοσύνης έχουν δοκιμαστεί σκληρά. Η καθημερινή πρακτική συνεργασίας σ’ ορισμένες περιπτώσεις έχει ατονήσει.

Η πολιτική λεηλασία του Φόρουμ δεν έγινε αποκλειστικά από το Συνασπισμό, αλλά με τη συνεργασία της πλειοψηφίας των οργανώσεων της ριζοσπαστικής αριστεράς που συμμετείχαν σ’ αυτό, παρά τη ρητή πρόθεση ορισμένων απ’ αυτές (ΑΚΟΑ, ΚΕΔΑ αλλά όχι άλλων) να διαφυλαχθεί η αυτονομία του.

Γιατί επιμένουμε στο Φόρουμ

Υπάρχει μια τάση σ’ όλες τις οργανώσεις και τα πολιτικά ρεύματα μπροστά στα νέα δεδομένα της κάθε περιόδου να προβάλλουν την πολιτική τους ως συνέχεια βασικών επιλογών τους που έκαναν ακριβώς την προηγούμενη πολιτική περίοδο. Έτσι σήμερα κάποιοι ζητούν να καταπιούν την αποτυχία της εκλογικής συνεργασίας με το ΣΥΝ και να αναστήσουν το ΣΥ.ΡΙΖ.Α., η ΑΚΟΑ, η ΔΕΑ και η ΚΟΕ επιμένουν ότι πρέπει να συνεχίσουν στο δρόμο που χάραξε η «Πρωτοβουλία για τη Συσπείρωση της Αριστεράς», η οποία πέρυσι ως γνωστόν συναντήθηκε κανα-δυο φορές και έβγαλε μια αλήστου μνήμης πολιτική διακήρυξη. Μήπως και εμείς επιμένοντας στο Φόρουμ δεν θέλουμε να παραδεχτούμε τη χρεοκοπία των επιλογών μας;

Για μας, η δυναμική του πρώτου έτους ζωής του Ελληνικού Κοινωνικού Φόρουμ, επιβεβαίωσε την ανάγκη για νέες κινηματικές μορφές που μπορούν να εκφράσουν την διάθεση αντίστασης τμημάτων των εργαζομένων και της νεολαίας, να αντλήσουν από τις κοινωνικές δεξαμενές της σύγχρονης στράτευσης στον αγώνα για κοινωνική αλλαγή.

Στις καλύτερες του στιγμές η δυναμική του Φόρουμ, οι εμπειρίες, η αγωνιστική παρακαταθήκη, η μαζικότητά του, η πανελλαδική του εμβέλεια, αλίμονο μας αν μπορούσαν να συγκριθούν με τη δυναμική του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Φευ!

Η διάλυση του Φόρουμ θα ήταν ένα πολλαπλώς μεγαλύτερο πλήγμα για χιλιάδες αγωνιστές, που παρά την απογοήτευσή τους από το ένα ή το άλλο πολιτικό σχέδιο, συνεχίζουν έστω να αναφέρονται στο Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ.

Ήμασταν εκεί στο Ναύπλιο, στη Σούδα, στη Θεσσαλονική, αλλά και τη Γένοβα, τη Φλωρεντία, την Βομβάη και έχουμε επιβεβαιώσει την αντίληψη ότι πέρα από μια ευνοϊκή συγκυρία χρειάζονται και οι κατάλληλες μορφές πάλης και κινητοποίησης.
Θέλουμε να συμβάλλουμε ώστε η λογική του Φόρουμ να αγγίξει τις δυνατότητές της πέρα από τις «μετωπικές» κινήσεις των μεγάλων κομμάτων ή των γκρουπούσκουλων, πέρα από τις μίζερες «καθαρούτσικες» συναθροίσεις ακροαριστερών.

Η γενική κατεύθυνση κατά τη γνώμη μας είναι η προοπτική των από τα κάτω οργανωμένων αγώνων με τοπικές επιτροπές, πρωτοβουλίες, πολύμορφες δράσεις που συγκλίνουν σ’ ένα «ρεύμα» κοινωνικών αντιστάσεων.

Το Φόρουμ στην Ελλάδα δεν μπορεί να αντικαταστήσει, γενικώς, τα κόμματα της αριστεράς ή τα συνδικάτα, αλλά μπορεί να δώσει μια από τις απαντήσεις στην κρίση αποστράτευσης και απομαζικοποίησης τους· να οργανώσει, μεταβατικά, εργαζόμενους του ιδιωτικού κυρίως τομέα που στερούνται λόγω των απορρυθμισμένων και ανασφαλών εργασιακών συνθηκών τη δυνατότητα συνδικαλιστικής οργάνωσης, καθώς και τμήματα της ριζοσπαστικής νεολαίας.

Τα καθήκοντα όμως που θα έχει ίσως μπροστά του είναι ιδιαίτερα δύσκολα: απάντηση στο νέο γύρο νεοφιλελεύθερης επίθεσης που ετοιμάζει η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, οργάνωση κινητοποιήσεων γύρω από τις πιο βασικές μέριμνες του εργαζόμενου πληθυσμού (ανεργία, ακρίβεια, συντάξεις κτλ) με συγκεκριμένα αιτήματα, συνέχιση της αντιπολεμικής και αντιιμπεριαλιστικής εκστρατείας μπροστά μάλιστα και στο ενδεχόμενο αποστολής ελληνικών στρατευμάτων στην Μέση Ανατολή, συμμετοχή στις μεγάλες κινητοποιήσεις και συναντήσεις του διεθνούς κινήματος. Σ’ αυτές τις γενικές κατευθύνσεις νομίζουμε ότι πολλοί περισσότεροι από εμάς θα συμφωνήσουν μέσα στο Φόρουμ. Όμως, εδώ, μιλάμε για ένα εγχείρημα που ξεπερνά ουσιαστικά τα όρια του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος και λειτουργεί με όρους «ανασύνθεσης» του κινήματος. Η «μαζική διαχωριστική γραμμή» με το σοσιαλφιλελευθερισμό και τον ιμπεριαλισμό που κάποιοι αναζήτησαν στον «πόλο της αριστεράς» μόνο εδώ ίσως να είναι εφικτή και σε κινηματικό, πάντα, επίπεδο.
Το ξεπέρασμα της κρίσης και της απογοήτευσης που προκάλεσε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι απαραίτητος όρος, αλλά αυτό δε θα γίνει γρήγορα. Αυτοί που καλλιεργούν αυταπάτες για το Συνέδριο του ΣΥΝ το Φθινόπωρο δεν προσφέρουν φυσικά υπηρεσίες στην ανασυγκρότηση του Φόρουμ.

Η πολιτική ανεξαρτησία της αντικαπιταλιστικής αριστεράς από το ΣΥΝ και τα δορυφορικά του σχήματα είναι ζωτικής σημασίας. Η «πολιτική διαφοροποίηση» στο εσωτερικό του Φόρουμ είναι απ’ αυτή την άποψη αναγκαία. Για μας είναι προφανές ότι η αντικαπιταλιστική ανασύνθεση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί πάνω στο έδαφος των Φόρουμ. Είναι μια διακριτή, αυτόνομη και πολιτική διαδικασία. Έχει τη δυνατότητα όμως να προσφέρει στην ανασυγκρότηση των κινημάτων απείρως περισσότερο, από τους διάφορους ΣΥ.ΡΙΖ.Α. που μόνο απογοητεύσεις μπορούν να σωρεύσουν.

Παναγιώτης Σηφογιωργάκης


Σπάρτακος 75, Ιούλης 2004

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=2784

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s