Κύπρος: Ιστορικό σημείωμα

Σπάρτακος 74, Μάης 2004


Ένα ιστορικό σημείωμα για το ζήτημα της Κύπρου

του Κώστα Αντωνόπουλου

Τόσο η επίσημη θέση όλων των ελληνικών κυβερνήσεων, όσο και οι απόψεις της σταλινικής και μαοϊκής αριστεράς (από το ΚΚΕ ως τα Μ-Λ) παρουσιάζουν το κυπριακό ζήτημα ως ένα ζήτημα τουρκικής εισβολής και κατοχής από την Τουρκία ενός τμήματος που ανήκει στο ανεξάρτητο κυπριακό κράτος. Δυστυχώς, όμως, γι’ αυτούς υπάρχει κυπριακή ιστορία και πριν το 1974, της οποίας η εξέταση αποδεικνύει ότι το κυπριακό δεν είναι ζήτημα εισβολής ή κατοχής, αλλά ζήτημα μιας χρόνιας ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης στο έδαφος του νησιού που οδήγησε τελικά στο βίαιο εθνικό διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων. Το σύντομο ιστορικό σημείωμα που ακολουθεί ευελπιστούμε να σταθεί αρκετά διαφωτιστικό.

Η περίοδος της αγγλικής αποικιοκρατίας

Όταν το 1878 η Μ. Βρετανία αποκτούσε την κυριαρχία της Κύπρου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία ο κυπριακός πληθυσμός χωριζόταν σε τέσσερις θρησκευτικές ομάδες (χριστ. Ορθόδοξους, μουσουλμάνους, μαρωνίτες, λινοβάμβακους) χωρίς καμία απ’ αυτές να έχει ιδιαίτερα ανεπτυγμένη κάποια συγκεκριμένη εθνική συνείδηση. Ήταν στις αρχές του 20ου αιώνα που ένα μέρος της ε/κ αστικής τάξης άρχισε να προσβλέπει στην ένωση με την Ελλάδα. Σταδιακά, η κυπριακή Εκκλησία αναδείχθηκε σε κυρίαρχη δύναμη μεταξύ των ε/κ και βασικό φορέα της ενωτικής-εθνικιστικής αντίληψης. Ταυτόχρονα, η αγγλική αποικιοκρατική διοίκηση τηρούσε μια στάση ανοχής έναντι του ενωτικού ρεύματος θεωρώντας τον εθνικιστικό ενωτισμό ως ανάχωμα στην εξάπλωση του κομμουνισμού.

Την ίδια εποχή, το ελληνικό κράτος και η αστική τάξη τηρούσαν μια ολοκληρωτικά εχθρική στάση απέναντι στις ενωτικές επιδιώξεις, θεωρώντας όχι μόνο ανώφελο αλλά και επικίνδυνο να έρθουν σε σύγκρουση με τον πανίσχυρο βρετανικό ιμπεριαλισμό. Χαρακτηριστική είναι η στάση του Βενιζέλου απέναντι στην εξέγερση των οκτωβριανών (1931) με αίτημα «την ένωση με την Ελλάδα», όταν και αποκάλεσε τους εξεγερμένους ε/κ ενωτικούς «εγκληματικά στοιχεία».

Μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου η Κύπρος βρέθηκε σε κατάσταση αναβρασμού. Με αφετηρία το 1945 και αποκορύφωμα το 1947-49 το νησί ταρακούνησαν μαζικές απεργίες μέσα από τις οποίες ξεπήδησαν πανίσχυρες εργατικές ενώσεις. Οι κοινοί αγώνες κατά την περίοδο αυτή έσπαγαν τους εθνικούς διαχωρισμούς και οικοδόμησαν την ταξική ενότητα των ε/κ και τ/κ εργατών. Το εργατικό κίνημα, εκτός από τα οικονομικά του αιτήματα, απέκτησε και πολιτικό χαρακτήρα προβάλλοντας το σύνθημα της «αυτοδιάθεσης» αντί του συνθήματος «ένωση» της Εκκλησίας και των ε/κ εθνικιστών. Η Αγγλία κλονισμένη από το ογκούμενο ταξικό αντιαποικιακό κίνημα πρότεινε την «αυτοκυβέρνηση», έναν τύπο περιορισμένης αυτονομίας. Η αγγλική υποχώρηση τροφοδότησε ακόμη περισσότερο τον αντιαποικιακό αγώνα. Σ’ αυτές τις συνθήκες πραγματοποιήθηκε στη Λευκωσία το μαζικότερο συλλαλητήριο (40.000) που είχε ποτέ γνωρίσει η Κύπρος με αίτημα την αυτοδιάθεση.

Στους αγώνες αυτούς ηγετικός ήταν ο ρόλος του ΑΚΕΛ, όπως είχε μετονομαστεί το Κ.Κ. Κύπρου το 1941. Η θέση του ΑΚΕΛ στο κυπριακό ήταν η «αυτοδιάθεση». Μάλιστα το Κ.Κ. Κύπρου, στο ιδρυτικό του συνέδριο, το 1931, είχε χαρακτηρίσει το σύνθημα της «ένωσης με την Ελλάδα» ως «αντεπαναστατικό … που χρησιμοποιείται απ’ ευθείας από τον εγγλέζικο ιμπεριαλισμό ως όπλο για τη διαίρεση του κυπριακού εργαζόμενου λαού».

Δυστυχώς κάτω από τις προτροπές του µαχαριάδη (τον οποίο αντιπροσωπεία του ΑΚΕΛ επισκέφτηκε το 1948 στην Ελλάδα), το ΑΚΕΛ εγκατέλειψε τη θέση της «αυτοδιάθεσης» υιοθετώντας το αίτημα της «ένωσης». Η αλλαγή στάσης του ΑΚΕΛ δημιούργησε τις προϋποθέσεις για ανατροπή της ταξικής ενότητας των ε/κ και των τ/κ εργατών. Οι τ/κ εργατικές ενώσεις απομακρύνθηκαν από τις αντίστοιχες ε/κ, ενώ οι φοβίες που άρχισαν να αναπτύσσονται ανάμεσα στην τ/κ κοινότητα άρχισαν να τρέφουν τον τούρκικο εθνικισμό στο εσωτερικό της.

Μετά από 7 χρόνια «αυτοκυβέρνησης» ήταν πια καθαρό ότι η Μ. Βρετανία αρχίζει να προσανατολίζεται στην εγκατάλειψη της Κύπρου. Η κατάρρευση της βρετανικής αποικιακής αυτοκρατορίας ήταν γεγονός από την μία ως την άλλη άκρη των εδαφών του στέμματος.

Αυτήν την περίοδο (1955) κάνει την εμφάνισή της η περιβόητη ΕΟΚΑ με ηγέτη το στρατηγό Γρίβα (αρχηγό της μοναρχοφασιστικής οργάνωσης «Χ» στα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου». Πολλά έχουν γραφτεί για την υποτιθέμενη αντιιμπεριαλιστική δράση της ΕΟΚΑ. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος μύθος απ’ αυτόν. Όμως, δυστυχώς, η σταλινική αριστερά έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης στην αναπαραγωγή αυτού του μύθου. Η ΕΟΚΑ εμφανίστηκε στην Κύπρο όχι για να πολεμήσει τους – ήδη «φευγάτους» – Άγγλους, αλλά σα δούρειος ίππος της ελληνικής αστικής τάξης η οποία – βλέποντας την αλλαγή των διεθνών συσχετισμών – άρχισε να ονειρεύεται την πραγματοποίηση της «ένωσης».

Στόχος της ΕΟΚΑ δεν ήταν οι Άγγλοι, αλλά η αριστερά. Διαφωτιστικό είναι το γεγονός ότι στα 5 χρόνια της δράσης της (1955-59) η ΕΟΚΑ δολοφόνησε 116 άγγλους αστυνομικούς ή στρατιώτες, 64 τ/κ και 263 ε/κ αγωνιστές της αριστεράς. Οι προτεραιότητές της ήταν κάτι παραπάνω από εμφανείς. Η ΕΟΚΑ εξαπέλυσε ένα κύμα τρομοκρατίας, ξεκινώντας από ξυλοδαρμούς, απειλές, βασανιστήρια (1956-57) σε βάρος αγωνιστών. Η δράση της αναβαθμίστηκε τα χρόνια 1957-59, όταν πλέον πέρασε σε εν ψυχρώ εκτελέσεις. Παράλληλα, η ηγετική ομάδα του Γρίβα προέβη και σε μια γενική εσωτερική εκκαθάριση της ΕΟΚΑ από τα στοιχεία εκείνα που την είχαν πλαισιώσει πιστεύοντας ότι θα αγωνιστεί κατά των Άγγλων.

Ωστόσο το ΑΚΕΛ δεν επιχείρησε καθόλου να οργανώσει την αντίσταση στα πογκρόμ της ΕΟΚΑ, για να μη διαταράξει τις σχέσεις του με το Μακάριο (αρχιεπίσκοπο Κύπρου που είχε αναδειχτεί σε ηγετική φυσιογνωμία του ενωτικού μπλοκ) και για να επιδείξει τη νομιμοφροσύνη του απέναντι στην ελληνική και ε/κ αστική τάξη.

Ενδεικτικά, το Νοέμβρη του ’57 η ΕΟΚΑ δολοφόνησε τον αγωνιστή Παναή Τσάρο. Στην κηδεία του ένα τεράστιο πλήθος ξεχείλιζε από οργή για τους δολοφόνους. Ωστόσο το ΑΚΕΛ δεν έκανε τίποτε άλλο από το να απευθύνει έκκληση «να κατευναστούν τα πνεύματα».

Η τραυματισμένη ενότητα του εργατικού κινήματος έδειξε ότι είναι ακόμη ζωντανή την Πρωτομαγιά του ’58, όταν ε/κ και τ/κ εργάτες διαδήλωσαν μαζί. Παρά την υποχωρητικότητα της ηγεσίας του ΑΚΕΛ, το εργατικό κίνημα προσπάθησε να απαντήσει στη λευκή τρομοκρατία μ’ αυθόρμητες επιθέσεις σε σπίτια επιφανών αντιδραστικών.

Παράλληλα με τη δράση της ΕΟΚΑ στον ε/κ τομέα υπήρξε και η αντίστοιχη δράση της τουρκικής φασιστικής οργάνωσης ΤΜΤ στον τ/κ τομέα. Παρά το αβυσσαλέο μίσους που θα περίμενε κανείς να χωρίζει τους εθνικιστές της μιας και της άλλης πλευράς, υπήρχαν περιπτώσεις που οι δύο οργανώσεις συνεργάστηκαν ομαλότατα απέναντι στον κοινό εχθρό: το εργατικό κίνημα και την αριστερά των δύο κοινοτήτων. Ειδικά μετά τον Μάη του ’58 υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν μία από κοινού συντονισμένη επίθεση των δύο οργανώσεων ενάντια σε αριστερούς αγωνιστές και συνδικαλιστές. Ο τ/κ Μουσταφά Ιμπραήμ, συνδικαλιστής, δολοφονήθηκε από την ΕΟΚΑ στον ε/κ τομέα της Λευκωσίας, όπου είχε καταφύγει όταν τον κυνηγούσε η ΤΜΤ για να τον δολοφονήσει. Ο τ/κ Καβάζογλου και ο ε/κ Μισαούλης δολοφονήθηκαν από την ΤΜΤ γιατί πρωταγωνίστησαν σε απεργία εναντίον ε/κ καπιταλιστή.

Η περίοδος της ανεξαρτησίας

Με τις συμφωνίες µυρίχης-Λονδίνου (1959-1960) τερματίστηκε η αγγλική αποικιακή κατοχή του νησιού και δημιουργήθηκε το ανεξάρτητο κυπριακό κράτος. Παρέμειναν ωστόσο βρετανικές βάσεις που επεκτείνονταν στο 3% του κυπριακού εδάφους, ενώ παράλληλα η Μ. Βρετανία, η Ελλάδα και η Τουρκία ορίστηκαν «εγγυήτριες δυνάμεις».(1) Καθορίστηκε σε 950 στρατιώτες ο αριθμός της μόνιμης ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας στο νησί (ΕΛΔΥΚ) και σε 650 ο αντίστοιχος της τουρκικής. Στο Σύνταγμα του νέου κράτους περιελήφθηκαν σαν κάποια άρθρα που παρείχαν εγγυήσεις προς την ευάριθμη τ/κ μειονότητα. (20% του πληθυσμού). Η υποχώρηση του ελληνικού καπιταλισμού από την επιδίωξη της «ένωσης» μπορεί να ερμηνευτεί στη βάση του συσχετισμού δύναμης με την Τουρκία αλλά και στη βάση της διεθνούς συγκυρίας που είχε διαμορφωθεί. Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, επιδιώκοντας τη συμμαχία τόσος της Ελλάδας όσο και της Τουρκίας στο νευραλγικό χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, έριξε το βάρος του στη ζυγαριά με στόχο να μη δυσαρεστηθεί καμιά από τις δυο σύμμαχες χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ.

Παρά την επίσημη μετριοπαθή, ρεαλιστική πολιτική της ελληνικής και ε/κ πλευράς δεν άργησαν να εκδηλωθούν οι προθέσεις πολιτικής περιθωριοποίησης της τ/κ μειονότητας με στόχο τη βαθμιαία δημιουργία ενός ολοκληρωτικά ελληνοκρατούμενου κράτους. Ο ίδιος ο Μακάριος σ’ ένα λόγο του το Σεπτέμβρη του ’62 ήταν αρκετά αποκαλυπτικός: «Μέχρις ότου εκδιωχθεί η μικρή αυτή τουρκική κοινότητα … το καθήκον των ηρώων της ΕΟΚΑ μπορεί να θεωρηθεί ως περατωθέν».

Το Νοέμβρη του ’63 ο Μακάριος πρότεινε την αναθεώρηση του Συντάγματος και ειδικότερα των προστατευτικών διατάξεων για την τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Πρόκειται για τα λεγόμενα «13 σημεία». Μεταξύ άλλων εισηγείτο την «κατάργηση του δικαιώματος βέτο και την εκλογή του τ/κ αντιπροέδρου όχι πια από τους τ/κ βουλευτές αλλά από το σύνολο της βουλής όπου η ε/κ πλειοψηφία ήταν καταθλιπτική. Όπως ήταν φυσικό οι τ/κ αρνήθηκαν αυτή την μονομερή και πραξικοπηματική αλλαγή του Συντάγματος.

Τότε τα ε/κ ΜΜΕ ξεκίνησαν μια υστερική προπαγάνδα περί «τουρκικής ανταρσίας» επιχειρώντας να δώσουν άλλοθι στο σχέδιο εξόντωσης της τ/κ μειονότητας που θα άρχιζε να μπαίνει σε εφαρμογή.

Ολόκληρη η ιστορία της Κύπρου από το Δεκέμβρη του ’63 ως τον Ιούλη του ’74 που έγινε η τούρκικη εισβολή είναι η ιστορία μιας συστηματικής απόπειρας εθνοκάθαρσης του τ/κ στοιχείου.

Το 1964 οι παρακρατικές ομάδες του Σαμψών, του Γιωρκατζή και του Λυσσαρίδη, εξοπλισμένες από τον Μακάριο, αλωνίζουν την Κύπρο, επιτίθενται σε τ/κ χωριά και συνοικίες, καίνε σπίτια , βασανίζουν, εξοντώνουν. Η τ/κ συνοικία της Λευκωσίας Ομορφίτα σαρώνεται από τη συμμορία του Σαμψών το Δεκέμβρη του ’63. 500 τ/κ συλληφθέντες φυλακίζονται στον Κύκκο Λευκωσίας μαζί με άλλους 200 τ/κ από το χωριό Κουμσάλ. Ανήμερα τα Χριστούγεννα του ’63, οι «παλληκαράδες» του Σαμψών διαλέγουν 150 απ’ αυτούς και τους εκτελούν εν ψυχρώ. Το Μαθιάτι, ο Αγ. Βασίλειος και άλλα χωριά τ/λ δοκιμάζουν το μαχαίρι των ε/κ συμμοριών.

Κι ενώ οι σφαγές σε βάρος της τ/κ μειονότητας πυκνώνουν, το σταλινικό ΑΚΕΛ προτείνει στην τ/κ ηγεσία να … δεχτεί την αλλαγή του Συντάγματος που πρότεινε ο Μακάριος και να … αφοπλίσει τους τ/κ που αμύνονταν.

Το Δεκέμβρη του ’64 ο Μακάριος με πρόσχημα την ασφάλεια τους αποφασίζει τον περιορισμό των τ/κ σε «θύλακες» που δεν ήταν παραπάνω από το 5% του κυπριακού εδάφους, ενώ ταυτόχρονα τους επιβάλει οικονομικό αποκλεισμό για να μην έχουν – υποτίθεται – τη δυνατότητα να εξοπλιστούν.

Το 1967 και ενώ συνεχιζόταν ο εγκλεισμός των τ/κ στους «θύλακες» επιχειρήθηκε να ανοίξει ένας νέος γύρος αιματηρής εθνοκάθαρσης. Το Νοέμβρη του ’67 ελληνικές και ε/κ δυνάμεις επιτέθηκαν εναντίον των τ/κ «θυλάκων» στα χωριά Άγιοι Θεόδωροι και Κοφινού κοντά στη Λάρνακα. Το συντονισμό της επιχείρησης είχε αναλάβει το αρχηγείο των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Μόνο όταν εξαιτίας του επεισοδίου αυτού απειλήθηκε ελληνοτουρκικός πόλεμος, η ελληνική κυβέρνηση (της χούντας) αναγκάστηκε να υποχωρήσει.

Το 1974 ο δικτάτορας Ιωαννίδης – που είχε διαδεχτεί τον Παπαδόπουλο – βλέποντας ότι η χούντα είχε κλονιστεί από τις εξεγέρσεις Νομικής και Πολυτεχνείου και τη διάχυτη οργή του ελληνικού λαού, επεχείρησε να σώσει το καθεστώς του με μια «θεαματική εθνική επιτυχία». Παίρνοντας το `πράσινο φως» από τη CIA οργάνωσε στην Κύπρο πραξικόπημα με τη βοήθεια του Σαμψών, ανατρέποντας την κυβέρνηση του Μακάριου με στόχο την ανακήρυξη της «ένωσης» με την Ελλάδα.

Αρπάζοντας την ευκαιρία, η Τουρκία αποφάσισε να επέμβει -ως εγγυήτρια δύναμη – στο νησί για να «αποκαταστήσει τη νομιμότητα». Ο τουρκικός στρατός κατέλαβε το 36% του κυπριακού εδάφους, οδηγώντας τώρα τους ε/κ κατοίκους της Βόρειας Κύπρου στην προσφυγιά. Οι ΗΠΑ, μεταβάλλοντας την προηγούμενη στάση τους, αποδέχτηκαν την κατάσταση που διαμορφώθηκε στο νησί. Η αιτία γι’ αυτό δε βρίσκεται στον … έμφυτο φιλοτουρκισμό τους όπως ισχυρίζονται οι εθνικιστές φωστήρες της ελληνικής ακροδεξιάς αλλά και οι ιδεολόγοι της σταλινικής αριστεράς. Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός επιθυμούσε πάνω απ’ όλα την εξαφάνιση μιας εστίας έντασης στην περιοχή και δεν τον ενδιέφερε αν ο τρόπος που θα επιτυγχανόταν αυτός ο στόχος του ήταν η εθνοκάθαρση σε βάρος της τ/κ μειονότητας από τους ε/κ και την Εθνοφυλακή ή ο βίαιος διαχωρισμός των δύο κοινοτήτων που ακολούθησε την τουρκική στρατιωτική εισβολή.

Σκοπός αυτής της ιστορικής αναδρομής δεν ήταν μόνο να απαντήσει στα ανιστόρητα επιχειρήματα και τον επίσημο μύθο της «αδικημένης Ελλάδας» και της «κακής, φιλοπόλεμης Τουρκίας»£ ήταν επίσης να καταδείξει ότι πέρα από το δρόμο της εθνικής μισαλλοδοξίας στην Κύπρο, η εργατική τάξη και οι καταπιεσμένοι είχαν δοκιμάσει στο παρελθόν κα το δρόμο της ταξικής ενότητας. Δυστυχώς, η υποταγή της κυπριακής αριστεράς (ΑΚΕΛ) στην πολιτική που χάρασσε η ελληνική και η ε/κ αστική τάξη υπονόμευσε αυτή την ενότητα που είχε οικοδομηθεί μέσα στους κοινούς αγώνες των ε/κ και τ/κ εργατών. Το νήμα αυτής της κοινής αγωνιστικής παράδοσης πρέπει να ξαναπιάσουν οι εργαζόμενοι και των δύο κοινοτήτων. Μόνο οι κοινοί αγώνες ενάντια στο εθνικιστικό μίσος και τον ιμπεριαλισμό μπορούν να κυοφορήσουν την μοναδική ρεαλιστική προοπτική για την Ενωμένη Κύπρο: τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Κώστας Αντωνόπουλος

Σημειώσεις

  1. Καθορίστηκε σε 950 στρατιώτες ο αριθμός της μόνιμης ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας στο νησί (ΕΛΔΥΚ) και σε 650 ο αντίστοιχος της τουρκικής (ΤΟΥΡΔΥΚ). Στο Σύνταγμα του νέου κράτους περιλήφθηκαν κάποια άρθρα που παρείχαν εγγυήσεις προς την ευάριθμη τουρκική μειονότητα (20% του πληθυσμού).

Σπάρτακος 74, Μάης 2004

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=3629

There is one comment

Γράψτε απάντηση στο Σπάρτακος 74 | ΤΠΤ - "4" Cancel

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s