Ν’ αλλάξουμε τον κόσμο – χωρίς να πάρουμε την εξουσία;

Σπάρτακος 73, Φλεβάρης 2004


 Ο Phil Hearse σ’ αυτό το άρθρο (International Viewpoint, τεύχος 355, Δεκέμβριος 2003, σελ. 28-33) ασκεί κριτική στο πρόσφατα δημοσιευμένο βιβλίο του John Holloway, «Change the World Without Taking Power, The Meaning of Revolution Today», Pluto Press 2002

του Phil Hearse

Το να πραγματευτεί κανείς τις ιδέες που περιέχονται σ’ αυτό το βιβλίο είναι χρήσιμο, όχι γιατί ο John Holloway έχει λεγεώνες αφοσιωμένων οπαδών που τον ακολουθούν, αλλά γιατί πολλές από τις ιδέες που προβάλλει σχετικά με τη ριζική κοινωνική αλλαγή είναι πλατιά διαδεδομένες μέσα στο κίνημα για «την παγκόσμια δικαιοσύνη» και στο αντιπολεμικό κίνημα διεθνώς.

Η ιδέα της άρνησης της κατάληψης της εξουσίας έγινε πρόσφατα δημοφιλής χάρη στο Subcommandante Marcos, ηγέτη των Ζαπατίστας. Όπως και πολλά άλλα απ’ αυτά που ο Subcommandante λέει, η ιδέα αυτή ήταν αρκετά διφορούμενη, διότι σε κάθε περίπτωση ο EZLN, αντιπροσωπεύοντας έναν ιθαγενή πληθυσμό σε μια μικρή γωνιά του Μεξικού, δεν έχει τη δυνατότητα να καταλάβει την εξουσία – τουλάχιστο με τις δικές του δυνάμεις. Εντούτοις, η βασική ιδέα της επαναστατικής αλλαγής των κοινωνικών σχέσεων χωρίς κατάκτηση της εξουσίας υπάρχει εδώ και πολύ καιρό.

Μολονότι ο Holloway έχει ορισμένα κριτικά λόγια να πει για τους Tronti και Antonio Negri, πνευματικούς γονείς των ρευμάτων της ιταλικής Αυτονομίας, τα κύρια επιχειρήματά του προέρχονται κατευθείαν απ’ αυτούς: μην αντιπαρατίθεστε με την εξουσία των αφεντικών στο κόσμο της εργασίας, αποτραβηχτείτε απ’ αυτόν. Δημιουργήστε αυτόνομους χώρους – αυτόνομους από τα αφεντικά, αυτόνομους από το καπιταλιστικό κράτος. Βεβαίως, αυτό σημαίνει αγώνα, αλλά όχι τη δημιουργία κομματικών μηχανισμών ή την κατάληψη της εξουσίας.

Μερικά από τα πράγματα που ο Holloway λέει στο ξεδίπλωμα της επιχειρηματολογίας του είναι αρκετά διαδεδομένα στα σημερινά ριζοσπαστικά κινήματα· πηγαίνουν κατευθείαν στην καρδιά των ζητημάτων της επαναστατικής στρατηγικής, και, ρητώς, ο κύριος στόχος της πολεμικής του Holloway είναι ο επαναστατικός μαρξισμός.

Κρίνοντας ένα βιβλίο σαν κι αυτό, σημαίνει παράθεση εκτενών αποσπασμάτων ώστε οι αναγνώστες να μπορέσουν οι ίδιοι να κρίνουν τα επιχειρήματα. Όμως προκαταβάλλοντας θα λέγαμε ότι τα αποφασιστικά επιχειρήματα του Holloway είναι τα εξής:

  1. Ο ρεφορμισμός και ο επαναστατικός μαρξισμός έχουν εξίσου σα στρατηγικό τους στόχο την κατάληψη της κρατικής ή κυβερνητικής εξουσίας. Αλλά αυτό είναι μια παγίδα, καθώς το κράτος είναι αναπόφευκτα μια αυταρχική δομή. (Εδώ έχουμε έναν τετριμμένο, κλασικό αναρχισμό)
  2. Το κράτος δεν είναι ο τόπος της εξουσίας· οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις είναι αυτές στις οποίες βρίσκεται η εξουσία. Ο ορθόδοξος μαρξισμός δε βλέπει ότι το κράτος είναι σταθερά αγκιστρωμένο στις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις και ότι η απλή κατάκτησή του αλλάζει λίγο τα πράγματα, καθώς οι καταπιεστικές κοινωνικές σχέσεις παραμένουν στη θέση τους.
  3. Οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις μπορούν ν’ αλλάξουν μόνο μέσα από εναλλακτικές κοινωνικές πρακτικές που γεννιούνται από τους ίδιους τους καταπιεσμένους, στη διάρκεια της αντίστασης και του αγώνα.
  4. Η θεωρητική βάση αυτού του επιχειρήματος είναι η κατηγορία του φετιχισμού (του εμπορεύματος) και της αναπαραγωγής του. Οι κοινωνικές σχέσεις δεν είναι μια δομή ή ένα «πράγμα», αλλά μια σχέση που καθημερινά αναπαράγεται στη διαδικασία της «φετιχοποίησης». Ωστόσο αυτή η διαδικασία δεν είναι αυτόματη αλλά μπορεί να διαταραχτεί από εναλλακτικές κοινωνικές πρακτικές αντίστασης.
  5. Ο ισχυρισμός του Ένγκελς και άλλων ότι ο μαρξισμός είναι μια «επιστήμη» αυτομάτως γεννά μια καταπιεστική πρακτική· οι καταπιεσμένοι διαιρούνται σ’ εκείνους που «ξέρουν» (η πρωτοπορία, το κόμμα) και σ’ εκείνους που έχουν ψευδή συνείδηση (οι μάζες). Απ’ αυτή την ιδέα απορρέει μια πρακτική χειραγώγησης και υποκατάστασης. Ακόμη και ο Λούκατς και ο Γκράμσι δεν μπόρεσαν να έρθουν σε ρήξη μ’ αυτή τη λαθεμένη προβληματική.
  6. Δεν υπάρχουν εγγυήσεις για ένα ευτυχές τέλος· αυτό που είναι εφικτό είναι η αρνητική κριτική και αντίσταση και όσο για το αποτέλεσμα, θα το δούμε.

Το κράτος: δολοφόνος της ελπίδας

«Τι μπορούμε να κάνουμε για να βάλουμε ένα τέλος σ’ όλη αυτή την εξαθλίωση και εκμετάλλευση; … Υπάρχει ήδη μια έτοιμη απάντηση. Κάν’ το μέσα από το κράτος. Μπες σ’ ένα πολιτικό κόμμα, βοήθησέ το να κερδίσει την κυβερνητική εξουσία, άλλαξε τη χώρα μ’ αυτό τον τρόπο. Ή, αν είσαι πιο ανυπόμονος, πιο θυμωμένος, πιο δύσπιστος απέναντι σ’ αυτό που μπορεί να κατορθωθεί μέσα από κοινοβουλευτικά μέσα, μπες σε μια επαναστατική οργάνωση, βοήθησέ τη να κατακτήσει την κρατική εξουσία με βίαια ή μη-βίαια μέσα και, στη συνέχεια, χρησιμοποίησε το επαναστατικό κράτος για να αλλάξεις την κοινωνία»

«Άλλαξε τον κόσμο μέσα από το κράτος: αυτό είναι το παράδειγμα που έχει κυριαρχήσει πάνω στην επαναστατική σκέψη για περισσότερο από ένα αιώνα. Η διαμάχη ανάμεσα στη Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Έντουαρντ Μπέρνσταϊν, πριν από εκατό χρόνια, γύρω από το «μεταρρύθμιση ή επανάσταση» καθιέρωσε τους όρους οι οποίοι κυριάρχησαν πάνω στη σκέψη για την επανάσταση στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα … Η ένταση των διαφωνιών απέκρυπταν ένα βασικό σημείο συμφωνίας: και οι δύο προσεγγίσεις εστιάζουν στο κράτος σαν το πλεονεκτικό σημείο απ’ όπου η κοινωνία μπορεί ν’ αλλάξει …» (Holloway, σελ. 12)

Αλλά αυτό έχει αποδειχτεί μια παγίδα, διότι:

«Αν το κρατικό παράδειγμα ήταν το όχημα της ελπίδας για το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα, γινόταν ολοένα και περισσότερο ένας δολοφόνος της ελπίδας καθώς ο αιώνας προχωρούσε … Για πάνω από εκατό χρόνια ο επαναστατικός ενθουσιασμός των νέων ανθρώπων έχει διοχετευτεί στην οικοδόμηση του κόμματος ή στην εκμάθηση της χρήσης των όπλων· για πάνω από εκατό χρόνια τα όνειρα όλων εκείνων που ήθελαν ένα κόσμο στα μέτρα της ανθρωπότητας έχει γραφειοκρατικοποιηθεί ή στρατικοποιηθεί, πάντα στο όνομα της κατάκτησης της κρατικής εξουσίας από μια κυβέρνηση που μπορούσε, έπειτα, να κατηγορηθεί ότι «πρόδωσε» το κίνημα που την έφερε εκεί … Θα ήταν χρησιμότερο από το να ψάχνουμε σ’ όλες αυτές τις ατέλειωτες «προδοσίες» μια εξήγηση, να στρέψουμε την προσοχή μας στην ίδια την ιδέα ότι η κοινωνία μπορεί ν’ αλλάξει μέσα από το να κερδίσουμε την κρατική εξουσία.» (σελίδα 12)

Ποιο θεωρητικό σφάλμα βρίσκεται πίσω απ’ αυτή την παγίδα;

«[Επαναστατικά κινήματα εμπνευσμένα από τον μαρξισμό] διέπονται, συχνά, από μια εργαλειακή αντίληψη για την καπιταλιστική φύση του κράτους. Έχουν τυπικά αντιμετωπίσει το κράτος σαν να είναι όργανο της τάξης των καπιταλιστών. Η έννοια του «οργάνου» υπονοεί μια σχέση ανάμεσα στο κράτος και την τάξη των καπιταλιστών που είναι εξωτερική· σαν ένα σφυρί που κρατά σφιχτά στα χέρια η καπιταλιστική τάξη για χάρη των ιδίων συμφερόντων της, ενώ μετά την επανάσταση θα περάσει στα χέρια της εργατικής τάξης με σκοπό να υπηρετήσει τα δικά της συμφέροντα. Μια τέτοια άποψη αναπαράγει, ασυνείδητα ίσως, την απομόνωση ή αυτονόμηση του κράτους από το κοινωνικό του περιβάλλον, η κριτική του οποίου είναι το αφετηριακό σημείο κάθε επαναστατικής πολιτικής … αυτή η αντίληψη φετιχοποιεί το κράτος: το αφαιρεί από το δίχτυ των κοινωνικών σχέσεων στο οποίο είναι πιασμένο … Το λάθος του μαρξιστικού επαναστατικού κινήματος έχει υπάρξει, όχι η άρνηση της καπιταλιστικής φύσης του κράτους, αλλά η μη-κατανόηση του βαθμού ενσωμάτωσης του κράτους στα δίκτυα των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων.» (σελίδα 15)

Αυτό οδηγεί σε καταστροφικές συνέπειες για το κίνημα:

«Αυτό που ήταν αρχικά αρνητικό (η απόρριψη του καπιταλισμού) μετατρέπεται σε κάτι θετικό (οικοδόμηση θεσμών, οικοδόμηση εξουσίας). Η μύηση στην κατάληψη της εξουσίας γίνεται μια μύηση στην εξουσία την ίδια. Οι μαθητευόμενοι διδάσκονται τη γλώσσα, τη λογική και τους υπολογισμούς της εξουσίας· διδάσκονται πώς να ασκούν τις κατηγορίες μιας κοινωνικής επιστήμης η οποία έχει εξ ολοκλήρου συγκροτηθεί πάνω στην εμμονή για εξουσία.» (σελίδα 153)

Αυτό απέχει πολύ από το να εξαντλεί την επιχειρηματολογία του Holloway γύρω από το κράτος, και έτσι προχωρούμε στην εξέταση δύο συμπληρωματικών όψεων παρακάτω. Ωστόσο η κριτική στον επαναστατικό μαρξισμό είναι ιδιαίτερα ριζική και αναδεικνύει πολλά ζητήματα γύρω από τη φύση της καπιταλιστικής κοινωνίας και τον τρόπο της αλλαγής της. Τα ακόλουθα θα μπορούσαν να αποτελέσουν κάποια αρχικά σημεία στοχασμού πάνω στη θέση του Holloway:

Πρώτον, ο Holloway γνωρίζει, αλλά δε δίνει καμία έμφαση, ότι ο επαναστατικός μαρξισμός δεν αγωνίζεται για να καταλάβει την κρατική εξουσία, αλλά για να την «τσακίσει». Για αυτόν (το Holloway) το κράτος δεν είναι παρά το κράτος που είναι το κράτος κτλ, δηλαδή μια αναλλοίωτη κατηγορία στο εσωτερικό της οποίας αυστηρώς περιορισμένα σύνολα κοινωνικών σχέσεων μπορούν να υφίστανται. Η κριτική του μοιάζει σαν το «Κράτος και Επανάσταση» του Λένιν να μην είχε γραφτεί ποτέ. Αλλά η μαρξιστική σύλληψη της επανάστασης δεν είναι ότι η εργατική τάξη τσακίζει το κράτος για να το αντικαταστήσει απλώς μ’ ένα εργατικό κράτος, μέσα από το οποίο θα πραγματοποιηθεί η κοινωνική αλλαγή. Η αντίληψή μας για το εργατικό, σοσιαλιστικό «κράτος» είναι δημοκρατική αυτό-οργάνωση των μαζών, όχι η δικτατορία του κόμματος. Πράγματι δεν είμαστε (ή δε θα έπρεπε να είμαστε) υπέρ ενός μονοπωλίου απ’ οποιοδήποτε κόμμα.

Παραλόγως, ο Holloway αρκετές φορές αναφέρεται θετικά στο παράδειγμα της Παρισινής Κομμούνας. Αυτή, βέβαια, αποτέλεσε την έμπνευση του Λένιν στο «Κράτος και Επανάσταση». Ο Λένιν υπερασπίζεται το «Κράτος της Κομμούνας»· αυτό αποτελεί τη βάση της σκέψης πάνω στο ζήτημα. Σ’ αυτή την αντίληψη, οι κοινωνικές σχέσεις αλλάζουν, ή αρχίζουν να αλλάζουν, κατευθείαν και άμεσα, μέσα από τη διαδικασία της κοινωνικής επανάστασης, όχι απλά μέσω της αλλαγής στη φύση του κράτους, αλλά στις μεταβαλλόμενες κοινωνικές σχέσεις που συνοδεύουν αυτή τη διαδικασία. Στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες, τουλάχιστο, είναι αδύνατο να φανταστούμε την κλίμακα κοινωνικής κινητοποίησης που απαιτείται για την υπερνίκηση του καπιταλιστικού κράτους χωρίς την ίδια ώρα – ή σε πολύ σύντομη χρονική ακολουθία – οι λαϊκές μάζες να αποκτήσουν το δημοκρατικό έλεγχο των εργοστασίων, υπηρεσιών και εταιρειών. Η αντίληψή μας για την επανάσταση δεν είναι απλά η «κατάληψη» του κράτους και η χρησιμοποίησή του υπέρ των συμφερόντων των μαζών – αυτή είναι η (παλιά) σοσιαλδημοκρατική ιδέα· Η δική μας εναλλακτική προοπτική είναι οι μάζες να τσακίσουν το κράτος μέσα από μια τεράστια κοινωνική εξέγερση και εκδημοκρατισμό της εξουσίας, να κυβερνήσουν μέσα από τους δικούς τους θεσμούς εξουσίας.

Το επιχείρημα του Holloway ότι το κράτος είναι «ενσωματωμένο» στις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις είναι γενικά σωστό σ’ ένα ορισμένο βαθμό, αλλά είναι μονόπλευρο. Το κράτος δεν είναι απλά θαμμένο μέσα στο δίχτυ των κοινωνικών σχέσεων, είναι ζωτικό για τη λειτουργία του καπιταλισμού. Είναι εκεί όπου συγκεντρώνεται η ουσιώδης και στρατηγική διαδικασία λήψης των αποφάσεων. Είναι ο αποφασιστικός μηχανισμός άμυνας ενάντια στη θεμελιακή μεταβολή των κοινωνικών σχέσεων.

Το επιχείρημα του Holloway είναι βασικά ότι αν έχεις οποιοδήποτε είδος κράτους, έχεις καταπίεση και καπιταλισμό. Είναι εύκολο να δούμε τον παραλογισμό αυτού του επιχειρήματος. Ας αλλάξουμε, για χάριν της επιχειρηματολογίας, την παραδοσιακή επαναστατική μαρξιστική φρασεολογία. Ας εγκαταλείψουμε την ιδέα ενός εργατικού κράτους και ας πούμε ότι θέλουμε μια άμεση διαχείριση των κοινωνικών υποθέσεων από τις δημοκρατικά οργανωμένες μάζες. Φυσικά, θα έπρεπε να εκλέγουν ανακλητούς αξιωματούχους, να συγκαλούν συγκεντρώσεις σε επιχειρήσεις, γραφεία και σχολές και να ψηφίζουν γι’ αυτό που θέλουν να κάνουν. Ενδέχεται να χρειαστούν μια εθνική συνέλευση και εκλεγμένους αντιπροσώπους απ’ αυτή τη συνέλευση για να διεκπεραιώσουν εκτελεστικές λειτουργίες. Αν όλα αυτά απορριφθούν, είναι δύσκολο να φανταστούμε πώς η βασική λειτουργία της κοινωνίας θα αποφασίζεται και θα πραγματοποιείται. Παραδόξως (ή ίσως συνετά από τη δική του σκοπιά) ο Holloway απλώς δε συζητά κανένα στοιχείο μιας μετα-επαναστατικής κοινωνίας· τις διαδικασίες της λήψης των αποφάσεων ή τους μηχανισμούς διαχείρισής της. Επειδή, αν δε συζητήσεις γι’ αυτό, θα καταλήξεις να μιλάς για κάτι που θα ακούγεται αρκετά όμοιο μ’ ένα ορισμένο είδος κράτους.

Αυτό οδηγεί σε μια εξαιρετική παραδοξότητα στην επιχειρηματολογία του, απέναντι στην οποία ο Holloway στέκεται τυφλός. Ας πάρουμε την υπόθεση από τη σκοπιά του δικού του επιχειρήματος ότι οι ζαπατιστικές κοινότητες βάσης αποτελούν ένα καλό μοντέλο αλλαγμένων κοινωνικών σχέσεων και αυτοκυβέρνησης. Ας πούμε ότι θέλουμε να κάνουμε «ζαπατιστικό» ολόκληρο το Μεξικό. Αλλά σύμφωνα με το σχήμα του Holloway – καθώς θα οικοδομούσε κανείς, σ’ αυτή τη διαδικασία, ένα κράτος – δεν μπορεί κανείς να έχει ένα «ζαπατιστικό κράτος». Έτσι αδειάζεις εθνικά (και διεθνή) πεδία πάλης, επικεντρώνοντας στο τοπικό και το ιδιαίτερο. Πράγμα που θα οδηγήσει την τάξη των καπιταλιστών να σου πει «σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ».

Η αναπαραγωγή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων

Ο Holloway επινοεί τη δική του φρασεολογία προκειμένου να περιγράψει τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Η καπιταλιστική εξουσία είναι «εξουσία πάνω σε» και όχι «εξουσία για να» και καθυποτάσσει την «κοινωνική ροή του πράττειν». Αυτό δε θα έπρεπε να μας απασχολεί και τόσο αν η «εξουσία πάνω σε» δεν μετατρεπόταν σε «εξουσία του ήδη πραγμένου», δηλαδή σε εξουσία του συσσωρευμένου κεφαλαίου πάνω στη ζωντανή εργασία. Η «εξουσία για να», που μερικές φορές περιγράφεται σαν μια «αντι-εξουσία», μπορεί να αντιπαρατεθεί με την «εξουσία πάνω σε».

«Είναι το κίνημα της “εξουσίας για να”, η πάλη για τη χειραφέτηση του ανθρώπινου δυναμικού, που παρέχει την προοπτική για το σπάσιμο αυτού του κύκλου της κυριαρχίας. Είναι μόνο από την πρακτική της χειραφέτησης, της εξουσίας για να, που μπορεί να υπερβεί την εξουσία πάνω σε. Η εργασία (work), τότε, παραμένει κεντρική σε κάθε συζήτηση για την επανάσταση, αλλά μόνο εάν το αφετηριακό σημείο δεν είναι η μισθωτή εργασία (labour), δεν είναι η φετιχοποιημένη εργασία, αλλά περισσότερο η εργασία ως πράττειν, ως η δημιουργικότητα ή η εξουσία-για-να που υπάρχει ως, αλλά ταυτόχρονα και εναντίον και πέρα από την, μισθωτή εργασία.» (σελίδα 159)

Αυτό μπορεί να λάβει χώρα μέσα στην ακόλουθη προοπτική:

«Στη διαδικασία του αγώνα-εναντίον (struggle-against), διαμορφώνονται σχέσεις οι οποίες δεν είναι η αντανάκλαση των σχέσεων εξουσίας εναντίον των οποίων ο αγώνας κατευθύνεται: σχέσεις συντροφικότητας, αλληλεγγύης, αγάπης, σχέσεις … [Η πάλη ενάντια στον καπιταλισμό] και ο αγώνας για χειραφέτηση δεν μπορούν να διαχωριστούν, ακόμη και όταν εκείνοι που αγωνίζονται δε συνειδητοποιούν το δεσμό. Οι πιο μεγάλοι απελευθερωτικοί αγώνες, ωστόσο, είναι σίγουρα εκείνοι στους οποίους αυτά τα δύο είναι συνδεδεμένα, όπως σ’ εκείνους τους αγώνες οι οποίοι είναι συνειδητά προεικονιστικοί (prefigurative, δηλ. οι αγώνες που προεικονίζουν το είδος της κοινωνίας για το οποίο αγωνιζόμαστε σ.τ.μ), εκείνοι στους οποίους ο σκοπός της πάλης, στις μορφές της, δεν είναι να αναπαράγει τις δομές και τις πρακτικές εκείνου το οποίο αντιμάχεται, αλλά, περισσότερο, να δημιουργήσει εκείνο το είδος των επιθυμητών κοινωνικών σχέσεων» (σελίδα, 156)

Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο Holloway αναφέρει, για παράδειγμα, καταλήψεις εργοστασίων οι οποίες δεν είναι απλά ενέργειες αντίστασης, αλλά στις οποίες η παραγωγή συνεχίζεται κάτω από εργατικό έλεγχο, για κοινωνικά επιθυμητούς σκοπούς. Αλλά ο Holloway αντιτάσσεται σ’ αυτό που βλέπει ως στενότητα της άποψης της αριστεράς γι’ αυτό που είναι «πολιτικό» και αυτό που είναι «άσκηση της αντι-εξουσίας»:

«Η αντι-εξουσία βρίσκεται στην αξιοπρέπεια της καθημερινής ύπαρξης. Η αντι-εξουσία βρίσκεται στις σχέσεις που σχηματίζουμε όλο τον καιρό, σχέσεις αγάπης, φιλίας, συντροφικότητας, κοινότητας, συνεργασίας. Προφανώς τέτοιες σχέσεις αλλοιώνονται από την εξουσία εξαιτίας της φύσης της κοινωνίας στην οποία ζούμε, ωστόσο το στοιχείο της αγάπης, της φιλίας, της συντροφικότητας απαντά στο διαρκή αγώνα που διεξάγουμε εναντίον της εξουσίας, στην καθιέρωση αυτών των σχέσεων στη βάση της αμοιβαίας αναγνώρισης, της αμοιβαίας αναγνώρισης της αξιοπρέπειας του ενός από τον άλλο … Το να σκεφτόμαστε την εναντίωση στον καπιταλισμό μόνο με όρους εμφανούς στράτευσης σημαίνει ότι βλέπουμε μόνο τον καπνό που υψώνεται από το ηφαίστειο. Αξιοπρέπεια (αντι-εξουσία) υπάρχει οπουδήποτε οι άνθρωποι ζουν. Σ’ οτιδήποτε ζούμε κάθε μέρα, στην αρρώστια, το εκπαιδευτικό σύστημα, το σεξ, τα παιδιά, τη φιλία, τη φτώχια, οτιδήποτε, εκεί βρίσκεται ο αγώνας να κάνουμε πράγματα με αξιοπρέπεια, να κάνουμε τα πράγματα με το σωστό τρόπο». (σελίδα 108)

Πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν σχετικά μ’ αυτές τις ιδέες. Ο Holloway έχει σίγουρα δίκιο να βλέπει μια διαρκή δυσφορία απέναντι στις συνέπειες του καπιταλισμού, μια διαρκή πάλη εναντίον των συνεπειών της καπιταλιστικής εξουσίας σε μικρά όπως και σε μεγάλα πράγματα και ένα διαρκή αγώνα ανάμεσα σε τμήματα των καταπιεσμένων να δημιουργήσουν σχέσεις αμοιβαίας υποστήριξης με φίλους, οικογένεια και συναδέλφους. Αλλά αυτή είναι η μία πλευρά του πράγματος. Μεγάλο μέρος της ελεεινότητας, αθλιότητας, φθόνου, ανταγωνιστικότητας, βίας, ρατσισμού, σεξισμού, εγκληματικότητας που στοχεύουν σ’ άλλα τμήματα καταπιεσμένων υπάρχουν ακόμη και ανάμεσά τους. Η ακριβής ισορροπία είναι συζητήσιμη. Το ζήτημα ωστόσο, στρατηγικής σημασίας, είναι αν εναλλακτικές σχέσεις (σταθερές και διαρκείς) μπορούν να γεννηθούν μέσα από εναλλακτικές καθημερινές πρακτικές αντίστασης. Ο Holloway επιχειρεί να δικαιολογήσει την άποψή του ότι πράγματι μπορούν με την επιτήδεια θεωρητική του πρόταση πάνω στο ζήτημα του φετιχισμού. Σύμφωνα μ’ αυτόν οι φετιχοποιημένες κοινωνικές σχέσεις αποτελούν μια διαδικασία και όχι μια δομή:

«Η κατανόηση του φετιχισμού ως μιας διαδικασίας είναι το κλειδί για να σκεφτούμε για την αλλαγή του κόσμου χωρίς την κατάληψη της εξουσίας. Αν εγκαταλείψουμε το φετιχισμό-ως-διαδικασία, εγκαταλείπουμε την επανάσταση ως αυτοχειραφέτηση. Η κατανόηση του φετιχισμού ως σκληρού φετιχισμού μπορεί να οδηγήσει σε μια κατανόηση της επανάστασης σαν μια αλλαγή του κόσμου εκ μέρους των καταπιεσμένων κι αυτό αναπόφευκτα σημαίνει μια εστίαση στην κατάληψη της εξουσίας. Η κατάληψη της εξουσίας είναι ένας πολιτικός στόχος που βασίζεται στην έννοια της κατάληψης της εξουσίας “εκ μέρους” κάποιων, ωστόσο η αυτοκίνηση δεν έχει ούτε καν την ανάγκη να σκεφτεί “να καταλάβει την εξουσία”». (σελίδα 156)

Στη ρίζα αυτού του επιχειρήματος είναι μια γιγάντια ανακολουθία. Η θεωρητική προκείμενη του φετιχισμού-ως-διαδικασίας δεν οδηγεί στα στρατηγικά συμπεράσματα για τα οποία μας διαβεβαιώνει ο Holloway. Ας ρίξουμε μια πιο λεπτομερειακή ματιά στο επιχείρημα.

Πρώτον, οι φετιχοποιημένες κοινωνικές σχέσεις είναι δομή ή διαδικασία; Οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις οφείλουν διαρκώς να αναπαράγονται και στο βαθμό αυτό είναι βεβαίως μια διαδικασία. Αλλά επίσης προϋπάρχουν· έχουν οριστικά συγκροτηθεί και δεν υπόκεινται σε μια καθημερινή διατάραξη και κατάρρευση (ο λόγος για τον οποίο η έννοια της διαρκούς κρίσης και αστάθειας του καπιταλισμού στο Holloway είναι εσφαλμένη – βλέπε παρακάτω). Κάθε φορά που οι εργάτες πηγαίνουν στη δουλειά, οι σχέσεις καπιταλιστικής εκμετάλλευσης δε χρειάζεται να επινοηθούν και να εφευρεθούν ξανά· Βεβαίως αναπαράγονται, αν θέλετε, επανέρχονται – αλλά αυτή είναι η κανονική διαδικασία της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Ιδωμένες από την ανάποδη, οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις δεν αμφισβητούνται καθημερινά, απειλούνται ή τίθενται εν αμφιβόλω. Αυτό αρχίζει να συμβαίνει μόνο σε καιρούς οξείας πολιτικής κρίσης, μιας επαναστατικής ή προεπαναστατικής αναταραχής. Επειδή στερείται οποιασδήποτε έννοιας του πολιτικού, ο Holloway πρέπει κυριολεκτικά να παραμείνει άφωνος μπροστά σε τέτοια γεγονότα.

Αλλά είναι σε τέτοιες στιγμές κρίσης που το ζήτημα της εξουσίας μπαίνει επί τάπητος. Τι θα έλεγε ο Holloway για παράδειγμα στους επαναστάτες εργάτες της Καταλονίας το 1936-37; Δημιουργήστε εναλλακτικές κοινωνικές σχέσεις σε μια μη καπιταλιστική βάση; Αλλά είναι αυτό ακριβώς που ξεκίνησαν να κάνουν, όπως ο καθένας με μια σχετική οικειότητα με τα γεγονότα γνωρίζει. Οι εταιρείες κοινωνικοποιήθηκαν, η γη καταλήφθηκε από τους χωρικούς, η βάση ενός εναλλακτικού λαϊκού συστήματος διαχείρίσης θεμελιωμένου στις κοινότητες και τις κολεκτίβες εμφάνιζε ήδη καθαρό το περίγραμμά της. Το ίδιο στη Χιλή το 1971-73. Το ίδιο στην Πορτογαλία το 1974-75 και πολλά άλλα παραδείγματα θα μπορούσαν να παρατεθούν. Αλλά τι συνέβη; Σε κάθε μια απ’ αυτές τις περιπτώσεις η «εμπροσθοφυλακή» της επαναστατημένης μάζας υπήρξε ανίκανη να κατακτήσει ή να παγιώσει την εθνική πολιτική (κρατική) εξουσία της και ηττήθηκε, απομονώθηκε, συντρίφτηκε – στην Ισπανία και τη Χιλή με τρομακτικές και αιματηρές συνέπειες. Με την εγκατάλειψη του πεδίου του πολιτικού και του στρατηγικού, οι ιδέες του Holloway αφήνουν μια αποφασιστική αρένα πάλης στις καπιταλιστικές ή φιλο-καπιταλιστικές δυνάμεις οι οποίες αναπόφευκτα θα την καταλάβουν, αποτρέποντας την επαναστατική αλλαγή.

Τώρα ωστόσο πρόκειται να παραθέσω ορισμένες ισχυρές αποδείξεις υπέρ της θέσης του Holloway και εναντίον αυτών που έχουν ειπωθεί παραπάνω. Ένα πρόσφατο άρθρο στον Observer του Λονδίνου έδωσε μια γοητευτική εικόνα των αγώνων των φτωχών barrios του Καράκας, εστίας της μπολιβαριανής «επανάστασης» στη Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες. Οι ντόπιοι αναλαμβάνουν την ευθύνη της διαχείρισης των υποθέσεων της δικής του ζωής σε γιγάντια κλίμακα. Ύδρευση και ηλεκτρισμός, σχολεία και μοίρασμα τροφίμων στους φτωχούς – κάθε πλευρά της τοπικής αυτοδιοίκησης έχει αναληφθεί από τους ίδιους τους ανθρώπους. Ένας ντόπιος αγωνιστής φέρεται να έχει δηλώσει: «Δε θέλουμε μια κυβέρνηση – θέλουμε να είμαστε η κυβέρνηση». Είναι βέβαιο ότι ο Holloway μιλάει ακριβώς γι’ αυτό το είδος δραστηριότητας;

Η δήλωση του ντόπιου αγωνιστή εμπεριέχει μια ολότελα θετική και προοδευτική στάση, μια επαναστατική στάση, απέναντι στον καπιταλισμό και το καπιταλιστικό κράτος. Αλλά πώς μπορεί να γίνει ώστε «εμείς», οι άνθρωποι, οι φτωχοί, οι αποκλεισμένοι, «να γίνουμε η κυβέρνηση»; Αυτή είναι πεμπτουσία του ζητήματος. Όποιος λέει σ’ αυτούς τους αγωνιστές «κάντε ακριβώς αυτό που κάνετε και τελεία» τους προσφέρει μια πολύ κακή υπηρεσία. Η ικανότητά τους να αλλάξουν τις κοινωνικές σχέσεις σε τοπικό επίπεδο εξαρτάται από την εθνική πολιτική πορεία, τη συνολική πρόοδο της «μπολιβαριανής» επανάστασης και την ύπαρξη της κυβέρνησης Τσάβες. Αν ο Τσάβες συντριφτεί από την ντόπια αντίδραση και τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, αυτά τα τοπικά πειράματα λαϊκής εξουσίας θα συντριφτούν επίσης. Αυτή είναι αδυναμία της μη ολοκλήρωσης των τοπικών διαδικασιών αλλαγής της εξουσίας με μια εθνική πάλη για ένα εναλλακτικό εθνικό κράτος.

Το άρθρο που αναφέρθηκε παραπάνω αφήνει να εννοηθούν ορισμένα σημάδια σύγκρουσης ανάμεσα στις μπολιβαριανές επιτροπές και μερικούς τοπικούς ακτιβιστές, με τους τελευταίους να εκφράζουν μια δυσφορία απέναντι στους ντόπιους «politicos» που επιχειρούν να διεισδύσουν στους αγώνες τους. Τέτοιες συγκρούσεις – οι οποίες ανέκυψαν και στην Αργεντινή επίσης – είναι ένα κανονικό και αναπόφευκτο μέρος της επαναστατικής αλλαγής. Αποτελούν στην πραγματικότητα μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε διαφορετικές προοπτικές. Και είναι φυσικό για ορισμένους αγωνιστές το συνολικό σχέδιο της αλλαγής της κυβέρνησης να μοιάζει μερικές φορές αφηρημένο και ουτοπικό, καταπιασμένοι όπως είναι με τα κατεξοχήν πρακτικά καθήκοντα της επίλυσης των αναγκών των ανθρώπων εδώ και τώρα. Τέτοιες στάσεις ενισχύονται από τις πραγματικά χειραγωγητικές και γραφειοκρατικές πρακτικές που απαντούν σ’ ορισμένες οργανώσεις της επαναστατικής και όχι τόσο επαναστατικής αριστεράς. Αλλά στο τέλος – τέλος είναι εσφαλμένες και αυτοαναιρούμενες.

Αποδεχόμενος ότι οι κοινωνικές σχέσεις μπορούν άμεσα να μετασχηματιστούν απλά χάρη στις κοινωνικές πρακτικές των καταπιεσμένων, ο Holloway εγκαταλείπει το πεδίο της στρατηγικής και, στην πραγματικότητα, της πολιτικής στο σύνολό της. Οι μαρξιστές είναι υποχρεωμένοι να του πουν ότι οι επαναστάτες, με μια ορισμένη έννοια, πρέπει να είναι «μυημένοι» στην εξουσία, μαθαίνοντας τα κόλπα και τις τακτικές της βρώμικης δουλειάς της πολιτικής. Πράγματι απ’ αυτό προέρχονται πολλές αρνητικές συνέπειες. Θα ήταν πολύ ωραίο αντιθέτως να μπορούσαμε να προχωρήσουμε κατευθείαν σε εναλλακτικές κοινωνικές σχέσεις χωρίς να χρειαστεί να περάσουμε μέσα απ’ όλη αυτή την αηδιαστική, ζοφερή δουλειά της οικοδόμησης κομμάτων που μάχονται για την εξουσία. Όπως ο Ernest Mandel θα έλεγε, αυτό είναι δυστυχώς ανέφικτο «σ’ αυτό τον καταραμένο κόσμο μας».

Η καθαρή αφέλεια του Holloway πάνω σ’ αυτό το ζήτημα αποκαλύπτεται σ’ ένα πολύ ενδιαφέρον τμήμα του βιβλίου του σχετικά με τους αγώνες για την «αντι-εξουσία»:

«Κοιτάξτε τον κόσμο γύρω μας, κοιτάξτε πέρα από τις εφημερίδες, πέρα από τους θεσμούς του εργατικού κινήματος και μπορείτε να δείτε ένα κόσμο αγώνων: τις αυτόνομες κοινότητες στην Τσιάπας, τους φοιτητές του Αυτόνομου Εθνικού πανεπιστημίου του Μεξικού, τους ναυτεργάτες του Λίβερπουλ, το κύμα των διεθνών διαδηλώσεων κατά της εξουσίας του χρηματικού κεφαλαίου, τον αγώνα των μεταναστών εργατών … Υπάρχει ένας ολόκλήρος κόσμος αγώνων που δε στοχεύει στο να κερδίσει την εξουσία, ένας ολόκληρος κόσμος αγώνων εναντίον της “εξουσίας πάνω σε” … Υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος αγώνων που … αναπτύσσει μορφές αυτοπροσδιορισμού και αναπτύσσει εναλλακτικές αντιλήψεις για το πώς ο κόσμος θα μπορούσε να είναι» (σελίδα 118)

Λοιπόν είναι αλήθεια, κατά κάποιο τρόπο. Αλλά αν γρατσουνίσουμε την επιφάνεια των τριών ιδιαίτερων αγώνων που ο Holloway αναφέρει, τότε παίρνουμε μια ελαφρώς διαφορετική ιστορία. Πρώτον, οι ναυτεργάτες του Λίβερπουλ. Πρόκειται για έναν αγώνα μιας μικρούτσικης ομάδας εργατών, η οποία ήταν διεθνοποιημένη κατ’ ένα παραδειγματικό τρόπο, με ενέργειες αλληλεγγύης με ναυτεργάτες και ναυτικούς σε διάφορες ηπείρους. Πίσω από τη σκηνή, ωστόσο, διάφορες βρετανικές μαρξιστικές οργανώσεις αφιέρωσαν αξιοσημείωτο χρόνο και ενέργεια για να οικοδομήσουν αυτό τον αγώνα και να δημιουργήσουν τους διεθνείς δεσμούς. Ο αγώνας δε θα είχε προχωρήσει με τον τρόπο που προχώρησε χωρίς αυτή την παρέμβαση. Ο Holloway ίσως δε γνωρίζει τα γεγονότα, αλλά μπορώ να του δώσω ονόματα και τηλέφωνα ορισμένων καίριων επαγγελματιών επαναστατών που ενεπλάκησαν.

Δεύτερον, η διάρκειας ενός έτους πάλη των φοιτητών του UNAM εναντίον της επιβολής των διδάκτρων (1998-99). Ο John Holloway θα έπρεπε να ξέρει περισσότερα γι’ αυτήν επειδή πολύ από το χρόνο του τον ξοδεύει στο Μεξικό. Η πάλη καθοδηγήθηκε (μερικές φορές θα έλεγα οδηγήθηκε σε λάθος δρόμο) από ένα συνασπισμό από μάλλον υπεραριστερές μαρξιστικές ομάδες. Για καλό και για κακό ήταν σε θέση να βασίζονται στην υποστήριξη μέχρι και 5 ή 6 χιλιάδων ανάμεσα στους πιο αποφασισμένους απεργούς, οι οποίοι μπορούσαν να καθοδηγούν και τους υπόλοιπους. Δεν ήταν ένας αγώνας δίχως πολιτική ηγεσία· αυτή η ηγεσία θέλει πράγματι να κερδίσει την εξουσία, αλλά, με δεδομένο τον υπεραριστερό ημι-σταλινικό χαρακτήρα της, δεν είχε καμία δυνατότητα να το πετύχει – τέλος πάντων, ας ελπίζουμε έτσι.

Τελικά, τι γίνεται με την κυριότερη έμπνευση του Holloway, τους Ζαπατίστας; Οι αυτόνομες συνελεύσεις των χωριών είναι πράγματι παραδειγματικές, αλλά σε τι είναι ακριβώς αυτόνομες; Μ’ απόλυτη βεβαιότητα όχι από πολιτική οργάνωση και ηγεσία. Το ζαπατιστικό κίνημα έχει τρεις πτέρυγες: το EZLN, τους ένοπλους μαχητές· τις κοινότητες βάσης στα ορεινά χωριά· και το Frente Zapatista, το FZLN, την πανεθνική οργάνωση υποστήριξης. Αυτή που καθοδηγεί πολιτικά και τις τρεις αυτές πτέρυγες είναι η Μυστική Επαναστατική Επιτροπή των Ιθαγενών, με άγνωστο τον ακριβή αριθμό των μελών της (δηλαδή είναι μυστικός), με εξέχουσα φυσιογνωμία τον Subcommandate Marcos. Αυτή είναι η ηγεσία μιας πολιτικής οργάνωσης, η οποία είναι κατ’ ουσία ένα υποκατάστατο πολιτικού κόμματος παρ’ όλες τις αρνήσεις του Subcommandate και των οπαδών του. Μπορείτε να είστε απολύτως σίγουροι ότι αν οι κοινότητες βάσης πρόκειται να συζητήσουν ένα σημαντικό ζήτημα, αυτό θα έχει πρώτα συζητηθεί στη μυστική ηγεσία που έχει τη βάση της στις παρυφές τους. Η δημοκρατία των χωρικών δεν είναι ακριβώς αυθόρμητη.

Μαρξισμός, επιστήμη, συνείδηση

Εξίσου, το FZLN δεν κάνει ούτε μία κίνηση χωρίς την έγκριση του Subcommandate προσωπικώς. Η δημοκρατία στο FZLN δεν είναι ακριβώς διάφανη. Αν δεν έχει γίνει ακριβώς ένα πανεθνικό κόμμα είναι εν μέρει διότι ο Marcos δεν ήθελε να ξεφύγει από τον έλεγχό του.

Προκαταλαμβάνοντας λίγο αυτά που θα ακολουθήσουν, η πολεμική του Holloway προς την ιδέα ότι ο μαρξισμός είναι ένα ορισμένο είδος επιστήμης συνίσταται από τα εξής αποφασιστικά σημεία:

  1. Οι μαρξιστές μετά τον Ένγκελς έχουν συντηρήσει την ιδέα ότι η επιστήμη εν γένει και ο μαρξισμός ιδιαιτέρως επιζητούν την αντικειμενική γνώση του πραγματικού κόσμου. Η επαναστατική θεωρία αντιθέτως είναι κριτική και αρνητική· η αντικειμενική γνώση είναι ανέφικτη.
  2. Ο Ένγκελς και οι κατοπινοί μαρξιστές μετέτρεψαν τον μαρξισμό σε μια τελεολογία – πράγμα που σημαίνει ότι η ιστορία είναι μια διαδικασία με μια αναπόφευκτη έκβαση, το σοσιαλισμό. Αυτό υποβαθμίζει και περιορίζει το ρόλο του αγώνα.
  3. Βλέποντας το κόμμα (ή την προλεταριακή πρωτοπορία) ως κατέχον γνώση την οποία οι μάζες δεν κατέχουν, οι ορθόδοξοι μαρξιστές εγκαθίδρυσαν μια καταπιεστική και χειραγωγητική σχέση ανάμεσα στο κόμμα και τις μάζες. Η κατηγορία της ψευδούς συνείδησης πρέπει να απορριφθεί, είμαστε όλοι θύματα του φετιχισμού (σ.τ.μ. εννοείται του εμπορεύματος) συμπεριλαμβανομένων και των μαρξιστών αγωνιστών. Η έννοια της ηγεμονίας του Γκράμσι είναι συνεπώς εσφαλμένη.
  4. Θέτοντας ένα καταληκτικό σημείο ή σκοπό στον αγώνα (δηλαδή, το σοσιαλισμό ή τον κομμουνισμό) οι ορθόδοξοι μαρξιστές αναπόφευκτα επιχειρούν να «καναλιζάρουν» και να κατευθύνουν τις μάζες προς προκαθορισμένους σκοπούς. Η έννοια της επαναστατικής ρήξης επιβάλλεται στον αγώνα «από τα έξω».

Η λεπτομερής απάντηση σ’ όλα αυτά τα σημεία θ’ απαιτούσε ένα εκτενές βιβλίο, αλλά η κύρια απάντηση την οποία οι επαναστάτες μαρξιστές θα έπρεπε να δώσουν σ’ αυτό το μακρό κατηγορητήριο είναι «είμαι αθώος». Εντούτοις κάποια μεμονωμένα σημεία περιέχουν ένα στοιχείο αλήθειας, ιδιαιτέρως σε σχέση με τον μαρξισμό της Δεύτερης Διεθνούς και τον «μαρξισμό» του σταλινισμού διεθνώς. Αλλά πολλές από τις απόψεις που αποδίδονται από το Holloway στον επαναστατικό μαρξισμό απλώς δεν υποστηρίζονται από τους περισσότερους ανθρώπους μέσα στο κίνημα που σκέφτονται γι’ αυτά τα πράγματα.

Είναι ο μαρξισμός μια επιστήμη; Προσφέρει η επιστήμη μια αντικειμενική γνώση του κόσμου; Είναι μια τέτοια γνώση εφικτή; Προτού να δώσουμε μια ορισμένη προσωρινή απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα, θα έπρεπε να ειπωθεί ότι η απάντηση που δίνει ο ίδιος ο Holloway – μια αυστηρή λογοκρισία της σχολής της Φραγκφούρτης – δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή:

«Η έννοια του φετιχισμού σημαίνει μια αρνητική αντίληψη της επιστήμης … Η έννοια του φετιχισμού σημαίνει επομένως ότι υπάρχει μια ριζική διάκριση ανάμεσα στην “αστική” επιστήμη και μια κριτική και επαναστατική επιστήμη. Η πρώτη προϋποθέτει τη διατήρηση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και παίρνει την ταυτότητα για δεδομένη και μεταχειρίζεται την αντίφαση σαν ένα σημάδι λογικής ασυνέπειας. Η επιστήμη υπ’ αυτή την άποψη είναι μια προσπάθεια κατανόησης της πραγματικότητας. Στη δεύτερη περίπτωση, η επιστήμη μπορεί να είναι μονάχα αρνητική, μια κριτική της αναλήθειας της υπάρχουσας πραγματικότητας. Ο στόχος δεν είναι να κατανοήσουμε την πραγματικότητα, αλλά να κατανοήσουμε (και με την κατανόηση να εντείνουμε) τις αντιφάσεις της ως μέρος της πάλης για την αλλαγή του κόσμου. Όσο πιο πολύ κατανοούμε ότι τα πάντα είναι διαβρωμένα από την πραγμοποίηση, τότε απολύτως τα πάντα γίνονται ένας τόπος αγώνα ανάμεσα στην επιβολή της παραβίασης του πράττειν και την κριτική-πρακτική πάλη για επανάκτηση του πράττειν. Καμία κατηγορία δεν είναι ουδέτερη.» (σελίδα 122)

Ένα πρώτο πράγμα που είναι προφανές σ’ αυτό το απόσπασμα είναι η ιδέα ότι η επιστήμη η οποία επιδιώκει να κατανοήσει τον κόσμο δεν μπορεί να ανεχτεί την αντίφαση, επειδή αυτή είναι ένα σημάδι λογικής ασυνέπειας. Κάθε μαρξιστής θα σου πει ότι κατά την άποψή μας η αντίφαση μέσα στην πραγματικότητα (όχι απλά στη σκέψη) είναι μια θεμελιώδης επιστημολογική πρόταση κάθε πραγματικής επιστήμης.

Γενικά τα επιχειρήματα του Holloway θέτουν εξολοκλήρου λαθεμένα διλήμματα. Μια ορισμένη ανάγνωσή του θα μπορούσε να οδηγηθεί σε μια απόλυτη ρήξη ανάμεσα στην «επαναστατική» και την «αστική» επιστήμη· οι χειρότερες συνέπειες αυτής της ιδέας ήταν τα εκκεντρικά προϊόντα της Σοβιετικής Ακαδημίας. Αν την ακολουθήσουμε ως τις λογικές της συνέπειες, η ιδέα του Holloway θα οδηγούσε σε μια απόρριψη του Nils Bohr ή του Albert Einstein με τη δικαιολογία ότι οι παρατηρήσεις τους στη θεωρία του κύματος, τη μοριακή θεωρία ή για τη σχετικότητα δεν αποτελούσαν μέρος της πάλης για την αλλαγή του κόσμου.

Οι περισσότεροι μαρξιστές θα υποστήριζαν ότι η επιστήμη θα πρέπει να είναι κριτική και «διαλεκτική» προκειμένου να παραγάγει γνώση, επιχειρώντας να κατανοήσει την αντίφαση μέσα στην πραγματικότητα, της κοινωνίας καθώς εξίσου και της φύσης. Η «διαλεκτική» προσέγγιση έχει σε τεράστιο βαθμό βοηθηθεί από τον ερχομό της θεωρίας του Χάους, η οποία έχει καταφέρει ένα τρομερό πλήγμα κατά των ψευδών διχοτομιών τις οποίες η αστική φιλοσοφία παρέμβαλε ανάμεσα στο ντετερμινισμό και την ακαθοριστία. Η θεωρία του Χάους έχει δείξει ότι τα γεγονότα μπορούν να καθοριστούν, δηλαδή να έχουν αίτια καθορισμένα, αλλά επίσης ακαθόριστα και απρόβλεπτα αποτελέσματα. Απέχοντας πόρρω από το ν’ αποτελεί μια απόρριψη της διαλεκτικής σκέψης, αυτή η παρατήρηση είναι η επιβεβαίωσή της, ή καλύτερα η εμβάθυνσή της. (Μια εκτεταμένη συζήτηση αυτών των θεμάτων μπορεί να βρεθεί στο βιβλίο του Daniel Bensaid «Marx for Our Times»). Αλλά είναι επίσης ότι πλευρές της θεωρίας του Χάους είναι ασύμβατες σε σχέση με την επιστημονική προβλεψιμότητα που προβαλλόταν από τον Ένγκελς στο περίφημο «παραλληλόγραμμο των δυνάμεων».

Ένας αριθμός συνεπειών για τις ιδέες μας πάνω στην επιστήμη ακολουθεί. Το να λες ότι η επιστήμη μπορεί να παραγάγει γνώση για τον πραγματικό κόσμο δεν είναι το ίδιο πράγμα με το να λες ότι όλα τα γεγονότα μπορούν να προβλεφτούν, όχι επειδή μας λείπει η επαρκής γνώση για τις αιτίες τους, αλλά εξ ορισμού. Η θεωρία του Χάους έχει δείξει τα όρια της πρόβλεψης, αλλά αυτά δεν είναι απόλυτα. Το φάσμα των πιθανών εκβάσεων πολλών φυσικών και κοινωνικών διαδικασιών μπορεί να γίνει γνωστό και να προβλεφτεί εκ των υστέρων. Αν δεν ήταν έτσι, η επιστήμη θα ήταν άχρηστη. Δε θα μπορούσαμε ποτέ να χτίσουμε μια γέφυρα, να εφεύρουμε ένα νέο φάρμακο ή να περπατήσουμε στο δρόμο.

Ο John Holloway εισάγει μια εσφαλμένη πόλωση ανάμεσα στη θετική και την αρνητική γνώση. Είναι πιθανό να παραγάγουμε αληθινή γνώση του κόσμου χωρίς ν’ αποτελούμε τμήμα του επαναστατικού αγώνα. Είναι επίσης πιθανό να παραγάγουμε αληθινή γνώση των κοινωνικών διεργασιών δίχως αυτό να οδηγήσει στην άποψη ότι η κοινωνική πραγματικότητα κυβερνάται από αδήριτους «αντικειμενικούς νόμους» με μία αναπόφευκτη έκβαση.

Έτσι, λίγοι μαρξιστές σήμερα, θα βεβαίωναν ότι ο σοσιαλισμός είναι «αναπόφευκτος», ότι η ιστορία έχει ένα προκαθορισμένο σκοπό ή έκβαση. Ο σοσιαλισμός είναι μία επιδίωξη, ένας στόχος για τον οποίο αγωνιζόμαστε, είναι το αποτέλεσμα ενός θεωρητικού στοχασμού. Αλλά όχι μόνο αυτό. Αυτός ο θεωρητικός στοχασμός είναι καθ’ εαυτόν ένας στοχασμός των αντιφάσεων μέσα στην πραγματικότητα· δηλαδή της ταξικής πάλης μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία. Για να παραφράσουμε τον Μαρξ, η θεωρία τείνει προς την πραγματικότητα και (ελπίζουμε) και η πραγματικότητα να τείνει προς τη θεωρία.

Ο John Holloway ισχυρίζεται ότι οι μαρξιστές πιστεύουν ότι κατέχουν μια αντικειμενική γνώση που οι μάζες δε διαθέτουν:

«Η έννοια του μαρξισμού ως επιστήμης υποδηλώνει μια διάκριση ανάμεσα σ’ αυτούς που ξέρουν και σ’ εκείνους που δεν ξέρουν, μια διάκριση ανάμεσα σ’ αυτούς που έχουν αληθινή συνείδηση και σ’ εκείνους που έχουν ψευδή συνείδηση … Η πολιτική συζήτηση κατέληξε να εστιάζεται στο ζήτημα της “ορθότητας” και της “σωστής γραμμής”. Αλλά πώς ξέρουμε (και πώς αυτοί γνωρίζουν) ότι η γνώση εκείνου που γνωρίζει είναι σωστή; Πώς είναι δυνατό να λέγεται ότι οι γνώστες (κόμμα, διανοούμενοι, ή οτιδήποτε άλλο) μπορούν να υπερβούν τις συνθήκες του κοινωνικού τους χωροχρόνου μ’ ένα τέτοιο τρόπο ώστε να έχουν κατακτήσει μια προνομιακή γνώση της ιστορικής κίνησης; Ίσως ακόμη πιο σημαντικό από πολιτική άποψη: αν γίνει η διάκριση ανάμεσα σ’ αυτούς που γνωρίζουν και σ’ εκείνους που δε γνωρίζουν και αν η κατανόηση ή η γνώση θεωρείται ως σημαντική στη διεύθυνση του πολιτικού αγώνα, τότε ποια είναι η οργανωτική σχέση ανάμεσα στους ειδήμονες και τους άλλους (τις μάζες); Πρόκειται εκείνοι που κατέχουν τη γνώση να καθοδηγήσουν και να εκπαιδεύσουν τις μάζες (όπως συμβαίνει στην ιδέα του κόμματος πρωτοπορίας) ή είναι μια κομμουνιστική επανάσταση αναγκαστικά το έργο των ίδιων των μαζών (όπως οι “αριστεροί κομμουνιστές” σαν το Πάνεκουκ έχουν υποστηρίξει); 

… Η έννοια των αντικειμενικών νόμων εγκαινιάζει ένα διαχωρισμό ανάμεσα στη δομή και τον αγώνα. Ενώ αντιθέτως η έννοια του φετιχισμού προτείνει ότι τα πάντα είναι πάλη, ότι τίποτε δεν υπάρχει πέρα από τους ανταγωνισμούς των κοινωνικών σχέσεων, η έννοια των “αντικειμενικών νόμων” προτείνει ένα δυϊσμό ανάμεσα σ’ ένα αντικειμενικό δομικό κίνημα ανεξάρτητο από τη θέληση των ανθρώπων, από την μία πλευρά, και τους υποκειμενικούς αγώνες για έναν καλύτερο κόσμο από την άλλη.» (σελίδα 122)

Όταν οι μαρξιστές λένε ότι μια ορισμένη άποψη ή προτεινόμενη πορεία δράσης είναι «σωστή» δεν αποδίδουν αναγκαστικά ως εκ τούτου την ιδιότητα της απόλυτης, αντικειμενικής γνώσης σ’ αυτή την κατηγορία – ή τουλάχιστον δε θα έπρεπε να το κάνουν. Κάθε γνώση είναι πρόσκαιρη και υπόκειται σε διάψευση. Όταν συζητάμε για ένα προσανατολισμό δράσης, η φράση «σωστό» συνήθως είναι ένα σύντομο συνώνυμο του «πιο κατάλληλο για την περίσταση». Από την άλλη πλευρά όταν οι μαρξιστές λένε διάφορα πράγματα, ας πούμε για παράδειγμα ότι «η εισβολή στο Ιράκ είναι ένα παράδειγμα ιμπεριαλισμού» πράγματι προτείνουν την ύπαρξη μιας κατηγορίας μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα η οποία είναι γνώσιμη και αποκαλύπτεται στο επίπεδο της θεωρητικής αφαίρεσης.

Ο Holloway θα πρέπει να συμφωνήσει ότι μια τέτοια διεργασία είναι δυνατή, αλλιώς δε θα είχε γράψει το βιβλίο του.

Οι μαρξιστές δε διατείνονται ότι διαθέτουν «αληθή συνείδηση» (οποιαδήποτε κι αν μπορούσε αυτή να θεωρηθεί) απέναντι στην ψευδή συνείδηση των μαζών. Αλλά πράγματι υποστηρίζουν ότι η κριτική κοινωνική θεωρία είναι εφικτή και ότι αυτή μπορεί να αναπτύξει έννοιες οι οποίες μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε την εξέλιξη του καπιταλισμού και στην πάλη μας εναντίον του. Η πρόταση του Holloway ότι αυτό είναι αδύνατο, επειδή οι ίδιοι οι μαρξιστές είναι γεννήματα ιδιαίτερων εποχών και κοινωνικών συνθηκών, είναι απλά γελοία. Και βεβαίως είναι, και, βεβαίως, ο μαρξισμός ο ίδιος είναι ένα τέτοιο προϊόν. Οι έννοιές του είναι προσωρινές (καμία απόλυτη γνώση) και προσφέρουν ένα πλαίσιο για την κατανόηση και τη δράση πάνω στον κόσμο. Η κατανόηση δεν είναι «απόλυτη» ή «αντικειμενική», είναι μερική και αποσπασματική. Το κριτήριο της πρέπει να είναι το αν είναι χρήσιμη για την κατανόηση του κόσμου και την επίδραση σ’ αυτόν. Η διάψευσή της οφείλει να γίνει στην πράξη και τον αγώνα. Αν δεν έχουμε αυτή τη στάση απέναντι στην επαναστατική θεωρία, τότε εγκαταλείπουμε όχι μόνο το πεδίο της στρατηγικής και της πολιτικής, αλλά τη θεωρία σαν τέτοια εξίσου.

Η αντίληψη του Holloway ότι όλοι είμαστε προϊόντα του φετιχισμού του εμπορεύματος και της πραγμοποίησης δε θα έπρεπε αναγκαστικά να τον οδηγεί στην απόρριψη της έννοιας της ψευδούς συνείδησης. Υπάρχει ένας πυρήνας αλήθειας σ’ αυτήν. Είναι απλά ότι ορισμένοι άνθρωποι έχουν μια συνείδηση που είναι πιο ψευδής απ’ ό,τι αυτή που έχουν άλλοι. Αυτό μπορεί να ακούγεται σαν αστείο, αλλά αν ο Holloway την απορρίπτει, τότε είναι πραγματικά που εισερχόμαστε στο έδαφος της γελοιότητας. Μπορεί ο John Holloway πραγματικά να υποστηρίξει ότι οι απόψεις κάποιου που είναι ρατσιστής και εθνικιστής είναι εξίσου έγκυρες με τις απόψεις εκείνων που είναι επαναστάτες διεθνιστές; Η μαρξιστική θεωρία, όσο μερική και υποθετική και αν είναι, σίγουρα όμως προσεγγίζει σε μια κοσμοαντίληψη που είναι κριτική απέναντι στην υφιστάμενη κοινωνική τάξη πραγμάτων και παρέχει οξυδερκείς γνώσεις για τις αντιφάσεις της και τις δυνατότητες για αλλαγή της.

Υπάρχουν μεγάλοι κίνδυνοι από την άποψη του John Holloway. Με την ενεργητική απόρριψη της ιδέας της ψευδούς συνείδησης, απορρίπτει την έννοια της ιδεολογίας σαν κάτι διαχωρισμένου από (αλλά και συνδεδεμένου με) την πραγμοποίηση και το φετιχισμό του εμπορεύματος. Υποτιμώντας την ιδεολογία οδηγεί στην έλλειψη κατανόησης των ιδεολογικών μηχανισμών του μοντέρνου καπιταλισμού, οι οποίοι είναι εξαιρετικά ισχυροί στο γεννούν και να ανακυκλώνουν φετιχοποιημένες, φιλο-καπιταλιστικές αντιλήψεις. Μια ενδεχόμενη συνέπεια αυτού, λογικά, είναι η έλλειψη κατανόησης της κεντρικότητας του ιδεολογικού αγώνα, της αναγκαιότητας μιας ακατάπαυστης μάχης – στην προπαγάνδα και την αγκιτάτσια καθώς και στη «θεωρία» – εναντίον των «ψευδών» ιδεών που αναβρύζουν από τα φιλοκαπιταλιστικά μέσα μαζικής ενημέρωσης (και τη φιλοκαπιταλιστική διανόηση) σε καθημερινή βάση. Αυτός η αντιπαράθεση δεν ανακύπτει αυθόρμητα σε μια δοσμένη εθνική βάση. Πρέπει να οργανωθεί. Αυτό ήταν που ο Λένιν προσπαθούσε να πει σε τόσο παρερμηνευμένο κείμενό του που έγραψε το 1902. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Στρατηγικά συμπεράσματα: ένας κόσμος χωρίς αριστερά κόμματα

Ο John Holloway – χωρίς να χρειάζεται να απολογηθεί – δε δίνει κανένα στρατηγικό συμπέρασμα. Δεν υπάρχει, όπως λέει, «καμία εγγύηση για μία ευτυχή έκβαση». Εδώ, δυστυχώς, μόνο να συμφωνήσουμε μπορούμε. Ωστόσο αντίθετα από άλλους πρόσφατους κατήγορους των επαναστατικών κομμάτων, δεν προβάλει εναλλακτικές οργανώσεις – κοινωνικά κινήματα, μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ) – σαν ανταγωνιστές για την κορώνα του «σύγχρονου ηγεμόνα». Δεν αρνείται την ανάγκη του συντονισμού για ιδιαίτερους σκοπούς και αγώνες ή την ανάγκη για στρατευμένους πολιτικά αγωνιστές. Εντούτοις δεν ενδιαφέρεται για νέες ή εναλλακτικές οργανώσεις. Δε θα έπρεπε να βλέπουμε το κίνημα σαν μια οργάνωση αλλά – εμπνευσμένος από τον κύκλο των αντι-καπιταλιστικών διαδηλώσεων – σαν «μια σειρά από γεγονότα». Αυτό όλο και τελεία.

Ευτυχώς οι ιδέες του Holloway, ορισμένες από τις οποίες είναι ευρέως διαδεδομένες, δε θα πείσουν τους πάντες. Αν από κάποιο απρόβλεπτο τυχαίο γεγονός το έκαναν, οι συνέπειες θα ήταν καταστροφικές. Διάλυση των αριστερών οργανώσεων και κομμάτων και διάλυση των συνδικάτων. Ξέχνα τις εκλογές και την πάλη για την κυβέρνηση. Ό,τι απομένει είναι η πάλη ανάμεσα στην «εξουσία-για-να» και την «εξουσία-πάνω-σε».

Αυτές οι ιδέες όχι μόνο δεν μπορεί να γίνουν ηγεμονικές στην αριστερά, είναι δομικά αδύνατο σ’ αυτές να το πετύχουν, αλλά ούτε να σταθούν σε μια στιγμιαία σκέψη. Φαντάσου σ’ ένα κόσμο χωρίς κόμματα πέντε ή έξι φίλοι σε διαφορετικά μέρη μίας χώρας να συμμετέχουν σε αντιπολεμικούς συνασπισμούς, να βρίσκονται μαζί και να συζητούν πολιτικά. Διαπιστώνουν ότι συμφωνούν σε πολλά πράγματα – όχι απλά για τον πόλεμο, αλλά και για το ρατσισμό, τη φτώχεια και την καπιταλιστική εξουσία. Αποφασίζουν να οργανώσουν τακτικές συναντήσεις και προσκαλούν και άλλους. Έπειτα, εκδίδουν ένα μικρό δελτίο ενημέρωσης και το πωλούν σε συντρόφους μέσα στους αντιπολεμικούς συνασπισμούς. Μέσα σε έξι μήνες ανακαλύπτουν ότι εκατοντάδες άνθρωποι έρχονται στις συναντήσεις τους και αποφασίζουν να διεξαγάγουν μια συνδιάσκεψη. Στην ουσία, έχουν σχηματίσει ένα πολιτικό κόμμα. Και – προφανώς – αν κανείς άλλος στην αριστερά δε σχηματίσει μια εναλλακτική οργάνωση, θα έχουν χιλιάδες μέλη σ’ ένα χρόνο. Δεν μπορείς να ακυρώσεις τα επαναστατικά κόμματα, όχι τουλάχιστο μέχρι να ακυρωθεί ο λόγος της ύπαρξής τους. Όσο πιο σύντομα, τόσο το καλύτερο.

Μετάφραση: Π.Σ.


Σπάρτακος 73, Φλεβάρης 2004

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=3562

There is one comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s