Σχόλια για τη δίκη της 17Ν

Σπάρτακος 71, Σεπτέμβρης 2003


Μ.Π.

Λίγο πριν το τέλος…


«Δεν ανέχομαι να υβρίζουν την δικαιοσύνη της πατρίδος μου»

Μ. Μαργαρίτης Πρόεδρος του δικαστηρίου που δικάζει τα φερόμενα ως μέλη της 17 Ν, απαντώντας σε απόψεις του καθηγητή Γ. Ρούσση περί ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης

«Δεν μας εκφράζει αυτή η δικαιοσύνη της πατρίδος τους και κυρίως η πατρίδα αυτής της δικαιοσύνης»

Κώστας Παπαδάκης, συνήγορος του Β. Τζωρτζάτου, μιλώντας σε εκδήλωση της Συσπείρωσης Ενάντια στην Κρατική Τρομοκρατία , στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του πρόσφατου Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ.


Πέρασε ένας χρόνος από την σύλληψη των φερομένων ως μελών της ΕΟ 17Ν και την «εξάρθρωση» της οργάνωσης. Η δίκη ήδη βαίνει προς το προδιαγεγραμμένο τέλος της. Στο σημείο αυτό, είναι ίσως χρήσιμη μια πρώτη αποτίμηση των εξελίξεων, καθώς το διάστημα που διανύουμε τώρα αποτελεί το τέλος ενός κρίσιμου πολιτικού κύκλου την έναρξη του οποίου συνηθίσαμε να τοποθετούμε στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001.

Στη διάρκεια αυτού του κύκλου ολοκληρώθηκε η εγκατάσταση και στην Ελλάδα ενός νέου τύπου κατασταλτικού πλαισίου, προληπτικού χαρακτήρα, για την κατασκευή συναίνεσης και υποταγής κατά την ερχόμενη περίοδο με εργαλείο τον φόβο. Η πολιτική αυτή, στοχεύει σταθερά προς την συρρίκνωση της δυνατότητας δυναμικής πολιτικής δράσης με αντισυστημική κατεύθυνση. (Βλ. ενδεικτικά συλλήψεις ακτιβιστών στις διεθνείς διαδηλώσεις, φυλάκιση Μοζέ Μποβέ στην Γαλλία κ.λπ). Με αυτό τον τρόπο, οι ριζοσπαστικές κοινωνικές και πολιτικές μειοψηφίες, απωθούνται σε μια ελεγχόμενη ζώνη, υπό την απειλή της εντεινόμενης ποινικοποίησης της όποιας δυναμικής δράσης τους. Ο «εκσυγχρονισμός» και η «κοινωνία των πολιτών» που ευαγγελίζονται οι σημερινοί κεντροαριστεροί, έχει ήδη μετατρέψει τα κοινοβουλευτικά κόμματα σε «επικοινωνιακούς μηχανισμούς» στελεχών, δέσμιων των δημοσκοπήσεων, και θα επιθυμούσε να μεταβάλλει τις δυναμικές εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις της άκρας Αριστεράς σε ιδιότυπες «ΜΚΟ επιδοτούμενες και επιχορηγούμενες» για να ασκούν «εποικοδομητική κριτική». Σε μια τέτοια εξέλιξη συμβάλλει και η Στρατηγική της Τρομοϋστερίας.

Δεν θα κάνουμε από τον χώρο αυτό αποτίμηση της δράσης της 17Ν ή άλλων παρόμοιων ομάδων ένοπλης πολιτικής βίας. Οι θέσεις μας εξάλλου είναι γνωστές και εκφρασμένες σε ανύποπτο χρόνο. Δεν θα συνταχθούμε λοιπόν τώρα υποκριτικά πίσω από ένα προεπιλεγμένο δικαστήριο επιφορτισμένο με το ειδικό θεσμικό καθήκον να εκδώσει προειλημμένες αποφάσεις. Ούτε νομίζουμε πως είναι η κατάλληλη στιγμή για να συζητήσουμε τώρα θεωρητικά για τα παραπάνω ζητήματα, να συνεισφέρουμε κι εμείς στην «ευγενή προσπάθεια» των διαφόρων διεθνών «δεξαμενών σκέψης» για έναν σύγχρονο ορισμό της τρομοκρατίας και της ενδεχόμενης σύνδεσης της με το φαινόμενο του αντιαμερικανισμού. Θα συμβάλλαμε έτσι, χωρίς να το θέλουμε, σε μια αίφνης ογκούμενη εγχώρια και ξένη βιβλιογραφία και αρθρογραφία.

Για μας, το μείζον πολιτικό ζήτημα είναι η στρατηγική της κατευθυνόμενης Τρομοϋστερίας και οι ευρύτερες συνέπειές της ως προς την ποινική προσήμανση της μη αποδεκτής από το διαρκώς ανασυγκροτούμενο σύστημα, πολιτικής δράσης για την επόμενη μακρά περίοδο πολιτικών και κοινωνικών αγώνων.

Πλησιάζοντας λοιπόν προς το τέλος αυτής της δίκης – μοντέλο και την έκδοση της απόφασης, ας δούμε επί τροχάδην πως διαμορφώθηκαν τα στοιχεία αυτής της απόφασης. Μετά τους μάρτυρες κατηγορίας και τα πειστήρια(1), ακολούθησαν οι μάρτυρες υπεράσπισης. Για πολλές μέρες, ένας μεγάλος αριθμός ατόμων από όλες τις κοινωνικές τάξεις (εργάτες, άνεργοι, συνδικαλιστές από όλο το πολιτικό φάσμα, διανοούμενοι, δημοσιογράφοι, καθηγητές πανεπιστημίου, άντρες και γυναίκες, έως και βουλευτής του κυβερνώντος κόμματος) πέρασαν από το δικαστήριο για να εκφράσουν άλλοι την υποστήριξη τους σε συγγενείς τους ή φίλους που διώκονταν, άλλοι να εκφράσουν την διαφωνία τους με το κατηγορητήριο, άλλοι να αναλύσουν το φαινόμενο της πολιτικής βίας και να επαναδιεκδικήσουν τον πολιτικό χαρακτήρα της δράσης της 17Ν. Θα παραπέμψουμε όποιον/α ενδιαφέρεται στις εμπεριστατωμένες καταθέσεις του Γ. Καραμπελιά, Β. Πισσία, Ν. Γιαννόπουλου, Τ. Φωτόπουλου, Γ. Ρούσση, Β. Αγγελόπουλου και άλλων(2). Ήταν φανερό πως το δικαστήριο είχε αποφασίσει από την αρχή να δείξει μια λελογισμένη «ανοχή» στους μάρτυρες υπεράσπισης και σε όσα θα έλεγαν, σε μια προσπάθεια «έμμεσης νομιμοποίησης» της διαδικασίας μετά και την απόφασή του που χαρακτήρισε τα δικαζόμενα αδικήματα ως αμιγώς ποινικά. Σε όσους/ες όμως παρακολούθησαν αυτή την διαδικασία, ήταν επίσης ορατή η έντονη δυσφορία και κυρίως η έντονη πολιτική αντιπαλότητα με την οποία αντιμετώπισε όλες σχεδόν τις καταθέσεις αυτές η δικαστική έδρα, η οποία, κυρίως μέσω του προέδρου, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό να απαντήσει με λογύδρια και μανιφέστα περί δημοκρατίας, δικαιοσύνης, πατρίδος, θρησκείας, ηθικών αξιών και τα συναφή, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά τα αντιδραστικά και συντηρητικά εν γένει αντανακλαστικά του υποτελούς σώματος των δικαστών. Δυο μόνο αποστροφές του λόγου του προέδρου Μαργαρίτη κατά την διάρκεια της δίκης, είναι αρκετές για την επιβεβαίωση του πώς συγκροτούνται και λειτουργούν οι υποτελείς τάξεις στην Ελλάδα και αλλού:

Απαντώντας σε παρέμβαση του Δ. Κουφοντίνα και απευθυνόμενος μέσα και έξω από το δικαστήριο, δήλωσε πως «αυτός δεν ήταν παρά ένα φτωχό επαρχιωτόπουλο που έμαθε πέντε γράμματα δουλεύοντας σκληρά και ασταμάτητα για να φτάσει εδώ που έφτασε να υπερασπίζεται με εντιμότητα το Σύνταγμα και την Πατρίδα», ενώ σε ένα άλλο σημείο και εκφράζοντας την αγανάκτηση του στα λεγόμενα μάρτυρα υπεράσπισης από τον αντιεξουσιαστικό χώρο, υπεραμύνθηκε «της πλειοψηφίας των νοικοκυραίων αυτού του τόπου, στο όνομα των οποίων δικάζει και των νέων που μελετούν και εργάζονται αντί να συγκρούονται στους δρόμους με την αστυνομία, όπως κάνει η ισχνή μειοψηφία στην οποία ανήκει αυτός ο μάρτυρας». (Μήπως μας θυμίζει κάποιον και μάλιστα ρασοφόρο αυτό το περί νέων που μελετούν αντί να τσακώνονται με την αστυνομία;)

Στα παραπάνω θα πρέπει να συμπεριλάβουμε τα φοβικά αντανακλαστικά που εκδήλωσε η πλειοψηφία των δικαστών και κυρίως ο πρόεδρος (ο εισαγγελέας Λάμπρου είναι μια έτσι κι αλλιώς γραφική περίπτωση που επιβεβαιώνει τον κανόνα), και το λέμε αυτό γιατί μας παρουσίασαν το δικαστήριο αυτό αποτελούμενο από τους κορυφαίους ειδικών προσόντων εφέτες, ο δε πρόεδρος δεν έχανε την ευκαιρία να μας καταπλήσσει με την ευρυμάθειά του, την βαθιά καλλιέργειά του, την γνώση ξένων γλωσσών και τις θεωρητικές του αναζητήσεις προς τις νέες φιλελεύθερες προσεγγίσεις της νομικής επιστήμης. Πίσω όμως από αυτή την ευρυμάθεια, κρύβονταν συχνά ο μισογυνισμός, η φοβικότητα προς το ξένο, το διαφορετικό είτε αυτό ήταν το θρήσκευμα είτε οι πολιτικές πεποιθήσεις είτε η κοινωνική συμπεριφορά. Ενδεικτικά, ο M. Lowy και ο Σ. Μιχαήλ (Σαμπετάι Μάτσας) υπέστησαν την δήθεν ανώδυνη «παρατηρητικότητα» του προέδρου και της έδρας περί της ισραηλιτικής(sic) καταγωγής τους, κατηγορούμενοι επιτιμήθηκαν γιατί δεν λένε την αλήθεια αλλά συμπεριφέρονταν σαν «γυναικούλες με φουστάνια», γυναίκες μάρτυρες αντιμετωπίστηκαν εξ αρχής απαξιωτικά και κατηγορήθηκαν για ναρκισσισμό, μάρτυρες που δήλωσαν άθεοι αντιμετώπισαν από δυσφορία έως πατρικού τύπου νουθεσίες να γυρίσουν στον σωστό δρόμο. Δεν έλειψαν δε και αρκετές δόσεις αναφοράς στην «ανωτερότητα του ελληνικού πολιτισμού» και τα συναφή.

Κλείνοντας τα σχετικά με τους μάρτυρες υπεράσπισης, θα πρέπει να σημειώσουμε την δυσάρεστη έκπληξη που δοκίμασε η έδρα και την έντονη δυσφορία που εξέφρασε συνακόλουθα, ακούγοντας τον βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Φοίβο Ιωαννίδη να καταθέτει ως μάρτυρας του Γ. Σερίφη και να διατυπώνει μεταξύ άλλων απόψεις καθόλου κολακευτικές για την αστυνομία. Υποστήριξε δηλαδή ότι ακόμη και σήμερα είναι δυνατόν να στήνονται σκευωρίες από αναπαραγόμενα αντιδραστικά στοιχεία του διωκτικού μηχανισμού κάτι τέτοιο δε, θεωρεί ότι συμβαίνει και με την περίπτωση του Γ. Σερίφη. Να θυμίσουμε εδώ, ότι ο Φ. Ιωαννίδης ήταν η μοναδική διαφορετική φωνή από το ΠΑΣΟΚ κατά την ψήφιση του τρομονόμου και αντέδρασε σθεναρά σ’ αυτήν ακριβώς την ενίσχυση του αστυνομικού μηχανισμού που επιδιώκεται με τον νόμο αυτόν. Ο λόγος του, έχει μια βαρύτητα καθώς δοκίμασε και ο ίδιος αυτούς τους μηχανισμούς, λόγω της δυναμικής αντιδικτατορικής του δράσης. Η κατάθεσή του σε αυτό το δικαστήριο εξελίχθηκε σε μια συμβολική κόντρα μεταξύ νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας.

Το επόμενο θέμα για το οποίο πήρε απόφαση το δικαστήριο, ήταν αυτό του κύρους των προανακριτικών ομολογιών των κατηγορουμένων και της δυνατότητας χρήσης τους ως αποδεικτικού μέσου. Εδώ το κορυφαίο ζήτημα ήταν η νομιμότητα της λήψης των προανακριτικών καταθέσεων και ομολογιών του Σάββα Ξηρού. Ο Σ. Ξηρός, από την αρχή της διαδικασίας υποστήριξε ότι η απόσπαση της ομολογίας του κατά το στάδιο της προανάκρισης στον Ευαγγελισμό, ήταν αποτέλεσμα βασανισμού με εξελιγμένες ψυχολογικές μεθόδους και χρήση ειδικών φαρμάκων. Πρέπει να σταθούμε ειδικά σε αυτό το θέμα, καθώς κυριολεκτικά σ’ αυτές τις καταθέσεις του Σ. Ξηρού πάτησε όλη η επιχείρηση της εξάρθρωσης και παραπομπής σε δίκη όλων σχεδόν των κατηγορουμένων, ενώ όλη η διαδικασία στο ακροατήριο οικοδομήθηκε σε αυτές (και στις άλλες βέβαια) τις ομολογίες. Για το δικαστήριο και τον διωκτικό μηχανισμό ήταν ζωτικό θέμα να ξεπεράσει αυτό τον σκόπελο της αμφισβήτησης όλης της διαδικασίας εξάρθρωσης της 17Ν. Για τον λόγο αυτό καταβλήθηκαν μεγάλες προσπάθειες ήδη από το περασμένο καλοκαίρι για να διασκεδαστούν αυτές ακριβώς οι εντυπώσεις. Η κυβέρνηση, το ιατρικό κατεστημένο και βεβαίως τα μέσα ενημέρωσης, έσπευσαν σε βοήθεια του Διώτη και των ανακριτών, χλευάζοντας κάθε αντίθετη άποψη και φροντίζοντας από την αρχή να γελοιοποιήσουν και να απαξιώσουν τον Σ. Ξηρό κι όσους υποστήριζαν τα ίδια με αυτόν. Το επιχείρημά τους ήταν γελοίο, όμως μπόρεσε να σταθεί και να περάσει στην κοινή γνώμη βοηθούντος και του γενικότερου κλίματος τρομοϋστερίας: Η «εκσυγχρονισμένη αστυνομία» δεν έχει ανάγκη πλέον να καταφεύγει σε τέτοιες μεθόδους, είμαστε συντεταγμένο κράτος και η παρουσία της Πολιτείας εγγυάται την νομιμότητα. Ο Σ. Ξηρός ομολόγησε αβίαστα υπό το κράτος των τύψεων και των ενοχών και εν πάση περιπτώσει αποφάσισε στην κατάσταση που βρισκόταν να επιστρέψει στον Θεό και να ζητήσει συγχώρεση! Με λίγα λόγια σε αυτήν την αστεία πραγματικά κατασκευή στηρίχτηκε και η απόφαση του δικαστηρίου για να απορρίψει όλες τις σχετικές αιτιάσεις.

Στηριγμένο στον προσεκτικά συγκροτημένο φάκελο νοσηλείας και στα πορίσματα των ΕΔΕ (διοικητικές εξετάσεις) που είχαν διαταχθεί τότε για να «κλείσουν» τα κακόβουλα στόματα, αλλά και στις «στεγανοποιημένες» καταθέσεις των γιατρών του Ευαγγελισμού, όπως εύστοχα τις χαρακτήρισε ο συνήγορος Ι. Σταμούλης, αγνόησε προκλητικά και απαξίωσε τις εμπεριστατωμένες μεν αλλά δειλές νύξεις του ψυχίατρου Χριστοδουλάκη ο οποίος κατέθεσε ως πραγματογνώμονας για την κατάσταση της υγείας του Σ.Ξηρού τότε και τώρα. Αρκέστηκαν μάλιστα στο γεγονός ότι φάρμακα δεν είναι δυνατόν να είναι ανιχνεύσιμα σήμερα πια και άρα δεν χρησιμοποιήθηκαν. Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι. Το θέμα αυτό αποτελεί ένα τεράστιο πολιτικό σκάνδαλο καθώς για την συγκάλυψη του αναμείχθηκε σύσσωμη η πολιτική ηγεσία με πρώτο τον υπουργό Υγείας και γνωστό διεθνώς ψυχίατρο Στεφανή. Ο Ξηρός υπέστη μοντέρνα βασανιστήρια υπό την καθοδήγηση ξένων ειδικών και με την συνεργασία των ελλήνων γιατρών. Γίνεται λόγος για πρόκληση και κατάλληλη διαχείριση του «συνδρόμου εντατικής μονάδος» το οποίο προκαλείται σε συνθήκες «αισθητηριακής αποστέρησης», όπως είναι αυτές της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας σε συνδυασμό με ειδική φαρμακευτική αγωγή(3). Οι συνέπειες αυτού του βαρύτατου συνδρόμου διαρκούν πολλούς μήνες μετά την εκδήλωσή του και χρειάζεται ειδική ψυχιατρική παρακολούθηση για την πολύμηνη θεραπεία του.

Το δικαστήριο προσπέρασε στα γρήγορα τα παραπάνω με την απόφανση δια στόματος προέδρου ότι «αυτά συμβαίνουν μόνο σε κάτι γιαγιάδες που είναι στα τελευταία τους και δεν είναι η δική μας περίπτωση»! Για του λόγου το αληθές, εισέφερε μάλιστα και δικό του παράδειγμα από ηλικιωμένο συγγενικό του πρόσωπο…

Πρέπει μάλιστα να σημειωθεί, ότι με αφορμή τα παραπάνω, άρχισε να γίνεται δειλά δειλά και στην Ελλάδα λόγος περί «στάθμισης» συμφερόντων στις αντίστοιχες περιπτώσεις όταν πρόκειται για τέτοια «βαρύτατα» εγκλήματα που απειλούν το «δημόσιο συμφέρον». Είναι μια ολοκληρωτικού χαρακτήρα θεωρία που εφαρμόζεται ήδη στην Γερμανία (και βέβαια στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού), ενώ έγινε αναφορά και στην δίκη από συνηγόρους πολιτικής αγωγής.

Με τέτοιου τύπου συνοπτικές διαδικασίες απορρίφθηκαν τελικά και όλες οι άλλες σχετικές ενστάσεις περί βασανιστηρίων, δηλαδή σωματικής και ψυχολογικής βίας που προβλήθηκαν κι από άλλους κατηγορούμενους.

Ακολούθησαν οι απολογίες των κατηγορούμενων τις οποίες ανέμενε με αγωνία το δικαστήριο καθώς είχε εμπιστευθεί όλες τις προσδοκίες του πλέον ελλείψει άλλων ουσιαστικών στοιχείων στο τι θα έλεγαν οι «μεταμεληθέντες».

Εδώ κυριάρχησε η απολογία Κουφοντίνα, με έντονο πολιτικό λόγο αλλά και συναισθηματική φόρτιση, σε πλήρη ρήξη με την δικαστική έδρα. Ακολούθησαν κι άλλες «πολιτικές» απολογίες, όπως του Β. Τζωρτζάτου, ενώ οι Γιάννης Σερίφης και Θ. Ψαραδέλλης υπερασπίστηκαν με πάθος την πολιτική τους στράτευση που δεν έχει σχέση με τον ένοπλη πολιτική βία, και την πολύχρονη παρουσία τους στους μαζικούς χώρους και στο συνδικαλιστικό κίνημα. Η Αγγελική Σωτηροπούλου, έδειξε με ποιο τρόπο μπορεί κάποιος και μάλιστα γυναίκα, να στοχοθετηθεί ως η προσωποποίηση του απόλυτου κακού μέσα από την χυδαία συνεργασία αστυνομικών αρχών και ΜΜΕ, και κατήγγειλε τους ολοκληρωτικού χαρακτήρα συμψηφισμούς περί συλλογικής ή καλύτερα συγγενικής ευθύνης. (Αυτό το σενάριο είχε παιχτεί και παλιότερα χωρίς επιτυχία π.χ. με την σύντροφο του Μπαλάφα). Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, του οποίου έτσι κι αλλιώς κάθε παρέμβαση πυροδότησε λυσσαλέες αντιδράσεις εντός κι εκτός δικαστηρίου, έκανε μια προσεκτική αντίκρουση σημείο προς σημείο του κατηγορητηρίου στρέφοντας εναντίον του την ίδια την δική του λογική με την οποία αυτό οικοδομήθηκε, καταγγέλλοντας τις ξένες μυστικές υπηρεσίες για την κατασκευή του προφίλ του αρχηγού – γκουρού, μια έμμονη ιδέα που δεσπόζει από την φύση τους στην λογική των αστυνομικών διωκτικών μηχανισμών και που σιγά – σιγά επεκτείνεται ως χωροφυλακίστικη αντίληψη και στις διεθνείς γεωστρατηγικές σχέσεις.(4) Έχουμε επισημάνει σε προηγούμενα άρθρα μας, ότι κυριολεκτικά, αυτή η δίκη είναι προσαρμοσμένη πάνω στην προαποφασισμένη καταδίκη Γιωτόπουλου. Αυτή κυρίως θα αποτελέσει και το κριτήριο της επιτυχίας της επιχείρησης «εξάρθρωσης» που άνοιξε για πολλούς λόγους το περασμένο καλοκαίρι.

Τελειώνοντας αυτόν τον σχολιασμό θα πρέπει να αναφερθούμε στην ιδιαιτερότητα των απολογιών των «μεταμεληθέντων» και κυρίως του Τσελέντη. Η απολογία του Τσελέντη, ήταν όντως ένα ενδιαφέρον πείραμα για το πώς μπορεί να αντιγραφεί και να λειτουργήσει στο ελληνικό δικαστικό σύστημα με «αποτελεσματικό» τρόπο, ο δοκιμασμένος θεσμός των «μεταμεληθέντων» γνωστός από την συνεισφορά του στην «καταπολέμηση της τρομοκρατίας» των μολυβένιων χρόνων στην Ιταλία. Οι «μεταμεληθέντες» αποτέλεσαν ένα καθοριστικό όπλο στα χέρια του κράτους και των δικαστών στην Ιταλία, και παράγει αποτελέσματα με τις συλλήψεις και παραπομπή σε δίκη ακόμη και σήμερα μελών ακροαριστερών οργανώσεων η αποστασιοποιημένων της περιόδου του ένοπλου.(5) Σε αγαστή σύμπνοια με μια «δικαιοσύνη που παζαρεύει», κατά την αγγλοσαξονική εκδοχή της, ο θεσμός των «μεταμεληθέντων» προβάλλει απειλητικά από ότι φαίνεται στην επόμενη περίοδο ως το όχημα της ενοχοποίησης και καταδίκης των «δύσκολων» περιπτώσεων. Το βασικό επιχείρημα κι εδώ, όπως στην «θεωρία της στάθμισης» στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω, είναι το «δημόσιο συμφέρον» και το «υγιές αίσθημα δικαίου του λαού», που θα συμπληρώσει δημιουργικά τις ελλείπουσες αποδείξεις και θα αντικαταστήσει τις αμφιβολίες ενοχής με απόλυτη βεβαιότητα. Μια μετάβαση δηλαδή από την φιλελεύθερη αρχή in dubio pro reo (ένας κατηγορούμενος μπορεί να καταδικαστεί μόνο αν υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα για την ενοχή του), στην φασιστική in dubio pro re publica (σε περίπτωση αμφιβολίας, αποτελεί πηγή δικαίου το «υγιές αίσθημα του λαού»). Προτρέπουμε τον/την αναγνώστη/τρια στο σημείο αυτό, να ξαναδιαβάσει τα αποσπάσματα στην προμετωπίδα αυτού του άρθρου.

Η συνέχεια και το τέλος στο επόμενο τεύχος.

Μ.Π.

Σεπτέμβριος 2003


Σημειώσεις

(1) Βλ. σχολιασμό τους στο ΣΠΑΡΤΑΚΟ Νο 70 σελ. 16-17

(2) Βλ. το πλήρες κείμενο στο http://www.ert.gr, αναζήτηση πρακτικών της Δίκης της 17Ν.

(3) Βλ. σχετικά για το σύνδρομο αυτό σχετική μελέτη από ομάδα Ελλήνων γιατρών η οποία περιλαμβάνει και ανασκόπηση της σχετικής διεθνούς βιβλιογραφίας. Είναι ενδιαφέρον ότι, όπως αναφέρεται στην μελέτη αυτή, το εν λόγω σύνδρομο το 1995 συγκρίθηκε με την πλύση εγκεφάλου και τα ψυχολογικά βασανιστήρια.( Περιοδικό ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ Τόμος 38, σελ. 137-145 Αθήνα 2001). Η μελέτη αυτή κατατέθηκε και στο δικαστήριο.

(4) Βλ. σύλληψη Μιλόσεβιτς κατά την Γιουγκοσλαβική κρίση, ένταλμα σύλληψης για τον Σαντάμ Χουσεϊν, σύλληψη Οτσαλάν κ.λπ

(5) Βλ. σχετικά με αυτό το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του Κάρλο Γκίνζμπουργκ, Ο Δικαστής και ο Ιστορικός ,Εκδόσεις Νεφέλη 2003, που αναφέρεται στην υπόθεση της δίκης και της καταδίκης του Αντριάνο Σόφρι στην Ιταλία το 1991 ύστερα από κατάθεση ομολογία του «μεταμεληθέντα» Λεονάρντο Μαρίνο, για την ηθική αυτουργία στην δολοφονία του Καλαμπρέζι, διοικητή της αστυνομίας του Μιλάνου, το 1972. Ο γνωστός ιστορικός Κ. Γκ., φίλος του Σόφρι και μέλος της επιτροπής για την απελευθέρωση του, ανατέμνει στο βιβλίο του αυτό, το υλικό της δικογραφίας εκείνης της δίκης επισημαίνοντας ομοιότητες και διαφορές της δουλειάς του δικαστή και του ιστορικού στο κυνήγι των μαρτυριών και των αποδείξεων, ενώ ανασύρει μέσα από την δικαστική ιδιόλεκτο αναλογίες και κατάλοιπα του λόγου της Μεσαιωνικής Ιεράς Εξέτασης. Ο/Η αναγνώστης/τρια θα βρει αναπάντεχες(;) ομοιότητες με την δίκη της 17 Ν.


Σπάρτακος 71, Σεπτέμβρης 2003

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=3367

There is one comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s