Ο πόλεμος, η κρίση και οι νέες ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις

Σπάρτακος 70, Ιούνης 2003


Με τον πόλεμο στο Ιράκ εμφανίστηκαν νέες αντιθέσεις ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και μερικά σημαντικά ευρωπαϊκά κράτη. Το ακόλουθο άρθρο εξετάζει τη νέα κατάσταση και τις προοπτικές των αμερικανό-ευρωπαϊκών σχέσεων και βγάζει μερικά συμπεράσματα για μια σωστή στάση του αντιπολεμικού κινήματος και της Αριστεράς σε αυτήν την αντιπαράθεση.

του Ανδρέα Κλόκε

Ο απολογισμός του πολέμου στο Ιράκ φαίνεται με την πρώτη ματιά εντελώς θετικός για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Η στρατιωτική «νίκη» επιτεύχθηκε – παρά τις σημαντικές δυσκολίες λόγω της αντίστασης των Ιρακινών – αρκετά γρήγορα, ο αριθμός των θυμάτων στην πλευρά των επιτιθέμενων περιορίστηκε στα περίπου 200, ενώ είναι ακόμα άγνωστο πόσες χιλιάδες Ιρακινοί σκοτώθηκαν ή πέθαναν κάτω από τις πιο άθλιες συνθήκες στα νοσοκομεία, από τη χολέρα και τη γενική κατάρρευση των ήδη ανεπαρκών υπηρεσιών υγείας, της έλλειψης πόσιμου νερού και τροφίμων εξαιτίας της πλήρους και ολοφάνερης αδιαφορίας των κατακτητών.

Ο αμερικανικός στρατός αποδείχθηκε ικανός να νικήσει με την τεράστια τεχνολογική υπεροχή του χωρίς μεγαλύτερα προβλήματα τα στρατεύματα μιας σημαντικής χώρας της Μέσης Ανατολής. Αυτά όμως λόγω της ετοιμόρροπης κατάστασης της δικτατορίας του Σαντάμ και της σχεδόν απόλυτης έλλειψης αποτελεσματικών οπλικών συστημάτων δεν μπορούσαν να αντισταθούν σ’ έναν πόλεμο που βέβαια απ’ την αρχή ήταν χαμένος.

Η κριτική που συνάντησε η πολιτική των «προληπτικών πολέμων» κυρίως από τις κυβερνήσεις της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ρωσίας και η αποτυχία της διπλωματίας του Πάουελ στον ΟΗΕ δε φαίνεται να εμποδίζει την κυβέρνηση Μπους να επιβάλει τους δικούς της όρους για την «ανοικοδόμηση» του Ιράκ και τη μελλοντική εκμετάλλευση των πετρελαιοπηγών του. Επίσης όλα δείχνουν ότι μετά από την «επιτυχία» της εγκαθίδρυσης της αμερικανοβρετανικής κατοχής οι πιο πολεμοκάπηλοι κύκλοι της αμερικανικής κυβέρνησης γύρω από τον Τσένι και το Ράμσφελντ βγαίνουν ενισχυμένοι από την περιπέτεια του Ιράκ και είναι βασικά μόνο στα χέρια της Ουάσιγκτον να ορίσει την έναρξη και άλλων επιδρομών στη Συρία, το Ιράν ή σε άλλες χώρες. Ποιος θα μπορούσε άλλωστε τις αποτρέψει;

Η στρατηγική και οι στόχοι της κυβέρνησης Μπους

Οι αιτίες του πολέμου και οι στόχοι της αμερικανικής πολιτικής εξηγούνται συνήθως με τα άμεσα και μεσοπρόθεσμα οικονομικά και γεωστρατηγικά συμφέροντα της αμερικανικής άρχουσας τάξης, με τη στρατηγική σημασία των πηγών ενέργειας στην περιοχή του Κόλπου, όπου βρίσκεται το 60% των παγκοσμίων αποθεμάτων πετρελαίου, όπως και στην Κεντρική Ασία. Ο έλεγχος αυτών των περιοχών θα προσέφερε στις ΗΠΑ την έμμεση κυριαρχία σε όλη την Ευρασία, αφού οι μεγαλύτεροι «σύμμαχοι-ανταγωνιστές» τους, η Ε.Ε. και Ιαπωνία, που βασικά είναι εξαρτώμενες από τα πετρέλαια της περιοχής του Κόλπου, θα μπορούσαν να εξαναγκαστούν να συμμορφώνονται με όλες τις βασικές επιλογές της Ουάσιγκτον, ενώ ο ρόλος της Ρωσίας, που εξακολουθεί να αποτελεί το μοναδικό σοβαρό στρατιωτικό αντίπαλο των ΗΠΑ λόγω του πυρηνικού οπλοστασίου της, θα περιοριζόταν έτσι ακόμα περισσότερο.

Παρατηρείται η αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής της Ουάσιγκτον με την άνοδο της κλίκας του Μπους στην εξουσία. Η κυβέρνηση του Κλίντον εφάρμοσε τις συνταγές της θεωρίας του Brzezinski (1), ο οποίος είχε ταχθεί υπέρ της θέσης ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να υπερασπιστούν τη θέση τους ως μοναδική υπερδύναμη στον κόσμο μόνο σε συναίνεση με τη Δυτική Ευρώπη και την Ιαπωνία. Έτσι δεν ξέφυγε κατ’ αρχήν από το πλαίσιο της συνεργασίας με τις μεγαλύτερες δυνάμεις του ΟΗΕ, μια στάση που τώρα θεωρείται, αν και απόλυτα άδικα, ως προς την ουσία συμβατή με τις αρχές του «διεθνούς δικαίου». Όλοι οι πόλεμοι του αμερικανικού στρατού μετά το 1945, ιδιαίτερα αυτοί των δεκαετιών του ’80 και ’90, μήπως δεν αποτέλεσαν την πιο κραυγαλέα παραβίαση του δικαιώματος των λαών για εθνική αυτοδιάθεση; Τίποτα δεν αλλάζει σ’ αυτό ότι οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές και τα καθεστώτα των σφαγέων των Τσετσένων, του Γέλτσιν και του Πούτιν, συμμετείχαν στα εγκλήματα των επιδρομών στη Γιουγκοσλαβία και στο Αφγανιστάν ή τα ενέκριναν μετά από παζάρι.

Ήδη το 1992 ένα στρατηγικό έγγραφο του Πενταγώνου διατύπωσε την αναγκαιότητα ότι οι ΗΠΑ έπρεπε «να εμποδίσουν τις άλλες ανεπτυγμένες βιομηχανικές χώρες να κυριαρχήσουν σε μια περιοχή, τα αποθέματα της οποίας θα αρκούσαν για να γίνουν μια μεγάλη δύναμη» και «να διατηρήσουν τους μηχανισμούς που εκμηδενίζουν τις ελπίδες όλων των τυχόν ανταγωνιστών για ένα μεγαλύτερο τοπικό ή παγκόσμιο ρόλο.» Ο σπουδαίος σχολιαστής Thomas Friedman εξήγησε αυτούς τους στόχους ως εξής: « Για να λειτουργήσει η παγκοσμιοποίηση, η Αμερική δεν πρέπει να διστάζει να ενεργήσει ως η πανίσχυρη υπερδύναμη που είναι. Το αόρατο χέρι της αγοράς δε θα λειτουργήσει ποτέ χωρίς τον παραγωγό των αεροπλάνων F-15, την McDonnel-Douglas. Και η αόρατη γροθιά, που φροντίζει για την ασφάλεια των υποκαταστημάτων της McDonald’s και των τεχνολογιών του Silicon-Valley στον κόσμο, ονομάζεται στρατός, ναυτικό πολεμικό, πολεμική αεροπορία και Marine Corps των ΗΠΑ.» (2)

Το νέο ήταν ότι η κλίκα του Μπους ήταν από την αρχή αποφασισμένη να επιτεθεί στο Ιράκ, σε περίπτωση ανάγκης και χωρίς την έγκριση των «αρμόδιων θεσμών» του ΟΗΕ. Πριν την επίθεση της 11-9-2001 ο Wolfowitz και η Condoleezza Rice είχαν δηλώσει: «Θα επιτεθούμε στη Βαγδάτη μόλις βρούμε το σωστό δρόμο να το κάνουμε.» Στο έγγραφο «Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας» του Σεπ. 2002 αναφέρεται για πρώτη φορά το «δικαίωμα» των ΗΠΑ να επεμβαίνουν και «προληπτικά» με στρατιωτικά μέσα όταν το θεωρούν αναγκαίο. Η «πετυχημένη» εκστρατεία στο Ιράκ είναι έτσι η ολοκλήρωση μιας πρώτης φάσης στην – υποτιθέμενη ή όχι – εξασφάλιση της απόλυτης αμερικανικής κυριαρχίας στον κόσμο.

Καπιταλιστική κρίση και διαρκής πόλεμος

Λιγότερο γνωστά και αναγνωρισμένα στις αναλύσεις της Αριστεράς είναι τα οικονομικά κίνητρα που ωθούν την κλίκα του Μπους στην πολιτική του πολέμου διαρκείας ή του πολέμου ως αυτοσκοπού. Πρόκειται για τη συνεπή συνέχιση και διεύρυνση της πολεμικής πολιτικής του πρεσβύτερου Μπους και του Κλίντον στη δεκαετία του’90.

«Το υπόβαθρο αυτών των πολέμων είναι η ανικανότητα του καπιταλισμού να δημιουργήσει μια οικονομική ανάπτυξη που θα καθιστούσε δυνατό κάποιο είδος ‘κοινωνικού συμβιβασμού’ όπως στα μεταπολεμικά χρόνια (μετά το1945). Ο πόλεμος ενάντια στη Σερβία στο 1999 σηματοδότησε ένα σημείο καμπής που η σχέση του με τις γενικές συνθήκες αναπαραγωγής του κεφαλαίου υποτιμάται. Τότε οι συνέπειες της ‘ασιατικής κρίσης’ του 1997 ήταν παντού αισθητές. (…) Ο πόλεμος ενάντια στη Σερβία και η προοπτική για νέες αγορές στην ανατολή και για μια επίθεση στην κατεύθυνση του Καυκάσου και στα αποθέματα πετρελαίου του ενίσχυσαν εκ νέου την αισιοδοξία της Wall Street και του Nasdaq. Οι κύκλοι του χρηματιστηριακού κεφαλαίου κατάλαβαν καλά ότι η σημαντική αύξηση του στρατιωτικού προϋπολογισμού κατά 110 δις. $ για τα 1999-2003, που ο πρόεδρος Κλίντον είχε δηλώσει, θα άνοιγε ένα διαρκή κύκλο αύξησης των στρατιωτικών δαπανών. Έτσι τα μεγάλα εξοπλιστικά συγκροτήματα έγιναν ελκυστικές αξίες στα χρηματιστήρια. Ως συνέπεια τα συγκροτήματα σταθεροποίησαν την εμβέλεια επιρροής τους στην κοινωνία και την πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών.» (3)

Με τον τρόπο αυτό οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ επιχείρησαν να αμβλύνουν τις επιπτώσεις της οικονομικής ύφεσης που ξεκίνησε τελικά το 2001. Εννοείται ότι τα θύματα αυτής της πολιτικής εκτός από τους λαούς των πληγμένων χωρών όπως το Αφγανιστάν, το Ιράκ κλπ είναι οι εργαζόμενοι και τα μη προνομιούχα στρώματα του ίδιου του αμερικανικού πληθυσμού. Ο Μπους επεσήμανε ότι η απεργία των λιμανεργατών της Δυτικής Ακτής απειλούσε την «εθνική ασφάλεια». Η πολιτική του «διαρκούς πολέμου» συνεπάγεται την υστερία της «εσωτερικής ασφάλειας» με μέτρα που αποσκοπούν στην ποινικοποίηση της εργατικής και κοινωνικής αντίστασης.

Για τις αιτίες της αυξανόμενης επιθετικότητας των κυρίαρχων ελίτ επιβεβαιώνεται μάλλον ό,τι αναφέραμε το 1999 με αφορμή τη νατοϊκή επίθεση στη Γιουγκοσλαβία και στο Κοσσυφοπέδιο: «Οι εργαζόμενοι σταδιακά αντιλαμβάνονται ότι οι εξαγγελίες της άρχουσας τάξης για την οργανική σύνδεση της οικονομίας της αγοράς με τη δημοκρατία ήταν λόγια του αέρα. Οι αυταπάτες σταδιακά υποχωρούν. Η φύση του καπιταλιστικού συστήματος αποκαλύπτεται. Οι παγκόσμιοι πόλεμοι που προηγήθηκαν δεν ήταν απλά μια τρέλα, αντίθετα απέρρεαν από τη φύση του καπιταλισμού. Η βαθιά οικονομική κρίση που συνοδεύεται από την υπερσυσσώρευση κεφαλαίων, που αδυνατούν να επενδυθούν παραγωγικά λόγω της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, έχει ανάγκη την παγκοσμιοποίηση, δηλαδή την απόλυτη ελευθερία στις κινήσεις τους, για να αυξάνουν την κερδοφορία τους, αποζυμώντας κοινωνική υπεραξία από διάφορα έθνη-κράτη διαμέσου των χρηματιστηρίων και των κρατικών ομολόγων. (…)

Σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο η ύπαρξη της πολεμικής βιομηχανίας αμβλύνει την κρίση βραχυπρόθεσμα και την οξύνει μακροπρόθεσμα. Σε περιόδους κρίσης τα εμπορεύματα της πολεμικής βιομηχανίας δεν αρκεί να αντικαθίστανται, υπάρχει ανάγκη να καταναλωθούν. Η κατανάλωσή τους μεταφράζεται σε δεκάδες τοπικούς πολέμους που συγκλονίζουν σήμερα τον πλανήτη Γη. (…) Ό,τι οι εργαζόμενοι παρήγαν και η αστική τάξη οικειοποιήθηκε, πρέπει να καταστραφεί για να διαιωνιστεί η (υφιστάμενη) κυριαρχία.» (4)

Η εμφάνιση του γαλλογερμανικού άξονα

Η πιο εκπληκτική συνέπεια των εξελίξεων γύρω από το θέμα του Ιράκ ήταν αναμφίβολα η πρωτοφανής όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Αυτό που αρχικά έμοιαζε με προπαγανδιστικό κόλπο της κυβέρνησης Σρέντερ/Φίσερ – με το οποίο το Σεπτ. 2002 πραγματικά κέρδισε τις εκλογές – αποδείχθηκε το φθινόπωρο 2002 με τη θέση της γαλλικής διπλωματίας απέναντι στα αμερικανικά πολεμικά σχέδια ως αρκετά καλά προετοιμασμένη στροφή και ως ξεκίνημα ενός νέου, αν και όχι ακόμα εντελώς σταθεροποιημένου «γαλλογερμανικού άξονα», που κέρδισε κιόλας την υποστήριξη της Ρωσίας και μπορεί να ελπίζει ότι θα επιβληθεί μελλοντικά στη Δυτική και Ανατολική Ευρώπη και θα βρει ίσως και άλλους συμμάχους μέχρι την Κίνα και την Ιαπωνία.

Φάνηκε ότι ούτε ο Σρέντερ, ένας πολιτικός του οποίου λείπει σχεδόν εντελώς η έμπνευση ενός οράματος και ο οποίος καθοδηγείται από τα πιο άμεσα συμφέροντα της επιβίωσης της κυβέρνησής του, ούτε ο Σιράκ δεν μπόρεσαν από μόνοι τους να οδηγήσουν τις χώρες τους σε πορεία σύγκρουσης με τον «παντοδύναμο» αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Είναι ολοφάνερο ότι αποφασιστικοί τομείς του μεγάλου κεφαλαίου όχι μόνο στη Γαλλία και στη Γερμανία αλλά και στην Ιταλία, την Ισπανία και παντού στην Ευρώπη, ίσως και στη Βρετανία, μετά από νηφάλια εκτίμηση της εξωτερικής –πολεμικής- πολιτικής της Ουάσιγκτον μετά τις 11-9-01 κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι αμερικανικοί στόχοι όχι μόνο δε συμπίπτουν πια πλήρως με αυτούς του ευρωπαϊκού κεφαλαίου αλλά στρέφονται κατευθείαν εναντίον τους!

Αυτή η ανοιχτή σύγκρουση των συμφερόντων των Αμερικανών και ευρωπαίων ιμπεριαλιστών μπορεί να έχει βαθιές επιδράσεις στις παγκόσμιες εξελίξεις και δείχνει ότι:

  • η παγκόσμια κατάσταση επιστρέφει μετά την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ σε μια περίοδο που μοιάζει αρκετά με τις δεκαετίες πριν το Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο που είχαμε ουσιαστικά αποικιακούς πολέμους για το μοίρασμα των χωρών που κρατούνται σε εξάρτηση, υπανάπτυξη και μιζέρια
  • η νέα περίοδος του παρακμάζοντος παγκοσμίου καπιταλιστικού συστήματος θα χαρακτηρίζεται ακόμα περισσότερο απ’ ό,τι στο παρελθόν από την αντιπαράθεση εναλλασσόμενων ανταγωνιζόμενων ιμπεριαλιστικών συμμαχιών κι από απότομες αλλαγές πολέμων, επαναστάσεων και αντεπαναστάσεων
  • η εκτίμηση, σύμφωνα με την οποία ένας νέος παγκόσμιος πόλεμος ήδη έχει ξεσπάσει, μπορεί να μη φαίνεται υπερβολική
  • το ρωσικό πυρηνικό οπλοστάσιο για πρώτη φορά μετά την ανάπτυξή του στη Σοβιετική Ένωση μπορεί να γίνει αντιληπτό ως τυχόν προστατευτική ασπίδα της ιμπεριαλιστικής Ευρώπης απέναντι στην υπεροχή της μηχανής πολέμου των Ηνωμένων Πολιτειών, βέβαια με την προϋπόθεση ότι οι κύριες δυνάμεις του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού (του γαλλογερμανικού άξονα), θα επικρατήσουν στην ίδια τη Δυτική Ευρώπη και θα αποδειχθούν ικανές να σφυρολατήσουν σταθερές σχέσεις με τη νεοκαπιταλιστική Ρωσία.

Η σύνοδος των «τεσσάρων»

Σ’ αυτήν την κατάσταση οι κυβερνήσεις της Γαλλίας, της Γερμανίας, του Βελγίου και του Λουξεμβούργου, που αποκαλούνται και «συμμορία των 4», πήραν την πρωτοβουλία για τη βελτίωση μιας ενιαίας «αμυντικής» πολιτικής. Πρόκειται για μια επιχείρηση που θα λειτουργήσει σαφώς ανταγωνιστικά στα σχέδια της Ουάσιγκτον, αφού οι 4 αποφάσισαν να δημιουργήσουν μέσα σε ένα χρόνο έναν «πυρήνα συλλογικής ικανότητας σχεδιασμού και διεξαγωγής επιχειρήσεων».

Ο Μπλερ σχολίασε τη σύνοδο των 4 ως εξής: «Η Γαλλία θέλει έναν πολυπολικό κόσμο με διαφορετικά κέντρα ισχύος, αλλά πιστεύω ότι αυτά πολύ γρήγορα θα εξελιχθούν σε αντίπαλα κέντρα ισχύος. Έτσι, θα καταλήξουμε να αναβιώσουν μερικά από τα προβλήματα που είχαμε στον ψυχρό πόλεμο, με διάφορες χώρες να στρέφουν τα διαφορετικά κέντρα ισχύος το ένα εναντίον του άλλου. Αυτό αποσταθεροποιεί τον κόσμο.»

Φαίνεται ότι ο Μπλερ αντιλαμβάνεται την ουσία του ζητήματος αν οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις πραγματικά οξυνθούν παραπέρα: Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις συνολικά θα κινδυνεύσουν να χάσουν τον έλεγχο πάνω στη Μέση Ανατολή ή σε όλες τις χώρες της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής κλπ αλλά και πάνω στην εργατική και κοινωνική αντίσταση στις ίδιες τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις, ενώ η αντιπαλότητα ανάμεσα στις ΗΠΑ και τον πυρήνα των μεγάλων ευρωπαϊκών καπιταλιστικών κρατών σε συμμαχία με τη Ρωσία μπορεί να οδηγήσει σε άμεσες «θερμές» συγκρούσεις όπως έγιναν στην περίοδο 1900-45. Και η παρατήρηση του Ράμσφελντ ότι «ορισμένες κυβερνήσεις όπως αυτές της Κούβας, της Λιβύης και της … Γερμανίας» δε συμφωνούσαν με το αμερικανικά σχέδια για το Ιράκ ήταν, αν και δεν της έλειψε μια γερή δόση μαύρου «χιούμορ», απ’ αυτήν την άποψη χαρακτηριστική.

Γερμανική αμυντική πολιτική στο … Χιντού Κους

Είναι προφανές ότι οι συγκεκριμένοι στόχοι των 4, του γαλλογερμανικού άξονα και των τυχόν μελλοντικών συμμάχων τους δεν έχουν μόνο τίποτα να κάνουν με οποιαδήποτε «πολιτική ειρήνης» αλλά θα οδηγήσουν στην αύξηση των στρατιωτικών δαπανών στις χώρες της Ε.Ε. (και όχι μόνο), σε περισσότερες στρατιωτικές επεμβάσεις των Ευρωπαίων σε όλο τον κόσμο, στην ακόμα σκληρότερη εκμετάλλευση των εργαζομένων προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου και σε πρωτοφανείς επιθέσεις στα κεκτημένα των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων που βλέπουμε αυτές τις βδομάδες παντού στις χώρες της Ε.Ε. (Γαλλία, Αυστρία, Γερμανία, Ελλάδα …).

Ο Γερμανός (σοσιαλδημοκράτης) υπουργός «άμυνας» Στρουκ επεσήμανε πέρυσι ότι «η ελευθερία της Γερμανίας» πρέπει «να προστατεύεται και στο Χιντού Κους», μια περιοχή στο Αφγανιστάν στα σύνορα με το Πακιστάν, την Κίνα κλπ, θυμίζοντας έτσι τις ιμπεριαλιστικές περιπέτειες του αυτοκράτορα Γουλιέλμου σε όλο τον κόσμο πριν το 1914. Ο Σρέντερ καμάρωνε σε τηλεοπτική συνέντευξη περιγράφοντας την «πιο δημιουργική πολιτική του πράξη» με τα ακόλουθα λόγια: «Κατεύθυνα τη χώρα και ιδιαίτερα το κόμμα μου σε μια κατάσταση, όπου τα στρατιωτικά μέσα στην εξωτερική πολιτική μπορούν να γίνονται αποδεκτά μόνο μετά από σοβαρές σκέψεις αλλά δεν αποτελούν πια ταμπού.»

Ήδη το 1992 οι «Κατευθυντήριες Γραμμές» της «αμυντικής» πολιτικής του τότε αρμόδιου υπουργού Rühe όρισαν ως «ζωντανά συμφέροντα ασφαλείας», που δικαιολογούν επεμβάσεις του γερμανικού στρατού, τη «διατήρηση του ελεύθερου παγκοσμίου εμπορίου και της ανεμπόδιστης πρόσβασης (!) στο πλαίσιο μιας δίκαιης (!) παγκόσμιας οικονομικής τάξης.» Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό ο κύριος εχθρός των γερμανικών «συμφερόντων ασφαλείας» είναι σήμερα οι αμερικανοβρετανικές δυνάμεις κατοχής στο Ιράκ!

Στις νέες «Κατευθυντήριες Γραμμες» του Μάη 2003 το υπουργείο του Στρουκ διατυπώνει το ότι η στρατιωτική πολιτική δεν έχει τίποτα πια να κάνει με την άμυνα των συνόρων της χώρας που στη γραφειοκρατική γλώσσα του σημαίνει το εξής: «Ο πολιτικός σκοπός καθορίζει το στόχο, τον τόπο, τη διάρκεια και τον τρόπο της δράσης. Η αναγκαιότητα για μια συμμετοχή της Μπούντεσβερ σε πολυεθνικές επιχειρήσεις μπορεί να προκύπτει παγκόσμια και χωρίς μεγάλη χρονική προετοιμασία και να περιλαμβάνει το όλο φάσμα της δράσης μέχρι και επιχειρήσεις μεγάλης έντασης.»

Ο ίδιος ο Σρέντερ κατόρθωσε πάντως να συνοψίσει την ουσία των διαφωνιών δηλώνοντας ότι το ζήτημα είναι αν ο κόσμος πρέπει να κυριαρχείται από μόνο μια δύναμη (τις ΗΠΑ) ή από μια ομάδα ηγετικών δυνάμεων, που συμβολικά αντιπροσωπεύεται από τον ΟΗΕ. Με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί αν η κυριαρχία ενός αρχιληστή ή αυτή μιας συμμορίας ισότιμων ληστών είναι πιο δίκαιη.

Πανιμπεριαλιστική «αλληλεγγύη»

Η πολιτική του γαλλογερμανικού άξονα δεν είχε ή έχει οτιδήποτε να κάνει με την ειρήνη στη Μέση Ανατολή ή στον κόσμο και η σχετική φιλειρηνική υποκρισία ήταν περιορισμένη. Η διεστραμμένη «αλληλεγγύη» των δυτικοευρωπαϊκών κυβερνήσεων, που παρά το γεγονός ότι είχαν ταχθεί ενάντια στον «παράνομο» πόλεμο των Αμερικανοβρετανών, λειτούργησε χωρίς μεγαλύτερα προβλήματα. Χωρίς τη χρήση του εναέριου χώρου της Γερμανίας και της Γαλλίας, των βάσεων και όλων των στρατιωτικών εγκαταστάσεων, κυρίως της Σούδας, τα εφόδια για τα αμερικανικά στρατεύματα στην περιοχή του Κόλπου δε θα μπορούσαν να είχαν εξασφαλιστεί. Στην πραγματικότητα ο πόλεμος διεξάχθηκε με τη βοήθεια του γαλλογερμανικού άξονα.

Οι κοινές διακηρύξεις της Ε.Ε. για τον πόλεμο στο Ιράκ εξέφρασαν τον ελάχιστο παρονομαστή των υποστηρικτών και των αντιπάλων των τετελεσμένων γεγονότων που η κλίκα του Μπους είχε ετοιμάσει. Δεν αποτέλεσαν τόσο μια υποχώρηση του γαλλογερμανικού άξονα παρά

  • τα πραγματικά κοινά συμφέροντα όλων των ηγεσιών των ιμπεριαλιστικών κρατών της Ευρώπης σχετικά με την «ανοικοδόμηση» του Ιράκ μετά την αναμενόμενη νίκη των Αμερικανοβρετανών σφαγέων
  • την προσπάθεια του «άξονα» να κρατήσει την πόρτα για τις άλλες χώρες (Αγγλία, Ιταλία, Ισπανία κλπ) ανοιχτή για να αλλάξει στο μέλλον τους συσχετισμούς δύναμης προς όφελός του, αφού ήδη φαινόταν σε ποια δύσκολη θέση οι πιο φιλοπόλεμες κυβερνήσεις βρίσκονταν απέναντι στην κοινή γνώμη στις χώρες τους.

Εδώ εμφανίστηκε, μάλλον για πρώτη φορά στην ιστορία, κάτι σα μαζική έκφραση πανευρωπαϊκής συνείδησης στην οποία συνέβαλαν αφενός τα προς τον «άξονα» προσκείμενα ΜΜΕ αφετέρου τα αντικαπιταλιστικά και αντιϊμπεριαλιστικά ή τουλάχιστον πραγματικά αντιπολεμικά ρεύματα του κινήματος. Αυτή η δεύτερη τάση έχει βέβαια περισσότερο έναν παγκόσμιο προσανατολισμό.

Οι ΗΠΑ – απόλυτη και ασυναγώνιστη υπερδύναμη;

Στην αντιπαράθεση με την «παλιά» Ευρώπη η αμερικανική διπλωματία κατόρθωσε να σημειώσει κάποιες επιτυχίες, ιδιαίτερα να στρέψει μερικές κυβερνήσεις ακόμα και της Ανατολικής Ευρώπης όπως αυτή της Πολωνίας εναντίον της. Μετά τη σχετικά εύκολη νίκη της στο Ιράκ σχεδόν όλοι οι σχολιαστές των ΜΜΕ τείνουν να θεωρούν την παγκόσμια ηγεμονία των ΗΠΑ, τουλάχιστο στον πολιτικό και στρατιωτικό τομέα, ως αναμφισβήτητη και όλες τις προσπάθειες συγκρότησης ανταγωνιστικών κέντρων δύναμης ως μάταιες. Ωστόσο υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι αυτή η εικόνα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Ο Γάλλος πολιτικολόγος Εμμανουέλ Τοντ, αν και ομολογουμένως φιλοκαπιταλιστικός, δημοσίευσε πέρυσι το βιβλίο «Μετά την αυτοκρατορία. Μελέτη για την αποσύνθεση του αμερικανικού συστήματος». (5) Σ’ αυτό ο Τοντ παρουσιάζει μια μάλλον πειστική επιχειρηματολογία, σύμφωνα με την οποία η αξίωση της Ουάσιγκτον για απόλυτη ηγεμονία απέναντι σε όλους τους άλλους «παγκόσμιους παίκτες», κυρίως της Ευρασίας (Δυτική Ευρώπη, Ρωσία, Κίνα, Ιαπωνία), μεσομακροπρόθεσμα δεν μπορεί να διατηρηθεί ή, ακόμα πιο ορθά, αυτή η αξίωση αποτελεί σήμερα κιόλας σε μεγάλο βαθμό χίμαιρα.

Πολλές παρατηρήσεις του Τοντ είναι λανθασμένες και κάποια συμπεράσματά του ίσως αναιτιολόγητα. Για τον Τοντ η διάσταση και δυναμική του εργατικού και κοινωνικού κινήματος δεν υπάρχει στο επίπεδο της «υψηλής πολιτικής», στην οποία μόνο οι κυρίαρχες ελίτ εμφανίζονται ως ενεργοί παράγοντες.

Η οικονομία – αχίλλεια πτέρνα της αυτοκρατορίας

Τα σωστά σημεία της ανάλυσης του Τοντ , όπως νομίζουμε, στα οποία και δείχνει επηρεασμένος από τη μαρξιστική σκέψη, μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

  • Η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία χαρακτηρίζεται από την κυρίαρχη θέση των πιο προχωρημένων βιομηχανικών χωρών, κυρίως τη Βόρεια Αμερική, τη Δυτική Ευρώπη και την Ιαπωνία, και από τις «στραβές» σχέσεις μεταξύ τους. Το παράξενο είναι ότι οι ΗΠΑ απορροφούν ένα τεράστιο μέρος των παγκοσμίων κερδών που επενδύονται τα τελευταία χρόνια σε αυξανόμενο βαθμό μη παραγωγικά, σε κρατικά ομόλογα, μετοχές κλπ των ΗΠΑ, παρά το όλο και μεγαλύτερο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου, τα χαμηλά επιτόκια και την ανοδική τάση του πληθωρισμού στην Αμερική.
  • Οι ΗΠΑ βρίσκονται έτσι στο επίκεντρο της παγκόσμιας οικονομίας, η παραγωγικότητα των εταιριών τους όμως μένει σημαντικά πίσω απ’ αυτήν των ευρωπαϊκών και ιαπωνικών. Οι ΗΠΑ εισάγουν όλο και περισσότερα βιομηχανικά προϊόντα (συνολικά 10%, ενώ το 1995 μόνο 5%) και το αμερικανικό προβάδισμα στους κλάδους υψηλής τεχνολογίας (υπολογιστές, βιοτεχνολογία, αεροπορία) μειώνεται. Από το 1998 για πρώτη φορά ξένες εταιρίες έχουν περισσότερα κέρδη στις ΗΠΑ παρά οι αμερικανικές στον υπόλοιπο κόσμο.
  • Προβληματική φαίνεται η εκτίμηση του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών O’ Neill ότι στον «παγκοσμιοποιημένο» κόσμο τα εξωτερικά χρέη των ΗΠΑ δεν αποτελούν αφορμή ανησυχίας. Η Αμερική χρειάζεται κάθε μέρα την εισροή ενός δις. δολαρίων για να αντισταθμίσει τα ελλείμματά της. Η «ασφάλεια» αυτών των εισροών τείνει να χαθεί, όπως αποδείχθηκε πέρυσι με την κατάρρευση της Enron, όταν ξαφνικά εκμηδενίστηκαν 100 δις. δολάρια.
  • Οι ΗΠΑ δε διαθέτουν ούτε την οικονομική ούτε τη στρατιωτική δύναμη για να κυριαρχήσουν όλο τον πλανήτη και ιδιαίτερα την Ευρασία. Το 1929 το μερίδιο των ΗΠΑ στην παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή ανήρθε στο 44,5%, αυτό της Γερμανίας στο 11,6%, της Βρετανίας στο 3,3%, της Γαλλίας στο 7%, της ΕΣΣΔ στο 4,6%, της Ιταλίας στο 3,2%, της Ιαπωνίας μόνο στο 2,4%. Εβδομήντα χρόνια αργότερα το βιομηχανικά μερίδιο του ΑΕΠ της Αμερικής μένει ελαφρώς κάτω απ’ αυτό της Ε.Ε. και ξεπερνάει κατά λίγο αυτό της Ιαπωνίας. Αυτή η συρρίκνωση της δύναμης της αμερικανικής βιομηχανίας δείχνει ότι οι ΗΠΑ δε θα μπορέσουν πια να παίξουν το ρόλο της απόλυτης ηγετικής δύναμης όπως στις δεκαετίες του ’40 και ’50.
  • Είναι άγνωστο για πόσο η ευάλωτη οικονομική ισορροπία ανάμεσα στις ΗΠΑ, την Ευρώπη, την Ιαπωνία και τον υπόλοιπο κόσμο μπορεί να διατηρηθεί. «Το πιο πιθανό σενάριο είναι ένας πανικός απίστευτων διαστάσεων στα χρηματιστήρια και στη συνέχεια μια βαθιά πτώση του δολαρίου. Αυτό θα συνεπαγόταν το τέλος της ‘αυτοκρατορικής’ θέσης των ΗΠΑ από οικονομική άποψη. (…) Η κατάρρευση του όλου κατασκευάσματος θα μας εκπλήξει τόσο όσο η δημιουργία του.» (Τοντ)

Παρ’ όλ’ αυτά ο Τοντ πιστεύει στον καπιταλισμό ως τον «καλύτερο όλων των δυνατών κόσμων» και θεωρεί συγκεκριμένα ότι το τέλος της απόλυτης κυριαρχίας των ΗΠΑ θα καταλήξει σε μια νέα ισορροπία των διάφορων και μεταξύ τους διαφορετικών μεγάλων δυνάμεων της Γης. Αυτό θα προϋπόθετε την ειρηνική συρρίκνωση της στρατιωτικό-πολιτικής δύναμης της Ουάσιγκτον αλλά και την «ομαλή» εξέλιξη και τελική επίλυση της καπιταλιστικής κρίσης τουλάχιστον στις πιο προχωρημένες βιομηχανικές χώρες.

Οι ιστορικές εμπειρίες του 20ού αιώνα αλλά και η πορεία του μακρού κύματος ύφεσης από το 1970, η αλματώδης αύξηση των πολεμικών συρράξεων και η όξυνση των φαινομένων κρίσης στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις, στις ΗΠΑ αλλά και στην Ιαπωνία (από το 1997) και στην Ευρώπή (πρόσφατη οικονομική ύφεση στη Γερμανία) – αφήνοντας στην άκρη τις ασταθείς ή εκρηκτικές καταστάσεις στην Ανατολική Ευρώπη και στις λιγότερο ανεπτυγμένες ηπείρους – υποδεικνύουν, αντίθετα με την «αφελή αισιοδοξία» του Τοντ, την πιθανότητα ότι οι κοινωνικές εξελίξεις τελικά θα ξεφύγουν από τον έλεγχο των διεφθαρμένων φορέων του φθίνοντος αστικού-δημοκρατικού κοινοβουλευτισμού.

Μερικά συμπεράσματα

Απ’ όλ’ αυτά δε βγαίνει το συμπέρασμα ότι οι ΗΠΑ είναι ή θα είναι λιγότερο επικίνδυνες για την παγκόσμια ειρήνη. Ακριβώς η πολύ αντιφατική θέση τους στις διεθνείς σχέσεις ωθεί τις κυρίαρχες ελίτ του αμερικανικού ιμπεριαλισμού σε όλο και χειρότερες στρατιωτικές περιπέτειες και την κυβερνώσα κλίκα στο χειρότερο σωβινισμό, στην αποβλάκωση του χριστιανικού φονταμενταλισμού και στην ισοπέδωση των δημοκρατικών ελευθεριών.

Πιο αναγκαίες από ποτέ πριν είναι

  • η ενίσχυση της αντιϊμπεριαλιστικής αντίστασης των καταπιεσμένων λαών πρωτίστως του αραβικού κόσμου (ειδικά της Παλαιστίνης και του Ιράκ), της Λατινικής Αμερικής και όσων εθνών υφίστανται την κατοχή αμερικανικών ή νατοϊκών στρατευμάτων, ενάντια στην υποταγή στα προτεκτοράτα και στη μετατροπή χωρών όπως το Ιράκ σε νέες αποικίες
  • η ανάπτυξη της διεθνούς αλληλεγγύης με αυτήν την αντίσταση και για την ακύρωση των χρεών των φτωχών χωρών ενάντια στον οικονομικό ιμπεριαλισμό του ΔΝΤ, του ΠΟΕ, της Παγκόσμιας Τράπεζας κλπ
  • η διεύρυνση της εργατικής και κοινωνικής αντίστασης ενάντια στη νεοφιλελεύθερη πολιτική των κυβερνήσεων στις ιμπεριαλιστικές χώρες ως προϋπόθεση μιας αποτελεσματικής αλληλεγγύης με τους λαούς της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής και Αφρικής.
  • Ακόμα δεν ξέρουμε αν ο γαλλογερμανικός άξονας θα σταθεροποιηθεί. Η προοπτική του θα μπορούσε να αποδειχθεί πιο ρεαλιστική από τη ριψοκίνδυνη στρατηγική της κλίκας του Μπους. Μάλλον δεν πρέπει να υποτιμηθεί ότι ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός, αντίθετα με τις δεκαετίες του ’80 και ’90, όταν παρουσιάστηκε με επιτυχία ως «προστάτιδα δύναμη της ελευθερίας και της δημοκρατίας», ήδη έχασε αυτό το ιδεολογικό γόητρο και κατόρθωσε μόνο να στρέψει το μίσος των λαών εναντίον του.

Ενάντια στις ρεφορμιστικές αυταπάτες

Το χειρότερο λάθος που το εργατικό, κοινωνικό και αντιπολεμικό κίνημα θα μπορούσαν να κάνουν, θα ήταν να εναποθέσουν οποιεσδήποτε ελπίδες σε μια πιο «φιλειρηνική», πιο «προοδευτική» ή πιο «ανθρωπιστική» δύναμη, όπως αντιπροσωπεύεται από το γαλλογερμανικό άξονα. Δεν είναι η «τρέλα» κάποιων ιδιαίτερα αντιπαθητικών πολιτικών, που γεννάει τους πολέμους, την εξαθλίωση και τη βαρβαρότητα και απειλεί την ίδια την ύπαρξη της ανθρωπότητας, αλλά οι αναπόφευκτες συνέπειες της γενικής κυριαρχίας του κέρδους.

Στο δεδομένο επίπεδο των αγώνων και της ταξικής συνείδησης αναπόφευκτα συνυπάρχουν μέσα στα κινήματα ρεφορμιστικές και μαρξιστικές επαναστατικές αντιλήψεις. Με την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ πέρυσι στη Φλωρεντία και τις παγκόσμιες κινητοποιήσεις της 15 Φλεβάρη, το κίνημα έκανε ένα μεγάλο βήμα μπροστά. Για να αποκτήσει περισσότερη σαφήνεια πρέπει να ξεπεράσει ορισμένες αυταπάτες που προβάλλονται κυρίως από τη σοσιαλδημοκρατία, τις ηγεσίες των συνδικάτων και την καθεστωτική Αριστερά.

Ο ΣΥΝ π.χ. υποστηρίζει την «οικοδόμηση της (εννοείται καπιταλιστικής) Ευρώπης» σε όλους τους τομείς συμπεριλαμβανομένης της ανεξάρτητης «ευροάμυνας» και της πρωτοβουλίας των «4» με όλες τις συνέπειες. Βέβαια, από ένα κόμμα που φιλοδοξεί να συμμετάσχει σε αστικές κυβερνήσεις της «Κεντροαριστεράς» δεν μπορεί να περιμένει κανείς τίποτα άλλο. Τέτοιες απόψεις βρίσκονται όμως προφανώς σε αντίθεση με την ενίσχυση της κοινωνικής αντίστασης. Απαραίτητη είναι η συνειδητή ενίσχυση της διεθνιστικής και συνεπώς σοσιαλιστικής προοπτικής μέσα στο κίνημα στην προοπτική της οικοδόμησης ενός νέου και αληθινά δημοκρατικού, φεμινιστικού, αντικαπιταλιστικού και σοσιαλιστικού κόμματος, που θα παλέψει για την ανατροπή της αστικής κυριαρχίας και την αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία των εργαζομένων.

Ανδρέας Κλόκε

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1)  Zbigniew Brzezinski, Η μεγάλη σκακιέρα. Η αμερικανική στρατηγική της κυριαρχίας (1997)

2)  Eric Wegner, μέλος της αυστριακής μαρξιστικής ομάδας AGM: Απολογισμός του πολέμου στο Ιράκ, Μάης 2003

  • 3) Claude Serfati: Militarismus, Krieg und Krise am Beispiel der USA, γερμανικό INPREKORR, Mai/Juni 2003
  • 4) «Όχι στο νατοϊκό έγκλημα – Αυτοδιάθεση στο Κόσοβο!», Σπάρτακος 53, Μάιος-Ιούνιος 1999
  • 5) Emmanuel Todd: Μετά την αυτοκρατορία. Μελέτη για την αποσύνθεση του αμερικανικού συστήματος, Editions Gallimard, Paris 2002

Σπάρτακος 70, Ιούνης 2003

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=3273

There is one comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s