Οι «ευκαιρίες» στο μέλλον και οι αλυσίδες στο παρόν

Σπάρτακος 70, Ιούνης 2003


Σχόλιο για το πρόγραμμα της ΝΔ για την εκπαίδευση

του Βαγγέλη Κούταλη

Μεσούσης της εξεταστικής περιόδου για τους μαθητές, η ηγεσία της Ν.Δ. έδωσε στην δημοσιότητα το πρόγραμμά της για την εκπαίδευση. Δεν πρόκειται απλώς για ένα τρυκ που υπέδειξαν στον κ. Καραμανλή και την συντροφιά του ορισμένοι επιδέξιοι επικοινωνιολόγοι. Οι «εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις» αποτελούν τις τελευταίες δεκαετίες ένα αναγκαίο συμπλήρωμα για τις οικονομικές αναδιαρθρώσεις και αντίστροφα οι «αναγκαίες αλλαγές στην ελληνική οικονομία», η παραγωγή δηλαδή ενός ευέλικτου εργατικού δυναμικού, πρόσφορου στον ασφυκτικό κοινωνικό έλεγχο του κεφαλαίου και αναλώσιμου στους βωμούς του κεφαλαιοκρατικού ανταγωνισμού, δεν μπορούν να τελεσφορήσουν χωρίς δραστικές παρεμβάσεις στον «νευραλγικό» χώρο της εκπαίδευσης. Σε αυτό το σημείο ο ΟΑΣΑ, το ΔΝΤ, η Commission, η ΝΔ, οι ειδικοί των ΜΜΕ, οι πρυτάνεις των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, μέχρι και το τελευταίο αφεντικό μιας καπιταλιστικής επιχείρησης, όλοι τους συμφωνούν και επαυξάνουν, φανερώνοντας πόσο εμποτισμένος από τον νεοφιλελεύθερο «ολισμό» είναι πλέον ο δημόσιος λόγος.

Πράγματι, η ηγεσία της Δεξιάς ευθυγραμμίζεται με έναν νεοφιλελεύθερο κοινό τόπο, τον οποίο αξιοποιεί ασφαλώς για λόγους πολιτικής προπαγάνδας, με μια διττή σημασία. Αφενός για να εμφανίσει το γενικότερο πρόγραμμά της, που έχει ως αιχμή την αποτελεσματική προώθηση των συμφερόντων των ελλήνων καπιταλιστών χωρίς περιττά «δίκτυα προστασίας» και σοσιαλφιλελεύθερους δισταγμούς, ως ένα πρόγραμμα μακρόπνοο, βασισμένο σε προσεκτικό, ικανό να περιλάβει όλες τις κοινωνικές ανησυχίες, σχεδιασμό. Και αφετέρου για να παίξει με τις προσδοκίες κοινωνικής κινητικότητας, που εξακολουθούν στην ελληνική κοινωνία να συνδέονται προπάντων με την δυνατότητα πρόσβασης στις ανώτερες βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι εξαγγελίες της ΝΔ δεν απευθύνονται μόνο στους κατοίκους της Εκάλης και του Ψυχικού, ούτε στους κύκλους των εφοπλιστών, που έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να τους χάσει ως στυλοβάτες. Το κύριο target group των πολιτικών managers της Δεξιάς είναι τα πλέον καταπιεσμένα τμήματα της εργατικής τάξης, οι χαμηλόμισθοι και οι άνεργοι του Περάματος και του Ταύρου, καθώς και εκείνα τα τμήματα της μικροαστικής τάξης που η εντεινόμενη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου πετάει από το τραίνο της «ανταγωνιστικότητας», εκείνοι οι γονείς, με άλλα λόγια, που βρίσκονται ήδη αρκετά χαμηλά στην κοινωνική κλίμακα για να μην κατατρύχονται από ανησυχία ακόμα και για την παραμικρή δυνατότητα κοινωνικής ανέλιξης των γόνων τους. Όχι ότι ο στόχος είναι η συγκρότηση μιας εδραίας συμμαχίας μαζί με αυτές τις κοινωνικές δυνάμεις. Κάτι τέτοιο θα έθιγε οποιαδήποτε δυνατότητα εφαρμογής μιας αποφασιστικής πολιτικής ιδιωτικοποιήσεων και απελευθέρωσης των αγορών, που είναι ακριβώς η πολιτική της ΝΔ. Οι επικλήσεις, αντίθετα, «τομών» στην εκπαίδευση, για να ενισχυθεί η θέση των πιο «ασθενών» οικονομικά ατόμων, και να αυξηθούν οι πιθανότητές τους να διαπρέψουν κοινωνικά, από τον Πινοσέτ μέχρι την Θάτσερ, χρησιμοποιούνταν πάντα ως μια νεοφιλελεύθερη υπόσχεση που δίνεται στο σύνολο των καταπιεσμένων, για να «εκπληρωθεί» μονάχα για μια χούφτα τους, σε βάρος της συντριπτικής πλειοψηφίας.

Τα νεοφιλελεύθερα παραμύθια διαθέτουν πάντα το «ικανό να διακριθεί» άτομο και το «ανίκανο να εγγυηθεί ευκαιρίες» σύνολο. Δεν έχει σημασία από ποια τάξη αυτό το άτομο προέρχεται, σημασία έχει μόνο σε ποια τάξη θα καταλήξει. Γι’ αυτό ακριβώς ο χώρος της εκπαίδευσης είναι νευραλγικός στην νεοφιλελεύθερη ρητορική: ετοιμάζει τους επόμενους «ικανούς», ή τουλάχιστον, μπορεί να υποσχεθεί ότι θα υπάρξουν, μέσα στην κοινωνική έρημο, και τέτοιοι. Ναι, όντως, πρόκειται για μια ψηφοθηρία · με μαζικό, όμως, ακροατήριο, και σοβαρότατες κοινωνικές επιπτώσεις.

Το πρόγραμμα της ΝΔ για την εκπαίδευση δεν διακρίνεται, όπως επεσήμαναν και αρκετοί σχολιαστές, για την πρωτοτυπία του. Ανάμεσα στα άλλα περιλαμβάνει την σταδιακή αύξηση των δαπανών στο 5% του προϋπολογισμού, τον περιορισμό των πανελλαδικών εξετάσεων στο λύκειο (κατάργηση αυτών της Β’ Λυκείου, μείωση των εξεταζόμενων μαθημάτων στην Γ’) με παράλληλη ενίσχυση των ενδοσχολικών, προσδιορισμό του αριθμού των εισακτέων στην ανώτατη εκπαίδευση από το Υπουργείο και τις πρυτανικές αρχές, ένταξη του λυκείου στην υποχρεωτική εκπαίδευση με ενιαίο πρόγραμμα σπουδών για τα 11 χρόνια που μεσολαβούν από την Α’ Δημοτικού μέχρι την Β’ Λυκείου, εισαγωγή πολλαπλού βιβλίου στα σχολεία και πολλαπλού συγγράμματος στα πανεπιστήμια (με δίδακτρα για τους εύπορους φοιτητές), επιπλέον καταρτίσεις και επιμορφώσεις για τους εκπαιδευτικούς, εισαγωγή των δύο κύκλων σπουδών στα πανεπιστήμια, υπαγωγή των ανώτερων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων σε δεσμευτικό επιχειρησιακό πρόγραμμα, με κίνδυνο διακοπής των χρηματοδοτήσεων, και άρα κλεισίματος, περιορισμό στην ευχέρεια χρήσης του πανεπιστημιακού ασύλου, γενικευμένη εφαρμογή της αξιολόγησης (σε σχολεία, ΑΕΙ, ΤΕΙ), και τέλος, ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, «μη κερδοσκοπικού» (!!!) τύπου.

Το ότι ακόμα και πάγια αιτήματα των κινημάτων στην εκπαίδευση (πολλαπλό σύγγραμμα), ή εξαγγελίες για περιορισμό των εξετάσεων, για πιο εύκολη δηλαδή πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, και για επέκταση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, συναρθρώνονται με εξόφθαλμα νεοσυντηρητικές θέσεις (κατάργηση, ουσιαστικά, του ασύλου, μιας και οι «αξιόποινες πράξεις» που οι «οραματιστές» της Δεξιάς έχουν κατά νου είναι μάλλον οι καταλήψεις και γενικά οι δυναμικές μορφές αγώνα) και νεοφιλελεύθερες επινοήσεις τύπου «μη κερδοσκοπικού» ιδιωτικού πανεπιστημίου, αυτό το εκ πρώτης όψεως περίεργο μείγμα δεν πρέπει να μας εκπλήσσει.

Η νεοφιλελεύθερη ρητορική στην εκπαίδευση είναι πράγματι συνθετική και εσωτερικά συνεπής. Δεν χρειάζεται καμιά πρωτοτυπία, πέρα από αυτήν της προσομοίωσης κάθε κοινωνικής δραστηριότητας με την παραγωγή εμπορευμάτων. Προτάσσει την μαζικοποίηση της εκπαίδευσης, ακριβώς γιατί αυτή η μαζικοποίηση είναι όρος για την ανάδυση οιονεί αγορών, ανταγωνιστικών πεδίων ικανών να υποδεχτούν τους πωλητές του εμπορεύματος «γνώση». Καταφάσκει ταυτόχρονα στην πολλαπλότητα των γνωσιακών επιλογών (πολλαπλά βιβλία και συγγράμματα) και στα πιο άτεγκτα μακράς διάρκειας προγράμματα σπουδών, ακριβώς γιατί η εισαγωγή της εκπαίδευσης στον κεφαλαιοκρατικό ανταγωνισμό επιτάσσει τόσο την πολλαπλότητα των καταναλωτικών επιλογών (για να επιτευχθεί μετά η πόλωσή τους βάσει του άνισα κατανεμημένου μέσου ποσοστού κέρδους) όσο και τον αυστηρό κοινωνικό έλεγχο εκπαιδευτών και εκπαιδευομένων για να διασφαλιστεί η αποδοτικότητά τους. Δεν διστάζει να μιλήσει για περιορισμό των πανεθνικών εξετάσεων, ακριβώς γιατί αποβλέπει σε ένα περιβάλλον ευελιξίας και «ελευθερίας κινήσεων» όπου η αξιολόγηση θα είναι πανταχού παρούσα. Οι προτάσεις της Δεξιάς συνθέτουν κοινωνικές προσδοκίες με αντικοινωνικές πολιτικές. Υπόσχονται, με εντυπωσιακή στην πραγματικότητα ειλικρίνεια, ευκαιρίες για τους «ικανούς» πάνω στα ερείπια των κοινωνικών δικαιωμάτων και στις χωματερές των συλλογικών αγαθών.

Ως προς το επίμαχο θέμα των ιδιωτικών πανεπιστημίων και αυτό των δύο κύκλων σπουδών, η έλλειψη πρωτοτυπίας θα ήταν επίσης μια επιπόλαιη επίκριση. Σε αυτό το σημείο, οι υπουργοί και οι γραφιάδες της σοσιαλδημοκρατίας θα έπρεπε να είναι περισσότερο φειδωλοί. Η «κατεδάφιση της δημόσιας παιδείας, με αιχμή την ανώτατη εκπαίδευση», για την οποία ανησυχεί ο κ. Ευθυμίου δεν είναι ένας κίνδυνος του μέλλοντος, αλλά μια εξέλιξη που έχει δρομολογηθεί εδώ και καιρό, χάρη στις διαχειριστικές ικανότητες των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνητικών επιτελείων. Το 1997, όταν οι σοσιαλδημοκράτες καταργούσαν την επετηρίδα, το συλλογικό, δηλαδή, δικαίωμα στην εργασία για τους εκπαιδευτικούς, ο κ. Σημίτης, στην Πανελλήνια Συνδιάσκεψη του ΠΑΣΟΚ για την παιδεία εξέθετε το σκεπτικό του: «Προσβλέπουμε σ’ ένα πανεπιστήμιο, του οποίου βασικές λειτουργίες θα είναι η παροχή εξειδικευμένων καταρτίσεων, προσανατολισμένων στις ανάγκες της οικονομικής ζωής και της κοινωνίας, το άνοιγμά του προς όλους, ώστε να ανταποκριθεί στις ποικίλες όψεις αυτού που ονομάζουμε συνεχής εκπαίδευση και η διεθνής συνεργασία». Σήμερα, μπορούμε να κάνουμε μια ακριβή μετάφραση αυτών των φαινομενικά αθώων εκφράσεων. Το «πανεπιστήμιο του μέλλοντος» της σοσιαλδημοκρατίας δεν είναι άλλο από το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο του παρόντος, το υποταγμένο στις προτεραιότητες του κεφαλαίου («στις ανάγκες της οικονομικής ζωής και της κοινωνίας»), με τον κατακερματισμό των γνωστικών αντικειμένων («παροχή εξειδικευμένων καταρτίσεων»), με την εφαρμογή ιδιωτικο-οικονομικών κριτηρίων στην λειτουργία του και την άμεση ή έμμεση εμπλοκή του στον κεφαλαιοκρατικό ανταγωνισμό, («το άνοιγμά του προς όλους»), με την ευελιξία στην παραγωγή δεξιοτήτων προσαρμοσμένων στις βραχυπρόθεσμες ανάγκες των καπιταλιστικών επιχειρήσεων («αυτό που ονομάζουμε συνεχής εκπαίδευση»). Όσο για την «διεθνή συνεργασία», οι συμφωνίες της Πράγας και της Μπολόνιας απομακρύνουν κάθε αμφισημία: διεθνής συντονισμός για «κύκλους σπουδών» σε οιονεί ή πραγματικές αγορές, για την παραγωγή ταυτόχρονα των «ικανών» και των «απασχολήσιμων», για ευέλικτα και ανταγωνιστικά ιδρύματα, de facto υβρίδια δημόσιου και ιδιωτικού.

Η σοσιαλδημοκρατία όχι απλώς δεν αμφισβήτησε την επιχειρηματικοποίηση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και τις νεοφιλελεύθερες αντιμεταρρυθμίσεις, αλλά όλα αυτά τα χρόνια είχε επωμιστεί το έργο της διαχείρισης αυτής της πραγματικότητας των νεοφιλελεύθερων εκπαιδευτικών υβριδίων, όπου η ανάληψη του κοινωνικού ελέγχου από το κράτος συμφύεται με την αναρχία της αγοράς. Η ΝΔ δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να προσαρμόζει την ρητορική της στις διαμορφωμένες συνθήκες, αναπτύσσοντας την προπαγάνδα της για τις υποτελείς τάξεις και δίνοντας τα διαπιστευτήριά της στα αφεντικά. Δεν έχει και πολύ νόημα η διερώτηση αν πράγματι είναι εφικτό το «όραμα» των «μη-κερδοσκοπικών» ιδιωτικών ιδρυμάτων: το ζήτημα είναι να παγιωθεί ακόμα περισσότερο μια δεσπόζουσα τάση, να κατακτήσει μια ακόμα πιο περίοπτη θέση και σε επίπεδο πια «κοινού νου» η ιδεολογία της «επιχειρηματικότητας», υποσκελίζοντας τα μισόλογα των σοσιαλδημοκρατών, και εν τέλει να κατοχυρωθεί η εκπαίδευση των «άξιων ατόμων» ως μια επιθυμητή όσο και αναπόφευκτη πραγματικότητα. Οι έλληνες καπιταλιστές μπορούν πράγματι να χαίρονται, ακόμα και αν τα τέκνα τους χρειαστεί να πληρώνουν για τα συγγράμματά τους. Η ιδέα ότι για την γνώση πληρώνεις, η ιδέα ότι στόχος της εκπαίδευσης είναι να καταρτιστείς ως «ικανός να αντεπεξέλθεις» στον ανταγωνισμό, όπως ένας πετυχημένος επιχειρηματίας, η ιδέα ότι η παραγωγή και διάδοση της γνώσης είναι μια προσανατολισμένη στο κέρδος, αποδοτική δραστηριότητα όπως αυτή της παραγωγής και ανταλλαγής εμπορευμάτων, αλλά και ένας αναγκαίος κοινωνικός πόλεμος, με τις στρατιές των «νικημένων» και την ελίτ των «νικητών», με μια κουβέντα: η ιδεολογία τους θα είναι αποδεκτή, ή τέλος πάντων πρόσφορη και στον κάθε άνεργο γονέα που ονειρεύεται μια καλύτερη μοίρα για τον γόνο του. Τι θα επεδίωκε κανείς παραπάνω για την διασφάλιση της αστικής ηγεμονίας και των καπιταλιστικών κερδών;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια ενδεχόμενη διακυβέρνηση της Δεξιάς θα λάβει την μορφή μιας αποφασιστικής επίθεσης στα κοινωνικά δικαιώματα και στα δημόσια αγαθά, σηματοδοτώντας έτσι μια «θεραπεία-σοκ» για την εργατική τάξη και την καταπιεσμένη κοινωνική πλειοψηφία. Η «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» του κ. Καραμανλή θα είναι μια από τις πλέον εξέχουσες διαστάσεις της συνολικού νεοφιλελεύθερου σχεδιασμού των επιτελών του. Οι υποσχέσεις για περισσότερες «ευκαιρίες» δεν είναι παρά βεβαιώσεις για μεγαλύτερη ταξική καταπίεση, κοινωνική ανασφάλεια, περιστολή δικαιωμάτων και δυνατοτήτων. Τα κοινωνικά κινήματα στην ελληνική εκπαίδευση, το πολυάριθμο πια προλεταριάτο της εκπαίδευσης, είναι καταδικασμένα να προετοιμαστούν για να αντιμετωπίσουν έναν αδιάλλακτο αντίπαλο, για έναν νέο, χωρίς προσχήματα και ενδοιασμούς αλλά και χωρίς διαπραγματεύσεις με την όποια συνδικαλιστική γραφειοκρατία, κύκλο αντικοινωνικών πολιτικών. Οι μέχρι τώρα αγώνες δεν μπορούν παρά να είναι μια παρακαταθήκη για μια εξίσου αποφασιστική εναντίωση, με την ίδια σαφήνεια και αδιαλλαξία που φανερώνει η προπαγάνδα της Δεξιάς: η γνώση δεν είναι εμπόρευμα, τα κοινωνικά δικαιώματα δεν είναι ατομικές «ευκαιρίες», τα εκπαιδευτικά ιδρύματα δεν είναι εργαστήρια παραγωγής «απασχολήσιμων», εγκαταστάσεις των καπιταλιστικών επιχειρήσεων, φυτώρια πειθήνιων υπηκόων του κεφαλαίου και του κράτους. Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα της ΝΔ αποδεικνύει ακριβώς ότι η κοινωνική αντιπαράθεση στον χώρο της εκπαίδευσης εξακολουθεί να εκκρεμεί, με την ίδια ακριβώς έννοια που εκκρεμεί η αντιπαράθεση για την κοινωνική ασφάλιση και τις εργασιακές σχέσεις: ο ατομικίστικος αγριανθρωπισμός, ειδυλλιακό περιβάλλον για την καπιταλιστική κερδοφορία, ενάντια στην κοινωνική αλληλεγγύη των εκμεταλλευόμενων και καταπιεσμένων. Αν επιλέξουμε όχθη με την ίδια ασυμφιλίωτη διάθεση που επιλέγει ο ταξικός εχθρός μας, δεν κινδυνεύουμε να χάσουμε τις «ευκαιρίες» που μας επιφυλάσσει για το μέλλον, παρά μόνο τις αλυσίδες με τις οποίες μας κρατά δεμένους στο παρόν. Ο αγώνας ενάντια στην υποταγμένη στο κεφάλαιο εκπαίδευση είναι, εκ των πραγμάτων, αγώνας για την εκπαίδευση ενός άλλου, εφικτού κόσμου, όπου το «είναι» των καπιταλιστών, γίνεται «δεν είναι».

Βαγγέλης Κούταλης


Σπάρτακος 70, Ιούνης 2003

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=3267

There is one comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s