Αμερική Α.Ε. εναντίον Ευρώπης Ε.Π.Ε. 

Σπάρτακος 70, Ιούνης 2003


του Francois Vercammen

Η στρατιωτική νίκη των ΗΠΑ συνοδεύτηκε από μία ηθική καταστροφή και μια σοβαρή πολιτική ήττα για τους πολεμοκάπηλους. Σπάνια οι πραγματικοί σκοποί ενός πολέμου έχουν κατανοηθεί τόσο άμεσα, με τέτοια σαφήνεια και σε τόση έκταση από τις λαϊκές μάζες: πετρέλαιο, έλεγχος των αραβικών περιοχών, παγκόσμια κυριαρχία. Αυτό, επίσης, σημαίνει ότι οι σκοποί αυτοί έγιναν κατανοητοί ως: παράνομοι, από τη σκοπιά των κανόνων που οι ίδιες οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει· μη νομιμοποιημένοι, για κανένα λόγο, από κανένα επιχείρημα, ούτε καν μία ουσιαστική πρόφαση μπορεί να δικαιώσει την επίθεση· αυθαίρετοι, γιατί οι ΗΠΑ παραβιάζουν τους κανόνες που έχουν επιβάλει στην υπόλοιπη ανθρωπότητα.

Λαϊκοί ξεσηκωμοί και δι-ατλαντική Κρίση

Δύο παράγοντες έχουν παίξει το ρόλο του πυροδότη στην αφύπνιση του αντιπολεμικού κινήματος.

  1. Ο παγκόσμιος ξεσηκωμός κατά του πολέμου, με πρώτο αποκορύφωμα τις 15 Φλεβάρη, όταν εκατομμύρια ανθρώπων κατέλαβαν τους δρόμους και τους δημόσιους χώρους. Δεν ήταν καρπός ενός γενικευμένου αυθορμητισμού, αλλά ένα κίνημα, οργανωμένο και σχεδιασμένο, κατά της καπιταλιστικής νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, το οποίο μέσα σε τρία χρόνια από το Σιάτλ, έχει κερδίσει μια εκπληκτική οργανωτική και πολιτική μαζικότητα. Το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ στη Φλωρεντία, στις αρχές του Νοέμβρη του 2002, πραγματικά εγκαινίασε αυτό τον κύκλο κινητοποιήσεων: με τη διαδήλωση του ενός εκατομμυρίου που ακολούθησε, την έκκληση για την πραγματοποίηση διαδηλώσεων παντού το πρώτο Σάββατο από το ξέσπασμα του πολέμου και την υπομονετική οικοδόμηση υποδομής. Αυτή η κινητοποίηση όχι μόνο είναι χωρίς προηγούμενο στην ιστορία, αλλά αντανακλά τα συντριπτικά συναισθήματα της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Η δυνατότητα που έχουν αποκτήσει οι από κάτω να θέτουν υπό αμφισβήτηση τους από πάνω συνιστά έναν εξαιρετικά ανατρεπτικό παράγοντα για το μέλλον.
  2. Το νέο φαινόμενο είναι η διαίρεση του δι-ατλαντικού μπλοκ και η ισχυρότερή κρίση εδώ και μισό αιώνα (πέρα από τη σύντομη κρίση του Σουέζ το φθινόπωρο-χειμώνα του 1956) ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η επίμονη αντίθεση των Chirac-Schroder στην πολιτική Bush δεν προβλεπόταν από καμία ημερήσια διάταξη.
    Ο τεράστιος λαϊκός αντιπολεμικός ξεσηκωμός, η αλληλοδιαδοχή διαδηλώσεων εκατομμυρίων ανθρώπων -οι οποίες ευνοούνται από τις ελευθερίες που έχουν κατακτηθεί στις ευρωπαϊκές καπιταλιστικές χώρες- βάρυναν έντονα πάνω σ’ αυτές τις κυβερνήσεις αποσαφηνίζοντας τα αληθινά διακυβεύματα αυτού του πολέμου. Οι κυρίαρχες τάξεις έπρεπε να διαλέξουν κάτω από μια διπλή αντιφατική πίεση: «ναι ή όχι στον πόλεμο» κραύγαζαν οι διαδηλωτές και οι διαδηλώτριες. «Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας!», έλεγε ο Bush. Η διαίρεση ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές και νεο-ιμπεριαλιστές πρωταγωνιστές ήταν ξεκάθαρη. Στρατόπεδα σχηματίστηκαν. Βρετανία, Ισπανία, Ιταλία και Αυστραλία από τη μία· Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο, Ρωσία και Κίνα από την άλλη. Κάτι που είχε να ειδωθεί από το 1945. Ένα πραγματικό σχολείο μαζικής πολιτικοποίησης για μια νέα πολιτική γενιά που μόλις έχει γεννηθεί!
    Ο Bush συνέβαλε τα μέγιστα στη συντριπτική ήττα της «διακυβέρνησης» του κόσμου στα πλαίσια του Ο.Η.Ε. Πέτυχε το εκπληκτικό κατόρθωμα της απώλειας, μέσα σ’ ένα χρόνο, του τεράστιου κεφαλαίου της συμπάθειας που ακολούθησε τη σφαγή της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.

Αρχικά, η κυβέρνηση των ΗΠΑ κατόρθωσε να ενσωματώσει σχεδόν όλες τις κυβερνήσεις του κόσμου σ’ ένα συνασπισμό για τον «αγώνα κατά της τρομοκρατίας» (αυτός ήταν, επιπλέον, ένα εύκολο πρόσχημα για την επίθεση στα δημοκρατικά δικαιώματα, προπάντων στις ΗΠΑ, και την ποινικοποίηση των κοινωνικών κινημάτων). Ο πόλεμος κατά του Αφγανιστάν μπορούσε ακόμη να απολαμβάνει μιας ορισμένης νομιμότητας, λόγω του ορατού δεσμού ανάμεσα στο καθεστώς των Ταλιμπάν και την Αλ-Κάιντα, την οργάνωση του Bin Laden. Αλλά η πίεση στην κατεύθυνση ενός νέου πολέμου κατά του Ιράκ, η οποία ανάγγελλε μια προοπτική αδιάκοπου πολέμου εναντίον του «άξονα του κακού», αποκάλυπτε μια στρατηγική κυριάρχησης πάνω στο πλανήτη. Συνδυασμένη με έντονες μονομερείς πρακτικές (με προληπτικούς πολέμους, περιφρόνηση των Ηνωμένων Εθνών και μια αυθαίρετη συμπεριφορά απέναντι σε φίλους και συμμάχους) είχε μια ολέθρια επίδραση. Αναμφίβολα, η μοναδική υπερδύναμη ρίχνεται σε μια νέα αντίφαση, που είναι ριζωμένη στην παγκόσμια κατάσταση, ανάμεσα στην υλική της δύναμη (στρατιωτική, τεχνολογική και σ’ ένα μικρότερο βαθμό οικονομική/χρηματιστική) και την ηθική-πολιτική αναξιοπιστία της, πρωτοφανή στην μακρά ιστορία του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ ο οποίος συχνά έχει καταφέρει να κρύψει την κατακτητική του πολιτική κάτω από «δημοκρατικά», «ειρηνικά» και «απελευθερωτικά» προσχήματα.

Ο άξονας Chirac-Schroeder επικεφαλής της Ε.Ε.

Στις αρχές του Σεπτέμβρη του 2002, ο Schroeder βρισκόταν στο σημείο να χάσει τις εκλογές τις γερμανικές κοινοβουλευτικές εκλογές. Τρεις εβδομάδες πριν την ημέρα των εκλογών βρισκόταν πίσω στις δημοσκοπήσεις. Μέσα από μια αντιπολεμική στάση, ξανακέρδισε αριστερούς ψηφοφόρους σε βάρος του PDS (1). Αν και ο Schroeder δεν έχει καμία αρχή (ή έστω έχει μερικές), γνωρίζει καλά πώς να χρησιμοποιεί κατάλληλα το τραύμα των παγκοσμίων πολέμων που βαθιά φέρει ο γερμανικός λαός.(2)

Ο Chirac από τη δική του πλευρά είχε μόλις εκλεγεί αλλά όχι κάτω από την ευτυχέστερη των συγκυριών.(3) Μπροστά στην προοπτική μιας αντι-δημοφιλούς αντι-κοινωνικής πολιτικής η οποία απειλούσε να φέρει τις μάζες στο δρόμο, ο Chirac αποφάσισε να σταθεροποιήσει τη κοινωνική του βάση μέσα από την επάνοδο της δοκιμασμένης και έμπιστης συνταγής της εξωτερικής πολιτικής· γνωρίζοντας ότι οι ΗΠΑ προετοίμαζαν μια εισβολή στο Ιράκ, εξαπόλυσε μια εκστρατεία συνεχούς, αν και μετρημένης, κριτικής στο Bush. Και αυτή είχε επιτυχία! Λέγεται ότι ο Chirac θα είναι μελλοντικός υποψήφιος για το Νόμπελ Ειρήνης!

Ακόμη περισσότερο, η Γερμανία και ιδιαίτερα η Γαλλία έχουν σημαντικούς οικονομικούς και «πολιτιστικούς» δεσμούς με το Ιράκ. Οι δύο χώρες προσπαθούν να κερδίσουν σ’ επιρροή στην αραβική χερσόνησο και την περιοχή.

Όλα αυτά θα έπρεπε να οδηγήσουν σε σύγκρουση με τον Bush. Αντιθέτως, γνωρίζοντας ότι ο Bush ήθελε τον πόλεμο και, a priori, ότι θα τον κέρδιζε, η καλύτερη τακτική θα ήταν μάλλον αυτή της Βρετανίας: μαζί ή στο κατόπι του Bush. Αλλά η προοπτική μιας σειράς διαδοχικών πολέμων «έκανε τεταμένες» τις σχέσεις ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αμερική. Θα μπορούσε να ανατρέψει το συσχετισμό δυνάμεων μέσα στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο μ’ έναν εντελώς απρόβλεπτο τρόπο. Ο πολλαπλασιασμός των εμπορικών διενέξεων τα τελευταία χρόνια (ιδίως στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου) είχε ήδη ανεβάσει τη θερμοκρασία στην οικονομική αρένα.

Η σύγκρουση στο εσωτερικό του δι-ατλαντικού μπλοκ έχει προκληθεί από την επιθετική μονομερή πρακτική των ΗΠΑ και την ενίσχυση της δύναμης της Ε.Ε., από τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2002. Αλλά οι επιπτώσεις έγιναν ορατές μόνο από τις αρχές του 2003.

Αν η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ ήταν αρκετά σαφής από την αρχή, αυτό που θα συνέβαινε με την Ε.Ε. ήταν πολύ πιο περίπλοκο.

Ε.Ε.: Διεύρυνση και ενίσχυση

Στα τέλη του Οκτωβρίου του 2002, η Ε.Ε. αντιμετώπισε ένα αδιέξοδο και μια μεγάλη κρίση. Όλη η εσωτερική «μηχανή» της Ε.Ε. βρέθηκε υπό αναστολή από το ιρλανδέζικο δημοψήφισμα για τη Συνθήκη της Νίκαιας (Δεκέμβριος του 2000), που έθετε υπό απειλή το νέο κύμα προσχωρήσεων στην Ε.Ε.. Με τη θετική ψήφο να κερδίζει αυτή τη φορά στην Ιρλανδία (20 Οκτωβρίου 2002), άνοιξε η διαδικασία που θα επέτρεπε σε δέκα νέες χώρες να ενταχθούν στην Ε.Ε. και τη διεύρυνση προς την Ανατολή.(4) Τα διακυβεύματα στο οικονομικό και πολιτικό επίπεδο ήταν κολοσσιαία.(5) Επρόκειτο επίσης για ένα ιστορικό γεγονός: αυτή η ενοποίηση κηρύσσει την ειρήνευση μιας ηπείρου διαιρεμένης από πέντε αιώνες πολέμων, εισβολών, αναταραχών, εξεγέρσεων και επαναστάσεων των οποίων ο 20ος αιώνας αποτέλεσε το απόγειο.(6) Αποτελεί, τελικά, μια αξιοσημείωτη ενδυνάμωση των ευρωπαϊκών εταιρειών, οι οποίες θα βρουν εκεί μια φτηνή εξειδικευμένη εργατική δύναμη, με προνομιακή πρόσβαση στις νέες αγορές, υπό την προστασία και την εγγύηση των θεσμών της Ε.Ε.. Κατά συνέπεια, σημαίνει μια συνολική ενίσχυση των κατασταλτικών μηχανισμών της ιμπεριαλιστικής Ε.Ε..

Όμως αυτή η θεαματική πρόοδος επιτάσσει βραχυπρόθεσμα μια διττή μεταρρύθμιση: αυτή των θεσμών στους οποίους οι νέο-εισερχόμενοι θα συμμετέχουν και εκείνη της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.(7) Πολλά κράτη-μέλη, συμπεριλαμβανομένων της Γερμανίας και της Βρετανίας, θέλουν να εξορθολογίσουν αυτή την πολιτική επιδοτήσεων, από την οποία η Γαλλία, ο δεύτερος μεγαλύτερος αγροτικός παραγωγός στον κόσμο, είναι η μεγαλύτερη ωφελημένη.(8) Με τη διεύρυνση προς την Ανατολή που έχει προγραμματιστεί από τη Σύνοδο Κορυφής της Κοπεγχάγης, το Δεκέμβριο του 2002, αυτή η κατάσταση θα οδηγήσει σε παροξυσμό. Για αρκετά χρόνια, έχει υπάρξει μια ισχυρή ένταση ανάμεσα στη Γαλλία και Γερμανία πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Αυτό επέτρεψε στη Βρετανία να δρα μ’ αρκετή ελευθερία μέσα στην Ε.Ε. – ο Blair ο οποίος δεν έχει κρύψει τη φιλοδοξία του να ηγηθεί της Ε.Ε., ήρθε πιο κοντά στη Γερμανία, απομονώνοντας έτσι τη Γαλλία, ιδίως στη Σύνοδο Κορυφής της Νίκαιας το Δεκέμβριο του 1999. Ο νέος άξονας Blair-Berlusconil-Aznar επρόκειτο να επικρατήσει στη Λισσαβόνα τον Μάρτιο του 2000, στη «Σύνοδο Κορυφής των Μεγάλων Εταιρειών», ο Schroeder και η λοιπή φιλελεύθερη σοσιαλδημοκρατία (ο «Τρίτος Δρόμος»!) σύρθηκε πίσω τους και απομόνωσαν το Jospin και το Chirac.

Το σχίσμα στη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε.

Το φθινόπωρο του 2002, με αρκετές συναντήσεις κορυφής της Ε.Ε. να βρίσκονται εν όψει, ο Chirac ανέστρεψε τη δυναμική της Ε.Ε. και των σχέσεων μεταξύ των κυρίων πρωταγωνιστών της, με μια πολιτική πρωτοβουλία μεγάλης σημασίας. Κατόρθωσε να επιλύσει την αγροτική ατζέντα μέσα από ένα συμβιβασμό με τον Schroeder, ενώ ένωσαν τις δυνάμεις τους στην αντίθεσή τους κατά της πολεμικής πολιτικής του Bush.
Ο Blair δεν ήταν μυημένος στην πρότασή τους και αυτό οδήγησε σε μια ζωηρή φιλονικία με το Chirac. Την επόμενη ημέρα, ο Chirac ανέβαλλε τη γαλλο-βρετανική συνάντηση κορυφής. Ο Chirac και ο Schroeder θριάμβευσαν στη Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. στις 24-25 Οκτωβρίου.(9) Σ’ αυτή τη Σύνοδο, η γαλλο-γερμανική συμμαχία αποκαταστάθηκε. Μια πολιτική μάχη ξεκίνησε στην Ε.Ε., μ’ αντίκτυπο έξω απ’ αυτή. Η Βρετανία, αποκλεισμένη από τη μυστική διαπραγμάτευση, πέρασε στην πλευρά του Bush. Στις 19 Οκτωβρίου, το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. χωρίστηκε στα δύο: Γαλλία και Ρωσία (η Γερμανία, που δεν είναι διαρκές μέλος, εισήλθε τον Ιανουάριο του 2003 για δύο χρόνια) εναντιώθηκαν στο σχέδιο απόφασης του Bush το οποίο είχε την υποστήριξη του Blair. Οι θέσεις παγιώθηκαν. Ο γαλλο-γερμανικός άξονας υποδήλωνε μια αυξανόμενη αυτονομία σε σχέση με τις ΗΠΑ.

Αυτές οι διαφορετικές δυναμικές είχαν άμεσο αντίκτυπο μέσα στη Συντακτική.(10) Το πρώτο σχέδιο του μελλοντικού Συντάγματος, που παρουσιάστηκε από το Giscard, γίνεται καθαρά αντιληπτό ότι επιβεβαιώνει «την παρουσία της Ε.Ε. στην παγκόσμια πρώτη γραμμή».(11) Το ζήτημα της «εκτελεστικής εξουσίας» σ’ αυτή τη διευρυμένη Ένωση θα βρεθεί στην καρδιά της Συντακτικής μέχρι το τέλος. Η Συντακτική αλλάζει ταχύτητα. Σημαντικές τροποποιήσεις έχουν γίνει στη δυναμική της, ιδίως αρκετά μέλη της Ε.Ε. έχουν αφυπνιστεί και ανανεώσει τη συμμετοχή τους, σύμφωνα μ’ έναν ενημερωμένο παρατηρητή.(12) Η πολιτική μάχη για την Ε.Ε. μαίνεται στο εσωτερικό της και έχει διεισδύσει στη Συντακτική: ο Fischer και οVillepin, οι δύο υπουργοί εξωτερικών, έχουν αντικαταστήσει τους υφιστάμενούς τους. Η Συντακτική γίνεται ο χώρος όπου τα κύρια κράτη-μέλη θα καθορίσουν τον κρατικό μηχανισμό που ταιριάζει στις ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες τους.

Η κατάρρευση της στρατηγικής του Blair

Οποιαδήποτε και αν ήταν η «δουλοπρεπής» συμπεριφορά που ο Blair έδειξε στον πρόσφατο πόλεμο, δεν είναι ούτε το «σκυλάκι του Bush», ούτε ο «δούρειος ίππος» των ΗΠΑ μέσα στην Ε.Ε.. Κατά πρώτο και κύριο λόγο είναι ο αντιπρόσωπος του μεγάλου βρετανικού κεφαλαίου, εκείνος που υποσχέθηκε από την πρώτη εκλογή του τον Μάιο του 1997 να ενσωματώσει τη Βρετανία στην Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση και να την τοποθετήσει στην πρώτη γραμμή της Ε.Ε.. Γιατί αυτή είναι η προοπτική των ανώτερων σφαιρών του βρετανικού καπιταλισμού με την αποφασιστική υποστήριξη του διεθνούς παραγωγικού κεφαλαίου, του ιαπωνικού ιδιαιτέρως.(13)
Από την άνοδό του στην εξουσία, ο Blair είχε συνείδηση ακριβώς αυτής της μεγάλης δυσκολίας που παρουσίαζε ο στόχος αυτός: δε διαθέτει την υποστήριξη της πλειοψηφίας του βρετανικού λαού. Η αντίθεση είναι πλατιά και σφοδρή από έναν τομέα των εργοδοτικών ενώσεων, από το διπλωματικό μηχανισμό, τον τύπο, το συνδικαλιστικό κίνημα και την κοινή γνώμη. Εξ ου και η διττή τακτική, της οποίας η ενότητα δεν είναι τίποτε άλλο από τη «βοναπαρτιστική» ανάληψη από τον Blair του ρόλου του επικεφαλής του κράτους: τοποθετώντας τον εαυτό του δίπλα στην υπερδύναμη των ΗΠΑ· συμβάλλοντας ενεργά στην οικοδόμηση της Ευρώπης. Τελικά, περιμένοντας για την κατάλληλη στιγμή.

Ήταν ο Blair που πήρε την πρωτοβουλία να συγκροτήσει, μαζί με τη Γαλλία, μια ευρωπαϊκή ένοπλη δύναμη, αυτόνομη αλλά μέσα στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, στη γαλλο-βρετανική σύνοδο στο St Malo το Δεκέμβριο του 1998. Έλαβε την πρωτοβουλία αυτή προκειμένου να υπερασπιστεί το κεντρικό σημείο της στρατηγικής του να επιβάλει τη βρετανική επιρροή πάνω στην Ευρώπη.(14) Προσέφερε αποφασιστική βοήθεια στα ευρωπαϊκά αφεντικά με τον «Τρίτο Δρόμο», δηλαδή το νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό της σοσιαλδημοκρατίας. Κατόρθωσε να απομονώσει και να ταπεινώσει το Jospin, τον τότε πρόσφατα εκλεγμένο πρωθυπουργό της Γαλλίας, στο Συνέδριο των Ευρωπαϊκών Σοσιαλιστικών Κομμάτων στις αρχές Ιουνίου του 1997. Συνέβαλε, υποστηρίζοντας το Schroeder, στη ρήξη με το Lafontaine, τον ισχυρό άνδρα του SPD – παραιτήθηκε το Φεβρουάριο του 1999, έχοντας επιμείνει σε μια πολιτική νεο-κεϋνσιανής αναθέρμανσης της οικονομίας. Έχοντας επιτύχει να εξουδετερώσει τις τελευταίες κοινωνικές διαθέσεις των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κομμάτων, κατόρθωσε να χτίσει μια συμμαχία με τη δεξιά των Berlusconi και Aznar. Ο σκοπός: να έχει ελεύθερα τα χέρια για να παλέψει μέχρι τέλους στη συνδιάσκεψη κορυφής της Λισσαβόνας, με σκοπό να γκρεμίσει το κράτος πρόνοιας και να επιβάλει τη νεοφιλελεύθερη εναλλακτική λύση. Είναι αυτό το περιοριστικό πλαίσιο το οποίο εξακολουθεί να προσανατολίζει τις κύριες οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές.
Η σφαγή της 11ης Σεπτεμβρίου 2002 και ιδιαίτερα ο νικηφόρος πόλεμος εναντίον του Αφγανιστάν πρόσφεραν στον Blair μια εξαιρετική ευκαιρία να αναλάβει το ρόλο του «επικεφαλής του πολέμου» δίπλα στο πλευρό του Bush. Εκείνη την εποχή, όταν βασίλευε ομόνοια ανάμεσα στα κράτη-μέλη της Ε.Ε., πρωταγωνιστούσε στον «αγώνα κατά της τρομοκρατίας» και υποστήριζε τα αντιδημοκρατικά μέτρα της Ε.Ε., η κατάσταση θεωρούνταν τουλάχιστον ώριμη: βασιζόμενος στις συστηματικά ευνοϊκές δημοσκοπήσεις, ο Blair ανήγγειλε, ακόμη υπό όρους, τις πιθανές ημερομηνίες για ένα δημοψήφισμα για την είσοδο της Βρετανίας στο ευρώ.

Τα διακυβεύματα ήταν μεγάλα: αν το δημοψήφισμα ήταν επιτυχές, τότε οι τρεις μεγάλες δυνάμεις (Γαλλία, Γερμανία και Βρετανία) θα ενώνονταν πάνω στους τρεις θεμελιώδεις πυλώνες της Ε.Ε.: ενιαία αγορά, νομισματική ένωση, στρατιωτική πολιτική. Θα προκαλούνταν μια τεράστια αναδιοργάνωση της Ε.Ε.: συγκρότηση μιας αληθινής ηγεσίας στην κορυφή μιας ιεραρχικά οργανωμένης εκτελεστικής εξουσίας· μια ιεραρχία στο εσωτερικό της Ε.Ε. θεμελιωμένη σε πολιτικούς συσχετισμούς ισχύος ανάμεσα στις χώρες-μέλη· ενίσχυση της θέσης της Ε.Ε. στην παγκόσμια κονίστρα. Αυτό θα σήμαινε επίσης μια πολεμική μηχανή εναντίον των μισθωτών εργαζομένων της Ευρώπης με σκοπό την εφαρμογή της «ατζέντας της Λισσαβόνας».

Ο αγώνας του Bush κατά της Ε.Ε.

Σήμερα η στρατηγική του Blair όσον αφορά την Ε.Ε. έχει βαλτώσει. Και η ριζοσπαστική μονομερής πρακτική της πλευράς Bush του αφήνει λίγα περιθώρια ελπίδας.(15)

Η πόλωση ΗΠΑ-Ευρώπης και επακόλουθη σκλήρυνση των θέσεων υποχρέωσαν τον Blair ν’ αναβαθμίσει τη δράση του. Ο στόχος του ήταν να δημιουργήσει μια φιλο-πολεμική και φιλο-αμερικάνικη βάση στην Ε.Ε., μεταξύ των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών, που πρόσφατα «έβγαιναν από τον κομμουνισμό» (σύμφωνα με την επίσημη ορολογία). Αυτό σήμαινε ανοικτή σύγκρουση με την Ε.Ε. και τις κεντρικές της δυνάμεις. Μ’ αυτόν τον τρόπο προέκυψε η «Επιστολή των 8», με πρωτοβουλία της «Wall Street Journal», η οποία επιδίωκε να ενώσει, σ’ ένα μεγάλο φίλα διακείμενο προς τον Bush συνασπισμό, τον άξονα Blair-Berlusconi-Aznar με την Πορτογαλία, τη Δανία, τη Πολωνία, την Ουγγαρία, την Τσεχική Δημοκρατία και ο οποίος γρήγορα εκδηλώθηκε με μια απλή επιχείρηση δημοσιότητας που στόχευε τα ΜΜΕ. Δε θα έπρεπε να υποτιμούμε την πρόθεση: επρόκειτο να πάει πέρα από την «απλή διαίρεση» στο εσωτερικό της Ε.Ε.. Θα μπορούσε να προκαλέσει μια διαδικασία (μερικής) αποσύνθεσης της Ε.Ε. και την επανίδρυσή της σ’ άλλες βάσεις. Ο άξονας Chirac-Schroeder ηττήθηκε.

Οι υπογράφουσες χώρες από την Ανατολή δε φέρουν σημαντικό βάρος (το συνδυασμένο ΑΕΠ τους δε ξεπερνά αυτό των χωρών της Μπενελούξ· σε όρους πληθυσμού, η Γερμανία ξεπερνά το σύνολο των 8 χωρών της Ανατολής)· είναι απόλυτα υποτελείς στην οικονομική βοήθεια της Ε.Ε.. Επιπλέον, η είσοδό τους στην Ε.Ε. δεν είναι ακόμη τελειωμένη. Ο άξονας Blair-Berlusconi-Aznar εκτροχιάστηκε: ο Berlusconi βρίσκεται σε δυσκολίες (έβαλε τη γυναίκα του στην τηλεόραση να κάνει μια δήλωση εναντίον του πολέμου!)· ο Aznar χρειάζεται να αντιμετωπίσει μια μαζική εξέγερση μ’ αντίκτυπους μέσα στο ίδιο του το κόμμα· ο Blair ο ίδιος βρίσκεται σε κίνδυνο, ακόμη κι αν οι δημοσκοπήσεις είναι κάπως πιο ευνοϊκές γι’ αυτόν μετά την έκρηξη του πολέμου. Οι τρεις κυβερνήσεις έχουν περάσει στην άμυνα κάτω από το βάρος ενός πρωτοφανούς αντιπολεμικού κύματος. Η συνοχή της Ε.Ε., γύρω από το γαλλο-γερμανικό άξονα, διατηρήθηκε.

Ο Blair έχει ήδη χάσει την πολιτική μάχη στην Ευρώπη, οποιαδήποτε και αν ήταν η έκβαση του πολέμου. Οι συνέπειες θα είναι μακροπρόθεσμες στη Βρετανία, την Ευρώπη και τον κόσμο. Η μοναδική του διέξοδος είναι η συμφιλίωσή του με τους αντιπάλους του, Chirac και Schroeder, για να επανεντάξει τη Βρετανία στην ηγεσία της Ε.Ε., όπως έχει υπενθυμίσει πρόσφατα ο Robin Cook, πρώην υπουργός εξωτερικών της Βρετανίας.(16) Αλλά είναι προφανές ότι η αναδιοργάνωση στη διάρκεια και μετά από τον πόλεμο, θα γίνει μέσα από πολιτικές μάχες.

Ο κίνδυνος του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού

Η μονή εξήγηση της πολιτικής ισχύος που έχει εκδιπλωθεί, τόσο μέσα όσο και έξω από την Ένωση, από το ζεύγος Chirac και Schroeder βρίσκεται στην άνοδο της Ε.Ε. την τελευταία δεκαετία. Όμως παρότι είναι ακόμη ένας οικονομικός γίγαντας, αν και ωστόσο ταυτόχρονα ένας πολιτικός νάνος, η σημερινή πολιτική των ΗΠΑ δίνει μια ισχυρή ώθηση στην ανάπτυξη της Ε.Ε..

Η ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών στην παγκόσμια οικονομία έχει μειωθεί, σημειώνει ένας αναγνωρισμένος αναλυτής της παγκόσμιας οικονομίας.(17) Πρώτον, η ικανότητα της Ουάσινγκτον να διατηρεί την οικονομική της κυριαρχία έχει σοβαρά μειωθεί τα τελευταία πέντε χρόνια. Γιατί; Η «εσωτερική λαϊκή εξέγερση κατά της παγκοσμιοποίησης» και οι ενδο-ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις αναπτύσσονται και οξύνονται: οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. βρίσκονται στο κατώφλι μιας μεγάλης εμπορικής και οικονομικής σύγκρουσης. Σ’ αυτή την περιοχή, οι δύο δυνητικοί αντίπαλοι των ΗΠΑ, Ε.Ε. και Ιαπωνία, είναι υπερδυνάμεις, γράφει ο Bergsten. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, παρά τις θαυμαστές οικονομικές επιδόσεις των ΗΠΑ τη δεκαετία του 1990, η Ε.Ε. είναι πλέον η μεγαλύτερη οικονομική ενότητα στον κόσμο και θα εξακολουθήσει να αναπτύσσεται και να διευρύνει το πεδίο δράσης της στα χρόνια που έρχονται. Το ευρώ έχει αποτελειώσει την περιφερειακή οικονομική ολοκλήρωση.

Σήμερα, μετά από μια εξαιρετική οικονομική επέκταση, υπάρχουν ρωγμές στο οικοδόμημα μιας αυτοκρατορίας που θεωρούσε τον εαυτό της παντοδύναμο.(18) Οι αδυναμίες μοιάζουν να συνδέονται με την ίδια τη φύση αυτής της ανόδου: μια ιλιγγιώδη άνοδο του χρέους, τόσο από την άποψη των νοικοκυριών (κατανάλωση), όσο και με όρους επιχειρήσεων (επένδυση), το οποίο έχει αυξήσει ένα εμπορικό έλλειμμα το οποίο στηρίζεται κατά κόρον στο ευρωπαϊκό και ιαπωνικό κεφάλαιο· μια παρεμπόδιση, έξω από τις ΗΠΑ, μιας παρόμοιας επέκτασης, που αποκλείει τη δυνατότητα ότι μια άλλη ατμομηχανή, για παράδειγμα η Ευρώπη, μπορεί να αναδυθεί. Το κράτος των ΗΠΑ επιβάλλει δια της ισχύος τους κανόνες του (προστατευτισμός, επιδοτήσεις, ασθενικός νομισματικός ανταγωνισμός απέναντι στο δολάριο). Αυτό βρίσκεται στη ρίζα της ανισορροπίας και της ασυμμετρίας του σύγχρονου ιμπεριαλισμού και της ανικανότητάς του να κυριαρχήσει με μέσα άλλα από τη βία.(19)

Στο πολιτικό επίπεδο, η πραγματικότητα των δι-ατλαντικών πολιτικών σχέσεων από το 1989, είναι ότι οι ΗΠΑ έχουν χάσει παρά κερδίσει με όρους πολιτικής κυριαρχίας απέναντι στην Ε.Ε. από την εποχή της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης. Αναδεικνύεται η προοπτική ενός αληθινά ισχυρού συλλογικού οικονομικού εργαλείου σε μια διεθνή κλίμακα, δηλαδή η Ε.Ε., η οποία θα μπορούσε να υποβληθεί σε μια μεταβολή από πολιτική σκοπιά: αντί για ένα υπο-σύστημα μιας Ατλαντικής Συμμαχίας κάτω από την ηγεμονία των ΗΠΑ, ένα ευρύ φάσμα εργαλείων θα μπορούσε να αναπτυχθεί στα χέρια ενός νέου δυτικοευρωπαϊκού πολιτικού κέντρου.(20)

Η Ε.Ε. δεν πρόκειται να υπονομεύσει τις ΗΠΑ. Αναζητά μια νέα ισορροπία του συσχετισμού δυνάμεων εντός του δι-ατλαντικού μπλοκ. Αλλά αυτό θα έχει εκτεταμένες συνέπειες: Όπως ο Ernest Mandel έγραφε το 1972 (21): «Η προοπτική μας είναι … εκείνη της ενίσχυσης όλων των εγγενών αντιφάσεων του ιμπεριαλισμού στην εποχή του παρακμάζοντος καπιταλισμού … Είναι ακριβώς η λογική της ενίσχυσης των ενδο-ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων που εξηγεί την τάση συγχώνευσης ορισμένων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων οι οποίες θα ήταν από μόνες τους ανίκανες να δώσουν τον αγώνα του ανταγωνισμού.» Και, πέρα από μια συγχώνευση των ανεξάρτητων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σε τρεις υπερδυνάμεις, είναι αυτή η προοπτική που σήμερα βλέπουμε να πραγματοποιείται μπροστά στα μάτια μας: η διεθνής συγκεντροποίηση του κεφαλαίου είναι δυνατό να συνοδεύεται από μια παρακμή της ισχύος ορισμένων αστικών εθνικών κρατών και την τοποθέτηση στη θέση τους μιας νέας ομοσπονδιακής και υπερεθνικής αστικής κρατικής εξουσίας. Επίσης δεν μπορεί κανείς να παρατηρήσει καμία εθνική ηγεμονία στο εσωτερικό των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών που γεννήθηκαν απ’ αυτή τη διεθνή αλληλοδιείσδυση του κεφαλαίου, έτσι η κρατική μορφή που ανταποκρίνεται σ’ αυτή τη μορφή διεθνοποίησης του κεφαλαίου δεν μπορεί να είναι ούτε η επικράτηση ενός μεμονωμένου εθνικού κράτους πάνω στα άλλα, ούτε η συνομοσπονδία εθνικά κυρίαρχων κρατών, αλλά μόνο ένα ομοσπονδιακό υπερεθνικό κράτος, που χαρακτηρίζεται από τη μεταβίβαση σ’ αυτό κρίσιμων κυριαρχικών δικαιωμάτων. Αυτή είναι η ακριβής περίπτωση της Ε.Ε.. Η υπερεθνική δυναμική της σημαδεύεται από μια έντονη εσωτερική αντιγνωμία: κι αυτός ο οικονομικός γίγαντας είναι, επίσης, ένας πολιτικός νάνος. Αυτή η μεταφορά είναι αρκετά στη μόδα. Αλλά με το να την επαναλαμβάνουμε απερίσκεπτα, το πολιτικό βάρος, που, ήδη, η Ε.Ε. ασκεί στο διεθνές επίπεδο, δε γίνεται κατανοητό – σε σχέση, γενικά, με τις ΗΠΑ, αλλά επίσης και στην αντίθεσή της στο οικονομικό επίπεδο (ο πολλαπλασιασμός των ρηγμάτων στο εσωτερικό του ΠΟΕ αποτελεί μια μαρτυρία γι’ αυτό) και στο επίπεδο των διεθνών θεσμών (Κιότο, Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο) και στην εξωτερική πολιτική (το ζήτημα του παλαιστινιακο-ισραηλινού ζητήματος).

Η εξέλιξη της Ε.Ε. σ’ ένα πλήρες και συνεκτικό κράτος, που θα ασκεί την πλήρη του ιμπεριαλιστική ισχύ, έρχεται αντιμέτωπη με αρκετούς παράγοντες:
Πρώτον, η Ε.Ε. δεν είναι νομιμοποιημένη στα μάτια των λαών της Ευρώπης. Οι αντι-κοινωνικές της πολιτικές, οι αντι-δημοκρατικές της μέθοδοι, που αποκλείουν τους ανθρώπους από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, αμφισβητούνται. Η οικοδόμησή της καθοδηγείται από τις κύριες βιομηχανικές και χρηματιστικές ομάδες (που συναθροίζονται στην Ευρωπαϊκή Στρογγυλή Τράπεζα των Βιομηχάνων). Επειδή, επίσης, είναι μια συνάθροιση ιμπεριαλιστικών κρατών που έχουν πολεμήσει το ένα το άλλο για ολόκληρους αιώνες· τα οικονομικά, πολιτικά και διπλωματικά τους συμφέροντα δε συμπίπτουν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, κάθε βήμα στην κατεύθυνση του υπερεθνικού κράτους συνεπάγεται μια μεταφορά προνομιών, των οποίων η επίδραση είναι άνιση για κάθε χώρα-μέλος.

Τελικά, μέσα στο δι-ατλαντικό μπλοκ, ο «μεγάλος αδελφός» δεν έχει κανένα συμφέρον να υποστηρίξει έναν ανταγωνιστή. Παραδόξως, ο πόλεμος του Bush έχει υποχρεώσει την Ε.Ε. να επιταχύνει τη διαδικασία του «κρατικού σχηματισμού» της. Κι αυτό συμβαίνει ακόμη περισσότερο, με δεδομένο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν κρύβουν την επιθυμία τους να παγιώσουν την υπεροχή τους.

Έτσι, η εντυπωσιακή επιτυχία της «ενιαίας αγοράς» έχει οδηγήσει στη δημιουργία του κοινού νομίσματος, του ευρώ, το οποίο με τη σειρά του έχει οδηγήσει στη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία παραμένει στερημένη από την απαραίτητη «οικονομική κυβέρνηση» σε μια κλίμακα Ε.Ε.. Παρ’ όλες στις αντιφάσεις, που είναι εγγενείς σ’ αυτή την Ε.Ε., υφίσταται μια διαδικασία κρατικής συγκεντροποίησης σ’ εξέλιξη, τόσο με το συντονισμό ανάμεσα στις (κύριες) χώρες-μέλη, όσο και στα ήδη υπάρχοντα υπερεθνικά σώματα (Ευρωπαϊκή Επιτροπή).

Μπορεί κανείς να καταλάβει την αντίδραση του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ σ’ αυτήν την απροσδόκητη και ανεπιθύμητη εξέλιξη! Το μεγάλο κεφάλαιο των ΗΠΑ έχει γνωρίσει μια εντελώς εξαιρετική κατάσταση για 50 χρόνια, να έρχεται αντιμέτωπο με δύο παγκόσμιες οικονομικές δυνάμεις, τη Γερμανία και την Ιαπωνία, των οποίων το κράτος έχει εμποδιστεί από την ανάπτυξή του σε διεθνή κλίμακα προς όφελος των καπιταλιστών τους. Είναι μια μοναδική περίπτωση δύο ισχυρών, αλλά «καταπιεσμένων» ιμπεριαλισμών.

Αυτοί οι δύο ηττημένοι του παγκοσμίου πολέμου είχαν καταστραφεί επιστημονικά (από ατομική βόμβα στη μία περίπτωση, από συστηματικό βομβαρδισμό στην άλλη). Έχουν υποστεί τη στρατιωτική κατοχή ως «προτεκτοράτα» των Ηνωμένων Πολιτειών η οποία στην περίπτωση της Ιαπωνίας δεν έχει ακόμη αρθεί! Οι κρατικοί τους μηχανισμοί ήταν ατροφικοί, οι επεμβάσεις έξω από τα σύνορά τους απαγορευμένες, ο πολιτικός τους λόγος λογοκριμένος.

Για την Ευρώπη η τοποθέτηση της Γερμανίας σε καραντίνα δε μπορούσε να εμποδίσει την παραγωγική και οικονομική της αναγέννηση. Η Ε.Ε. καθαυτή έφερε μια έντονη ενδο-ιμπεριαλιστική αντίφαση. Αποκάλυψε όλη της την πνοή με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και τη γρήγορη επανενοποίηση της Γερμανίας. Η επιλογή τέθηκε: είτε μια «Μεγαλύτερη Γερμανία» που θα επιβαλλόταν στη Δυτική Ευρώπη (με τον κίνδυνο μιας κρίσης στην Ε.Ε.) και θα προχωρούσε μόνη της στην κατάκτηση της Ανατολής («Sondewerg»), είτε μια συμμαχία με τη Γαλλία και ένα αναπτυσσόμενο «κράτος» για την Ε.Ε. της οποίας το σύμβολο θα αποτελούσε το ευρώ.

Δέκα χρόνια αργότερα, η Ε.Ε. έχει σπρωχθεί στην παγκόσμια αρένα αντιμέτωπη με την υπερδύναμη των ΗΠΑ. Ο πόλεμος (η συγκεκριμένη του εξέλιξη, η έκβασή του, η πολιτική συμπεριφορά των βασικών πρωταγωνιστών του) θα παίξει ένα σημαντικό ρόλο. Ωστόσο ορισμένα στοιχεία της μεταπολεμικής κατάστασης είναι ήδη φανερά.
Από την πλευρά των ΗΠΑ, ο απολογισμός θα μπορούσε να είναι ανάμικτος: στρατιωτική νίκη, πολιτική υποχώρηση, ηθική καταστροφή. Έπειτα, ο πολλαπλασιασμός των απειλών εναντίον της πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας, ιδίως εξαιτίας της ξαφνικής εμφάνισης της ευρω-αμερικανικής αντιπαλότητας. Η επίδρασή του δε θα μπορούσε να αφήσει άθιχτες τη Ρωσία και τη Κίνα.

Μιλώντας σ’ ένα αφηρημένο επίπεδο, ο καπιταλισμός, δηλαδή τα αφεντικά, έχει κάθε συμφέρον στην ειρήνευση προκειμένου να «ξαναπιάσει δουλειά». Ισχυρές δυνάμεις γύρω από το (πολύ) μεγάλο κεφάλαιο αποδύονται στην επανασύνδεση του δι-ατλαντικού μπλοκ – του κεντρικού πυρήνα της παγκόσμιας οικονομίας.(22) Εντούτοις, άλλοι καπιταλιστικοί τομείς, στις ΗΠΑ, υπολογίζουν στη στρατιωτική ηγεμονία. Τα στοιχήματα είναι καλά γνωστά: η πολιτική μετά τον πόλεμο στον Ιράκ και στην περιοχή· η διαχείριση και η απαραίτητη συνεργασία μπροστά στην απειλή μιας κατάρρευσης της παγκόσμιας οικονομίας· ο πολλαπλασιασμός των κέντρων έντασης (Βόρειος Κορέα, Πακιστάν-Ινδία).

Οι κύριες ευρωπαϊκές χώρες θα υποδέχονταν ευνοϊκά έναν κατευνασμό, αλλά χωρίς να προβούν σε θεμελιακές παραχωρήσεις. Την ίδια ώρα, θα προσπαθήσουν να αντιμετωπίσουν τα εμπόδια στέκουν μπροστά στην Ε.Ε.: μια κρατικού τύπου ηγεσία, σαφώς οργανωμένη πιο ιεραρχικά· μια προσπάθεια να «επαναφέρουν στην τάξη» τα 25 μέλη της Ε.Ε., για παράδειγμα μέσα από μια «ατομική ένταξη» στην Ε.Ε. μ’ αποδοχή του σχεδιαζόμενου Συντάγματος· καθιέρωση μιας αμυντικής πολιτικής· μια πυραμιδωτή δομή με ομόκεντρους κύκλους (που έχει ήδη εγκαθιδρυθεί στο πεδίο της νομισματικής ένωσης, το ίδιο σχήμα θα μπορούσε να δοκιμαστεί με μια «στρατιωτική ένωση»).

Δε θα έπρεπε κανείς να υποτιμά τη βούληση των ευρωπαίων ιμπεριαλιστών να εξοπλιστούν μ’ ένα κρατικό όργανο στο μέτρο των φιλοδοξιών τους, γύρω από ένα προφίλ το οποίο υποτίθεται είναι «ειρηνικό», «κοινωνικό», «τριτοκοσμικό», «πολυμερές», «ανθρωπιστικό» σαν μια εναλλακτική πρόταση προς τις ΗΠΑ.

Η απειλή ρίχνει τη βαριά σκιά της πάνω από τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες και τη νεολαία. Ευτυχώς οι αντιπολεμικές κινητοποιήσεις σε πλήρη ανεξαρτησία από τις κυρίαρχες τάξεις είναι η πηγή μιας διαφορετικής Ευρώπης.

Francois Vercammen

Μετάφραση: Π. Σηφογιωργάκης

Ο Francois Vercammen είναι μέλος του Εκτελεστικού Γραφείου της 4ης Διεθνούς. Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο International Viewpoint, no 349, Μάιος 2003.

Σημειώσεις

(1) Κόμμα του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού (PDS).

(2) Ήταν εντούτοις ο Schroeder που διέλυσε το γερμανικό ταμπού της αποστολής γερμανών στρατιωτών έξω από τα σύνορα της χώρας για πρώτη φορά από το 1945, στη διάρκεια του πολέμου στο Αφγανιστάν.

(3) Με το πιο μέτριο αποτέλεσμα σε πρώτο γύρο από το 1958, σύντριψε το Le Pen στο δεύτερο γύρο, χάρη στην αντίδραση ενός εκλογικού σώματος που απέχει πολύ από το να τον συμπαθεί.

(4) Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχική Δημοκρατία, Σλοβακία, Εσθονία, Λιθουανία, Σλοβενία, όπως επίσης η Μάλτα και η Κύπρος. Η επιλογή έγινε τη βάση γενικών κριτηρίων και ακριβών κανόνων που επικυρώθηκαν από την Κομισιόν. Έτσι τα υποψήφια κράτη οργανώνουν δημοψηφίσματα στις χώρες τους που σύντομα θα πραγματοποιηθούν. Η στόχευση είναι η επιτυχημένη είσοδος όλων των χωρών στην Ε.Ε. την 1η Μάη 2004 και τη συμμετοχή τους στις Ευρωπαϊκές Εκλογές τον Ιούνη του2004. Μια γιγαντιαία επιχείρηση!

(5) «Business Week», 18 Νοεμβρίου 2002 με τίτλο: «Η Μεγά-Ευρώπη, Η Επέκταση της Ε.Ε. θα αποτελέσει πρόκληση για Ανατολή και Δύση».

(6) Βλέπε Tilly, «Les Revolutions Europeenes 1492-1992», Seuil, Παρίσι 1993.

(7) Η Κοινή Αγροτική Πολιτική (CAP) καθορίζει μεταξύ άλλων τις επιδοτήσεις στον αγροτικό τομέα και τους γεωργούς. Τα νέα κράτη-μέλη έχουν σημαντικούς αγροτικούς τομείς. Η CAP έπαιξε έναν αποφασιστικό ρόλο στην καθιέρωση της Ε.Ε., αλλά θέτει ένα γιγάντιο πρόβλημα: απορροφά ήδη το 49% του προϋπολογισμού της Ε.Ε.

(8) Στον ΠΟΕ μια παρόμοια πίεση ασκείται με την απειλή των κυρώσεων και ούτω καθ’ εξής.

(9) Όπως έγινε φανερό από τη συμπεριφορά τους ενώπιον των ΜΜΕ στη διάρκεια του γεγονότος.

(10) Η Συντακτική βέβαια είναι ένα είδος ψευτο-συντακτικής συνέλευσης που προεδρεύεται από το Valery Giscard d’ Estaing, απολύτως αντιδημοκρατική από τον τρόπο της σύγκλησής της, τη σύνθεσή της και τις μεθόδους της συζήτησης· διαθέτει 105 μέλη, συμπεριλαμβανομένων μελών κυβερνήσεων, εθνικών κοινοβουλίων, του ευρωκοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

(11) Βλέπε «Financial Times», 28 Οκτωβρίου 2002.

(12) Βλέπε Peter Norman, «Η Ευρωπαϊκή Συντακτική στους κρίσιμους μήνες», «EuroComment», σύντομο σημείωμα, 16 Ιανουαρίου 2003, σελ.1-2 και 6-11.

(13) Ανταποκρίνεται στην εξέλιξη της θέσης της Βρετανίας στον κόσμο. Σ’ αυστηρά οικονομικό επίπεδο: το εμπόριο κατευθύνεται πλέον περισσότερο προς την ηπειρωτική Ευρώπη οι ξένες επενδύσεις προσανατολίζονται βασικά προς τις ΗΠΑ η μάζα των κερδών προέρχεται από το έντονα διεθνοποιημένο χρηματιστικό κεφάλαιο (που το νεύρο του είναι το City του Λονδίνου). Για μια άποψη για την «παράξενη σχέση» της Βρετανίας με την Ευρώπη, βλέπε σε Roy Denman, «Missed Chances. Britain and Europe in the 20th Century», Cassel, Λονδίνο 1996.

(14) Βλέπε G. Andreani, C. Bertram, C. Grant, «Europe’s Military Revolution», Κέντρο για την Ευρωπαϊκή Μεταρρύθμιση, Απρίλιος 2001 σελ. 33. Ο C.Grant είναι σύμβουλος του Blair και το Κέντρο για την Ευρωπαϊκή Μεταρρύθμιση είναι ένα από τα κύρια «think-tanks». Το βιβλίο καταπιάνεται μ’ όλες τις όψεις του ζητήματος.

(15) Η «ειδική σχέση», που συχνά γίνεται επίκλησή της, του βρετανικού πολιτικού και διπλωματικού μηχανισμού για άλλη μια φορά δε λειτούργησε. Βλέπε για αυτό το θέμα το άρθρο από το σκοτσέζο ιστορικό Niaill Ferguson, «Η Ειδική Σχέση, Τι είναι αληθινό σ’ αυτήν για τη Βρετανία;», Financial Times Weekend, 15-16 Μαρτίου 2003. Επίσης, Pauline Schnapper, «Η Μεγάλη Βρετανία και η Ευρώπη», Presses de Science Po, Παρίσι 2000.

(16) «Le Soir» (Βέλγιο), 2 Απριλίου 2003.

(17) Fred Bergsten, «Η Διμέτωπη Οικονομική Σύγκρουση της Αμερικής», Foreign Affairs, Mάρτιος-Απρίλιος 2001.

(18) Frederic Clairmont, «Το Πιστεύω της Πρώτης Δύναμης τον Κόσμο», Le Monde Diplomatique, Απρίλιος 2003.

(19) Michel Husson, «Μια ηγεμονία μη νομιμοποιημένη». Πρόκειται να δημοσιευτεί στη Carre Rouge.

(20) Peter Gowan, «Η Δυτική Ευρώπη Ενώπιον της Εκστρατείας του Bush», Labour Focus On Eastern Europe, no 71, Άνοιξη 2002, σελ. 38-39. Αυτό το άρθρο αποτελεί μια σημαντική αναθεώρηση της προηγούμενης άποψής του ότι η Ε.Ε. δεν είχε καμία αυτονομία έναντι των ΗΠΑ.

(21) Ernest Mandel, «Ύστερος Καπιταλισμός» (σελ 259-260 και 265).

(22) Βλέπε για παράδειγμα Le Monde, 4 Απριλίου 2003 και επανειλημμένα The Economist και The Financial Times.


Σπάρτακος 70, Ιούνης 2003

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=3284

There is one comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s