H πολιτικής της ένοπλης παγκοσμιοποίησης

Σπάρτακος 69, Απρίλης 2003


Κάτι παραπάνω από ένα πόλεμο για το πετρέλαιο…

 Δημοσιεύουμε το παρακάτω κείμενο, παρότι γραμμένο πριν την έναρξη του πολέμου, καθώς θεωρούμε ότι δικαιώνεται με τραγικό τρόπο για τις προβλέψεις του, αλλά και γιατί διατηρεί ως ανάλυση την επικαιρότητά του ως προς το σχεδιασμό και τη φιλοσοφία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού

του Phil Hearse

Πολλοί λένε ότι η επερχόμενη επίθεση στο Ιράκ είναι ένας «πόλεμος για το πετρέλαιο». Ενώ ισχύει ότι η εξασφάλιση της πλεονεκτικής πρόσβασης στο πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής είναι ένας σημαντικός στόχος των ΗΠΑ οι ΗΠΑ καταναλώνουν 10 εκατομμύρια βαρέλια από τα 70 που παράγονται κάθε μέρα-, είναι όμως μέρος της αλήθειας. Ο αμερικάνικος καπιταλισμός αγωνίζεται κυρίως για να επεκτείνει την παγκόσμια πολιτική και οικονομική του κυριαρχία. Προσπαθεί να συντρίψει ή να εξουδετερώσει ό,τι θεωρεί εχθρικό ή ανταγωνιστικό. Και χρησιμοποιεί το στρατιωτικό του πλεονέκτημα, ένα πεδίο όπου η κυριαρχία του δεν δέχεται καμία αμφισβήτηση.

Η 11η του Σεπτέμβρη ήταν ένα θείο δώρο για τον Μπους και την ομάδα του. Μέχρι τότε, η εννιάμηνη περίοδος διακυβέρνησής του δεχόταν επιθέσεις, ήταν εγκλωβισμένη στην εμπορική αντιπαράθεση με την Ευρώπη, στιγματισμένη από την άρνησή του να αποδεχτεί τη συμφωνία του Κυότο και απομονωμένη με την πλήρη υποστήριξη που έδινε στο Ισραήλ. Αλλά η 11η του Σεπτέμβρη τους έδωσε τη δυνατότητα να κηρύξουν τον «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία» ως μια νέα αρχή της πολιτικής του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Μέσα απ’ αυτόν τον πόλεμο, οι ΗΠΑ προσπαθούν να χτυπήσουν εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του τρίτου κόσμου, να υποτάξουν τα ευρωπαϊκά καθεστώτα, να υπονομεύσουν το κίνημα ενάντια στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και, πάνω απ’ όλα, να επαναθεμελιώσουν τη στρατιωτική τους ικανότητα να επιτίθενται ή να εκφοβίζουν οποιοδήποτε πιθανό εχθρό.

Έτσι, ο «πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία» είναι μια μακροπρόθεσμη στρατηγική. Βραχυπρόθεσμα τα κύρια θύματα είναι οι φτωχοί και καταπιεσμένοι στις χώρες όπου έχει επέμβει ή έχει δώσει το πράσινο φως για να ξεκινήσει ένα αντεπαναστατικός πόλεμος.

Όπως στην Κολομβία, όπου οι ΗΠΑ χρηματοδοτούν και εκπαιδεύουν τις δυνάμεις που κυνηγούν τους αριστερούς αντάρτες του FARC και του ELN· στις Φιλιππίνες όπου 10.000 αμερικάνοι «σύμβουλοι» προετοιμάζονται να εξαπολύσουν επίθεση ενάντια στους ισλαμιστές στασιαστές· στην Παλαιστίνη, όπου ο Μπους έχει άρει οποιαδήποτε ένσταση για την κυβέρνηση του Σαρόν· και φυσικά στο Αφγανιστάν, όπου ο αριθμός των δολοφονημένων αμάχων από τις ΗΠΑ ξεπέρασε τον αριθμό των θυμάτων της 11η του Σεπτέμβρη.

Αυτό είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου της στρατιωτικής επέμβασης. Ο στρατηγικός στρατιωτικός στόχος βρίσκεται στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ασία. Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν επέτρεψε στις ΗΠΑ να έχουν νέες και μόνιμες βάσεις στο Τατζικιστάν και το Κιρζικστάν στην κεντρική Ασία. Οι στρατιωτικές βάσεις των Αμερικάνων έχουν επίσης ενισχυθεί στη Νότια Κορέα καθώς και οι ναυτικές δυνάμεις στη Ταϊβάν. Αν προσθέσουμε και την επιστροφή του αμερικάνικου στρατού στις Φιλιππίνες τότε μια απλή ματιά στο χάρτη μας δείχνει τι ακριβώς συμβαίνει: η Κίνα πολιορκείται στρατιωτικά.

Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι ένας πόλεμος απέναντι στην Κίνα είναι ο στόχος για το άμεσο μέλλον. Αλλά παραμένει μια μόνιμη απειλή και εστία πίεσης, ειδικότερα λαμβάνοντας υπόψη την αδυναμία της Κίνας στις αεροπορικές επιθέσεις: ο βομβαρδισμός των δεξαμενών στον ποταμό Yanktze θα σημάνει αυτομάτως 50 εκατομμύρια νεκρούς.

Με την έναρξη του πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία, ο Μπους διακήρυξε «είτε είστε μαζί μας είτε εναντίον μας». Αλλά το κομβικό σημείο ήταν ο λόγος του στις 11 Ιανουαρίου όπου ανακήρυξε τον «άξονα του κακού» -κήρυξη του δικαιώματος των ΗΠΑ για προληπτικές επιθέσεις σε οποιοδήποτε καθεστώς δεν συμπαθούν-, φτάνοντας στο σημείο να τον ονοματίσει: Ιράκ, Ιράν και Βόρειο Κορέα.
Οι ΗΠΑ έχουν αντιστρέψει την αντίληψη περί εθνικής κυριαρχίας, η οποία τουλάχιστον θεωρητικά- καθόριζε τις διεθνείς σχέσεις από τη Συμφωνία της Βεστφαλίας το 1648. Τώρα, η εθνική κυριαρχία είναι, και ιδιαίτερα στις χώρες του τρίτου κόσμου- εξαρτημένη από την έγκριση των ΗΠΑ. «Κάνε όπως σου λέμε ή διαφορετικά η άδεια σου να κυβερνάς τερματίζεται», και εάν είναι απαραίτητο και με εξωτερικούς παράγοντες. 

Στην πραγματικότητα η ιδέα της «περιστασιακής κυριαρχίας» είναι συνέπεια της διεθνούς μεταβολής μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία επέτρεψε στις δυτικές δυνάμεις να οξύνουν την παγκόσμια νεοφιλελεύθερη επίθεση και κυρίως να ξεκινήσουν μια επίθεση ενάντια στο Νότο.

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ενώ αποδέχονται τη λογική της «περιορισμένης κυριαρχίας», αμφισβητούν το ρόλο των ΗΠΑ ως αποκλειστικού κριτή των δικαιωμάτων των υπόλοιπων κρατών. Αντίθετα, θέλουν ένα πιο πλουραλιστικό σύστημα διακυβέρνησης του κόσμου. Κι αυτό φαίνεται σε αυτή τη συνεχιζόμενη ανόητη κουβέντα ότι οποιαδήποτε επίθεση στο Ιράκ θα πρέπει να έχει την έγκριση του ΟΗΕ μια διαδικασία που προϋποθέτει τη συμφωνία και τη συζήτηση πολλών πλευρών.

Η θέση για τον «άξονα του κακού» και τη στρατιωτική βία που πρέπει να χρησιμοποιηθεί είναι πνευματικά τέκνα των «συμβούλων άμυνας» όπως ο Τσένευ, η Κοντολίζα Ράις, ο Πόλ Βούλφοβιτς και βεβαίως ο μέντοράς τους Ρίτσαρντ Περλ.
Οι περισσότεροι απ’ αυτούς υπηρέτησαν και στην κυβέρνηση του Τζόρτζ Μπους του πρεσβύτερου και το 1987, σε μια κουβέντα με τον Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, τους χαρακτήρισε ως «περιθωριακούς διανοούμενους-γκάνγκστερ».

Το δόγμα τους έχει αντικαταστήσει την κυρίαρχη πολιτική σκέψη της κυβέρνησης Κλίντον, που εκφραζόταν κυρίως από τον Ζμπίγκνιεφ Μπρεζίνσκι (πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας και ο άνθρωπος πίσω από την υπουργό εξωτερικών Μαντλίν Ολμπράιτ) στο βιβλίο του «Η μεγάλη σκακιέρα». Ο Μπρεζίνσκι υποστηρίζει ότι το σημείο κλειδί στην παγκόσμια ηγεμονία είναι η οικονομική, πολιτική και στρατιωτική κυριαρχία πάνω στο κυρίαρχο κέντρο του παγκόσμιου πληθυσμού και της οικονομικής παραγωγής: την Ευρασία, δηλαδή την περιοχή που εκτείνεται από τη Λισαβώνα έως το Βλαδιβοστόκ με σύνορα τη Βόρεια Αφρική στο Βορά, τον Ατλαντικό στα Δυτικά και τον Ειρηνικό στα Ανατολικά.

Ένας μέρος αλλά μόνο ένα μέρος- της κυριαρχίας είναι το στρατιωτικό σκέλος με το στρατηγικό έλεγχο πάνω στους ωκεανούς και την αεροπορική υπεροπλία. Η αμερικάνική κυριαρχία όμως εδραιώνεται και με μια σειρά άλλων πλεονεκτημάτων όπως η ηγετική της θέση στην οικονομία και την τεχνολογία, η οποία αποτελεί και τη μαγνητική έλξη (ιδιαίτερα για τους νέους) της αμερικάνικης μαζικής κουλτούρας και του αμερικάνικου πολιτικού και κοινωνικού «μοντέλου».

Το βασικό σχέδιο του Μπρεζίνσκι για την επίτευξη αυτών των στόχων είναι α) να είναι επιθετικοί με τη Ρωσία και να προσπαθήσουν να αποτρέψουν την οικονομική αναγέννησή της, β) να είναι φιλικοί με τη Γερμανία, αλλά ταυτόχρονα να υποστηρίξουν την ευρωπαϊκή καπιταλιστική ενοποίηση που θα εμποδίσει τη Γερμανία να γίνει μια σημαντική ανεξάρτητη πολιτική δύναμη, και γ) να εμβαθύνουν τη στρατηγική συμμαχία με την Ιαπωνία σαν αντίβαρο στην οικονομική και πολιτική κυριαρχία της Κίνας στην Ανατολική Ασία.

Η εκδοχή του Μπρεζίνσκι βεβαίως δεν αντιπαραθέτει τους πολιτικούς και διπλωματικούς μηχανισμούς με τους μιλιταριστικούς. Η στρατιωτική κυριαρχία παίζει ένα καθοριστικό ρόλο. Είναι, ωστόσο, ένα ζήτημα ισορροπίας. Ο Τσένευ, ο Βούλφοβιτς και ο Περλ έχουν πετάξει τη «Μεγάλη σκακιέρα» στον κάλαθο των αχρήστων και έχουν διακηρύξει νέες μιλιταριστικές δράσεις συμπυκνωμένες στο δόγμα του συνεχούς πολέμου χωρίς όρια συμπεριλαμβανομένου και του πυρηνικού. Κεντρικό ζήτημα στη σκέψη του επιτελείου του Μπους είναι η αυτόματη υπόθεση ότι η στρατιωτική δράση μπορεί να εξαργυρωθεί πολύ εύκολα σε πολιτικά ανταλλάγματα. Είναι μια πολιτική, όμως, με τεράστιο ρίσκο. Το Ιράκ είναι μια τέτοια περίπτωση. Το πιθανότερο είναι ότι ο πόλεμος θα κερδηθεί εύκολα, αλλά αυτό δε σημαίνει σε καμία περίπτωση χωρίς πολιτικό κόστος. Τα αμερικάνικα στρατεύματα θα πρέπει να καταλάβουν τη Βαγδάτη.

Εάν ο ιρακινός στρατός και το κόμμα Μπαάθ έχουν ακόμα ικανοποιητικό αριθμό αφοσιωμένων ανθρώπων για να οργανώσουν τον σπίτι με σπίτι πόλεμο (κάτι που δεν είναι βέβαιο όταν μιλάμε για δικτατορίες) οι ΗΠΑ είτε θα υποστούν σοβαρές ανθρώπινες απώλειες είτε θα καταστρέψουν την πόλη σε τέτοιο βαθμό που η καταστροφή του Γκρόζνυ από το ρώσικό στρατό θα φαίνεται σαν ακατάστατο σπίτι μετά από πάρτυ. Οι πολιτικές συνέπειες θα είναι βλαπτικές για τις ΗΠΑ σε παγκόσμιο επίπεδο. Γενικά, ο δρόμος προς τον παγκοσμιοποιημένο μιλιταρισμό έχει το ρίσκο να αναδείξει ένα μεγάλο τόξο αντιαμερικάνικων πολιτικών δυνάμεων και, πρωτίστως, να πολιτικοποιήσει την αντίδραση προς πιο ριζοσπαστικές μορφές πάλης.

Αυτό που σημειώθηκε με το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα είναι ενδεικτικό.
Αμέσως μετά την 11η του Σεπτέμβρη το κίνημα υποχώρησε, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ συνέπεια της τεράστιας αντιδραστικής εκστρατείας συγκρινόμενης μόνο με το μακαρθισμό της δεκαετίας το ’50. Όμως, σε παγκόσμιο επίπεδο, το κίνημα κατάφερε να ανασυνταχθεί και να προχωρήσει σε αντιπολεμικές διαδηλώσεις, κάτι που μεσοπρόθεσμα σημάνει και τη ριζοσπαστικοποίησή του.

Ξεχωριστή θέση σ’ αυτή την πολιτική ανάπτυξη έχουν οι αντιπαραθέσεις για τον ιμπεριαλισμό. Όταν ένας φανατικός φίλος του Μπλαιρ όπως ο Πόλι Τόινπι γράφει στην εφημερίδα Guardian ότι οι ΗΠΑ δημιουργούν μια «νέα αυτοκρατορία», είναι ενδεικτικό του κλίματος.

Τα πρώτα ιδεολογικά θύματα είναι ο Μάικλ Χάρτ και ο Τόνι Νέγκρι, οι οποίοι στο περίφημο βιβλίο τους «Αυτοκρατορία», περιγράφουν τη μετάβαση από τον ιμπεριαλισμό σε ένα πιο ομοιογενές παγκοσμιοποιημένο σύστημα χωρίς τη διεθνή ιεραρχική δομή που χαρακτήριζε το παλιό ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Λίγο μετά την έκδοση του βιβλίου, οι εξελίξεις στη διεθνή πολιτική σκηνή έρχονται να το διαψεύσουν. Μόνο η κλασσική μαρξιστική θεωρία είναι σε θέση να εξηγήσει τα γεγονότα μετά την 11η του Σεπτέμβρη.

Οι κίνδυνοι του διαρκούς πολέμου είναι μεγάλοι για τον αμερικάνικο καπιταλισμό. Ο «πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία» δεν είναι απλά μια επιλογή της εξωτερικής πολιτικής που μπορούν εύκολα να πάρουν πίσω. Μετατρέπεται στο κυρίαρχο πολιτικό πλαίσιο το οποίο θέτει τους όρους άσκησης τόσο της εγχώριας όσο και της εξωτερικής πολιτικής. Οποιοδήποτε πλαίσιο πρέπει να λειτουργεί μ’ αυτό τον τρόπο, διαφορετικά θα είναι άνευ σημασίας.

Την περίοδο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το ρυθμιστικό πλαίσιο των ΗΠΑ βασιζόταν στο μαζικό καταναλωτισμό και τη διαρκή επένδυση στην πολεμική βιομηχανία γνωστό και ως «μιλιταριστικός κεϋνσιανισμός». Το πλεονάζον κεφάλαιο χρησιμοποιούταν για την παραγωγή όπλων, επένδυση της οποίας ο κύριος εγγυητής και καταναλωτής ήταν το ίδιο κράτος. Το σύστημα αυτό αποκρυσταλλώθηκε με την έναρξη του πολέμου στην Κορέα και την τεράστια αύξηση των πολεμικών δαπανών και η οποία βοήθησε τις ΗΠΑ να βγουν από την από το 1948- ύφεση. Το ιδεολογικό υπόβαθρο όλων αυτών ήταν ο χυδαίος αντικομμουνισμός στο εσωτερικό και ο Ψυχρός Πόλεμος στη διεθνή σκηνή.

Ήταν αυτό το σύστημα που έδωσε πάτημα στο μακαρθισμό. Η ηγεσία των αμερικάνικων συνδικάτων AFL-CIO σύρθηκαν σ’ αυτή την αντικομμουνιστική και ψυχροπολεμική δημαγωγία. Η εσωτερική και η εξωτερική πολιτική συμβάδιζαν άψογα.

Το σύστημα αντιμετώπισε την κρίση της δεκαετίας του ’60 με τις εξεγέρσεις των μαύρων και το μεγάλο αντιπολεμικό κίνημα του Βιετνάμ, αλλά επαναθεμελιώθηκε στα χρόνια του Ρήγκαν (1980-88) με τον Δεύτερο Ψυχρό Πόλεμο και την επαναχρησιμοποίηση του «μιλιταριστικού κεϋνσιανισμού» ως μέσο για βραχυπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη. 

Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, ο αμερικάνικος καπιταλισμός έχει στερηθεί ενός τόσο ριζωμένου πλαισίου. Το απέκτήσε τώρα με τον «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία», με βαθιές συνέπειες στο εσωτερικό και διεθνώς. Οι αντιδράσεις είναι ακόμα απρόβλεπτες και οι φιλελεύθεροι του Δημοκρατικού Κόμματος είτε σιωπούν είτε συναινούν με το διαρκή πόλεμο.

Οι συνέπειες είναι η παραβίαση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, οι μαζικές συλλήψεις και οι φυλακίσεις χωρίς δίκη. Και αυτό που πραγματικά διακυβεύεται είναι η πλήρης οργάνωση και το σύστημα της εγχώριας και διεθνούς αμερικάνικης πολιτικής.

Εάν ο «πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία» οδηγηθεί σε ναυάγιο, τότε η πολιτική τράπουλα διεθνώς και στις ΗΠΑ θα ξαναμοιραστεί με τον κίνδυνο να αυξηθούν οι ανταγωνισμοί και οι εχθροί.

Διάφορα γεγονότα των τελευταίων χρόνων έχουν αναδείξει σημαντικά στοιχεία της πορείας της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Πρώτον, είναι το επιχείρημα ότι τα εθνικά κράτη έχουν υποβαθμιστεί τόσο πολύ ώστε οι πραγματικοί πρωταγωνιστές να είναι μη-κρατικοί θεσμοί όπως οι πολυεθνικές εταιρείες ή ότι η παγκοσμιοποίηση είναι αναπόφευκτη και τα εθνικά κράτη δεν έχουν τα δύναμη να αντισταθούν.
Στην πραγματικότητα το διεθνές εμπόριο διευθύνεται συντεχνιακά, όπως τουλάχιστον δείχνουν οι πρόσφατοι περιορισμοί των ΗΠΑ στην εισαγωγή ατσαλιού και ευρωπαϊκά αντιαμερικάνικα μέτρα που πάρθηκαν. Η κρατική παρέμβαση είναι κρίσιμη στη διαχείριση της οικονομίας και θέτει τα όρια ανάπτυξής της σε όλα τα μεγάλα κράτη και οι κρατικές δαπάνες παραμένουν ένα μεγάλο μέγεθος των κυρίαρχων οικονομιών.

Δεύτερον, η παγκοσμιοποίηση δεν είναι μια «αυτόματη» διαδικασία, αλλά καθοδηγείται από τις κυρίαρχες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και κυρίως τις ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ επιδιώκουν οικονομική πρόσβαση παντού όχι μόνο στη βάση του «ελεύθερου» εμπορίου αλλά καθορίζοντας συνολικότερα τους όρους τους παιχνιδιού, ανεξάρτητα από το βαθμό που το επιτυγχάνουν.

Με άλλα λόγια, οι ΗΠΑ απαιτούν την απόλυτη κηδεμονία του κόσμου από το αμερικάνικο κεφάλαιο. Πράγμα που σημαίνει ότι όλος ο κόσμος θα πρέπει να υποκύψει και πολιτικά στις ΗΠΑ και τα τεράστια ποσά για το στρατό ίσως χρειάζονται για να εξασφαλίσουν κάτι τέτοιο.

Τέλος, το συνολικό σχέδιο της παγκοσμιοποίηση έχει και την αχίλλειο πτέρνα του. Η τεράστια στρατιωτική παρέμβαση ίσως είναι και το τρωτό σημείο για την πολιτική κυριαρχία. Η διατήρηση του «άξονα του κακού» ως στρατιωτικού στόχου απαιτεί τη συνεχόμενη πολιτική υποστήριξη προς χώρες-κλειδιά όπως η Βρετανία και οι ΗΠΑ, αλλά όχι μόνο αυτές.

Τα μαχητικά βομβαρδιστικά και οι ρουκέτες δεν μπορούν να εξολοθρεύσουν τη διεθνή εργατική τάξη ούτε να αποτρέψουν την ταξική πάλη ή να σταματήσουν την ανοικοδόμηση της διεθνούς αριστεράς, η οποία προχωράει βαθμηδόν. Ούτε βέβαια μπορεί να πτοήσει το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα.

Ο «πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία» είναι ένα κενό ιδεολογικό επιχείρημα σε σύγκριση με τον αντικομμουνισμό και αντι-σοβιετικισμό, που βασιζόντουσαν στην ύπαρξη ενός καταπιεστικού και μισητού καθεστώτος στην Ανατολή.

Όταν το 1963-4, μια μικρή ομάδα ανθρώπων στις ΗΠΑ, απομονωμένη και πιεσμένη από την αντικομμουνιστική προπαγάνδα, ξεκίνησε την αντίσταση στον πόλεμο του Βιετνάμ δεν θα μπορούσε να φανταστεί τη μαζικότητα και την επιρροή που θα αποκτούσε το αντιπολεμικό κίνημα. Σήμερα, το αντιπολεμικό κίνημα ξεκινάει από ένα πολύ υψηλότερο σκαλοπάτι. Τα επόμενα χρόνια θα έχει πολύ περισσότερες προϋποθέσεις για να αμφισβητήσει πολιτικά το σχέδιο του διαρκούς πολέμου, να αποκαλύψει τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της «παγκοσμιοποίησης» και να συμβάλει στην ανοικοδόμηση της διεθνούς αριστεράς, ιδιαίτερα ανάμεσα στους εκατοντάδες χιλιάδες νέους ανθρώπους που έρχονται σε επαφή για πρώτη φόρα με την πολιτική.
Το παρόν μπορεί να κυριαρχείται από την καπιταλιστική πολεμική μηχανή των ΗΠΑ, αλλά το μέλλον ανήκει στους εχθρούς του.

Phil Hearse


Σπάρτακος 69, Απρίλης 2003

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=3236

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s