ΠΑΣΟΚ: Αστικό ή εργατικό κόμμα;

Σπάρτακος 69, Απρίλης 2003


του Δημήτρη Α. Κατσορίδα

1. Ο ταξικός χαρακτήρας ενός κόμματος

Κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα και ανάλογα με την πολιτική και κοινωνική συγκυρία επανέρχεται το ζήτημα για την ταξική φύση του ΠΑΣΟΚ και τη στάση της υπόλοιπης Αριστεράς σ’ αυτό. Ερωτήματα όπως: «Τι κόμμα είναι το ΠΑΣΟΚ; Αστικό ή εργατικό;», ταλανίζουν τμήματα της Αριστεράς, τα οποία το καθένα από τη δική του οπτική γωνία δίνει διαφορετικές ερμηνείες σχετικά μ’ αυτό.

Όμως, πριν απαντηθεί το προηγούμενο ερώτημα, θα πρέπει πρώτα να απαντήσουμε στο εξής: από τι καθορίζεται, τελικά, αν ένα κόμμα είναι εργατικό ή όχι;

Σύμφωνα με ένα ποσοτικό κριτήριο, ο ταξικός χαρακτήρας ενός κόμματος εξαρτάται από την κοινωνική ταυτότητα της πλειονότητας των μελών του, καθώς επίσης «…από τις ιστορικές του καταβολές, τις αρχικές του διακηρύξεις, από το τι αντιπροσωπεύει στη συνείδηση των τάξεων και από την ταξική του συσπείρωση» (Λ. Καρύγιαννης, 2002). (1) Βέβαια, σε μια τέτοια περίπτωση πρέπει να συνυπολογιστούν συμπληρωματικά στοιχεία, όπως ο τύπος της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, ο βαθμός εκπροσώπησης των μελών από την ηγεσία, καθώς επίσης σε ποιο βαθμό, το ίδιο κόμμα, εκπροσωπεί πραγματικά την εργατική τάξη. Αντίθετα, σύμφωνα με ένα ποιοτικό κριτήριο, ο ταξικός χαρακτήρας ενός κόμματος εξαρτάται από τη θεωρητική ταυτότητα των μελών του. Από αυτή την άποψη, ένα κόμμα μπορεί να θεωρηθεί εργατικό αν τα μέλη του ερμηνεύουν την κοινωνική πραγματικότητα και παλεύουν για τον μετασχηματισμό της, υιοθετώντας αυτό που μεθοδολογικά ορίζεται ως προλεταριακή οπτική (Α. Χρύσης, 1996). (2)

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς πίστευαν ότι ο προλεταριακός χαρακτήρας του κόμματος δεν είναι ζήτημα αριθμών και γι’ αυτό έδιναν ιδιαίτερη προσοχή στη θεωρητική ταυτότητα του κόμματος. Όπως, πάλι επισημαίνει ο Α. Χρύσης, ερμηνεύοντας την προαναφερθείσα άποψη του Μαρξ και του Ένγκελς, «Δεν πρέπει μόνον η συντριπτική πλειοψηφία των μελών του να είναι εργάτες, αλλά και η θεωρία που το καθοδηγεί πρέπει να είναι προλεταριακή, δηλαδή να εκφράζει και να υπηρετεί την πάλη του προλεταριάτου για το ριζικό μετασχηματισμό του καπιταλισμού σε μια σοσιαλιστική και, τελικά, μία κομμουνιστική/ αταξική κοινωνία».(3)

Λαμβάνοντας αυτά υπόψη τότε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο ταξικός χαρακτήρας ενός πολιτικού κόμματος δεν κρίνεται μόνο από το σύνολο των μελών του, την ηγεσία του, την οργάνωσή του και την εκλογική του επιρροή. Είναι, βεβαίως, όλα αυτά, αλλά κυρίως ένα πολιτικό κόμμα και ιδιαίτερα κάποιο που θέλει να λέγεται εργατικό, ορίζεται από τη στρατηγική του. Διότι, δεν είναι μόνο τα μέλη που συγκροτούν ένα πολιτικό κόμμα, αλλά πρωτίστως η πολιτική του πρόταση. Αν αυτό είναι ορθό, τότε ένα εργατικό κόμμα που εγκαταλείπει τη δική του στρατηγική για να υιοθετήσει τη στρατηγική των εκ δεξιών αντιπάλων του, έχει πλέον μεταμορφωθεί σε αστικό εργατικό κόμμα, όπως χαρακτήριζε ο Λένιν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα.

2. Η αντίληψη περί «αστικού εργατικού κόμματος»

Την άποψη περί «αστικού εργατικού κόμματος» τη διατύπωσε αναλυτικά ο Λένιν στο κείμενό του «Ο ιμπεριαλισμός και η διάσπαση του σοσιαλισμού», το οποίο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το Δεκέμβριο του 1916 και αντικαθρεπτίζει την πάλη του κατά του οπορτουνισμού και του σοβινισμού που είχε επικρατήσει στη ρωσική και τη διεθνή σοσιαλδημοκρατία.(4)

Στο εν λόγω κείμενό του, ο Λένιν εξηγεί τον αστικό εκφυλισμό των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, έχοντας προηγουμένως αναλύσει τις οικονομικές και ιδεολογικές ρίζες του οπορτουνισμού και τη σύνδεσή του με τον ιμπεριαλισμό.

Έχοντας ως δεδομένο ότι «…οι οπορτουνιστές (σοσιαλσοβινιστές) δρουν από κοινού με την ιμπεριαλιστική αστική τάξη ακριβώς στην κατεύθυνση της δημιουργίας μιας ιμπεριαλιστικής Ευρώπης σε βάρος της Ασίας και της Αφρικής…», εξηγούσε ότι αυτό συνέβαινε επειδή μια μερίδα της εργατικής τάξης «…έχει εξαγοραστεί με χρήματα από τα ιμπεριαλιστικά υπερκέρδη και έχει μετατραπεί σε μαντρόσκυλο του καπιταλισμού, σε διαφθορέα του εργατικού κινήματος». (5) Και πώς γίνεται αυτό, δηλαδή πώς προσελκύει, εξαγοράζει και αμείβει η αστική τάξη μερίδα της εργατικής τάξης; Με πολιτικά προνόμια, όπως πάλι λέει ο Λένιν: ενώσεις, συνέδρια, «προσοδοφόρες και ζεστές θεσούλες» σε διάφορες επιτροπές ή στις διοικήσεις των «αστικά πειθήνιων» εργατικών συνδικάτων, με θέσεις στο Κοινοβούλιο κ.ά.τ. (6)

Η εξέλιξη αυτή είχε ως συνέπεια τη μεταμόρφωση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων σε αστικά εργατικά κόμματα, ως ένα γεγονός «…αναπόφευκτο και τυπικό για όλες τις ιμπεριαλιστικές χώρες» (σελ. 174), σύμφωνα με την άποψή του.

Αυτός ο καινούριος όρος (αστικό εργατικό κόμμα) που εισήγαγε ο Λένιν για να χαρακτηρίσει την ταξική φύση της σοσιαλδημοκρατίας έδειχνε και τα νέα πολιτικά καθήκοντα των συνεπών αντικαπιταλιστικών και επαναστατικών δυνάμεων: δηλαδή την πάλη τους ενάντια στον οπορτουνισμό και τον σοβινισμό και τον αποφασιστικό χωρισμό μαζί του ως απαραίτητο όρο για τη νίκη του σοσιαλισμού: «Το γεγονός είναι ότι `’αστικά εργατικά κόμματα», σαν πολιτικό φαινόμενο, έχουν πια δημιουργηθεί σ’ όλες τις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες, ότι χωρίς αποφασιστικό, ανελέητο αγώνα σ’ όλη τη γραμμή ενάντια σ’ αυτά τα κόμματα -ή, πράγμα που είναι το ίδιο, ομάδες, ρεύματα κτλ.- δεν μπορεί να γίνεται καν λόγος ούτε για αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, ούτε για μαρξισμό, ούτε για σοσιαλιστικό εργατικό κίνημα» (Λένιν, στο ίδιο, σελ. 177).

Όταν, λοιπόν, τα κόμματα, τα οποία θέλουν να εκπροσωπήσουν την εργατική τάξη, δεν ανταποκρίνονται στον ρόλο της ιδεολογικής καθοδήγησης, τότε η εργατική τάξη γίνεται επιρρεπής στην αστική ιδεολογία, η οποία εισβάλλει δυναμικά, καλύπτοντας το κενό που δημιουργείται από την υποχώρηση του μαρξισμού. Αν, μάλιστα, λάβουμε υπόψη ότι το αστικό κράτος, μέσω των ιδεολογικών μηχανισμών του, κατορθώνει να επηρεάζει μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης και να τα υποτάσσει στην αστική ιδεολογία, είναι δυνατό να συμπεράνουμε πόσο πιο εύκολο γίνεται αυτό από τις δυνάμεις του αστισμού όταν ο μαρξισμός δεν παίζει το ρόλο του ως ιδεολογία μαζών.

Η κατάσταση αυτή εντάσσεται στην εσωτερική και γενικευμένη ιδεολογική κρίση της εργατικής τάξης και των οργανώσεών της και εκδηλώνεται με τη μορφή του ρεφορμισμού, του κυβερνητικού συνδικαλισμού και της αστικοεκσυγχρονιστικής επιρροής της σοσιαλδημοκρατίας.

Κατά συνέπεια, η υποτίμηση της δραστηριότητας και της δύναμης των ιδεολογικών παραγόντων, δηλαδή της αστικής ιδεολογίας, η οποία διατηρείται μέσα στις γραμμές του εργατικού κινήματος εξαιτίας της σοσιαλδημοκρατικής και γενικά ρεφορμιστικής επιρροής, οδηγεί σε λάθος πολιτικά συμπεράσματα.

Αντιλήψεις που ισχυρίζονται ότι «οι εργάτες θα συνειδητοποιούνται όλο και περισσότερο, ξεπερνώντας τις ρεφορμιστικές ψευδαισθήσεις, εξαιτίας της σοσιαλδημοκρατικής διακυβέρνησης ή της πρακτικής των ρεφορμιστών», υποτιμούν τη δύναμη της αστικής ιδεολογίας στη συνείδηση της εργατικής τάξης. Κι αυτό γιατί ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, το οποίο αποτελεί ιδεολογικό μηχανισμό του αστικού κράτους, όπως η εκκλησία, η εκπαίδευση, η οικογένεια, τα συνδικάτα κ.λπ., μπορεί και «επιβάλλει» την αστική ιδεολογία στην εργατική τάξη, λόγω των μόνιμων ερεισμάτων που διαθέτει στις λαϊκές μάζες.

Είναι αυτός ο λόγος που ο Λένιν χαρακτήρισε τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ως αστικά εργατικά, θέλοντας ουσιαστικά να δείξει τον ερμαφρόδιτο χαρακτήρα τους: δηλαδή ότι ενώ είναι αστικά κόμματα έχουν εργατική επιρροή.

Όμως, αυτός ο διττός κοινωνικός τους χαρακτήρας είναι η δύναμη και ταυτόχρονα η αδυναμία τους. Διότι, εξαιτίας του γεγονότος ότι έχουν εργατική πελατεία, η όξυνση της ταξικής πάλης αντανακλάται στις γραμμές τους. Έτσι, προκειμένου να μη χάσουν την κοινωνική τους βάση, από την οποία εξαρτάται η ύπαρξή τους, είναι υποχρεωμένα να κάνουν μια ορισμένη πολιτική συμβιβασμών προς την εργατική τάξη, όμως κατάλληλη για να γίνει αποδεκτή από την αστική τάξη.

Εν κατακλείδι, ενώ η σοσιαλδημοκρατία θέλει αφενός να εκπροσωπεί τα λαϊκά στρώματα, προσπαθεί, αφετέρου, να τα εντάξει και να τα ενσωματώσει σε μια καθορισμένη πολιτική του αστισμού, η οποία πάει από τη λογική των «κοινωνικών εταίρων» και της «ταξικής συνεργασίας» μέχρι την απαίτηση της συντριβής της εργατικής τάξης. Αν αυτό είναι σωστό, τότε είναι λάθος η άποψη που θεωρεί ότι τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν είναι κόμματα αστικά, όπως ισχυρίζεται για το ΠΑΣΟΚ ο Λ. Καρύγιαννης, ενώ για παράδειγμα οι δεξιοί πολιτικοί οργανισμοί είναι.
Συγκεκριμένα, ο Λ. Καρύγιαννης υποστηρίζει ότι το ΠΑΣΟΚ δεν είναι αστικό κόμμα, όπως είναι αυτό της Ν.Δ., αλλά εργατικό «…που εφαρμόζει μια αστική κυβερνητική πολιτική…». Και αυτό φαίνεται «…από τις αντιθέσεις και συγκρούσεις που υπάρχουν στα μέλη και στους οπαδούς του ενάντια στην κυβερνητική πολιτική». (7) Όμως, αυτό ακριβώς δείχνει τον ερμαφρόδιτο χαρακτήρα του, όπως εξηγήσαμε παραπάνω και τίποτε περισσότερο, ενώ ταυτόχρονα δεν εξηγεί επαρκώς γιατί ένα κόμμα που εφαρμόζει μια «αστική κυβερνητική πολιτική» δεν είναι αστικό, αλλά εργατικό.

Μια τέτοια άποψη παραβλέπει το ρόλο του αστικού κράτους, το οποίο, πολλές φορές, μπορεί να αντιστρατεύεται τα ιδιαίτερα συμφέροντα των ηγεμονικών τάξεων, προκειμένου να εξυπηρετήσει τα πολιτικά τους συμφέροντα. Υπό αυτή την έννοια μπορούμε να επαναλάβουμε αυτό το οποίο πάντα τόνιζαν οι κλασικοί του μαρξισμού, ότι το κράτος είναι ο πολιτικός οργανωτής της αστικής τάξης.

Κατά συνέπεια, τα κόμματα ενώ αφενός λειτουργούν ως πολιτικοί και ιδεολογικοί οργανωτές μιας κοινωνικής συμμαχίας, αφετέρου είναι φορείς των διαδικασιών ενσωμάτωσης και νομιμοποίησης της πολιτικής της άρχουσας τάξης, όπως αυτή ασκείται μέσω του πραγματικού κόμματός της: του κράτους. Ή για να χρησιμοποιήσουμε τη διατύπωση του Γ. Μηλιού, «…τα αστικά πολιτικά κόμματα δεν αποτελούν άμεσους εκφραστές μιας συγκεκριμένης τάξης ή ταξικής μερίδας, το καθένα, αλλά πολύ περισσότερο εκφραστές, όλα μαζί, της αστικής ηγεμονίας πάνω στις λαϊκές τάξεις και των μετατοπίσεων αυτής της ηγεμονίας. Υλοποιούν έτσι, το καθένα, κάποιες ιδιαίτερες μορφές `’συνασπισμού» των στρατηγικών αστικών συμφερόντων με ορισμένα αποσπασματικά και άμεσα λαϊκά συμφέροντα, δηλαδή υπάγουν μέσω της κοινοβουλευτικής `’αντιπροσώπευσης» τις λαϊκές τάξεις στην αστική πολιτική και κοινωνική τάξη πραγμάτων. (Με την έννοια αυτή το επαναστατικό Κόμμα δεν αντιστρατεύεται -ή αντιπολιτεύεται- κάποιο ή κάποια αστικά κόμματα, αλλά συγκροτείται σε στρατηγική αντιπαλότητα με το αστικό κοινοβουλευτικό σύστημα στην ολότητά του.) Οι αστικές κοινοβουλευτικές σχέσεις `’αντιπροσώπευσης» εγγράφουν λοιπόν με έμμεσο τρόπο τις λαϊκές τάξεις και τη δυναμική τους στο εσωτερικό των αστικών πολιτικών κομμάτων: ως τον ηγεμονευόμενο πόλο ενός πολιτικού συσχετισμού δύναμης». (8)

3. Η διολίσθηση του ΠΑΣΟΚ στον νεοφιλελευθερισμό

Λαμβάνοντας όλα τα προηγούμενα υπόψη, θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε την κοινωνική φύση του ΠΑΣΟΚ, και κατ’ επέκταση της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας, προσπαθώντας να ανοίξουμε τη συζήτηση για το ποια θα πρέπει να είναι η στάση των μαρξιστών απέναντι σ’ αυτό.

Είναι πασιφανές ότι η επίθεση της κυβέρνησης των εκσυγχρονιστών κατά των κατακτήσεων της εργατικής τάξης δεν έχει προηγούμενο. Όσοι πια δεν βλέπουν ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ εγκατέλειψε και τα τελευταία υπολείμματα της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής του μεταρρυθμισμού και του κράτους πρόνοιας, εθελοτυφλούν. Σε παλαιότερη συνδιάσκεψη του ΠΑΣΟΚ με τίτλο «Ο Σοσιαλισμός και η Δημοκρατία στην Ευρώπη του 21ου αιώνα», ο Κ. Σημίτης περιγράφοντας ουσιαστικά τη μετεξέλιξη του ΠΑΣΟΚ σε άλλο πολιτικό φορέα αμφισβήτησε, πλέον, ανοικτά τη σοσιαλδημοκρατική πολιτική της μεταπολεμικής περιόδου. Υποστήριξε ότι «Η νέα συλλογικότητα δεν μπορεί να εμπνευσθεί από τον κοινωνικό συμβιβασμό των χρόνων 1945-1975… Όπως αντίθετους βρίσκει πολλούς η παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατική άποψη των παροχών σε ολόκληρη την κοινωνία…». 

Φαίνεται, λοιπόν, ότι οι δυνάμεις που συγκροτούν το εκσυγχρονιστικό μπλοκ δεν είναι ταυτισμένες με τις λαϊκές ιδεολογίες περί συμμετοχής, αναδιανομής του εισοδήματος και της εφαρμογής κοινωνικής πολιτικής, γι’ αυτό άλλωστε εμφανίζονται με τόση σκληρότητα απέναντι στην κοινωνία, υλοποιώντας τις πιο συντηρητικές επιλογές που υπαγορεύει το πρόγραμμα σύγκλισης.

Αντίθετα, το πνεύμα του νεοφιλελευθερισμού έχει θριαμβεύσει στην ηγετική ομάδα που επικρατεί στο ΠΑΣΟΚ, η οποία έχει περάσει σε ανοιχτή ρήξη με τον κόσμο της εργασίας που ισχυριζόταν ότι εκπροσωπεί, ενώ στα ζητήματα της δημοκρατίας, η αδιαλλαξία που δείχνει απέναντι στα κοινωνικά στρώματα και στις μέχρι τώρα πολιτικές και κοινωνικές κατακτήσεις, αποδεικνύει ότι μάλλον πάσχει στις δημοκρατικές διαδικασίες (βλέπε για παράδειγμα τον τρομονόμο και ό,τι αυτός συνεπάγεται).

Ουσιαστικά, το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ έρχεται να διαχειριστεί το οικονομικό πρότυπο της «Νέας Δημοκρατίας» (ΝΔ).

Έτσι, παρατηρούμε μια μεταστροφή του ΠΑΣΟΚ και τη σταδιακή μεταμόρφωσή του, που το φέρνει σε ρήξη με τα λαϊκά στρώματα που μέχρι τώρα το στήριζαν, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ρήγματα και στη λαϊκή συμμαχία που είχε σχηματισθεί γύρω του. Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές.

Συγκεκριμένα, ενώ μεταξύ 1985-1993 το ΠΑΣΟΚ συγκροτείται ως ένα πολυταξικό κόμμα με πολύ ισχυρές δυνάμεις στη μισθωτή εργασία, καθώς επίσης στα μικροαστικά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου εν αντιθέσει με τις ανώτερες κοινωνικές ομάδες που είναι πολύ αδύνατο, από το 1996 και μετά υπάρχει μια καμπή στη δομή της κοινωνικής του απήχησης. Έκτοτε, το ΠΑΣΟΚ αυξάνει τη διείσδυσή του στους μισθωτούς ανωτέρας και ανωτάτης εκπαίδευσης του ιδιωτικού τομέα (κατά κανόνα στελέχη επιχειρήσεων) και στις κατηγορίες των εμποροβιοτεχνών και των «ανεξάρτητων» εργαζομένων. Αντίθετα, παρουσιάζει απώλειες στους αγρότες, τους χαμηλοσυνταξιούχους, τους μισθωτούς κατώτερης και μέσης εκπαίδευσης και τους ανέργους, δηλαδή σε όλες εκείνες τις κατηγορίες που αυξάνει την επιρροή της η ΝΔ. Αυτή η εικόνα επιβεβαιώνεται και από τη γεωγραφική κατανομή της ψήφου σε επιλεγμένες περιοχές της Αττικής. Εκεί παρατηρούμε πως η σχέση αστικών προς εργατικά/λαϊκά προάστια σε ό,τι αφορά την επιρροή του ΠΑΣΟΚ από περίπου 40:100 στις εκλογικές αναμετρήσεις του 1989 μετατρέπεται σε 65:100 τον Απρίλιο του 2000. (9)

Από τα προηγούμενα φαίνεται πως «…το ΠΑΣΟΚ και η Ν.Δ., αν και διατηρούν σε σημαντικό βαθμό τα ιστορικά κοινωνικά τους στηρίγματα, εισδύουν όλο και περισσότερο… στις «φυσικές» κοινωνικές περιοχές του αντιπάλου», όπως εύστοχα επισημαίνει ο Γ. Μοσχονάς (2000). Όμως, το πιο σημαντικό είναι ότι έχουν, πλέον, αποδυναμωθεί οι διαχωριστικές γραμμές που υπήρχαν παλαιότερα στα δύο κόμματα.

Ως συνέπεια της εν λόγω πορείας έχουμε, σήμερα, τη σύγκλιση του ΠΑΣΟΚ με τη ΝΔ στην κορυφή και μια ταύτιση θέσεων, σε προγραμματικό και ιδεολογικό επίπεδο, τέτοια, που έχει ως αποτέλεσμα να γίνονται δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ αυτών των δύο κομμάτων.

4. Οι αιτίες επικράτησης των εκσυγχρονιστών και η μεταμόρφωση του ΠΑΣΟΚ

Σ’ αυτό το σημείο είναι αναγκαίο να επισημάνουμε ότι η επικράτηση Σημίτη και γενικά του εκσυγχρονιστικού μπλοκ δεν έγινε τυχαία, αλλά ήταν αποτέλεσμα των κοινωνικών συνθηκών, δηλαδή της ήττας του εργατικού κινήματος και της υποχώρησης των σοσιαλιστικών ιδεών στην κοινωνία. Διότι οι αλλαγές των πολιτικών συσχετισμών βασίζονται στη μετατόπιση των κοινωνικών-ταξικών συσχετισμών, τους οποίους τα κόμματα εκφράζουν.

Η ηγεμονία, λοιπόν, του εκσυγχρονιστικού μπλοκ στο ΠΑΣΟΚ και η επίθεση που έχει περάσει ενάντια στις κατακτήσεις των εργαζομένων, συμπλέει με την κοινωνική υποχώρηση και τη συντηρητικότερη εξέλιξη των συσχετισμών δύναμης στην κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα αντανακλά την έλλειψη κοινωνικών κινημάτων (π.χ. εργατικό, κ.τλ.), τα οποία θα εμπόδιζαν μια τέτοια εξέλιξη. Ταυτόχρονα, η ηγεμονία των εκσυγχρονιστών ήταν και το επιστέγασμα των συνεχών προς τα δεξιά μετατοπίσεων του ΠΑΣΟΚ. Επιπλέον, η επικράτηση στο εσωκομματικό επίπεδο της πλειονότητας των ικανοποιημένων, δηλαδή των μεσαίων στρωμάτων, καθώς επίσης αυτών του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι οποίοι ουσιαστικά ελέγχουν τις οργανώσεις βάσης και έχουν επιβάλει τους δικούς τους επικοινωνιακούς κώδικες και στόχους, έχει ωθήσει τα πιο πληβειακά κοινωνικά στρώματα (εργάτες του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας, άνεργους κ.λπ.) σε απομάκρυνση από το ΠΑΣΟΚ.

Κατά συνέπεια, αν είχαμε «…αυξανόμενη ταξική και κοινωνική πόλωση…», η οποία υποτίθεται ότι εκφράζεται με τη συσπείρωση των τάξεων στα δύο μεγάλα κόμματα (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) «…για να δώσουν καλύτερα τη μάχη τους…», όπως ισχυρίζεται πάλι ο Λ. Καρύγιαννης, προκειμένου να αποδείξει ότι ο δικομματισμός είναι μύθος, (10) τότε λογικά αυτή η ταξική πόλωση θα εκφραζόταν και στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, αν όχι με την αλλαγή των συσχετισμών δύναμης, τουλάχιστον με την ισχυροποίηση μιας αριστερής πτέρυγας. Κάτι τέτοιο, βέβαια, δεν παρατηρούμε να γίνεται, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι προς ώρας δεν υπάρχει ταξική πόλωση και άρα οι αναλύσεις που χρησιμοποιεί ο αρθρογράφος ανήκουν σε άλλες κοινωνικές και πολιτικές συγκυρίες.

Απεναντίας, αυτό το οποίο συμβαίνει και κατά πώς φαίνεται είναι η πιο άσχημη εξέλιξη, είναι ότι ο Κ. Σημίτης παίζει, κατά βάση, χωρίς αντίπαλο μέσα στο ΠΑΣΟΚ, καθώς η νεοφιλελεύθερη πολιτική της κυβέρνησης γίνεται δεκτή από τη λεγόμενη εσωκομματική «αντιπολίτευση» χωρίς σοβαρές αντιστάσεις.

Αλήθεια, ποιες είναι οι θέσεις αυτής της περίφημης εσωκομματικής «αντιπολίτευσης» του ΠΑΣΟΚ για την Ο.Ν.Ε., την αναμόρφωση του πλαισίου των εργασιακών σχέσεων, τις ιδιωτικοποιήσεις, το ασφαλιστικό και γενικά για τις αντικοινωνικές πολιτικές της κυβέρνησης; Γιατί δεν διαφοροποιείται δημόσια; Τι φοβάται; Μήπως χάσει τη νομή της εξουσίας;

Όλα αυτά κάνουν φανερή την αδυναμία της λεγόμενης εσωκομματικής «αντιπολίτευσης», η οποία μη έχοντας διαφορετική εναλλακτική πρόταση από αυτήν του εκσυγχρονιστικού μπλοκ, προσπαθεί να καταγραφεί σαν το «παλιό καλό ΠΑΣΟΚ», που όμως δεν υπάρχει πια εξαιτίας των συνεχών μεταμορφώσεων που έχει υποστεί. Μεταμορφώσεις, οι οποίες ξεκίνησαν επί των ημερών της, δηλαδή όταν η εσωκομματική «αντιπολίτευση» ήταν πλειοψηφία στο κόμμα. Γι’ αυτό, στην ουσία, αδυνατεί να αντιπροτείνει μια διαφορετική εναλλακτική πρόταση απέναντι στην πολιτική των εκσυγχρονιστών, διότι και η ίδια δεν τολμά να αμφισβητήσει τον σκληρό πυρήνα της Ο.Ν.Ε. και ό,τι αυτός επιβάλλει. Κατά συνέπεια, η κριτική της προς τους εκσυγχρονιστές γίνεται αναξιόπιστη, επειδή το μόνο που καταφέρνει είναι να προτείνει νεφελώδεις «τρίτους δρόμους» προς την Ο.Ν.Ε. με κάποιο υποτιθέμενο κοινωνικό πρόσωπο, τη στιγμή που είναι φανερό ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας που επιβάλλει η Ο.Ν.Ε. καθιστά υποχρεωτική την πολιτική τύπου Σημίτη στην Ελλάδα.

Ουσιαστικά, το «αντι-εκσυγχρονιστικό» μπλοκ στερείται ομοιογένειας και σταθερού ιδεολογικού και πολιτικού προσανατολισμού, δίνοντας μάχες μηχανισμών και οπισθοφυλακών, δέσμιο της πολιτικής του ρεαλισμού και του συμβιβασμού που το κρατούν εγκλωβισμένο μέσα στο ΠΑΣΟΚ.

Επιπλέον, ο έλεγχος της κρατικής μηχανής και της διαχείρισης του δημόσιου χρήματος από ένα κόμμα καθαρά κρατικοδίαιτο, όπως είναι το ΠΑΣΟΚ, καθιστά το εκσυγχρονιστικό μπλοκ και εσωκομματικά κυρίαρχο, καθώς θα προσπαθεί να εξαρτά συνεχώς τους οπαδούς και τα μέλη του ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες υψηλής ανεργίας και επισφαλούς απασχόλησης, από τον κρατικό κορβανά, ο οποίος θα ελπίζουν ότι μπορεί να τους εξασφαλίσει μια «θέση στον ήλιο».

Κατά συνέπεια, φέρουν σημαντική ευθύνη όσοι μέσα στο ΠΑΣΟΚ δεν αντιδρούν σθεναρά και ανοιχτά απέναντι στην επίθεση της κυβέρνησης ενάντια στις κατακτήσεις της εργατικής τάξης. Είναι ιστορικό λάθος να πιστεύουν ότι ακολουθώντας λεκτική αντιπολιτευτική τακτική, μόνο, θα αλλάξουν τους εσωκομματικούς συσχετισμούς.

Η εσωκομματική αντιπολίτευση του ΠΑΣΟΚ, εάν θέλει πραγματικά να χειραφετηθεί από μια ισορροπία τρόμου που έχουν επιβάλλει οι εκσυγχρονιστές, θα πρέπει να έρθει σε ρήξη με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, να απεγκλωβιστεί και να αμφισβητήσει την αντίληψη του «εθνικού στόχου» της Ο.Ν.Ε. και ότι αυτός συνεπάγεται και να συναντηθεί με άλλα τμήματα της Αριστεράς συνδιαμορφώνοντας, από κοινού, μια άλλη στρατηγική για την οικονομία και την κοινωνία.

Κατά συνέπεια, η εσωκομματική αντιπολίτευση έχει δύο επιλογές: ή θα πρέπει να υποταχθεί στις επιλογές του εκσυγχρονιστικού μπλοκ, εφόσον δεν έχει την ικανότητα να καταστεί πλειοψηφικό ρεύμα, πράγμα το οποίο θα της αποστερήσει εντελώς την κοινωνική της βάση, χάνοντας εντελώς την ήδη τραυματισμένη αξιοπιστία της, ή θα πρέπει να σκεφθεί σοβαρά την έξοδο διαφυγής, παραιτούμενη από βουλευτικά αξιώματα και υπουργικούς θώκους, ακολουθώντας τον δρόμο που έχει επιλέξει η κοινωνική της βάση.

Η ρήξη, έστω και ενός τμήματος της εσωκομματικής αντιπολίτευσης του ΠΑΣΟΚ με την ομάδα των εκσυγχρονιστών, μπορεί να συμβάλλει σε μια νέα προσπάθεια ενός νέου αριστερού ριζοσπαστισμού, επανίδρυσης του σοσιαλιστικού-κοινωνικού κινήματος και άρα αναγέννησης των απελευθερωτικών οραμάτων των σοσιαλιστικών ιδεών.

Βεβαίως, οι προαναφερθείσες εξελίξεις δεν παρατηρούνται μόνο στον ελληνικό πολιτικό βίο. Το ΠΑΣΟΚ, και γενικά η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, έπαψε προ πολλού να έχει τα κλασικά ρεφορμιστικά χαρακτηριστικά: την κοινωνική πολιτική, το κράτος πρόνοιας και τον μεταρρυθμισμό. Δηλαδή, έπαψε να έχει σαν στόχο τον σοσιαλισμό, έστω και με διαδοχικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις του καπιταλιστικού συστήματος. Αντίθετα, σήμερα, τα κόμματα που ονομάζονται σοσιαλιστικά ή σοσιαλδημοκρατικά προχωρούν σε αντιμεταρρυθμίσεις, εφαρμόζοντας τις πολιτικές των εκ δεξιών αντιπάλων τους. Ουσιαστικά, ούτε για σοσιαλδημοκρατία μπορούμε να μιλάμε στις μέρες μας με τα τυπικά κλασικά χαρακτηριστικά που, μέχρι τώρα, γνωρίζαμε. Ταυτόχρονα, οι εξελίξεις αυτές κάνουν ακόμη πιο δύσκολο το εγχείρημα δημιουργίας μιας μαζικής Αριστερής Πτέρυγας στο ΠΑΣΟΚ, με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσκολότερη η παρέμβαση των αντιπολιτευόμενων δυνάμεων σ’ αυτό το κόμμα.

Τελικά, όμως, τι είναι η σημερινή σοσιαλδημοκρατία και κατ’ επέκταση το ΠΑΣΟΚ; Ποια είναι η ταξική του φύση;

Λαμβάνοντας υπόψη τον ορισμό του Λένιν για την κοινωνική φύση της σοσιαλδημοκρατίας, τότε μπορούμε να χαρακτηρίσουμε το ΠΑΣΟΚ ως αστικό εργατικό κόμμα. Σε ό,τι αφορά δε το μετασχηματισμό του ΠΑΣΟΚ σε αστικό κόμμα σοσιαλδημοκρατικής απεύθυνσης μπορούμε να πούμε ότι το σημείο-καμπή προς τη μεταμόρφωσή του είναι από το 1985 κι έπειτα, με την αλλαγή της γραμμής πλεύσης στην οικονομική πολιτική προς νεοσυντηρητικές λογικές.(11) Η μεταμόρφωση αυτή αποτελεί, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Σ. Σακελλαρόπουλος, «…το πολιτικό παράγωγο των αδιεξόδων που δημιούργησε η δομή του αστικού κράτους καθώς και έκφραση των περιορισμών που δημιουργούν οι μηχανισμοί οικονομικής βίας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής».(12) Δηλαδή, από τη στιγμή που η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ ανέλαβε την κυβέρνηση και επέλεξε να χρησιμοποιήσει ως εργαλείο μετασχηματισμού το αστικό κράτος, αποφεύγοντας μια πολιτική ρήξης μ’ αυτό, η πορεία του ήταν προδιαγεγραμμένη. Διότι, η πολιτική που εγκλωβίζεται στο εσωτερικό του κράτους, προσπαθώντας να το διαχειριστεί, δεν τείνει στην ανατροπή του και συνεπώς ούτε στην ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Το ερώτημα που προκύπτει απ’ όλη την προηγούμενη ανάλυση είναι το εξής: ποια η στάση της μαρξιστικής Αριστεράς απέναντι στο ΠΑΣΟΚ και γενικά στη σοσιαλδημοκρατία;

5. Μέσα ή έξω από το ΠΑΣΟΚ; Η στάση της μαρξιστικής Αριστεράς

Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι η στάση της μαρξιστικής Αριστεράς απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία θα πρέπει να είναι ανάλογη μ’ αυτήν που έθεσε ο Λένιν:(13) «Εμείς δεν μπορούμε -και κανένας δεν μπορεί- να καθορίσουμε ακριβώς ποια μερίδα συγκεκριμένα του προλεταριάτου ακολουθεί και θα ακολουθήσει τους σοσιαλσωβινιστές και τους οπορτουνιστές. Αυτό θα το δείξει μόνο η πάλη, αυτό θα το κρίνει οριστικά μόνο η σοσιαλιστική επανάσταση. Ωστόσο ξέρουμε με βεβαιότητα ότι οι `’υπερασπιστές της πατρίδας» στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο εκπροσωπούν μόνο μια μειοψηφία. Και για το λόγο αυτό χρέος μας είναι, αν θέλουμε να παραμείνουμε σοσιαλιστές, να πηγαίνουμε πιο κάτω και πιο βαθιά, προς τις πραγματικές μάζες: εδώ βρίσκεται όλη η σημασία της πάλης ενάντια στον οπορτουνισμό και όλο το περιεχόμενο αυτής της πάλης» (σελ. 178). «…Να εξηγούμε στις μάζες το αναπόφευκτο και την ανάγκη της διάσπασης με τον οπορτουνισμό, να τις διαπαιδαγωγούμε για την επανάσταση με τον πιο ανελέητο αγώνα ενάντια σ’ αυτόν, να χρησιμοποιούμε την πείρα του πολέμου για την αποκάλυψη κάθε αχρειότητας της εθνικοφιλελεύθερης εργατικής πολιτικής και όχι για τη συγκάλυψή της να η μοναδική μαρξιστική γραμμή στο εργατικό κίνημα του κόσμου» (σελ. 179).

Βέβαια, οι περισσότερες οργανώσεις της επαναστατικής Αριστεράς δεν έχουν καμία πολιτική ή οργανωτική σχέση με το ΠΑΣΟΚ. Αυτό, όμως, δεν τις καθιστά κατ’ ανάγκη και μαζικές πολιτικές οργανώσεις γειωμένες μέσα στο εργατικό κίνημα.
Επομένως, μήπως, τελικά η δημιουργία νέου μαζικού επαναστατικού κόμματος περνά μέσα από τη σοσιαλδημοκρατία, εφόσον οι εργάτες στρέφονται ξανά και ξανά σ’ αυτήν και η οποία επηρεάζει τα συνδικάτα; Άρα, μήπως ο ρόλος των μαρξιστών «…βρίσκεται ακριβώς στην προσπάθεια για τη δημιουργία μιας αριστερής πτέρυγας μ’ ένα ξεκάθαρο πρόγραμμα για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας», όπως ισχυρίζεται ο Λ. Καρύγιαννης; (14)

Σχετικά με τις παραπάνω απόψεις, οι οποίες ουσιαστικά προτείνουν ότι οι μαρξιστές ή τουλάχιστον μια μερίδα τους, πρέπει να παραμείνουν στη σοσιαλδημοκρατία επειδή αυτή επηρεάζει τα συνδικάτα, εξ ου και ο εργατικός της χαρακτήρας ως κόμμα, ο Λένιν απαντούσε τα εξής; «…ο κίνδυνος του καουτσκισμού βρίσκεται στο ότι, χρησιμοποιώντας την ιδεολογία του παρελθόντος, βάζει τα δυνατά του να συμφιλιώσει το προλεταριάτο με το `’αστικό εργατικό κόμμα», να υπερασπίσει την ενότητά του μ’ αυτό, ν’ ανεβάσει έτσι το κύρος αυτού του κόμματος.

Ένα από τα πιο διαδομένα σοφίσματα του καουτσκισμού είναι η αναφορά του στις `’μάζες». Εμείς, λέει, δεν θέλουμε να ξεκοπούμε από τις μάζες και τις μαζικές οργανώσεις! Αλλά καλοσκεφθείτε την τοποθέτηση αυτού του ζητήματος από τον Ένγκελς. `’Οι μαζικές οργανώσεις» των αγγλικών τρέιντ-γιούνιον ήταν το 19ο αιώνα με το μέρος του αστικού εργατικού κόμματος. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς με βάση αυτό το δεδομένο δεν συμβιβάζονταν μ’ αυτή τη θέση, αλλά την ξεσκέπαζαν. Δεν ξεχνούσαν (1) ότι οι οργανώσεις των τρέιντ-γιούνιον αγκαλιάζουν άμεσα τη μειοψηφία του προλεταριάτου. Και στην Αγγλία τότε και στη Γερμανία σήμερα στις οργανώσεις δεν μετέχει περισσότερο από το 1/5 του προλεταριάτου. Δεν μπορεί να πιστεύει κανείς στα σοβαρά ότι στον καπιταλισμό είναι δυνατό να μπει στις οργανώσεις η πλειοψηφία των προλεταρίων. Δεύτερο -και αυτό είναι το βασικό- το ζήτημα δεν βρίσκεται τόσο στον αριθμό των μελών της οργάνωσης, όσο στην πραγματική, την αντικειμενική σημασία της πολιτικής της: εκπροσωπεί η πολιτική αυτή τις μάζες, εξυπηρετεί τις μάζες, δηλ. την απελευθέρωση των μαζών από τον καπιταλισμό, ή εκπροσωπεί τα συμφέροντα της μειοψηφίας, τη συμφιλίωσή της με τον καπιταλισμό;…

Από το `’αστικό εργατικό κόμμα» των παλιών τρέιντ-γιούνιον, από την προνομιούχα μειοψηφία ο Ένγκελς ξεχωρίζει την `’κατώτερη μάζα», την πραγματική πλειοψηφία, κάνει έκκληση σ’ αυτήν, που δεν είναι μολυσμένη από το `’σεβασμό προς καθετί το αστικό». Να ποια είναι η ουσία της μαρξιστικής τακτικής!».

Κάτι ανάλογο με τα παραπάνω ισχύει και για την Ελλάδα σήμερα. Μάλιστα, για το αν και πόσο, το ΠΑΣΟΚ επηρεάζει τα συνδικάτα θα αναφέρουμε τα εξής πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία: το 2001 ο αριθμός των συνδικαλισμένων μισθωτών στη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ ήταν 678.400 άτομα. Αν λάβουμε υπόψη μας ότι το πραγματικό μέγεθος της ελληνικής εργατικής τάξης ανερχόταν, το 2001, στα 3.482.000 άτομα (ήτοι μισθωτοί + άνεργοι + αλλοδαποί), τότε διαπιστώνουμε ότι τα 4/5 της εργατικής τάξης είναι εκτός των συνδικάτων, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι το ποσοστό των συνδικαλισμένων είναι μόλις 19,5% του συνόλου της εργατικής τάξης.

Άρα, η συνδικαλιστική γραφειοκρατία του ΠΑΣΟΚ επηρεάζει, μέσω των συνδικάτων, μια μόνο πολύ μικρή μερίδα των εργαζομένων και κατά κύριο λόγο αυτούς, οι οποίοι απολαμβάνουν της εργασιακής και συνδικαλιστικής ασφάλειας κατά την απασχόλησή τους (Δημόσιος Τομέας και ΔΕΚΟ). Αντίθετα, η πλειονότητα των εργαζομένων, όπως οι νέες κατηγορίες των υπαλλήλων και των τεχνικών, κυρίως του τομέα των υπηρεσιών, οι αλλοδαποί εργαζόμενοι, η νέα γενιά των εργαζομένων, οι γυναίκες, καθώς επίσης ο μεγάλος αριθμός των ανέργων και των επισφαλώς απασχολουμένων βρίσκεται έξω από τις οργανωμένες δυνάμεις του συνδικαλιστικού κινήματος.

Όμως, η εν λόγω κατάσταση έχει δημιουργήσει και την ανάλογη συνείδηση στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, η οποία, προκειμένου να διατηρήσει τα προνόμιά της, έχει μετατραπεί σε «…διαφθορέα του εργατικού κινήματος», όπως πολύ εύστοχα επισήμανε ο Λένιν. Και για να αποδείξουμε του λόγου το αληθές αντιγράφουμε επακριβώς το ακόλουθο αποκαλυπτικό κομμάτι, το οποίο επιβεβαιώνει όσα προηγουμένως αναφέραμε σχετικά με την απολαβή προνομίων από μέρους της σημερινής εργατικής αριστοκρατίας: «… ο συμμετοχικός συνδικαλισμός στην ελληνική σοσιαλιστική εκδοχή του αποδείχτηκε ένα εξαιρετικά κερδοφόρο επάγγελμα. Αυτό το φαινόμενο είναι περισσότερο εμφανές στο κυβερνών κόμμα στο οποίο η συνδικαλιστική `’νομενκλατούρα» διανέμει τους ρόλους και τις συμμετοχές στις επιτροπές και στα διοικητικά συμβούλια των οργανισμών.

Η εργατική εκπροσώπηση στις πάνω από 400 επιτροπές και στις δεκάδες διοικητικά συμβούλια τραπεζών, θυγατρικών, ΔΕΚΟ και άλλων οργανισμών, αποφέρει γι’ αυτήν την ομάδα ποσά διπλάσια από τον μισθό τους. Κι όχι μόνο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ετήσια αποζημίωση του εκπροσώπου της ΓΣΕΕ και του πρώην προέδρου των εργαζομένων για τη συμμετοχή τους στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΤΕ ανήλθε βάσει των επίσημων στοιχείων για το 2001, στο ποσόν των 6 εκατομμυρίων δρχ. καθαρά και 9,4 εκ. δρχ. μικτά.

Συχνά, δε, αυτονόητες δραστηριότητες συνδικάτων ή υπηρεσιακές δραστηριότητες συνοδεύονται από ιδιότυπες εργοδοτικές αμοιβές. Έτσι στη ΔΕΗ οι εκπρόσωποι των συνδικάτων αμείβονται με το ποσό των 5 ευρώ για την εξέταση κάθε αίτησης υποψηφίου προς πρόσληψη στην επιχείρηση. Εύκολα μπορεί να υπολογίσει κάποιος το `’χαρτζιλίκι» που προκύπτει από την εξέταση 5.000 αιτήσεων». (15)

Τέτοια φαινόμενα εκμαυλισμού της ηγεσίας του συνδικαλιστικού κινήματος αποτελούν το υπόβαθρο της κρίσης εκπροσώπησης και της γενικευμένης ηθικής κρίσης, η οποία περιλαμβάνει όλες τις μορφές της εξουσίας. Ταυτόχρονα, και εξαιτίας αυτής της αμφισβήτησης από τον κόσμο της εργασίας, θα αναζητούνται νέες μορφές έκφρασης και αλληλεγγύης, οι οποίες θα θέσουν τις βάσεις για την πλήρη ανεξαρτησία των συνδικάτων από το κράτος και την εργοδοσία. (16)

Εντούτοις, είναι αλήθεια ότι η δημιουργία επαναστατικού κόμματος είναι ένας φιλόδοξος στόχος εάν σκεφθούμε ότι η πλειονότητα των εργαζομένων εξακολουθούν να στηρίζουν εκλογικά, κατά κύριο λόγο, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα.

Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι δεν πρόκειται να δημιουργηθεί ένα τέτοιο κόμμα και αν ακόμη οι εργαζόμενες τάξεις απογοητευθούν από τη σοσιαλδημοκρατία, αλλά και από τα υπόλοιπα κόμματα της ρεφορμιστικής Αριστεράς, εφόσον από την προηγούμενη περίοδο δεν θα έχει συγκροτηθεί μια νέα αξιόπιστη και δοκιμασμένη ηγεσία και στελέχη, τα οποία όμως να έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν μια εναλλακτική λύση στην εργατική τάξη.

Βέβαια, το γεγονός ότι η σοσιαλδημοκρατία διαθέτει ερείσματα στην εργατική τάξη, αυτό δεν σημαίνει ότι η τυπική ένταξη σε μια από τις κομματικές της οργανώσεις είναι αρκετή για ένα τέτοιον δεσμό. Ούτε, φυσικά, αρκεί ο αγώνας σε μια μικρή οργάνωση της επαναστατικής Αριστεράς εάν δεν υπάρχει πραγματικός δεσμός με τις μάζες.

Είτε έτσι είτε αλλιώς, είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε ότι οι διάφορες πολιτικές ομάδες αποτελούν μεταβατικά σχήματα, των οποίων ο σκοπός θα πρέπει να είναι η προετοιμασία από σήμερα και η με κάθε τρόπο σύνδεσή τους με τις εργαζόμενες τάξεις, ώστε όταν αυτές θα είναι πραγματικά επαναστατικές, η θεωρία να μπορεί να φτάσει εύκολα σ’ αυτόν τον ανώτερο προορισμό της.

Για όσους, δε, μαρξιστές εξακολουθούν να παραμένουν μέσα στη σοσιαλδημοκρατία με το σκεπτικό ότι αυτή η τακτική είναι πολιτικά ορθή, εντούτοις, είναι αναγκαίο να έχουν σαφή γνώση του κοινωνικού της χαρακτήρα, ούτως ώστε να μπορούν να καθορίζουν ανάλογα την πολιτική τους παρέμβαση, αποφεύγοντας οπορτουνιστικά λάθη, δημιουργώντας παράλληλα και μια ανάλογη πολιτική κουλτούρα. Ο Λένιν στην ομιλία του που αφορούσε την προσχώρηση του Κ.Κ. Αγγλίας στο Εργατικό Κόμμα δεν είχε καθόλου αυταπάτες σχετικά με τον κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα αυτού του κόμματος. Έλεγε χαρακτηριστικά: (17) «Φυσικά το Εργατικό Κόμμα κατά το μεγαλύτερο μέρος του αποτελείται από εργάτες. Ωστόσο, αν ένα κόμμα είναι πραγματικά πολιτικό εργατικό κόμμα ή όχι, δεν εξαρτάται μόνο από το αν αποτελείται από εργάτες, αλλά και από το ποιος το καθοδηγεί και ποιο είναι το περιεχόμενο της δράσης και της πολιτικής τακτικής του. Μόνο το τελευταίο αυτό καθορίζει, αν έχουμε μπροστά μας ένα πραγματικό πολιτικό κόμμα του προλεταριάτου. Από την άποψη αυτή, τη μόνη σωστή, το Εργατικό Κόμμα είναι ένα κόμμα αστικό ως το μεδούλι, γιατί, παρόλο που αποτελείται από εργάτες, το καθοδηγούν αντιδραστικοί οι πιο χειρότεροι αντιδραστικοί που δρουν πέρα για πέρα στο πνεύμα της αστικής τάξης, είναι μια οργάνωση της αστικής τάξης, που υπάρχει για να εξαπατά τους εργάτες συστηματικά με τη βοήθεια των Άγγλων Νόσκε και Σάιντεμαν…» (σελ. 261). Και συνεχίζει επισημαίνοντας τα εξής: «Πάντα τονίζαμε πως μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ένα κόμμα σαν κόμμα της εργατικής τάξης τότε και μόνο τότε, όταν συνδέεται πραγματικά με τις μάζες και παλεύει ενάντια στους σαπισμένους ως το μεδούλι παλιούς ηγέτες τόσο ενάντια στους σωβινιστές που βρίσκονται στη δεξιά πτέρυγα, όσο και ενάντια σ’ εκείνους που κρατούν ενδιάμεση θέση, όπως είναι οι δεξιοί ανεξάρτητοι στη Γερμανία» (σελ. 263).

Τέλος, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι η ανασυγκρότηση της μαρξιστικής Αριστεράς δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο στη βάση ότι τα μεγάλα θεωρητικά, πολιτικά και πρακτικά προβλήματα που απασχολούν τον κόσμο της εργασίας και της Αριστεράς, μπορούν να απαντηθούν μόνο μέσα από την κοινή επεξεργασία προτάσεων και τη συντονισμένη δράση των ρευμάτων που αναφέρονται στον κριτικό-επαναστατικό μαρξισμό.

Δημήτρης Κατσορίδας

Σημειώσεις

  • 1 Για περισσότερα βλ. Λ. Καρύγιαννης, «Ο μύθος του δικομματισμού και η ταξική φύση του ΠΑΣΟΚ», εφημερίδα Σοσιαλιστική Έκφραση, Νοέμβριος 2002, τεύχος 79, σελ. 4.

  • 2 Α. Χρύσης, Φιλοσοφία και χειραφέτηση. Το ζήτημα των διανοουμένων από τον Μαρξ ως την Οκτωβριανή επανάσταση, εκδόσεις Ιδεοκίνηση, Αθήνα 1996, σελ. 163.

  • 3 Α. Χρύσης, ό.π., σελ. 166.

  • 4 Λένιν, Ο ιμπεριαλισμός και η διάσπαση του σοσιαλισμού, Άπαντα, τόμος 30, σελ. 163, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1981. Βλέπε και μπροσούρα του Μαρξιστικού Ομίλου, Αθήνα 2003.
    5 Λένιν, ό.π., σελ.168.

  • 6 Για περισσότερα βλ. Λένιν, ό.π. σελ. 173-175.

  • 7 Βλ. Λ. Καρύγιαννης, ό.π., σελ. 5.

  • 8 Γ. Μηλιός, Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1988, σελ. 205-206.

  • 9 Για περισσότερα στοιχεία δες Γ. Μοσχονά, «ΠΑΣΟΚ: Από τους μη προνομιούχους στην κοινωνία των ικανοποιημένων», Η Εποχή, 21/5/2000, σελ. 31.

  • 10 Βλ. Λ. Καρύγιαννης, ό.π., σελ. 4.

  • 11Για μια πιο αναλυτική εξέταση του φαινομένου του ΠΑΣΟΚ βλ. το εξαιρετικού ενδιαφέροντος βιβλίο του Σ. Σακελλαρόπουλου, «Η Ελλάδα στη μεταπολίτευση. Πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις 1974-1988», εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 2001.

  • 12 Σ. Σακελλαρόπουλος, ό.π., σελ. 249. Επίσης, βλ. και σελ. 351 και 411.

  • 13 Για περισσότερα δες Λένιν, «Ο ιμπεριαλισμός και η διάσπαση του σοσιαλισμού», ό.π.

  • 14 Λ. Καρύγιαννης, ό.π., στο κεφάλαιο με τίτλο «Η ταξική πάλη θα μεταμορφώσει το ΠΑΣΟΚ», σελ. 5.

  • 15 Τα στοιχεία αναφέρονται στο άρθρο των Χρ. Κοψίνη και Γ. Κιμπουρόπουλου, «Όταν ο συνδικαλισμός γίνεται εξουσία», Η Καθημερινή, 2/2/2003, σελ. 6.
    16 Για περισσότερα δες Δ. Κατσορίδας, «Το ζήτημα της συνδικαλιστικής

  • εκπροσώπησης. Προβλήματα μορφής και συγκρότησης των συνδικάτων στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού», έκδοση του Μαρξιστικού Ομίλου Οικονομικών και Κοινωνικών Μελετών/ Ρωγμή, Αθήνα 2001.

  • 17 Για περισσότερα βλ. Λένιν, «Λόγος για την προσχώρηση στο Βρετανικό Εργατικό Κόμμα», Άπαντα, τόμος 41, σελ. 260, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Καρύγιαννης Λ. (2002), «Ο μύθος του δικομματισμού και η ταξική φύση του ΠΑΣΟΚ», εφημερίδα Σοσιαλιστική Έκφραση, Νοέμβριος, τεύχος 79.

  • Κατσορίδας Δ. (χ.χ.έ.), Τα πολιτικά μας καθήκοντα. Σκέψεις για την επαναθεμελίωση της μαρξιστικής Αριστεράς, έκδοση του Μαρξιστικού Ομίλου Οικονομικών και Κοινωνικών Μελετών/ Ρωγμή, Αθήνα.

  • Κατσορίδας Δ. (2001), Το ζήτημα της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης. Προβλήματα μορφής και συγκρότησης των συνδικάτων στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού, Μαρξιστικός Όμιλος Οικονομικών και Κοινωνικών Μελετών/ Ρωγμή, Αθήνα.

  • Κοψίνη Χρ. Κιμπουρόπουλος Γ. (2003) «Όταν ο συνδικαλισμός γίνεται εξουσία», Η Καθημερινή, 2 Φεβρουαρίου.

  • Λένιν Β.Ι. (1981), «Ο ιμπεριαλισμός και η διάσπαση του σοσιαλισμού», Άπαντα, τόμος 30, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα. Βλέπε επίσης και την μπροσούρα του Μαρξιστικού Ομίλου Οικονομικών και Κοινωνικών Μελετών/ Ρωγμή, Αθήνα 2003.

  • Λένιν Β.Ι., «Λόγος για την προσχώρηση στο Βρετανικό Εργατικό Κόμμα», Άπαντα, τόμος 41, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.

  • Μηλιός Γ.(1988), Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα.

  • Μοσχονάς Γ. (2002), «ΠΑΣΟΚ: Από τους μη προνομιούχους στην κοινωνία των ικανοποιημένων», Η Εποχή, 21 Μαΐου.

  • Σακελλαρόπουλος Σ. (2001), Η Ελλάδα στη μεταπολίτευση. Πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις 1974-1988, εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα.

  • Α. Χρύσης Α. (1996), Φιλοσοφία και χειραφέτηση. Το ζήτημα των διανοουμένων από τον Μαρξ ως την Οκτωβριανή επανάσταση, εκδόσεις Ιδεοκίνηση, Αθήνα.


Σπάρτακος 69, Απρίλης 2003

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=3203

There is one comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s