Λατινική Αμερική: Κατάσταση και καθήκοντα

Σπάρτακος 68, Γενάρης 2003


Η τρέχουσα κατάσταση και τα καθήκοντα των επαναστατών

του Ερνέστο Χερέρα *

1. Αναδιοργάνωση της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας

1.1

Η ψήφος αποδοκιμασίας στον ΟΗΕ (με την υποστήριξη της πλειοψηφίας των λατινοαμερικάνικων κυβερνήσεων) και η διακοπή από την Ουρουγουάη των διπλωματικών της σχέσεων με την Κούβα, το πραξικόπημα στη Βενεζουέλα, το βάθεμα του πολέμου στην Κολομβία, και η οικονομική καταστροφή της Αργεντινής έτσι ώστε η χώρα να μπορεί να αγοραστεί φτηνά, να εξουδετερωθεί η Κοινή Αγορά του Νότου (MERCOSUR) και να επιβληθεί η Περιοχή Ελεύθερου Εμπορίου της Αμερικής (FTAA), οριοθετούν μια νέα φάση στην επίθεση του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ στην ήπειρο. Με το Μεξικό και την Κεντρική Αμερική ευθυγραμμισμένα στη Βορειοαμερικανική Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου (ΝΑFΤΑ) και το σχέδιο Πουέμπλα-Παναμά, με την Καραϊβική να υπόκειται στον απόλυτο έλεγχο της Ουάσιγκτον, η κύρια μάχη θα δοθεί τώρα στη Νότια Αμερική.

Αυτή η επίθεση έχει ενισχυθεί μετά την 11η Σεπτέμβρη του 2001 και τον διεθνή «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία». Αλλά, κυρίως, μετά από το άνοιγμα μιας επαναστατικής διαδικασίας στην Αργεντινή και την κρίση στη Βενεζουέλα.

1.2

Η πολιτική των ΗΠΑ στην περιοχή της Λατινικής Αμερικής βασίζεται σε τρεις πυλώνες: 1. Στρατιωτική ανάπτυξη και ποινικοποίηση της διαμαρτυρίας και της κοινωνικής αντίστασης στο όνομα της μάχης ενάντια στην «τρομοκρατία» και την «τρομοκρατία των ναρκωτικών». 2. Μια στρατηγική οικονομικής επαναποικιοποίησης μέσω μιας πλήρους «απελευθέρωσης του εμπορίου» που προσπαθεί να εγγυηθεί και να επεκτείνει τις επενδύσεις των επιχειρήσεων των ΗΠΑ και τη λεηλασία των φυσικών πόρων μέσα από τεράστια προγράμματα (Αμαζονία, Παταγονία, Ισθμός Κεντρικής Αμερικής). 3. Έναν επανακαθορισμό του ρόλου των ηπειρωτικών θεσμών όπως ο Οργανισμός Αμερικάνικων Κρατών και η Ενδοαμερικανική Συνθήκη Αμοιβαίας Βοήθειας.

Αυτή η πολιτική της «ασφάλειας του ημισφαιρίου» αποσκοπεί στο να παίξει το ρόλο μιας ασπίδας δεδομένης της κρίσης νομιμοποίησης των ντόπιων αρχουσών τάξεων και να δράσει ως ένας παράγοντας σταθεροποίησης σε ένα σκηνικό πολιτικής θεσμικής ακυβερνησίας, κοινωνικής διαμαρτυρίας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, κρίσης του συστήματος της κυριαρχίας.

1.3

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι κυβερνητικές ελίτ παίζουν ένα δευτερεύοντα ρόλο και παρουσιάζουν μια αξιολύπητη εικόνα κακοδαιμονίας. Οι αντιθέσεις με τη Βραζιλία και τη Βενεζουέλα μόνο (που αντιπροσωπεύουν το 42% του ΑΕΠ της Λατινικής Αμερικής) γύρω από την FTAA, τις αγροτικές επιδοτήσεις, τον χάλυβα και το πετρέλαιο, κλονίζουν τις σχέσεις των ΗΠΑ με τις κυβερνήσεις της περιοχής. Εξαρτημένες από την ιμπεριαλιστική οικονομική προστασία (τις αγορές των ΗΠΑ και της Ευρώπης και τους όρους των διεθνών οικονομικών οργανισμών όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα, IADB) και δεμένες στους κανόνες του ΠΟΕ, οι ντόπιες αστικές ελίτ παραδίνονται ή απαιτούν αδύναμα «ένα πιο δίκαιο ελεύθερο εμπόριο».

Στην πρόσφατη σύνοδο της Μαδρίτης, οι λατινοαμερικάνικες κυβερνήσεις εισέπραξαν ένα ηχηρό χαστούκι. Αν και επεδίωξαν μια «στέρεα διαπεριφερειακή στρατηγική ένωση» με την Ευρωπαϊκή Ένωση, απορρίφτηκαν λόγω της «έλλειψης ολοκλήρωσης και σταθερότητας», ενώ ζητήθηκε από την Αργεντινή να πάρει πιο σκληρά μέτρα προσαρμογής και να φτάσει σε συμφωνία με το ΔΝΤ. Στις συνεδριάσεις της FTAA στο Καράκας και στον Παναμά (Μάιος 2002), οι ΗΠΑ επέμειναν στο να εκβιάσουν μια σύγκλιση γύρω από τα συμφέροντά τους την ίδια στιγμή που αύξαναν τα δικά τους προστατευτικά μέτρα στη γεωργία. Οι ιμπεριαλιστικές απαιτήσεις επικεντρώθηκαν στην «απελευθέρωση των αγορών» σε πέντε βασικούς τομείς: βιομηχανικά αγαθά, γεωργία, υπηρεσίες, κρατικές προμήθειες και άμεσες ξένες επενδύσεις. Στις κρατικές προμήθειες, οι ΗΠΑ απαιτούν την εφαρμογή των κανόνων της FTAA όχι μόνο σε ομοσπονδιακό ή εθνικό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο πολιτείας, επαρχίας και δήμου.
Με άλλα λόγια, «εξουσία» από τα πάνω προς τα κάτω.

Οι κανόνες που είναι καλοί για την παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου θα επιβάλλονται προς τα κάτω μέχρι το τοπικό επίπεδο, στερώντας για άλλη μια φορά από το λαό την ανεξαρτησία να καθορίσει τους δικούς του δρόμους ανάπτυξης. Αυτός ο νέος όρος στοχεύει απευθείας στην καρδιά κάθε προγράμματος αυτοδιαχειριζόμενης δημοκρατίας και/ή Συμμετοχικού Προϋπολογισμού. Η αύξηση της ιμπεριαλιστικής πίεσης γίνεται σε μια στιγμή όπου χώρες όπως η Βραζιλία και η Αργεντινή χρειάζεται να μειώσουν τα εμπορικά τους ελλείμματα για να καλύψουν την πληρωμή των τόκων του εξωτερικού χρέους και να μειώσουν τα εσωτερικά τους «μεγα-χρέη». Έτσι, λίγους μήνες πριν τις εκλογές στη Βραζιλία, προστέθηκε ένας ακόμη όρος στη μελλοντική κυβέρνηση.

1.4

Η στρατηγική αναδιοργάνωσης των ΗΠΑ γίνεται με τη διπλή προοπτική να επιτευχθεί μια διαδικασία απελευθέρωσης του εμπορίου σε ηπειρωτική κλίμακα και ταυτόχρονης καταπίεσης του λαϊκού κινήματος. Η στρατιωτική ανάπτυξη γίνεται για να ελέγξουν ή ακριβέστερα να εξαναγκάσουν μέσω αυτής την παγκοσμιοποίηση του εμπορίου και να ελέγξουν την κοινωνική «αταξία» και εξεγέρσεις που αυτή προκαλεί. Η στρατηγική σημασία της περιοχής των Άνδεων την κάνει μία από τις προτεραιότητες της πολιτικής ασφάλειας των ΗΠΑ.

Το Σχέδιο Κολομβία (μετονομασμένο σε Πρωτοβουλία για την Περιοχή των Άνδεων) καταλαμβάνει μια κεντρική θέση σε αυτή την στρατηγική ενάντια στις εξεγέρσεις. Ο τρίτος μεγαλύτερος παραλήπτης «στρατιωτικής» βοήθειας (μετά το Ισραήλ και την Αίγυπτο), ο τέταρτος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος των ΗΠΑ και η πέμπτη μεγαλύτερη λατινοαμερικάνικη οικονομία, η Κολομβία, είναι ένα εργαστήριο για μια μεγάλης κλίμακας επέμβαση.

Ενώ ο Ουρίμπε, ο ακροδεξιός υποψήφιος με τις παραστρατιωτικές διασυνδέσεις, υπόσχεται να εμπλέξει ένα εκατομμύριο πολίτες στον πόλεμο, είτε ως ενόπλους είτε ως πληροφοριοδότες, ο Μπους διπλασιάζει το στοίχημα. Τα επιπλέον 68 εκ. δολάρια για τη μάχη ενάντια στην «ναρκοτρομοκρατία» έχουν ήδη ψηφιστεί και μέσα στο 2003 θα δοθούν άλλα 98 εκ. δολάρια για τη δημιουργία ενός «πετρελαϊκού στρατού» από μισθοφόρους, για να επιβλέπει τους αγωγούς της Occidental Petoleum. Στην «πίσω αυλή» τους και για λόγους ασφάλειας, οι ΗΠΑ έχουν αποφασίσει ότι δε θα επιτρέψουν να γεννηθεί ένα «αποτυχημένο κράτος», πόσο μάλλον που πρόκειται για μια περιοχή πλούσια σε πετρέλαιο, κάρβουνο και μεταλλικές πρώτες ύλες.

Σ’ αυτές τις συνθήκες, το Σχέδιο Κολομβία δε στοχεύει μόνο ενάντια στο ένοπλο αντάρτικο (ιδιαίτερα το FARC) και το κοινωνικό κίνημα στο σύνολό του, αλλά δρα ως ένας αποτρεπτικός μηχανισμός ενάντια στη λαϊκή αντίσταση στη Λατινική Αμερική. Την ίδια στιγμή ανοίγει ευνοϊκά σενάρια για τις πολυεθνικές των ΗΠΑ. Είναι προφανές ότι το Σχέδιο Κολομβία δεν περιορίζεται από σύνορα και επικράτειες και ότι η επέμβαση των ΗΠΑ δε θα σταματήσει σε καμία χώρα ή ότι δεν θα προσαρμοστεί σε οποιοδήποτε άλλα συμφέροντα πέρα απΕ αυτά των ΗΠΑ.

1.5

Ως τμήμα αυτής της στρατιωτικής επέμβασης, η κυβέρνηση του Παναμά αυξάνει τη στρατιωτική της παρουσία στην περιοχή του Νταριέν και χρησιμοποιεί μια ρήτρα της Συμφωνίας για τη Διώρυγα που επιτρέπει στην Ουάσιγκτον να στείλει στρατεύματα. Στρατιωτικές βάσεις έχουν στηθεί στην Αρούμπα-Κουρασάο, Μάντα (Ισημερινός), Κομολάπα (Σαλβαδόρ), Τεχουκιχάλπα και Παλμερόλα (Ονδούρα), Λιβέρια (Κόστα Ρίκα) και άλλη στρατιωτική ενέργεια έχει συμπεριλάβει τους Νέους Ορίζοντες (Περού), την κατάληψη του Βιέκες (Πουέρτο Ρίκο), το Σχέδιο Ντιγκνιντάντ στη Βολιβία, την Επιχείρηση Καμπάνιας 2001 (Αργεντινή) και την εκπαίδευση στρατιωτών στην Κονθεψιόν (Παραγουάη). Όλα αυτά σχηματίζουν τον κατάλογο ενός φιλοπόλεμου τοπικού σχήματος που απολαμβάνει αποκλειστική πρόσβαση στη βάση του Αλκαντάρα στη Βραζιλία. Η προηγούμενη ενασχόληση των ΗΠΑ με την «ασφάλεια του ημισφαιρίου» εκφράζεται στο ντοκουμέντο των Ενωμένων Αρχηγών του Προσωπικού του στρατού των ΗΠΑ – Κοινό Όραμα 2020 που εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2001, επαναλαμβάνοντας το δυσοίωνο δόγμα της «εθνικής ασφάλειας», ο στρατός των ΗΠΑ εφιστά την προσοχή στα κύρια κέντρα της αστάθειας: το «ριζοσπαστικό τρίγωνο» (Κολομβία, Ισημερινός, Βενεζουέλα), Περού, Παναμάς και Αργεντινή. Το ίδιο ισχύει για το ντοκουμέντο Πολιτική των ΗΠΑ σε σχέση με την Περιοχή των Άνδεων που συντάχθηκε από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ στις 17 Μαΐου 2001, το οποίο εισάγει μια ένεση «βοήθεια στον τομέα της ασφάλειας» με τη μορφή της χρηματοδότησης των στρατιωτικών εξοπλισμών και της στρατιωτικής εκπαίδευσης στο εξωτερικό. Οι ΗΠΑ κινητοποιούν τη CIA, την Υπηρεσία Δίωξης ναρκωτικών, το Πεντάγωνο, την ακτοφυλακή και τη Νότια Διοίκηση για να υλοποιήσουν αυτή την πολιτική επέμβασης.

1.6

Η ηπειρωτική στρατηγική ενάντια στην εξέγερση συνοδεύεται από πολύπλευρες επιχειρήσεις στην προοπτική μιας λατινοαμερικάνικης δύναμης επέμβασης ένα είδος ένοπλου «αντιτρομοκρατικού» σώματος του ίδιου του ΟΑΚ. Ουσιαστικά, αναπτύσσεται επίσης η θεσμική πλευρά αυτής της αναδιοργάνωσης. Ο ΟΑΚ αναζωογονείται και κατασκευάζεται ως υπόδειγμα «δημοκρατικής αλληλεγγύης» για τις χώρες της ηπείρου (Ενδοαμερικανικός Δημοκρατικός Χάρτης που υιοθετήθηκε στη Λίμα λίγο μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001), με άξονες την «υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και την καλή «τοπική διακυβέρνηση». Στο μεταξύ, οι κατασταλτικοί μηχανισμοί εκσυγχρονίζονται, διασφαλίζεται η ασυδοσία για την κρατική τρομοκρατία και η «κοινωνική εκκαθάριση» των προς «ξεφόρτωμα» υποκειμένων (όπως στην Κολομβία, Γουατεμάλα, Τσιάπας Αργεντινή και Βραζιλία) είναι μέρος της μάχης ενάντια στο «οργανωμένο έγκλημα», το «λαθρεμπόριο», τη «διακίνηση ναρκωτικών», την εγκληματικότητα, την «παράνομη οικονομία» των «επικίνδυνων τάξεων».

Αυτή η ενδοαμερικανική «διοίκηση»επιχειρεί να επαναφέρει το δικαίωμα για ανάμιξη στο εσωτερικό των κρατών, στέλνοντας στον κάλαθο των αχρήστων τις αρχές της μη επέμβασης και του σεβασμού της εθνικής ανεξαρτησίας, αρχές πολύ ζωντανές σε χώρες που όλη τους η ιστορία έχει σημαδευτεί από αγώνες ενάντια στον ιμπεριαλισμό και την ξένη επέμβαση.

1.7

Ταυτόχρονα, η κρίση νομιμοποίησης και διακυβέρνησης των αστικών ελίτ επιβάλλει μηχανισμούς και νόμους κοινωνικού ελέγχου και επιδρομή στα δημοκρατικά δικαιώματα της «κοινωνίας των πολιτών». Το «δημοκρατικό» κράτος παίρνει όλο και περισσότερο έναν αυταρχικό χαρακτήρα, καταστέλλοντας όλες τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας και ανυπακοής.

Για να είμαστε ακριβείς, η κρίση του «νεοφιλελεύθερου παραδείγματος» ως τρέχουσα φάση της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, και η αποτυχία του «εκσυγχρονισμού της υπανάπτυξης», είναι ένας από τους κεντρικούς παράγοντες αυτής της απώλειας νομιμοποίησης και συνοχής του κυρίαρχου λόγου. Ακόμα και πολύ πλατιά τμήματα των «μεσαίων τάξεων» δεν μπορούν πια να παραπλανηθούν με υποσχέσεις καταναλωτισμού, αντίθετα περνάνε στη μαχητική αντιπολίτευση μέσω της κινητοποίησης, της ψήφου διαμαρτυρίας ή της αποχής.

Η κρίση νομιμοποίησης και διακυβέρνησης είναι διαρκής τα τελευταία χρόνια στη Λατινική Αμερική, φέρνοντας στην επιφάνεια την πολιτική αστάθεια της περιοχής. Η κρίση έχει ξεπεράσει εντελώς τα όρια αντοχής της «αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας». Ο σεβασμός προς τους θεσμούς έχει σπάσει από τους δημοκρατικούς αγώνες των μαζών, που μέσα στα τελευταία 3 χρόνια έχουν ανατρέψει προέδρους εκλεγμένους, επανεκλεγμένους ή επιβαλλόμενους από κοινοβούλια και κονγκρέσα: Κούμπας Γκράου (Παραγουάη), Μπουκαράν και Μαχουάντ (Ισημερινός), Φουτζιμόρι (Περού), Ντε λα Ρούα και Ροντρίγκεζ Σάα (Αργεντινή). Αυτή είναι μία ακόμα ιδιαιτερότητα της Λατινικής Αμερικής ότι το λαϊκό κίνημα έχει εξασκήσει την αρχή της ανακλητότητας και της άμεσης δημοκρατίας, βάζοντας στην άκρη την αντιπροσωπευτική εξουσία.

1.8

Είναι μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο που στήνεται μια «πολυλειτουργική αρχιτεκτονική» – στο οικονομικό, στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο που θα επιτρέψει την επανανομιμοποίηση της ιμπεριαλιστικής υπεροχής. Οι στόχοι που εμφανίζονται στην ατζέντα της Ουάσιγκτον είναι καθαροί: να τσακίσει τη νέα άνοδο της λαϊκής μαχητικότητας, την πνοή της πολιτικής ανυπακοής και το ριζοσπαστικό χαρακτήρα των κοινωνικών αγώνων. Να αντιστρέψει την επαναστατική διαδικασία που έχει ανοίξει στην Αργεντινή. Να ενσωματώσει, να ουδετεροποιήσει ή να σαμποτάρει ανοιχτά μια κυβέρνηση του Λούλα στη Βραζιλία. Να νικήσει το ένοπλο αντάρτικο και να διασφαλίσει την παροχή του κολομβιανού πετρελαίου. Να αποσταθεροποιήσει την κυβέρνηση του Τσάβες ένοχη για έναν εθνικιστικό λόγο και για τη συμμαχία της με την Αβάνα. Να τσακίσει την αντίσταση των µαπατίστας στην Τσιάπας, καθώς και αυτή των ιθαγενών κοινοτήτων, των αγροτών, των αποίκων και των συνδικαλιστών που εναντιώνονται στη ληστεία που αντιπροσωπεύει το Σχέδιο Πουέμπλα-Πάναμα. Να συνεχίσουν το εμπάργκο και να καταφέρουν μια οριστική ήττα στην Κούβα. Να δημιουργήσουν συνθήκες «δημοκρατικής σταθερότητας» που επιτρέπουν την ασφαλή είσοδο του κεφαλαίου των ΗΠΑ στη μάχη με την ΕΕ για τις αγορές.

2. Μια ολοκληρωτική κοινωνικοοικονομική κρίση

2.1

Η κοινωνικοοικονομική κρίση του «νεοφιλελεύθερου μοντέλου» και η κρίση των προσπαθειών για δευτερεύουσες τοπικές ολοκληρώσεις (MERCOSUR, CAN Κοινότητα Εθνών των Άνδεων, Κεντροαμερικάνικη Κοινή Αγορά) επιταχύνθηκαν από το χρηματιστηριακό κραχ του 1997-98 και την επίθεση με άξονα την FTAA. Ακόμα δεν έχουμε ακούσει την τελευταία λέξη σχετικά με την FTAA: από τη μία λόγω των νέων (προστατευτικών) συνθηκών που επιβάλλει το Κονγκρέσο των ΗΠΑ στον Μπους, από την άλλη, λόγω της αυξανόμενης κινητοποίησης και κοινωνικής διαμαρτυρίας ενάντια στην FTAA. Η βαρύτητα της κρίσης τονίζει ταυτόχρονα τις καταστροφικές επιπτώσεις του νεοφιλελεύθερου προγράμματος αντι-μεταρρυθμίσεων και τις βάρβαρες συνέπειες ενός αυθεντικά νεοαποικιακού σχεδίου που επιβάλλεται στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Αυτός είναι ένας συνηθισμένος παράγοντας πίσω από την αναδιοργάνωση της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής κυριαρχίας.

2.2

Αυτό το «νεοαποικιακό πακέτο» σημαίνει μια γιγάντια μεταφορά πόρων διαφόρων τύπων προς τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές ομάδες (βιομηχανικές εμπορικές χρηματιστικές επιχειρήσεις) και προς ένα μικρό αριθμό των τοπικών τους συνεργατών. Αυτό το σχέδιο ενσωματώνει τερατώδη διαφθορά και παρασιτισμό, τυπικά για μια άρχουσα τάξη που έχει περισσότερη εμπιστοσύνη σε έναν τραπεζικό λογαριασμό που ανοίγει στις ΗΠΑ, στην Ελβετία ή κάποιο φορολογικό παράδεισο, παρά στην ίδια της τη χώρα. Αυτή η μεταφορά πλούτου είναι τόσο εκτεταμένη που συμπεριλαμβάνει την καταστροφή ολόκληρων κοινωνικών στρωμάτων και έναν ασύλληπτο βαθμό συγκέντρωσης του πλούτου, κοινωνικής καταστροφής, χρηματοοικονομικές κρίσεις και όλο και πιο παρατεταμένες υφέσεις.

Το σοκ συμπεριλαμβάνει μια βιομηχανική καταστροφή περιοχών που όπως η Αργεντινή είχαν μια σχετική ανάπτυξη. Τα χτυπήματα της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου που εξαναγκάζει τις «υπανάπτυκτες» χώρες να αντιμετωπίζουν την ίδια τους την οικονομία με τη λογική της «δομικής προσαρμογής» και της πληρωμής του εξωτερικού χρέους, να ικανοποιούν τις διεθνικές απαιτήσεις των ιμπεριαλιστικών χωρών και των διεθνικών τους ομάδων, έχουν καταστρέψει τη δυναμική της περιοχής. Ουσιαστικά τα πάντα έχουν ιδιωτικοποιηθεί και ό,τι απομένει είναι προς πώληση: αποθέματα νερού και πετρελαίου, ηλεκτρισμός, γη, ορυχεία, λιμάνια, υπηρεσίες υγείας.

2.3

Οι δομικές αιτίες της οικονομικής κρίσης επιτείνονται με την ανισορροπία των τεσσάρων μεγάλων μετασχηματισμών που καταγράφονται στην περιοχή:

Ι. Η αύξηση του εξωτερικού χρέους από τη δεκαετία του Ε80 και μετά. 709.000 δις δολάρια (1999), ενώ ανάμεσα στο 1982 και το 1988 796.000 δις δολάρια πληρώθηκαν σε τόκους. Η πληρωμή για την εξυπηρέτηση του χρέους βάζει σε κίνδυνο το μέλλον των εθνών, καθώς είναι ισοδύναμο με το 39% του ΑΕΠ και το 201% των εξαγωγών.

ΙΙ. Η καταστροφή της βιομηχανίας σε πολλές χώρες, με την οπισθοχώρηση βιομηχανικών κλάδων που σχετίζονται με την ανάπτυξη (στρατηγική της υποκατάστασης με εισαγωγές) και με την εμφύτευση τομέων στενά συνδεδεμένων με την εξαγωγική στρατηγική των μεγάλων διεθνικών εταιριών.

ΙΙΙ. Η κατάρρευση των όρων του εμπορίου, δηλαδή της αντίστοιχης αξίας των εξαγωγών σε σχέση με τις εισαγωγές (εμπορικό έλλειμμα).

ΙV. Αυξανόμενη φτώχεια και ανισότητα: το 44% του πληθυσμού της Λατινικής Αμερικής είναι φτωχοί, ενώ 90 εκ. άνθρωποι επιβιώνουν με λιγότερο από 2 δολάρια τη μέρα και το 10% του πληθυσμού κατέχει περισσότερο από το 50% του εθνικού εισοδήματος. Αν για τους κυνικούς του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός και τη Νέα Υόρκη η φτώχεια είναι πρώτα απ’ όλα «έλλειψη πληροφοριών», τα στοιχεία για την περιοχή εκθέτουν όλα τα ιδεολογικά ψέματα των κατόχων του χρήματος: στην εποχή του Ίντερνετ, σχεδόν ο μισός πληθυσμός της Λατινικής Αμερικής δεν έχει πρόσβαση σε τηλεφωνική γραμμή και ο μέσος χρόνος παραμονής στην εκπαίδευση είναι 5,2 χρόνια.

2.4

Η παγκόσμια ύφεση επηρεάζει άμεσα τη περιφέρεια της λατινικής Αμερικής: η αύξηση των εξαγωγών έπεσε από το 12% στο 2% μέσα στον τελευταίο χρόνο, οι ξένες επενδύσεις μειώθηκαν και η στασιμότητα του ΑΕΠ (αύξηση 0,5% το 2001) θα μπορούσε να ανέβει στην καλύτερη περίπτωση σε 1,1%. Η κατάρρευση συγκεντρώνεται αυτή τη στιγμή στην Αργεντινή. Το εξωτερικό της χρέος ξεπερνάει το μισό του ΑΕΠ και είναι ισοδύναμο με τις εξαγωγές 5 χρόνων, ένα χρέος που έχει αυξηθεί με τις σκανδαλώδεις ιδιωτικοποιήσεις. Η πτώση του ΑΕΠ θα φτάσει το 10% το 2002 τα τελευταία 2 χρόνια, περισσότερες από 3.000 επιχειρήσεις έχουν κλείσει, η ανεργία αγγίζει το 20%, ενώ 18 εκ. ζουν μέσα στη φτώχεια (από τα οποία περισσότερα από 4 εκ. είναι εντελώς άποροι). Ταυτόχρονα, τα έξοδα της υποτίμησης πληρώνονται από τους μισθωτούς, που έχουν χάσει το 40% της καταναλωτικής τους δύναμης από το Δεκέμβριο του 2001. Η γιγάντια ληστεία των πόρων, αυτό το δίκτυο μεταφοράς πλούτου, απαλλοτρίωσης του εισοδήματος και ιδιωτικοποίησης του κράτους έχει παρόλ’ αυτά συναντήσει μια κολοσσιαία απάντηση από το λαϊκό κίνημα. Και έρχεται σε συμφωνία με μια νέα περίοδο της ταξικής πάλης στη Νότια Αμερική.

3. Η αναγέννηση της λαϊκής πάλης

3.1

Είμαστε μάρτυρες μια αναγέννησης των λαϊκών μαζικών αγώνων, μιας επανοργάνωσης των κοινωνικών κινημάτων και ανασυγκρότησης της ταξικής συνείδησης. Με άλλα λόγια, η χειρότερη περίοδος της αντίδρασης έχει ξεπεραστεί.

Αν και υπάρχουν ακόμα καταστάσεις κατακερματισμού και σύγχυσης, αυτή η διαδικασία της άμεσης εξάπλωσης και της κοινωνικοποίησης των διαφόρων εμπειριών της πάλης έχει έναν πλατύ και ριζοσπαστικό χαρακτήρα, συνδέοντας αιτήματα και προγράμματα που ενσωματώνουν οικονομικές, πολιτικές, δημοκρατικές, οικολογικές, πολιτιστικές και εθνοτικές συνιστώσες. Αυτή η διαδικασία δε σταμάτησε από τον ιδεολογικό δηλητηριασμό της επίθεσης στους Δίδυμους Πύργους και την τρομοκρατική εκστρατεία του ιμπεριαλισμού και των μέσων ενημέρωσης. Αντίθετα, η κοινωνική πόλωση εντάθηκε μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001. Το «αργεντινάτζο» και η λαϊκή εξέγερση ενάντια στο επιχειρούμενο πραξικόπημα στη Βενεζουέλα, όσο και η ανάπτυξη των μαζικών διαμαρτυριών, απεργιών και «κασερολάσο» στη Ουρουγουάη και οι όλο και πιο πλατιοί ριζοσπαστικοί αγώνες στην Παραγουάη και τη Βολιβία, επιβεβαιώνουν αυτή τη νέα περίοδο της ταξικής πάλης.

3.2

Aυτοί οι αγώνες των κοινωνικών κινημάτων προβάλουν προγράμματα και αιτήματα που παίρνουν μια αντινεοφιλελεύθερη όψη, βρίσκονται όμως τοποθετημένα μέσα σε μια συμπαγή δυναμική του αντιιμπεριαλιστικού και αντικαπιταλιστικού χαρακτήρα της αντίστασης. Αυτά τα κινήματα και οι αγώνες συμπεριλαμβάνουν το Συντονισμό της Άμυνας για το Νερό και τη µωή στην Κοτσαμπάμπα, τα «κοκακολέρος» των Τσαπάρε και τις πορείες των αγροτών στη Βολιβία, το CONAIE στον Ισημερινό και το MST στη Βραζιλία, τους µαπατίστας στην Τσιάπας, την κινητοποίηση στην οποία κάλεσε το Δημοκρατικό Συμβούλιο του Λαού στην Παραγουάη, τους δασκάλους, φοιτητές και «μαπούτσος» στη Χιλή, τους λαϊκούς εποίκους του Βιέκες, τους δημόσιους υπάλληλους και τα λαϊκά κινήματα στην Κολομβία. Οι αναρίθμητες κινητοποιήσεις συνδικαλιστών, αγροτών (που είχαν με τη Via Campesina ένα βασικό «κινητήρα»), άνεργων εργατών (το παράδειγμα των πικετέρος έχει εξαπλωθεί σε διάφορες χώρες), το κίνημα των μαύρων, των γυναικών, των ακτιβιστών για τα ανθρώπινα δικαιώματα και ενάντια στην ασυδοσία, των φοιτητών και ακτιβιστών στις γειτονιές, οι κοινοτικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί, παίζουν το ρόλο της συνάρθρωσης των διαφορετικών διαστάσεων αυτής της αντίστασης, που συμπεριλαμβάνει στοιχεία ακόμα με μερικό χαρακτήρα μιας αντεπίθεσης.

Αυτό που ξεχωρίζει σ’ αυτό το νέο σενάριο είναι η αναγέννηση των ιθαγενών λαών, των οργανώσεων και των αιτημάτων τους ιθαγενείς λαοί που ξεσηκώθηκαν ενάντια στο γιορτασμό της 500ής επετείου από την κατάκτηση της Αμερικής. Επίσης, η συνέχεια του ένοπλου αντάρτικου στην Κολομβία στο πλαίσιο ενός πολέμου χωρίς τέλος και με δεκάδες χιλιάδες θύματα, είναι σημαντική.

Αυτή η νέα περίοδος αγώνων και ριζοσπαστικής δημοκρατικής εγρήγορσης εξηγεί, ανάμεσα στα άλλα, την προσωρινή νίκη των φτωχών μαζών ενάντια στο πραξικόπημα στη Βενεζουέλα προσωρινή στο βαθμό που ο λαϊκίστικος εθνικισμός του Τσάβες δε διασφαλίζει το τσάκισμα της αντεπαναστατικής συνομωσίας, ούτε την αυτονομία των Μπολιβαριανών Κύκλων, ούτε την αυττοοργάνωση των ριζοσπαστικών αντιιμπεριαλσιτικών δυνάμεων που ανακύπτουν από το εσωτερικό της «Μπολιβαριανής Επανάστασης».

3.3

Όλοι αυτοί οι αγώνες δεν περιορίζονται στην περιφέρεια του «κοινωνικού αποκλεισμού» ή της «αποπρολεταριοποίησης», ούτε μπορούν να χαρακτηριστούν ως αγώνες ενός άμορφου «πλήθους» χωρίς ταξική αναφορά. Συμπεριλαμβάνουν όλο και πλατύτερα κομμάτια των εκμεταλλευόμενων τάξεων και συνδέονται με την ανάπτυξη ενός κινήματος αντίστασης στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, με τις καμπάνιες, τα δίκτυα αλληλεγγύης και τις μεγάλες κινητοποιήσεις ενάντια στους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς. Επιβεβαιώνουν, ταυτόχρονα, την επείγουσα ανάγκη ενός ανανεωμένου διεθνισμού, του οποίου τη μαζική έκφραση έχουμε δει από το Σιάτλ ως το ΠΚΦ στο Πόρτο Αλέγκρε.

Είναι μέσα σ’ αυτό το αγωνιστικό κίνημα της ταξικής πάλης, που μια νέα ριζοσπαστική αριστερά ξεπροβάλλει, η οποία όχι μόνο συλλογίζεται και γράφει για τον «σοσιαλισμό του μέλλοντος» ή τον «άλλο εφικτό κόσμο», αλλά επίσης συμμετέχει στην ταξική πάλη, πραγματοποιεί εξεγέρσεις, παλεύει για την αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων, κάνει καθημερινή πράξη την οικοδόμηση μιας αφανούς «αντι-εξουσίας».

3.4

Το αργεντινάτζο έχει επιταχύνει αυτή την ανασύνθεση του λαϊκού κινήματος, καθώς και τη ριζοσπαστικοποίησή του. Αντιπροσωπεύει ένα γεγονός αποφασιστικής ιστορικής σημασίας στην πορεία της ταξικής πάλης στη Λατινική Αμερική. Και μολονότι κανείς δεν πρέπει να υποτιμήσει την ικανότητα της αστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού να οργανώσουν μια αντεπαναστατική νίκη, η δύναμη του λαϊκού κινήματος κατοχυρώνει σιγά σιγά νέες μορφές δημοκρατίας της βάσης. Υπάρχει μια γραμμή που συνδέει τους μαζικούς αγώνες στην Αργεντινή (και της Λατινικής Αμερικής στο σύνολό της) με τις εξεγέρσεις του Σιάτλ και της Γένοβα, με το κίνημα ενάντια στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, καθώς και με τα αντάρτικα, την πολιτική ανυπακοή, τις διαμαρτυρίες και πάνω απ’ όλα με την τρομερή ριζοσπαστικοποίηση όλο και πλατύτερων στρωμάτων της νεολαίας σε παγκόσμια κλίμακα και, στην περίπτωση της Λατινικής Αμερικής, των γυναικών: εργάτριες, άνεργες και «αρχηγοί» των νοικοκυριών, που παίζουν έναν ουσιαστικό ρόλο στην ανασύνθεση μιας ριζοσπαστικής κοινωνικής αριστεράς. Το αργεντινάτζο έχει δυναμώσει αυτό το αντιιμπεριαλιστικό κλίμα, που είναι η κύρια απειλή για το σχέδιο επαναποικιοποίησης, που οι ΗΠΑ έχουν σχεδιάσει γύρω απ’ την FTAA.

3.5

Το αργεντινάτζο σήμανε ένα ποιοτικό άλμα σ’ αυτή την αναγέννηση των κοινωνικών κινημάτων, όχι μόνο ως συνιστώσα της «αντινεοφιλεύθερης» αντίστασης, αλλά και στην προοπτική της συγκρότησης ενός αντιιμπεριαλιστικού και αντικαπιταλιστικού κινήματος. Με τον ίδιο τρόπο, έχει χρησιμεύσει ως ένας παράγοντας-κλειδί για την απονομιμοποίηση του νεοφιλελεύθερου προγράμματος και λόγου. Είναι το άνοιγμα αυτής της επαναστατικής διαδικασίας, που αμφισβητεί όπως ποτέ πριν το διεθνικό ρόλο του ΔΝΤ και του κεφαλαίου, του εξωτερικού χρέους, των ιδιωτικοποιήσεων και της προδοσίας των άρχουσων ελίτ. Η πολύμορφη επαναστατική διαδικασία που έχει ανοίξει, της εμπειρίας μιας άμεσης και αποκεντρωμένης δημοκρατίας, επιτρέπει μια αλληλεπίδραση μεταξύ των διαφορετικών δομών που έχουν προκύψει: πικετέρος, συμβούλια γειτονιάς, ομάδες μικροκαταθετών, εργάτες στις υπηρεσίες και τις βιομηχανίες. Αυτή η σύμπλευση ελαχιστοποιεί την παραδοσιακή διάκριση μεταξύ «εργαζομένων», «ανέργων» και «μεσαίας τάξης».

Οι εμπειρίες του κινήματος των πικετέρος και των συμβουλίων γειτονιάς επιτρέπουν τη δυνατότητα οικοδόμησης ενός επαναστατικού κινήματος, μιας δημοκρατικής λαϊκής εξουσίας με μια σοσιαλιστική προοπτική. Η «μεγάλη» εξέγερση έχει βάλει στην ατζέντα το θέμα της στρατηγικής που συνδέει την αντίσταση με την πάλη για την εξουσία, την αντιπροσωπευτική δημοκρατία και/ή την αρχή της ανακλητότητας, τα σακέος ως πράξεις αυτό συντήρησης και για την εξασφάλιση τροφής, συμπεριλαμβανομένων εμπειριών εργατικής αυτοδιαχείρισης που αμφισβητούν την ατομική ιδιοκτησία και το μονοπώλιο της παραγωγικής διαδικασίας.

Στην Αργεντινή, ένα τεράστιο μαζικό, δημοκρατικό και ριζοσπαστικό κίνημα έχει υπονομεύσει και παραλύσει όλους τους μηχανισμούς πολιτικής και θεσμικής αντιπροσώπευσης. Βάζοντας έτσι σε αμφισβήτηση το μονοπώλιο της καπιταλιστικής κρατικής εξουσίας και, ενδεχομένως, εκφράζοντας τη δυνατότητα προχωρήματος προς μορφές δυαδικής εξουσίας. Με αυτή την έννοια, η πρόταση του Τρότσκι αποκτά όλη της τη δύναμη: «Οι μάζες δεν κάνουν την επανάσταση έχοντας συλλάβει από τα πριν ένα σχέδιο για την κοινωνία, αλλά με ένα καθαρό αίσθημα ότι είναι αδύνατο να συνεχίσουν να ανέχονται την παλιά κοινωνία».

4. Χτίζοντας μια αντικαπιταλιστική αριστερά

4.1

Στη Λατινική Αμερική και ιδιαίτερα στη Νότια Αμερική υπάρχει μια εξαιρετική κατάσταση. Συνδυάζει την ένταση μιας κοινωνικοοικονομικής κρίσης και μιας κρίση του «νεοφιλελεύθερου μοντέλου» με μια θεσμική κρίση της διακυβέρνησης και μια κρίση της αστικής πολιτικής ηγεσίας. Η διαδικασία της αντιμεταρρύθμισης έχει χάσει όλη την πολιτική και ιδεολογική νομιμότητά της και η πλατιά και ριζοσπαστική φύση των λαϊκών αγώνων προβάλλει με περισσότερη δύναμη την ανάγκη μιας «προγραμματικής επανίδρυσης» με την αντιιμπεριαλιστική και αντικαπιταλιστική έννοια.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, τόσο το ενιαίο μέτωπο και η ενότητα της αριστεράς, όσο και η συγκρότηση μιας επαναστατικής δύναμης εμφυτευμένη στις μάζες με ικανότητα να ηγείται στους αγώνες, είναι βασικά και άμεσα καθήκοντα της ριζοσπαστικής αριστεράς. Αυτά τα καθήκοντα δεν μπορούν να εξετάζονται στην απομόνωση της «αυτοεπιβεβαίωσης» της «δικιάς μας ταυτότητας».

Και οι επαναστατικοί μαρξιστικοί πυρήνες στις διάφορες οργανώσεις, ομάδες και ρεύματα που ανήκουν στην 4η Διεθνή πρέπει να επιλέξουν χωρίς δισταγμό έναν πολιτικό προσανατολισμό ανασυγκρότησης της ριζοσπαστικής αριστεράς, την ενοποίηση της επαναστατικής αριστεράς.

4.2

Η ακραία πόλωση της έντονης ταξικής πάλης οξύνει τόσο τις σχέσεις όσο και τις συζητήσεις στη λατινοαμερικάνικη αριστερά για το ποια στρατηγική πρέπει να ακολουθηθεί. Και ιδιαίτερα ανοίγει μια ρωγμή για την σύνδεση της κοινωνικής αντίστασης και του εναλλακτικού πολιτικού προγράμματος.

Το ζήτημα της συνάρθρωσης της κοινωνικής αντίστασης με ένα πολιτικό πρόγραμμα σε μια στρατηγική προοπτική εξουσίας είναι πάλι στην ατζέντα πιο πιεστικό και πιο επίκαιρο. Η μονοδιάστατη ανάγνωση του «Μεταρρύθμιση ή επανάσταση» δίνει σήμερα τη θέση της στην επείγουσα ανάγκη της μεταρρύθμισης και της επανάστασης για τον «μετασχηματισμό της επικρατούσας τάξης», όπως πρότεινε η Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Η απόσταση ανάμεσα σε μια ριζοσπαστική αριστερά, της οποίας η συγκρουσιακή φύση είναι αναμφισβήτητη και σε μια άλλη αριστερά που αν και συνεχίζει να έχει μια πλατιά κοινωνική βάση και να αντιστέκεται είναι τοποθετημένη σ’ έναν στρατηγικό ορίζοντα εστιασμένο στους θεσμούς, γίνεται πιο εμφανής.

Την ώρα που η πρώτη επιτείνει τα «αντιστασιακά» και εξωθεσμικά χαρακτηριστικά της, η δεύτερη σταθεροποιείται σε επίπεδο δημοτικών κυβερνήσεων, κοινοβουλίων και σε μερικές περιπτώσεις ως εθνική εκλογική επιλογή. Ενώ υποχωρεί στο προγραμματικό επίπεδο και προσαρμόζεται (ακόμα μ’ έναν τρόπο που προκαλεί συγκρούσεις) στους κανόνες του κυρίαρχου συστήματος, πολώνεται με τη δεξιά στο ζήτημα των «μοντέλων για τη χώρα». Αυτή η εξέλιξη επιβεβαιώνεται στις κύριες οργανώσεις που απαρτίζουν το Φόρουμ του Σάο Πάολο.

4.3

Στην αριστερά που κυριαρχεί στα μεγάλα κόμματα και μέτωπα υπάρχει μια πολιτική στρατηγική ταξικής συμφιλίωσης, «συμφωνίας» και συμμαχιών με «προοδευτικούς» ή ανοιχτά φιλελεύθερους επιχειρηματικούς τομείς. Αυτός ο «προοδευτισμός» μοιάζει όλο και περισσότερο με τον κοινωνικό φιλελευθερισμό της «πληθυντικής αριστεράς». Αυτή είναι η περίπτωση του PT, του Frente Amplio και του FSLN.

Εγκλωβισμένες στο σύνδρομο «ούτε Ντε λα Ρούα, ούτε Τσάβες, αλλά ούτε και Αλλιέντε», οι ηγεσίες της πλειοψηφίας προωθούν ένα πρόγραμμα «εναλλακτικού μοντέλου ανάπτυξης», με έμφαση στο «κοινωνικό», στο «ξερίζωμα της φτώχιας» για να ξεπεράσουν «τη βαριά νεοφιλελεύθερη κληρονομιά»: υπερχρέωση, αποεθνικοποίηση, ανεργία, φτώχια, μια παραγωγική δομή κυριαρχούμενη από το διεθνικό κεφάλαιο.

Παρόλα αυτά, στα προγράμματά τους δεν βλέπουμε ούτε μια αναστολή στην πληρωμή του χρέους, ούτε την επιστροφή στην κρατική ιδιοκτησία των δημόσιων υπηρεσιών που έχουν ιδιωτικοποιηθεί και των ιδιωτικοποιημένων ταμείων κοινωνικής ασφάλισης, ούτε μια φορολογική μεταρρύθμιση που απαλλοτριώνει το κεφάλαιο, ούτε μια ρήξη με τους όρους που επιβάλλονται από τους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς, ούτε προστατευτικές πολιτικές με μια ορισμένη αποσύνδεση από μια «παγκοσμιοποιητική» λογική. Ούτε εμπεριέχουν μια στρατηγική δημοκρατικής ρήξης ή «δημοκρατικής επανάστασης». Αυτό που κυριαρχεί στο όραμα της ηγεσίας της πλειοψηφίας είναι ένας ρεφορμισμός χωρίς «δομικές μεταρρυθμίσεις» (με την αντικαπιταλιστική έννοια που ο Ερνέστ Μαντέλ απέδωσε σ’ αυτές).

Στην πλειοψηφούσα αριστερά κυριαρχεί ένα «αναδιανεμητικό» όραμα χωρίς ριζοσπαστικά μέτρα αναδιανομής του εισοδήματος και του πλούτου.

4.4

Παρόλα αυτά, στη Λατινική Αμερική οι διαστάσεις της κρίσης και της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας έχουν προσλάβει τέτοιο μέγεθος ώστε ο χώρος για «προοδευτισμό» έχει εξαφανιστεί. Η καταστροφική εμπειρία της κυβέρνησης της Συμμαχίας στην Αργεντινή είναι το καλύτερο παράδειγμα. Και όταν εμφανίζεται μια δειλή διαδικασία εθνικισμού και κοινωνικού λαϊκισμού, όπως στη Βενεζουέλα, η δεξιά, οι αντιδραστικοί τομείς της Εκκλησίας, ο στρατός και οι πολυεθνικές, με τον ιμπεριαλισμό από πίσω τους, οργανώνουν την αποσταθεροποίηση.
Αυτή η αντεπαναστατική επιχείρηση ενός τύπου που ήδη συζητιέται αν το Frente Amplio νικήσει στην Ουρουγουάη θα ενταθεί αν το PT νικήσει στη Βραζιλία. Η δεξιά δεν μπορεί να βασιστεί στη βία για να εμποδίσει έναν εκλογικό θρίαμβο του Λούλα, αλλά μπορεί να ανατρέψει την κυβέρνησή του: μέσω της αποσταθεροποίησης και του σαμποτάζ ή με πλήρη εξουδετέρωσή της. Για την ώρα, οι πολυεθνικές και οι «επενδυτές» μιλάνε για «αναμονή 6 μηνών πριν πάρουν αποφάσεις» αν βρεθούν αντιμέτωπες με μια κυβέρνηση του PT. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η εξέλιξη της ηγεσίας του PT και του Λούλα έχει σταματήσει να είναι «αντιθετική» και σταθεροποιείται προς μια «κοινωνική συμφωνία» και ένα πρόγραμμα αναπτυξιακής «ωριμότητας» χωρίς κανένα σημείο ρήξης με τη λογική που επιβάλλουν η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και ο ιμπεριαλισμός.

4.5

Μια προγραμματική «επανίδρυση» της λατινοαμερικάνικης αριστεράς δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αγνοώντας τα «συγκεκριμένα καθήκοντα» και την συγκεκριμένη περίοδο ριζοσπαστικοποίησης της ταξικής πάλης. Δηλαδή χωρίς την επέμβαση στους κοινωνικούς αγώνες για έναν «άλλο εφικτό κόσμο», χωρίς καπιταλισμό. Χωρίς την σύνδεση με τα ριζοσπαστικοποιημένα τμήματα του λαού που αμφισβητούν στην πράξη την ατομική ιδιοκτησία και συγκροτούν εναλλακτικές λύσεις στη «δημοκρατία της αγοράς». Χωρίς σύγκρουση με τον «ρεαλισμό» που σήμερα διακατέχει τις πλειοψηφικές ηγεσίες της αριστεράς, την ηττοπάθεια και την απώλεια αυτοεκτίμησης που διακατέχει τις μαρξιστικές και τις επαναστατικές δυνάμεις. Αυτό το «μεταβατικό πρόγραμμα» συμπεριλαμβάνει:

  • τον χαρακτήρα που προκύπτει από την οικονομική επαναποικιοποίηση και το θέμα της εθνική κυριαρχίας (συγκεκριμένα αντι-ιμπεριαλιστικό).
  • την επαναδιαμόρφωση διαδικασιών περιφερειακής ολοκλήρωσης ως εναλλακτική λύση στην FTAA (ένα σχέδιο για πραγματική ανάπτυξη).
  • τη μη πληρωμή του χρέους.
  • την πάλη ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις.
  • το ζήτημα της πολιτικής δημοκρατίας, της επαναπόκτησης των κατασχεμένων δικαιωμάτων, καθώς και του χαρακτήρα, των ορίων και της εμβέλειας ενός προσανατολισμού συμμετοχικής δημοκρατίας σε τοπικό ή δημοτικό επίπεδο (η λατινοαμερικάνικη αριστερά διοικεί τόσο πρωτεύουσες όσο και μικρές πόλεις στη Βραζιλία, Ουρουγουάη, Μεξικό, Ελ Σαλβαδόρ, Ισημερινό, Περού ή Κολομβία).
  • τη σχέση μεταξύ των αγώνων στην πόλη και την ύπαιθρο.
  • τη σχέση μεταξύ κοινωνικής αντίστασης και πολιτικής οργάνωσης.
  • τις νέες μορφές που προσλαμβάνουν τα «υποκείμενα» που παράγονται μέσα σε ένα όργιο κατακερματισμού της εργατικής τάξης (πικετέρος, λαϊκές συνελεύσεις, καταλήψεις γης και στέγης, εμπειρίες αυτοάμυνας, περιοχές που παλεύουν για υπηρεσίες, χώρους για τους νέους, γυναίκες που οργανώνουν την αυτοσυντήρησή τους, οι διαφορετικές εμπειρίες της οικονομίας της άμεσης ανταλλαγής).
  • την πολιτική των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών (στο πλαίσιο μιας προγραμματικής πρότασης για ένα ενιαίο μέτωπο), τις ευκαιρίες οικοδόμησης των οργανώσεων της επαναστατικής αριστεράς.

4.6

συγκρότηση μέσα στο σημερινό πλαίσιο μιας επαναστατικής δύναμης εμφυτευμένης στις μάζες και ικανότητα να ηγείται προσλαμβάνει ένα άμεσο χαρακτήρα, ακριβώς γιατί η ίδια η κρίση επιταχύνεται σε όλα τα μέτωπα. Χωρίς αυτή την ηγετική δύναμη, η ζωτικότητα της κοινωνικής αντίστασης και ριζοσπαστικοποίησης μιας πολιτικής πρωτοπορίας μπαίνουν σε αδιέξοδο, περιορίζοντας τις δυνατότητες μετασχηματισμού σε μια απλή δικαίωση της εξέγερσης.

Στο Μεξικό, το κίνημα των µαπατίστας δεν μπόρεσε να μεταφράσει την ικανότητά του για κινητοποίηση στα Κονσάλτας και τις πορείες σε μια πολιτική εναλλακτική λύση για την αριστερά. Δεν υπήρξε μεταβολή του συσχετισμού των δυνάμεων. Η θεωρία της «απροσδιόριστης αντι-εξουσίας» ή το «ν’ αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία» δεν παρήγαγε ούτε μια διαδικασία ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων, ούτε μια επαναστατική διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική κρίση όλων των σχηματισμών και κομμάτων στο Μεξικό που εντάθηκε με την εκλογή του Φοξ οδηγεί σε μια ανασύνθεση, επανακαθορισμού και ανάδυσης νέων επιλογών. Σ’ αυτό το πλαίσιο, και για να ανταποκριθεί στην πρόκληση, πρέπει να υπάρξει μια ανασύνθεση και επανίδρυση της επαναστατικής και σοσιαλιστικής αριστεράς μια αναδιάταξη που ξεπερνά το αδιέξοδο του µαπατισμού και τις εξασθενημένες προσπάθειες της «καρντινίστικης αριστεράς» που προσπαθεί να μεταρρυθμίσει το PRD, που έχει κολλήσει στη λογική των καθιερωμένων θεσμών, των πελατειακών σχέσεων, της συμφιλίωσης, της διαφθοράς και συμβιβασμένο με τη «δυνατότητα διακυβέρνησης».

Στην Αργεντινή, η έλλειψη αυτής της ηγετικής δύναμης είναι ο κύριος παράγοντας που κρατάει τα πράγματα πίσω. Οι διάφοροι «τροτσκισμοί» (με τη μερική εξαίρεση του MAS), χρησιμοποιούν την «επαναστατική κρίση» και τα διάφορα σενάρια της λαϊκής πάλης, εργατικής αυτοοργάνωσης και άμεσης λαϊκής δημοκρατίας, για να επιβάλλουν τους εαυτούς τους στα συμβούλια γειτονιάς, να δημιουργήσουν τους δικούς τους παράλληλους μέσα στο κίνημα των πικετέρος και να στρατολογήσουν νέους μαχητές, χωρίς να κάνουν συγκεκριμένα βήματα προς το σχέδιο της ενότητας της αντι-καπιταλιστικής αριστεράς με το «Αυτονομία και Ελευθερία» (µαμόρα).

Εν μέρει αυτό ενισχύει τα σχέδια «οριζοντίωσης» και αμφισβητεί τις πολιτικές οργανώσεις της «παραδοσιακής» αριστεράς. Στον Ισημερινό, η κρίση και διάσπαση του Πατσακούτικ και οι τάσεις συνθηκολόγησης που έχουν εμφανιστεί στο CONAIE, έχουν εμποδίσει την κεφαλαιοποίηση της τρομακτικής δυναμικής της εξέγερσης του κοινωνικού κινήματος.

Στην Κολομβία στη μέση ενός πολέμου το Κοινωνικό και Πολιτικό Μέτωπο πήρε τις αποστάσεις του από τη μιλιταριστική στρατηγική των FARC και ELN και προσέγγισε μια ενισχυμένη εκδοχή της σοσιαλδημοκρατίας μετά την εκλογική σύσταση του Δημοκρατικού Πόλου.

Στην Ουρουγουάη, η δεξιά στροφή του Frente Amplio άφησε το Corriente de Izquierda (Αριστερό Ρεύμα) σχεδόν σε απομόνωση, αλλά παρά την αδυναμία του και τις εσωτερικές του αντιπαραθέσεις , παρέμεινε ένα ερωτηματικό ρεφορμισμού από ριζοσπαστική άποψη.

4.7

Επιπλέον, η συγκρότηση αυτής της ηγετικής δύναμης είναι επίσης αποφασιστική για να αμφισβητηθεί η στρατηγική και το πρόγραμμα του ρεφορμισμού και οι σοσιαλδημοκρατικές και σοσιαλφιλελεύθερες τάσεις στην αριστερά και ειδικότερα για να προετοιμαστεί το λαϊκό κίνημα για την αναμέτρηση με την αστική δεξιά και τον ιμπεριαλισμό. Γιατί αν λέμε ότι υπάρχει μια νέα άνοδος της λαϊκής κινητοποίησης και μια όξυνση της ταξικής πάλης, επίσης αναγνωρίζουμε και τις αντίθετες τάσεις: δημοκρατικός αυταρχισμός, δημοκρατικές παλινδρομήσεις, επιλεκτική ή μαζική καταστολή, αποσταθεροποίηση αριστερών ή λαϊκίστικων-εθνικιστικών κυβερνήσεων, αντεπαναστατικές νίκες.

Αυτή η ηγετική δύναμη είναι στοιχειώδης για να προωθηθεί μια διαδικασία μαζικής αυτοοργάνωσης, της οποίας το παγκόσμιο χαρακτηριστικό ανταποκρίνεται σε περιόδους έντονης και παρατεταμένης κινητοποίησης, για να οργανώσει την αυτοάμυνα των αγώνων και για να κριτικάρει τις ρεφορμιστικές αυταπάτες για θεσμική «αλλαγή» χωρίς αντιπαράθεση και βία.

4.8

Είμαστε υπέρ της συγκρότησης του «σκληρού πυρήνα» της αριστεράς και των κινημάτων του αγώνα και αντίστασης. Αυτή η προοπτική δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στη βάση μιας «παθολογίας μικρής ομάδας», ούτε με τον παραγκωνισμό της στρατηγικής σκέψης και τις παράτολμες πρωτοβουλίες για την υπεράσπιση της «δικιάς μας τεταρτοδιεθνιστικής ταυτότητας». Τα πλαίσια και οι μαχητές της Τέταρτης Διεθνούς που έχουν δεσμευτεί να παίξουν ένα ρόλο στη συγκρότηση αυτής της ηγετικής δύναμης αντιμετωπίζουν ένα διπλό καθήκον.

Αφενός μεν να συνεισφέρουν στη διατήρηση και ενδυνάμωση της ενότητας της αριστεράς και των λαϊκών (με μια ευρεία έννοια) δυνάμεων. Παίρνουν μέρος στην (ανα)συγκρότηση ενός αριστερού μπλοκ ως εναλλακτική πρόταση στα ρεύματα συνθηκολόγησης σε σχηματισμούς πλατιάς ενότητας (PT, Frente Amplio, Frente Social y Politico). Την ίδια στιγμή δε χάνουν από το οπτικό τους πεδίο την πιθανότητα της κρίσης και του κατακερματισμού αυτής της πλατιάς αριστεράς, στο βαθμό που το πρόγραμμα και η στρατηγική της έρχονται σε ταυτόχρονη αντίθεση με την ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνικής αντίστασης και τα λαϊκά αιτήματα. Ταυτόχρονα, αν και με διαφορετικούς ρυθμούς και διαστάσεις, δρουν στην προοπτική μιας αναδιάταξης της επαναστατικής αριστεράς ως έκφραση του ριζοσπαστισμού της κοινωνικής αντίστασης. Αυτή η προοπτική ριζοσπαστικής πολιτικής αναδιάταξης εκφράζεται σε νέες εμπειρίες όπως Corriente de Izquierda (Ουρουγουάη), Presentes por el Socialismo (Κολομβία) Frente Socialista (Πουέρτο Ρίκο) Convergencia Popular Socialista (Παραγουάη).

4.9

Σ’ αυτό το κοινωνικό πλαίσιο κρίσης και αγώνα, οι δυνάμεις της Τετάρτης Διεθνούς έχουν να παίξουν έναν ενεργό ρόλο. Προωθούν και σε πολλές περιπτώσεις οργανώνουν αυτούς τους καθημερινούς λαϊκούς αγώνες. Συμμετέχουν σε όλες τις κινητοποιήσεις, καμπάνιες αλληλεγγύης, δίκτυα και φόρουμ που εκφράζουν τις διαφορετικές εμπειρίες της αντίστασης, καθώς και χώρους που αντανακλούν τις κοινωνικές εμπειρίες και την προγραμματική επεξεργασία όπως είναι η περίπτωση του ΠΚΦ. Αλλά συμμετέχουν επίσης στην ΑΤΤΑC, την Παγκόσμια Πορεία Γυναικών, την αντίθεση στην FTAA, την καμπάνια για τα μη πληρωμή του χρέους, ενάντια στο Σχέδιο Κολομβία, στο Φόρουμ του Σάο Πάολο, σε ρεύματα σωματειακών αγώνων και συνεργασίες κοινωνικών κινημάτων (Αργεντινή, Κολομβία, Χιλή, Παραγουάη, Πουέρτο Ρίκο, Μεξικό, Ουρουγουάη).

Αυτές οι εμπειρίες επιτρέπουν τον εμπλουτισμό της πολιτικής και προγραμματικής συσσώρευσης της ίδιας της Τέταρτης Διεθνούς, στο βαθμό που είναι ικανή να αποκαθιστά μια σχέση «δούναι και λαβείν», αλληλεπίδρασης, προτάσεων και κοινών καθηκόντων για σκέψη και δράση.

Αυτή η προοπτική αναδιάταξης των ριζοσπαστικών και αντικαπιταλιστικών δυνάμεων απαιτεί να τοποθετήσουμε τη δικιά μας συσσωρευμένη εμπειρία μέσα σε μια διάσταση επαναστατικού πλουραλισμού, που υπερβαίνει τα δικά μας οργανωτικά σύνορα.

Αυτή η προοπτική τοποθετείται μέσα σε μια περίοδο που οι πολιτικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις επιταχύνονται, όπως και οι κρίσεις και αυτοκριτικές ανασυνθέσεις των επαναστατικών ρευμάτων, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων που έχουν τη ρίζα τους στους πολυποίκιλους «τροτσκισμούς». Απ’ αυτό συνεπάγεται η αναγκαιότητα δημιουργίας δικτύων και συμφωνιών, που επιτρέπουν την κοινωνικοποίηση των διαφορετικών εμπειριών και πολιτικών-στρατηγικών επιλογών, και η αναγκαιότητα να ανοίξουμε τις πρωτοβουλίες μας και να εγκαταλείψουμε την μικροκλίμακα της παραλυτικής «αυτοεπιβεβαίωσης».

Είναι αλήθεια ότι «τα καθήκοντά μας» τοποθετούνται μέσα σ’ ένα πλαίσιο με πολλές δυσκολίες, όπως η προσέγγιση με επίκαιρο και συστηματικό τρόπο των νέων προβλημάτων, των τακτικών επιλογών, των προγραμματικών επανακαθορισμών και στρατηγικών προσεγγίσεων, μέσα σε μια κατάσταση όπου η «θεσμική ορατότητά» μας (με την εξαίρεση της Βραζιλίας) είναι πολύ αδύναμη.

Έτσι, οι οργανώσεις της Τέταρτης Διεθνούς συγκροτούνται σε συνθήκες όπου δε λείπουν οι εντάσεις και οι ρήξεις, και μέσα από διαδικασίες όπου πυρήνες αγωνιστών με εμπειρία και συνέπεια συνδυάζονται με αγωνιστές που προέρχονται από άλλες παραδόσεις και αγωνιστικές εμπειρίες ή με την ενσωμάτωση ριζοσπαστών νεολαίων, που «δυναμιτίζουν» τη σκέψη και τη δράση. Ο συντονισμός αυτής της διαφορετικότητας ή η διαχείρισή της προκαλεί συγκρούσεις και συγχύσεις πάνω στις πολιτικές επιλογές που πρέπει να ακολουθήσουμε. Παρόλα αυτά, οι δυνάμεις μας στην ήπειρο συνεχίζουν να εμπλέκονται τόσο στους αγώνες των κοινωνικών κινημάτων όσο και στις αντιιμπεριαλιστικές και αντικαπιταλιστικές πολιτικές μάχες.

Ernesto Herrera

[Μετάφραση από International Viewpoint No. 346]

* Ο Ερνέστο Χερέρα είναι μέλος της Τέταρτης Διεθνούς 


Σπάρτακος 68, Γενάρης 2003

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=3150

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s