Κύπρος: Σκέψεις για το Σχέδιο Ανάν

Σπάρτακος 68, Γενάρης 2003


 του Δημήτρη Χείλαρη

1.

Το σχέδιο Ανάν είναι η προσπάθεια συμβιβασμού ανάμεσα σε δύο ανταγωνιστικούς τοπικούς ιμπεριαλισμούς και εθνικισμούς (ελληνικό και τούρκικο) και τα αδιέξοδα που έχουν δημιουργήσει τα τελευταία 50 χρόνια στην Κύπρο. Οι αμερικάνοι και ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές προσπαθούν να «κλείσουν» το θέμα αυτό με βάση τη γνωστή συνταγή που χρησιμοποίησαν τόσο στη Βοσνία όσο και στο Κοσσυφοπέδιο: τη δημιουργία μιας κατάστασης ελεγχόμενης σταθερότητας στη βάση ενός δεδομένου σχετικά ισορροπημένου συσχετισμού δυνάμεων, όπου θα είναι δυνατή η ελεύθερη και απρόσκοπτη αξιοποίηση της περιοχής για τα γενικότερα ιμπεριαλιστικά γεωπολιτικά σχέδια.

Το σχέδιο Αναν είναι μια «από τα πάνω» προσπάθεια ανεύρεσης μιας φόρμουλας συνύπαρξης των αστικών τάξεων των δύο τμημάτων του νησιού. Σε μεγάλο βαθμό αποτελεί αποκύημα των εγκεφάλων κάποιων διπλωματών και όχι κάτι που πηγάζει μέσα από την πραγματικότητα της Κύπρου. Το γεγονός αυτό φανερώνει ότι η όποια επιτυχία στην υλοποίηση εξαρτάται από τις δεδομένες πολιτικο-οικονομικές συγκυρίες και συσχετισμούς δυνάμεων και όχι βέβαια από την αρτιότητα του σχεδίου.

Το σχέδιο επομένως εγκυμονεί τον κίνδυνο όχι απλώς να μην εξυπηρετήσει αυτά που θεωρητικώς ευαγγελίζεται αλλά πολύ περισσότερο να τορπιλίσει την υπάρχουσα ένταση και να οδηγήσει σε ένα νέο γύρο εθνικιστικών αντιπαραθέσεων. Οι δυνάμεις που το κατέστρωσαν (αμερικάνοι και ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές) αλλά και αυτές που καλούνται να το εγκρίνουν και να το εγγυηθούν (ελληνική, ε/κυπριακή, τούρκικη και τ/κυπριακή άρχουσες τάξεις) είναι η αιτία του προβλήματος και η πιθανότητα ότι θα μπορέσουν να οδηγήσουν σε μια δίκαιη και οριστική επίλυση είναι σχεδόν μηδενική.

Το σχέδιο, επίσης, διατηρεί και σταθεροποιεί την παρουσία και πολιτική παρέμβαση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Το σώμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα αποτελείται από 3 ξένη μέλη απροσδιορίστου προέλευσης. Συνυπολογίζοντας ότι οι αγγλικές βάσεις παραμένουν αντιλαμβανόμαστε ότι η παρουσία των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων αποσκοπεί όχι μόνο στον έλεγχο των εξελίξεων της νέας κρατικής οντότητας αλλά επιδιώκεται και η πλήρης ενσωμάτωσή της στα ευρύτερα ιμπεριαλιστικά σχέδια για τη Μέση Ανατολή, την καταστολή των κινημάτων αντίστασης και τον έλεγχο των δρόμων του πετρελαίου.

Συνοπτικά, μπορούμε να χαρακτηρίσουμε το σχέδιο ως «ιμπεριαλιστικό» που δεν μπορεί να οδηγήσει σε μια πραγματική επαναπροσέγγιση των δύο κοινοτήτων και εκφράζουμε την αντίθεσή μας στα εξής σημεία:

– το σχέδιο σταθεροποιεί και θεσμοποιεί την παρουσία των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων

– συνεχίζει τη λογική των εγγυητριών δυνάμεων (Ελλάδα, Τουρκία κ.λπ.) που αποτέλεσαν και τους βασικούς υπαίτιους για την σημερινή κατάσταση και προβλέπει την παρουσία στρατευμάτων τους

– προσπαθεί να διαμορφώσει ένα modus vivendi για τις δύο αστικές τάξεις του νησιού μέσα από τον καθορισμό νομικίστικών και γραφειοκρατικών διαύλων περιφρονώντας όμως τις πραγματικές διεργασίες στο εσωτερικό των δύο λαών, π.χ. το ζήτημα της επιστροφής των προσφύγων μετατρέπεται σε ένα διοικητικό μέτρο ποσόστωσης και όχι σε ένα πολιτικό δικαίωμα που αφορά όλους.

– διατηρεί τη διαίρεση των δύο λαών αφού δεν μπορεί να εγγυηθεί πραγματικά την ελεύθερη επικοινωνία και συνεργασία

2

Η πλειονότητα της σταλινογενούς ελληνικής Αριστεράς φέρει σημαντικές ευθύνες πάνω στο θέμα καθώς ταυτίζεται με τις εθνικιστικές επιλογές της ελληνικής αστικής τάξης. Τις ημέρες αυτές που το ζήτημα της Κύπρου συγκεντρώνει το ενδιαφέρον η Αριστερά θα πρέπει να απορρίψει τη λογική ότι το πρόβλημα της Κύπρου είναι μόνο η εισβολή και η κατοχή των τουρκικών στρατευμάτων. Αντίθετα χρειάζεται να καταδείξει ότι είναι ένα πρόβλημα που εντάσσεται στο συνολικότερο ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό των δύο γειτονικών καπιταλισμών και ξεκινάει ήδη από τη δεκαετία του ’50. Θα πρέπει να αναδείξει τις ευθύνες της ελληνικής και ε/κυπριακής πλευράς (το αίτημα για την Ένωση, η ρύθμιση των 13 σημείων της Συνθήκης της Ζυρίχης, η δημιουργία τ/κυπριακών θυλάκων, η πολιτική, οικονομική και κοινωνική καταπίεση των τ/κυπρίων, οι διώξεις και οι εκκαθαρίσεις τ/κυπρίων από την Εθνική Φρουρά, η επιβολή του πραξικοπήματος κ.λπ) και όχι βεβαία να συνταχθεί με τη λογική των αθώων ε/κυπρίων θυμάτων.

3

Σε περιπτώσεις σαν το Κυπριακό όπου υπάρχει πραγματικό πρόβλημα εθνικιστικού χάσματος ανάμεσα στις δύο κοινότητες το πρώτιστο καθήκον είναι η ανάγκη για ουσιαστική προσέγγιση και επικοινωνία. Η πραγματική λύση μπορεί να έρθει μέσα από την ενότητα ε/κύπριων και τ/κύπριων στη βάση κοινών λαϊκών και εργατικών διεκδικήσεων, αιτημάτων και κινημάτων που να ξεπερνάνε τους εθνικούς διαχωρισμούς.

Η ενδυνάμωση των φωνών που συγκροτούν τα αντιπολεμικά και αντιεθνικιστικά ρεύματα είναι ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας που μπορεί να καθορίσει θετικά τις εξελίξεις.

4

Η Αριστερά στην Ελλάδα δεν πρέπει να εγκλωβιστεί στο δίλημμα του «ναι ή όχι στο σχέδιο». Το πραγματικό πεδίο που μπορεί να ενώσει την Αριστερά και το εργατικό κίνημα σε Ελλάδα, Τουρκία και Κύπρο είναι το αίτημα για επαναπρόσεγγιση-συναδέλφωση, ενάντια στον πόλεμο και κοινές εργατικές διεκδικήσεις.

Χιλιάδες άνθρωποι στο νησί, κουρασμένοι από το πολεμοκάπηλο και εθνικιστικό κλίμα που βιώνουν, λένε «ναι» στο σχέδιο με περισσότερες ή λιγότερες αυταπάτες γι’ αυτό. Σε μεγαλύτερο βαθμό οι τ/κύπριοι που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο μεγαλύτερης εξάρτησης από τον τούρκικο στρατιωτικό μηχανισμό. Δεν υποτιμούμε την αυθεντική διάθεση πλατιών στρωμάτων για τερματισμό της κρίσης. Πολύ περισσότερο όταν προέρχεται κατεξοχήν από τους ανθρώπους που απαρτίζουν την Αριστερά και τα αντιπολεμικά-αντιεθνικιστικά κινήματα και στις δύο κοινότητες του νησιού. Πιστεύουμε ότι οι κοινές μας αγωνίες και πρωτοβουλίες για ειρήνη και συναδέλφωση ή -και σε πολλές περιπτώσεις- για «έναν άλλο εφικτό κόσμο» είναι πολύ πιο δυνατές από το εφήμερο «ναι ή όχι» σ’ ένα σχέδιο που έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να εγγυηθεί την ειρηνική συμβίωση.

5

Παράλληλα με το σχέδιο Ανάν υπάρχει και η συζήτηση για την ένταξη στην Ε.Ε.. Έχει δημιουργηθεί ένας μεγάλος μύθος ότι η ένταξη θα λύσει αυτομάτως όλα τα προβλήματα του νησιού: το εθνικό πρόβλημα, το έλλειμμα δημοκρατικών δικαιωμάτων και το χαμηλό βιοτικό επίπεδο των τ/κυπρίων. Δυστυχώς, κόμματα της Αριστεράς όπως ο ΣΥΝ και το ΑΚΕΛ ενισχύουν αυτές τις αυταπάτες. Η Ε.Ε., όμως, δεν είναι ο παράδεισος των δημοκρατικών δικαιωμάτων και του σεβασμού των εθνικών ιδιαιτεροτήτων. Αντίθετα, όσο οι νεοφιλελεύθερες επιλογές επεκτείνονται και η κοινωνική δυσαρέσκεια αυξάνεται παρατηρούμε στο εσωτερικό της Ε.Ε. την περιστολή των δικαιωμάτων και την αύξηση της καταπίεσης εθνικών μειονοτήτων. Η Ε.Ε. δεν είναι ένας ενιαίος πολιτικός φορέας αλλά κοινότητα αγορών και συμφερόντων. Η ένταξη δε σημαίνει εφησυχασμό και χαλάρωση των αντιθέσεων και της καταστολής, αλλά ένταση της ταξικής πάλης.

6

Οι επικριτές του σχεδίου Ανάν δυστυχώς εκφράζονται μέσα από εθνικιστικά δίκτυα και πατριωτικά μέτωπα. Το μεγαλύτερο κομμάτι της ρεφορμιστικής Αριστεράς (ΚΚΕ, ΔΗΚΚΙ, ορισμένα συνδικαλιστικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ) ταυτίζονται με όλες αυτές τις κινήσεις και την εθνικιστική ρητορεία τους. Τονίζουν το χαρακτήρα και την παρέμβαση των ιμπεριαλιστών αλλά αποκρύβουν τις ευθύνες της ελληνικής και ε/κυριακής αστικής τάξης στην καλλιέργεια του σοβινισμού και της έντασης. Μιλάνε για τη μη-βιωσιμότητα και τις δυσλειτουργίες του σχεδίου αλλά συνεχίζουν να έχουν ως κέντρο αναφοράς το «Διεθνές Δίκαιο» και τα «ψηφίσματα του ΟΗΕ», δηλαδή τους ίδιους οργανισμούς που πρότειναν το σχέδιο. Επικαλούνται τον «ενιαίο και ανεξάρτητο χαρακτήρα» της Κύπρου αλλά δε λένε τίποτα για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων, της ισονομίας και ισοπολιτείας των τ/κυπρίων. Το πλέον ανησυχητικό είναι πολλές από τις φωνές της «πατριωτικής Αριστεράς» και του «εθνικο-κομμουνισμού» έχουν εγκαταλείψει ακόμα και ρητορικά τις εξαγγελίες για «ειρήνη» και είναι έτοιμες να ακολουθήσουν όλους αυτούς που με το εθνικιστικό δηλητήριο και τη διχαστική πολιτική τους πρακτική οδηγούν σε ένα αδελφοκτόνο πόλεμο τους έλληνες και τούρκους προλετάριους.

Οργανώσεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΝΑΡ, ΑΡΑΣ, Α/συνέχεια κ.ά) ενώ επικαλούνται το διεθνισμό και την επανάσταση αδυνατούν να διαφοροποιηθούν επί της ουσίας από το ρεύμα του αριστερού πατριωτισμού. Η βασική διαφορά τους είναι στην πιο μαχητική φρασεολογία (περισσότερές δόσεις κόκκινου, αντι-ιμπεριαλισμού και αντικαπιταλισμού). Έχοντας σαν πυρήνα της λογικής τους ότι το κυπριακό είναι πρόβλημα εισβολής της Τουρκίας και η Ελλάδα και οι ε/κύπριοι είναι τα θύματα των ιμπεριαλιστικών συνομωσιών εξαντλούν την κριτική τους προς την ελληνική αστική τάξη ότι είναι υποχωρητική και συμβιβαστική και βεβαίως αποδέχονται και τις γενικές κατευθύνσεις του κυρίαρχου ελληνικού εθνικιστικού μύθου. Πουθενά όμως δεν αναφέρονται στα δικαιώματα των τ/κυπρίων και πως μπορούν να καταχωρηθούν.

7

Η συγκρότηση διεθνιστικού λόγου και δράσης στο κυπριακό είναι καθήκον δύσκολο. Κι αυτό γιατί δεν έχει υπάρξει ένα πραγματικά μαζικό κίνημα από τις δύο κοινότητες του νησιού που να ξεπερνάει τις διαχωριστικές γραμμές και να προβάλλει ως εναλλακτική πρόταση στον κυρίαρχο εθνικιστικό και μιλιταριστικό λόγο. Οι διεθνιστικές δυνάμεις περιορίστηκαν στη συγκρότηση μικρών -αλλά αρκούντως σημαντικών- πρωτοβουλιών για την επαναπροσέγγιση.

Είναι δεδομένο ότι ριζική αλλαγή μπορεί να επέλθει μόνο όταν σημειωθούν σημαντικές ρήξεις στην κοινωνική συνείδηση πλατιών μαζών. Γι’ αυτό είναι κρίσιμή η ανάγκη ενεργοποίησης του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς προς την κατεύθυνση εγκατάλειψης του εθνικισμού.

Μια διεθνιστική πρόταση για το κυπριακό με βάση τα συμφέροντα των καταπιεσμένων και της εργατικής τάξης θα πρέπει να περιλαμβάνει τους εξής άξονες:

  • – σεβασμός του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των δύο κοινοτήτων
  • – εξασφάλιση των δικαιωμάτων των τ/κύπριων
  • – πλήρη δημοκρατικά δικαιώματα και πλήρης ελευθερία πολιτικής έκφρασης για όλους τους Κύπριους
  • – έξω οι «εγγυήτριες δυνάμεις» και τα στρατεύματά τους
  • – έξω οι βάσεις των Βρετανών και του ΝΑΤΟ
  • – απόρριψη της παρουσίας και επιδιαιτησίας των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στο νησί
  • – ανάπτυξη κοινών αγώνων για την εξασφάλιση των εργασιακών δικαιωμάτων, την προστασία του περιβάλλοντος, την απόκρουση του πολέμου και των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων στην περιοχή
  • οι πόθοι για ένα λεύτερο νησί ισότητας και αδελφοσύνης μπορούν να πραγματωθούν μόνο μέσα από τον αγώνα για κοινωνική απελευθέρωση και σοσιαλισμό.

Δημήτρης Χείλαρης


Σπάρτακος 68, Γενάρης 2003

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=3135

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s