Η επανάσταση ως ιστορική λύτρωση στον Μπένγιαμιν

Σπάρτακος 68, Γενάρης 2003


Η επανάσταση ως ιστορική λύτρωση, στον ποιητικό στοχασμό του Βάλτερ Μπένγιαμιν

της Ελένης Χοχάκλη

Πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα «αν ήταν νικητές στη ζωή εκείνοι που νίκησαν το θάνατο» (1)

«Πρέπει, λένε, να έχει υπάρξει ένας αυτόματος μηχανισμός που να είναι κατασκευασμένος έτσι, ώστε να απαντά σε κάθε κίνηση ενός σκακιστή με μια αντίθετη κίνηση, που να του εξασφαλίζει τη νίκη της παρτίδας. Μια κούκλα με τουρκική στολή, στο στόμα ένα ναργιλέ, καθόταν μπροστά στη σκακιέρα, που στηριζόταν σε ένα απλόχωρο τραπέζι. Με ένα σύστημα καθρεπτών δημιουργούταν η ψευδαίσθηση, πως ήταν αυτό το τραπέζι διαφανές από όλες τις πλευρές. Στην πραγματικότητα καθόταν εκεί μέσα ένας καμπούρης νάνος, που ήταν πρωταθλητής στο σκάκι και κατεύθυνε το χέρι της κούκλας με νήματα. Μπορούμε να φανταστούμε ένα αντίστοιχο αυτού του μηχανισμού στη φιλοσοφία. Είναι απαραίτητο να κερδίζει πάντοτε η κούκλα, που ονομάζεται «ιστορικός υλισμός». Μπορεί αυτή δίχως άλλο να αντιμετωπίσει οποιονδήποτε, όταν δέχεται τις υπηρεσίες της θεολογίας, η οποία, όπως ξέρουμε, είναι σήμερα κοντή και κακόμορφη και δεν της παρέχεται οπωσδήποτε καμιά δυνατότητα να προβάλλει στο προσκήνιο».(2)

Η αλληγορική επίκληση στη θεολογία, δεν αφορά στην αξίωση κάποιου είδους μεταφυσικής, θεοκρατικής αναγκαιότητας -ανίκανης άλλωστε από τη φύση της να συνδράμει τον ιστορικό υλισμό- μα στο στοιχείο της πίστης και της αφοσίωσης στις επαναστατικές ιδέες, που χάραξε μια οριακή γραμμή στη ζωή και το έργο του Βάλτερ Μπένγιαμιν.

Γεννημένος στο Βερολίνο το 1892, από εύρωστη οικογένεια ενσωματωμένων εβραίων και με σπουδές φιλοσοφίας στη Γερμανία και την Ελβετία, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν έπληξε καίρια «τα ευγενή χέρια» που τον μεγάλωσαν. Η συγκινητική τροχιά που διέγραψε η σύντομη ζωή του, από τις Εκλεκτικές Συγγένειες του Γκαίτε και τη διάβαση των συνόρων του Επαναστατικού Ρομαντισμού, έως την αναγνώριση της επανάστασης ως ιστορικής λύτρωσης των αγώνων που ηττήθηκαν αλλά δεν έσβησαν, μας επιτρέπει να υποστηρίξουμε πως επρόκειτο για έναν μαρξιστή που σκεφτόταν ποιητικά,(3) και για έναν μοναδικό στυλίστα του γραπτού ύφους.(4) «Θέλω να γράψω κάτι που να βγαίνει από τα πράγματα, όπως το κρασί από τα σταφύλια», είπε όταν το λογοτεχνικό έργο ήταν για εκείνον ιερό. Η επανάσταση, «είναι το άλμα της τίγρης στο παρελθόν», δήλωσε στις περίφημες θέσεις του για τη φιλοσοφία της ιστορίας στα 1940.

Φίλος του Μπρεχτ, αισθαντικός πλάνητας των μεγάλων μητροπόλεων – και ειδικά του Παρισιού των ζωγράφων, του Μπωντλαίρ, του 1848, της Κομμούνας – αναζήτησε στην πρωτεύουσα του 19ου αιώνα (5) την επαναστατική ορμή, βίωσε τη μελαγχολία της ήττας. Και εν τέλει, μετέφερε αυτή τη χάρη των πραγμάτων (6) στην ταξική ερμηνεία της ιστορίας, καταδεικνύοντας την απόλυτη αναγκαιότητα της επανάστασης, το ηθικό και πολιτικό κάλλος της μαρξιστικής θεωρίας.

Η καταστροφή του νικητή

Ο Μαρξ το είχε πει: «Οι σκέψεις τις κυρίαρχης τάξης σε κάθε εποχή, είναι και οι κυρίαρχες ιδέες, με άλλα λόγια, η τάξη που είναι κυρίαρχη υλική δύναμη της κοινωνίας είναι και η κυρίαρχη πνευματική της δύναμη».(7)

Για περισσότερα από 3.000 χρόνια, ελεύθεροι πολίτες, πατρίκιοι, φεουδάρχες και αστοί, δεν έχουν πάψει να συντάσσουν τα συμβόλαια της ιστορίας, εφευρίσκοντας νομιμοφανείς, και η αλήθεια είναι έξυπνες, δικαιολογίες αιτιολόγησης της αιμοβόρας υπογραφής τους.

«Ιστορικισμό», αποκαλεί ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, την κυρίαρχη, σε μορφή επιλεγμένων αποσπασμάτων, αφήγηση της ιστορίας, με την υπεροπτική ενατένιση των νικητών προς το κατακτημένο παρελθόν και τον τελολογικό τους λόγο επί των επερχομένων, εν μέσω ενός ομογενούς και κενού χρόνου, χωρίς ρήξεις και ασυνέχειες. Είναι η «εσωτερίκευση του νικητή», η πολιτική, οικονομική και συναισθηματική βίωση της νίκης επί των καταπιεσμένων, που κληροδοτείται ως τρόπαιο αυτοπεποίθησης, στους απογόνους των νικητών, που επικυρώνει το παρόν της κυριαρχίας τους.

Και η μοναξιά, δεν συγκαταλέχθηκε ποτέ ανάμεσα στις ασθένειες που έπληξαν τους νικητές. Το πνεύμα του ιστορικιστικού θετικισμού, «που στο όνομα του αιτίου και του αιτιατού»(8), παραθέτει σε μορφή αριθμολάγνου χρονικού, στιλβωμένου με την λάμψη του επικού στοιχείου, την ιστορία, νομιμοποιεί την αστική κυριαρχία, εμφανίζει την επαναστατική κίνηση ως μάταιη, πολιτική ουτοπία. «Όσο καλύτερα εξετάζει κανείς τα λόγια του Ένγκελς, τόσο φανερότερο γίνεται πως κάθε διαλεκτική περιγραφή της ιστορίας, επιτυγχάνεται με την εγκατάλειψη ενός ρεμβασμού, που χαρακτηρίζει τον ιστορικισμό. Ο ιστορικός υλιστής είναι υποχρεωμένος να θυσιάσει το επικό στοιχείο της ιστορίας».(9)

Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν απορρίπτει της ιδέα του εργαλειοποιημένου λόγου, εναντιώνεται στην εξαπάτηση του μύθου της παγκόσμιας ιστορίας: «Η ιστορία του πολιτισμού…πρέπει να ενσωματωθεί στην ιστορία των ταξικών αγώνων».(10)

Kαθήκον του ιστορικού υλισμού, είναι η αληθινή αφήγηση της ιστορίας, ως ιστορίας καταπιεστών και καταπεσμένων, που σημαίνει την καταστροφή της αστικής «αιώνιας» εικόνας του παρελθόντος, την ρήξη με το μύθο του ομοιογενή ιστορικού χρόνου.

«Την κατανόηση της ιστορίας την αντιλαμβάνεται ο ιστορικός υλιστής σαν μία επιβίωση του ιστορικού αντικειμένου, που οι παλμοί του είναι αισθητοί μέχρι το παρόν»(11) και, «αφήνει άλλους να εξαντληθούν με την πόρνη «Υπήρξε κάποτε» στο χαμαιτυπείο του ιστορικισμού».(12)

Δεν πρόκειται για ένα είδους μικροαστικής μελαγχολίας, για κάποιον ανιστόρητο εξωραϊσμό του παρελθόντος. «Αν αναζητά κανείς στα περασμένα όχι αυτό που έγινε, αλλά αυτό που θα μπορούσε να γίνει, τότε τοποθετείται από την πλευρά αυτών που ηττήθηκαν, αυτών που αγωνίστηκαν ν’ αλλάξουν την πορεία των πραγμάτων και δεν τα κατάφεραν. Στο όνομα αυτών που συνειδητοποιούν στον αγώνα τους την ίδια την υφή του ιστορικού χρόνου, υφή που χαρακτηρίζουν οι ρήξεις και οι ασυνέχειες, στο όνομα εκείνων προτείνει μια προσέγγιση της ιστορίας που αναζητά την ελπίδα στα περασμένα». (13)

Αυτό το βλέμμα προς τα πίσω, η με την όπισθεν κίνηση της ιστορίας ως επαναστατικής εικόνας διαφυλαγμένης από τους προγόνους, τροφοδοτεί την εμπειρία και συνδράμει την ταξική πάλη, που φέρνει στο προσκήνιο το αληθινό ιστορικό υποκείμενο, την εργατική τάξη. Η επανάσταση του τώρα, «η πραγματική κατάσταση εκτάκτου ανάγκης», η μόνη αυθεντική μεσσιανική δύναμη, διαλύει το συνεχές της κυρίαρχης ιστορίας, ανατινάζει τους μύθους που το συνοδεύουν και λυτρώνει, όχι την ανθρωπότητα συνολικά μα την ταπεινωμένη εργατική τάξη: «Υποκείμενο της ιστορικής γνώσης είναι η ίδια η μαχόμενη, καταπιεσμένη τάξη. Στον Μαρξ εμφανίζεται σαν η τελευταία υποδουλωμένη, σαν η εκδικήτρια τάξη, που ολοκληρώνει το έργο της απελευθέρωσης στο όνομα γενεών ηττημένων. Αυτή η συνείδηση, που εμφανίστηκε πάλι για σύντομο χρονικό διάστημα στο προσκήνιο με τον «Σπάρτακο», θεωρούνταν ανέκαθεν από τους σοσιαλδημοκράτες σκανδαλώδης».(14)

Η διαλεκτική εικόνα

Το παρελθόν, ως εικόνα που «γλιστρά φευγαλέα», αστράφτει στο παρόν μόνο στην ιστορική ώρα της ανάπτυξης της ταξικής συνείδησης, καθώς η συλλογική εμπειρία που τροφοδοτείται από τη μνήμη, στον καπιταλισμό μαραίνεται και ασθενεί, η σχέση με το παρελθόν ακυρώνεται, αιχμαλωτίζεται από το αυτοματοποιημένο βίωμα, διαλύεται στα πολλαπλά αισθητηριακά σοκ της μοντέρνας κοινωνίας.

Η αστική τάξη καταστρέφει τους παλιούς μύθους των προκαπιταλιστικών σχηματισμών, απομαγικοποιεί τα πράγματα από την αίγλη της μοναδικότητάς τους, παραλύει τη φαντασία, καλλιεργώντας τη λήθη και ταυτόχρονα ενεργοποιεί καινούριες μυθικές δυνάμεις: την ψευδαίσθηση της ευτυχίας μέσω της κατανάλωσης, την αγοραία εικόνα της επιτυχίας και της κουλτούρας, την ναρκισσιστική αυταπάτη στην απόκτηση αγαθών, ως φανταχτερών εμβλημάτων.

Ο Μπένγιαμιν στα μοτίβα του για τον Μπωντλαίρ, περιγράφει έξοχα την οπτική αυτή ψευδαίσθηση και απάτη που ξεγελά τις αισθήσεις, ναρκώνει τη λογική της μνήμης και καθιστά τα εμπορεύματα αντικείμενα λατρείας, εισάγοντας την αλληγορική έννοια της φαντασμαγορίας: «αν στη μπαρόκ αλληγορία η υποτίμηση της φύσης πηγάζει από την αντιπαράθεση του χριστιανισμού με την παγανιστική αρχαιότητα, στον 19ο αιώνα η υποτίμηση της «νέας φύσης» πηγάζει από την ίδια την παραγωγική διαδικασία…Τα εμπορεύματα συνδέονται με την τιμή τους στην αγορά εξίσου αυθαίρετα όσο τα πράγματα συνδέονται με τις σημασίες τους μέσα στην εμβληματική του μπαρόκ. Τα εμβλήματα επανέρχονται ως εμπορεύματα. Η αφηρημένη και αυθαίρετη σημασία τους είναι η τιμή τους».(15) Η φαντασμαγορία των μεγάλων μητροπόλεων, με την ανελέητη πρόκληση των αισθήσεων και υπό το πρίσμα της αλλοτρίωσης της εργασίας και της ιδεολογίας του κυνικού ατομικισμού, στερεί τα αγαθά από την αύρα τους, καθιστά φετιχιστική την πρόσληψή τους, καταστρέφει την δυνατότητα της συλλογικής εμπειρίας στην απόλαυσή τους: «Είναι αυτό ακριβώς που φτωχαίνει με την ανάπτυξη του καπιταλισμού για να αντικατασταθεί από το βίωμα σοκ (…), το αισθητηριακό ερέθισμα που μας παρακεντά αποξενωμένο από την πηγή του…». (16)

Για τον Μπένγιαμιν η αληθινή εμπειρία, η ναρκωμένη μες τον καπιταλισμό, έχει τη δυνατότητα να επιστρέψει μόνο ως ταξική μνήμη. Η διαλεκτική σύλληψη του παρελθόντος ως εικόνας επαναδιατύπωσης της επαναστατικής πάλης, είναι απόλυτα συνδεδεμένη με την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης, είναι ο σκοπός του διαλεκτικού υλιστή που εργάζεται για τον επαναστατικό μετασχηματισμό, «ως σωτηρία του παρελθόντος στο παρόν με μία διαλεκτική ακινητοποίηση του χρόνου».(17) Μέσα στη φαντασμαγορία βλέπει αναισθητοποιημένο, αλλά όχι νεκρό, το αντιμυθικό εκτίναγμα της σοσιαλιστικής επανάστασης, για την καταστροφή του έως σήμερα νικητή, για να μη γυρίσει ξανά το προλεταριάτο «ψηλαφητά πίσω από τα οδοφράγματα, σαν ένα θανάσιμα πληγωμένο ζώο στη φωλιά του», όπως είπε ο Μαρξ για το τέλος της Κομμούνας.

Ο Άγγελος της ιστορίας

«Υπάρχει ένας πίνακας του Klee με το όνομα Angelus Novus. Απεικονίζεται εκεί ένας άγγελος, που φαίνεται έτοιμος να απομακρυνθεί από κάτι, όπου μένει προσηλωμένο το βλέμμα του. Διάπλατα τα μάτια του, ανοικτό το στόμα και τεντωμένες οι φτερούγες του. Έτσι πρέπει να είναι και ο άγγελος της ιστορίας. Στραμμένο το πρόσωπό του προς το παρελθόν. Όπου εμφανίζεται σ’ εμάς μια αλυσίδα γεγονότων, διακρίνει αυτός μια και μοναδική καταστροφή, που συσσωρεύει αδιάκοπα ερείπια επί ερειπίων και τα εκσφενδονίζει μπροστά στα πόδια του. Θέλει αυτός να σταθεί, να ξυπνήσει τους νεκρούς και να στήσει τα χαλάσματα. Μια θύελλα σηκώνεται όμως από τη μεριά του Παραδείσου κι αδράχνει τις φτερούγες του και είναι τόσο δυνατή, που δεν μπορεί πια ο άγγελος να τις κλείσει. Τον ωθεί αυτή η θύελλα ασταμάτητα προς το μέλλον, στο οποίο στρέφει την πλάτη, ενώ ο σωρός από τα ερείπια φθάνει μπροστά του ως τον ουρανό. Ότι αποκαλούμε εμείς πρόοδο, είναι αυτή η θύελλα».(18)

Στην ιστορική διαλεκτική του Βάλτερ Μπένγιαμιν, το αυθεντικό έργο τέχνης είναι τεκμήριο ιστορίας, η οποία συνίσταται στην αλήθεια που αυτό εκφράζει, στις υλικές και κοινωνικές συνθήκες γέννησής του, συντιθέμενες υπό το πρίσμα της φαντασίας και της αισθαντικότητας του δημιουργού του. Και ενώ η καλλιτεχνική δημιουργία, στον καπιταλισμό υποβιβάζεται και υποτιμάται ως κοινωνικό τρόπαιο, εμπόρευμα ή εγωιστικό καταφύγιο «δραπέτευσης», και ο φασισμός αισθητικοποιεί το πολιτικό απονευρώνοντας την ορθολογική του χάρη, ο επαναστάτης διανοούμενος συγκρούεται με το μύθο της «εγγενούς» ατομικής αξιοσύνης: «Τα πολιτιστικά αγαθά που υποπίπτουν στην αντίληψη του [ιστορικού υλιστή](19) έχουν γι’ αυτόν χωρίς εξαίρεση μια καταγωγή, που δεν μπορεί να τη σκέφτεται δίχως φρίκη. Δεν οφείλουν την ύπαρξή τους μόνο στον κόπο των μεγαλοφυιών, που τα δημιούργησαν, αλλά και στην ανώνυμη βαριά αναγκαστική εργασία των συγχρόνων τους. Δεν υπάρχει ποτέ τεκμήριο του πολιτισμού, που να μην είναι ταυτόχρονα τεκμήριο βαρβαρότητας»(20).

Στην αλληγορική ανάγνωση που επιχειρεί ο μαρξιστής στοχαστής στον Angelus Novus του Πάουλ Κλέε, εισάγει μια εν πολλοίς ανορθόδοξη ερμηνεία στην έννοια της προόδου αυτής της τελικά, στον καπιταλισμό, κακοφορμισμένης ελπίδας. Γι’ αυτόν, η βιομηχανική ανάπτυξη που εξυμνήθηκε όσο ποτέ άλλοτε στην καπιταλιστική κοινωνία, αποκαλούμενη ως πρόοδος και της οποίας τα τεχνοκρατικά χαρακτηριστικά θα αποθεωθούν στο φασισμό, συνιστά μονάχα μία ορισμένη μορφή επιστημονικής εξέλιξης, που στα πλαίσια κυριαρχίας της αστικής ιδεολογίας, δεν έχει αξιοποιηθεί παρά στην καταπίεσης της εργατικής τάξης, την εχθρική εκμετάλλευση της φύσης: «Η έννοια της προόδου έχανε ολοένα περισσότερο στον 19ο αιώνα τις κριτικές λειτουργίες που είχε αρχικά, όσο η μπουρζουαζία κατακτούσε τις θέσεις εξουσίας της».(21) Δεν υπάρχει, μας λέει, μια ενιαία, νομοτελειακή αντίληψη της προόδου, υπάρχει η αληθινή της σημασία που είναι η ταξική, άρρηκτα συνδεδεμένη με τον άγγελο λυτρωτή – την αλληγορική εικόνα της επανάστασης. Ως «αλιέας μαργαριταριών»(22) αναζητά στην επαναστατική παράδοση της εργατικής τάξης, το χτίσιμο των ερειπίων, «την ενάντια στο ρεύμα κάθαρση»(23) της ιστορίας, την κρίσιμη ώρα της πλέον κακόμορφης εξαλλαγής της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας: της κτηνωδίας του ναζισμού και των βουλησιαρχικών μύθων που αναβίωσε.

Ο φασιστικός μύθος όπως και ο ρόλος του μύθου ευρύτερα – καθίσταται κεντρικό πρόβλημα στην ιστορική φιλοσοφία του Βάλτερ Μπέγιαμιν. «Μύθος θα υπάρχει όσο θα υπάρχει έστω και ένας ζητιάνος», είχε πει. Μα στην άγρια ιδεολογική σύγκρουση του βάρβαρου φασιστικού λόγου με το εργατικό κίνημα «είδε τις μυθικές εικόνες ως ενότητες αντιθέτων που περιέχουν ταυτόχρονα «ουτοπικά» και «κυνικά» στοιχεία, κατά την έκφρασή του, ανεκπλήρωτες προσδοκίες των καταπιεσμένων και ζοφερές χειραγωγήσεις των καταπιεστών».(24) Και όχι μόνο σε ότι αφορά τη δημαγωγική κινητοποίηση των μικροαστικών στρωμάτων και της εργατικής τάξης, υπό την φασιστική αναβίωση του ενστίκτου και της βούλησης. Αλλά και στην υποκριτική ρητορική περί άγνοιας ευθυνών, που επιχείρησε πέραν της συντηρητικής και η σοσιαλδημοκρατική πολιτική έκφρασή της αστικής τάξης, ερμηνεύοντας το φαινόμενο του φασισμού με όρους ψυχικής παθολογίας.

Ο κομφορμισμός της σοσιαλδημοκρατίας, λουσμένος με το αίμα των ηγετών της γερμανικής επανάστασης και υποκρινόμενος το συνοδοιπόρο των καταπιεσμένων, συνετέλεσε αποφασιστικά στη διαφθορά της γερμανικής εργατικής τάξης.

Υποσχόμενος μια κατάσταση ρεφορμιστικής εξελικτικής αντίληψης περί μελλοντικής ευτυχίας, δια μέσων του πασιφισμού και της εργασίας, και καλλιεργώντας ένα είδους «αστικού ηθικισμού»(25) περί παγκόσμιου, οικουμενικού πολίτη εμφορούμενου από το πνεύμα του αλτρουισμού και του πλουραλισμού, ρήμαξε την αυτοπεποίθηση της εργατικής τάξης, ακρωτηρίασε την επαναστατική της πάλη. «Η τάξη ξέμαθε σιγά-σιγά με τέτοια διδασκαλία και το μίσος και το πνεύμα της αυτοθυσίας.(26)… Η παλιά προτεσταντική ηθική της εργασίας αναβίωνε με κοσμική μορφή στους γερμανούς εργάτες». (27) Μια αντεπαναστατική πολιτική που με πίκρα θα διαπιστώσει ωστόσο, και στον ολέθριο ψευδεπίγραφο κομμουνισμό της σταλινικής γραφειοκρατίας.

Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, συγκαταλέγεται στους ελάχιστους δυτικούς διανοούμενους που μεσούντως του φασισμού, επικρίνει τον αντεπαναστατικό, και εν’ τέλει καταστροφικό για την παγκόσμια ιστορία, ρόλο του μηχανικού σταλινικού υλισμού. Ταυτόχρονα, αντιδρά στην πολιτική διπλωματία με τα Λαϊκά Μέτωπα, τον πόλεμο και το φασισμό, επισημαίνοντας τη στάση των πολιτικών «στους οποίους στήριξαν οι εχθροί του φασισμού τις ελπίδες τους και οι οποίοι επικυρώνουν την ήττα τους με την προδοσία των ίδιων των ιδανικών τους». (28) Υπογράφοντας το σύμφωνο ΜολότωφΡίμπεντροπ, ο σταλινισμός ξέχασε πως, «κανένα κίνημα με σύνθημα Κάθε άνθρωπος, Βασιλιάς, δε θα μπορούσε να ανήκει στη φασιστική παράδοση». (29)

Όπως η σοσιαλδημοκρατία, έτσι και η «Αγία Μόσχα» επιχείρησε να αποδώσει αληθοφάνεια και νομιμοποίηση, στον ιστορικό αντικομουνιστικό της συμβιβασμό. Εισήγαγε, τη δική της αλαζονική ομοιογένεια του ιστορικού χρόνου χωρίς ρωγμές και κριτική αμφισβήτηση, θανάτωσε το πνεύμα και τη δράση της μόνης αληθινής λυτρωτικής δύναμης, της διεθνούς επανάστασης, καταδικάζοντας το προλεταριάτο «να περιμένει αιωνίως στον «προθάλαμο μιας επαναστατικής κατάστασης».(30)

Μια φράση από ένα απόσπασμα του Μαρξ, «που αγαπούσε ο Μπένγιαμιν να παραθέτει»,(31) λέει: «Όταν το «κόκκινο φάντασμα», που συνεχώς επικαλούνται και εξορκίζουν οι αντεπαναστάτες, εμφανίζεται επιτέλους, δεν εμφανίζεται με τον φρυγικό σκούφο της αναρχίας, αλλά με τη στολή της τάξεως, με κόκκινα βρακιά». (32) Είναι αυτή η μεγάλη αγάπη για την ειλικρινή δύναμη του επαναστατικού λόγου, που θα μετατρέψει την ταξική προσήλωση της σκέψης του, σε μία έξοχη υπόθεση ζωής. Της ζωής ενός λογίου που αρνούμενος «ότι ο καπιταλισμός είναι ο αξεπέραστος ορίζοντας της Ιστορίας»(33) και αναζητώντας σε μία θεολογικού τύπου ερμηνεία, επηρεασμένη από την εβραϊκή παράδοση, το λυτρωτικό όραμα της παγκόσμιας επανάστασης, θα σβήσει στα 48 του χρόνια. Το όνειρό του, να γράψει ένα έργο αποκλειστικά από παραθέματα και η τεράστια ανολοκλήρωτη εργασία του για τους στεγασμένους δρόμους του Παρισιού, θα χαράξουν τα ίχνη ενός στοχαστή σπάνια γοητευτικού που το Σεπτέμβριο του 1940 λίγο πριν τη σύλληψή του από τη Γκεστάπο – θα θέσει τέρμα στη ζωή του, στο μεθοριακό σταθμό Πορτ Μπου των γαλλοϊσπανικών συνόρων. Πριν τις θανατηφόρες 15 ταμπλέτες μορφίνης όμως, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, είχε ήδη τάξει με ύψιστη γενναιότητα την ύπαρξή του, στη ημέρα εκείνη του Εορτασμού που «γλώσσα του είναι η ιδέα του ίδιου του πεζού λόγου, κατανοητή από όλους τους ανθρώπους, όπως η γλώσσα των πουλιών από τους ευνοούμενους της τύχης». (34)

Μου είπαν ότι σήκωσες το χέρι σου εναντίον σου.

Προλαβαίνοντας τον σφαγέα.

Οκτώ χρόνια εξόριστος αντικριστά σε εχθρού ανάβαση

Κι εντέλει, μπροστά σε σύνορο απαράβατο, 

Πέρασες, λένε, ένα πιο βατό.


Αυτοκρατορίες γκρεμίζονται. Λήσταρχοι

Βαδίζουν κορδωμένοι σαν ηγεμόνες. Λαοί

Πλέον δεν διακρίνονται κάτω από τόσον οπλισμό.

Έτσι είναι το μέλλον σκοτεινό και οι δυνάμεις του δικαίου

Αδύναμες. Σου ήταν όλα φως φανάρι

Όταν κατέστρεψες ένα κορμί πριν το βασανισμό. 

Μπέρτολτ Μπρέχτ, 1941 (35)

Ελένη Χοχάκλη


Σημειώσεις – Βιβλιογραφικές παραπομπές

  1. Φράση του Κικέρωνα που παρατίθεται στο βιβλίο της Χάννα Άρεντ, «Άνθρωποι σε ζοφερούς καιρούς», μετ. Β. Τομανάς, Νησίδες, 1998, σελ. 44.
  2. Β. Μπένγιαμιν, «Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας», μετ. Μ. Παράσχης, Ουτοπία, 1983, σελ.7.
  3. Χάννα Άρεντ, όπ. παρ. σελ 46.
  4. Φώτης Τερζάκης, από την εισαγωγή στο, W. Benjamin «Δοκίμια φιλοσοφίας της γλώσσας», νήσος, 1999, σελ. 11.
  5. Έτσι αποκαλούσε ο Β. Μπένγιαμιν, την πόλη των Παρισίων.
  6. Φώτης Τερζάκης, όπ. παρ. σελ. 22.
  7. Κ. Μάρξ-Φρ. Ένγκελς, «Η γερμανική ιδεολογία», μετ. Λ. Μιχαήλ, Αναγνωστίδης, τομ. α’ , σελ. 48.
    8. «Θέσεις…», όπ. παρ., σελ. 32.
  8. W, Βenjamin, «Δοκίμια για την τέχνη», μετ. Δ. Κούρτοβικ, Κάλβος, 1978, σελ. 73.
  9. «Θέσεις…», όπ. παρ. σελ 39.
  10. «Δοκίμια για την τέχνη», όπ. παρ., σελ. 73.
  11. «Θέσεις…», όπ. παρ., σελ. 17.
  12. Περιοδικό Ουτοπία, τευχ. 48, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2002, «Αφιέρωμα στον W. Benjamin», σελ 5 (από το σημείωμα της σύνταξης).
  13. «Θέσεις…», όπ. παρ., σελ. 15.
  14. Σούζαν Μπακ-Μορς, Αλληγορία/Μοντάζ/Μεσσιανισμός, στο, W. Benjamin, «Σαρλ Μπωντλαίρ, ένας λυρικός στην ακμή του καπιταλισμού», μετ. Γ. Γκουζούλης, Αλεξάνδρεια, 1994, σελ. 299.
  15. Σάββας Μιχαήλ, «Μορφές του μεσσιανικού», Άγρα, 1999, σελ. 153-154.
  16. Περιοδικό Πλανόδιον, τευχ. 23, Ιούνιος 1996, «Η αισθητική φιλοσοφία της σχολής της Φρανκφούρτης», σελ. 334 (από τη μελέτη του Γ. Σαγκριώτη).
  17. «Θέσεις…», όπ. παρ., σελ. 12.
  18. Η διευκρίνιση μέσα στην αγκύλη, δική μου.
  19. «Θέσεις…», όπ. παρ., σελ. 11.
  20. W. Benjamin «Passagenwerk [N 11a, 1], Paris, Capitale du XIXe siecle, Le Livre des Passages», Cerf, 1989, σελ. 495. Η έκφραση παρατίθεται μεταφρασμένη στο, «Μορφές του μεσσιανικού», όπ. παρ., σελ. 284.
  21. «Άνθρωποι σε ζοφερούς καιρούς», όπ. παρ., σελ. 91.
  22. «Θέσεις…», όπ. παρ., σελ. 23.
  23. «Μορφές του μεσσιανικού», όπ. παρ., σελ. 261.
  24. «Δοκίμια για την τέχνη», όπ. παρ., σελ. 93.
  25. «Θέσεις…», όπ. παρ., σελ. 15.
  26. «Θέσεις…», όπ. παρ., σελ. 13.
  27. «Θέσεις…», όπ. παρ., σελ. 26.
  28. Eric Hobsbawm, «Η εποχή των άκρων-Ο σύντομος εικοστός αιώνας», Θεμέλιο, 1999, σελ. 175.
  29. «Μορφές του μεσσιανικού», όπ. παρ., σελ. 243.
  30. «Μορφές του μεσσιανικού», όπ. παρ., σελ. 247.
  31. «Μορφές του μεσσιανικού», οπ. παρ., σελ. 247.
  32. «Μορφές του μεσσιανικού», όπ. παρ., σελ. 330.
  33. «Θέσεις…», όπ. παρ., σελ. 39.
  34. Παρατίθεται στο Πλανόδιον, όπ. παρ., σελ. 440 (επιμέλεια Στ. Γουργουρή-Γ. Σαγκριώτη).

* Τις έννοιες «αύρα» και «αίγλη», τις χρησιμοποίησε ο Β. Μπένγιαμιν κυρίως για το έργο τέχνης. 


Σπάρτακος 68, Γενάρης 2003

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=3144

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s