Ο καπιταλισμός καταστρέφει τον πλανήτη και αυτοί «συνεδριάζουν»…

Σπάρτακος 66, Σεπτέμβρης 2002


Γιοχάνεσμπουργκ: 

Η φαντασμαγορία και η υποκρισία των μεγάλων συνδιασκέψεων

…ενόσω ο καπιταλισμός καταστρέφει τον πλανήτη

του Παναγιώτη Σηφογιωργάκη

Όσο πιο λίγη είναι η πολιτική ουσία αυτών των συνδιασκέψεων, τόσο πιο μεγάλες είναι οι φανφάρες που τις συνοδεύουν. Η Παγκόσμια συνδιάσκεψη για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη (WSSD) ή αλλιώς γνωστή ως «Συνάντηση Κορυφής για τη Γη» ή ακόμη ως Rio+10 (ως υπόμνηση της Συνάντησης Κορυφής για τη Γη που έλαβε χώρα πριν από δέκα ακριβώς χρόνια στο Ρίο ντε Τζανέιρο), που ολοκληρώθηκε πριν από λίγες μέρες διέθετε τις διαστάσεις και την κακογουστιά μιας ολυμπιάδας, μέχρι του σημείου να περιλαμβάνει λαμπαδηδοδρομία και αφή φλόγας!!

Ενώ γνωρίζαμε ως τώρα ότι αυτές οι συνδιασκέψεις που ασχολούνται με «τις μεγάλες αγωνίες της ανθρωπότητας στη βάση της παγκόσμιας κοινότητας των συμφερόντων της» ήταν απλά τεράστιες σπατάλες χρήματος, χρόνου και λέξεων, από δω και πέρα ίσως να συνεχίσουν να είναι, επίσης, όπως αποδείχθηκε στο Γιοχάνεσμπουργκ, μεγάλες επιχειρήσεις αστυνομικής καταστολής και βίας. Το κοντράστ ανάμεσα στις διαδηλώσεις των Νοτιοαφρικάνων που ζουν σε μια χώρα με εκρηκτικά κοινωνικά προβλήματα, μια δεκαπενταετία, σχεδόν, μετά το τέλος του Απαρτχάιντ, και την παρέλαση των «διεθνών πολιτικών προσωπικοτήτων» από το χώρο της συνδιάσκεψης σε μια φαντασμαγορική ατμόσφαιρα ήταν αν μη τι άλλο εύγλωττο. Ακόμη περισσότερο αποκαλυπτικές όμως ήταν οι εικόνες των χτυπημένων από πλαστικές σφαίρες σωμάτων διαδηλωτών, καθώς αποδείχθηκε ότι οι 26000 αστυνομικοί, η προληπτική απαγόρευση όχι μόνο των διαδηλώσεων αλλά και κάθε «αυθόρμητης συνάθροισης» δεν ήταν αρκετές για να αποτρέψουν το ξεχείλισμα της κοινωνικής αγανάκτησης.

Η ΕΝΟΡΧΗΣΤΡΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗΣ ΑΠΟ ΤΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΑ ΛΟΜΠΥ

Ανάμεσα στους πάνω από 50.000 συμμετέχοντες/ουσες σ’ αυτή τη συνδιάσκεψη αντιπροσωπεύονταν φυσικά δεκάδες μη κυβερνητικές οργανώσεις, δίκτυα και ομάδες περιβαλλοντιστών, οργανώσεις ενάντια στη φτώχεια και την εξαθλίωση στον Τρίτο Κόσμο, την κατάργηση του χρέους των χωρών του Νότου κ.ο.κ. Στη πλειοψηφία τους πρόκειται για ειλικρινή και ακτιβιστικά μεταρρυθμιστικά ρεύματα που πηγαίνουν σε τέτοιες συνδιασκέψεις για να υποδείξουν την πολιτική των μεγάλων υπερεθνικών οικονομικών θεσμών (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΠΟΕ κ.α), των δυτικών κυβερνήσεων και των μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων ως την αιτία για το φαύλο κύκλο «εξαρτημένης ανάπτυξης με εξαγωγικό προσανατολισμό – αυστηρών κοινωνικών νορμών υπαγορευμένων από τους πιστωτές των χωρών του Νότου για την αποπληρωμή του χρέους τους – διαφθοράς της τοπικής διοίκησης – ογκούμενης φτώχειας – κατασπατάλησης των φυσικών πόρων – καταστροφής των οικολογικών συστημάτων». Ως απάντηση στη διαρκώς μεγενθυνόμενη οικολογική – κοινωνική κρίση τα ρεύματα αυτά ζητούν την ευαισθητοποίηση της παγκόσμιας κοινότητας, την εφαρμογή αποφάσεων προηγούμενων διεθνών συνδιασκέψεων και συμφωνιών, αναδιανομή του παγκόσμιου πλούτου, νέες διεθνείς νομοθετικές ρυθμίσεις και ελεγκτικούς μηχανισμούς κατά της αυθαιρεσίας των μεγάλων πολυεθνικών και διατυπώνουν άλλες πολλές δικαιολογημένες, περισσότερο ή λιγότερο εξειδικευμένες διεκδικήσεις. Όμως εκεί που εναποθέτουν τις ελπίδες τους, είναι εκεί που αυτές οι ελπίδες ματαιώνονται: στην ακολουθία των μεγάλων συνδιασκέψεων με τους πομπώδεις τίτλους, όπου η παγκόσμια «κοινωνία των πολιτών» διαπραγματεύεται με την παγκόσμια «κοινωνία των πολυεθνικών και των κυβερνήσεων» με ζητούμενο μια απίθανη και ουτοπική εκχώρηση από τις τελευταίες δια της πειθούς του δικαιώματός τους να λεηλατούν τον πλανήτη στο όνομα της ελευθερίας των αγορών και του ιδιωτικού κέρδους.

Ας δούμε μόνο πως ο «επιχειρηματικός κόσμος» ξέρει να προετοιμάζεται για να αντιμετωπίσει τα κατηγορητήρια των ομάδων πίεσης της κοινωνίας των πολιτών αλλά προπάντων να εξασφαλίσει ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ληφθούν ούτε καν προορισμένες να μείνουν στο επίπεδο των ευσεβών εκκλήσεων ή της δημαγωγικής χρήσης από τις κυβερνήσεις, αποφάσεις στη διάρκεια της «συνδιάσκεψης της ντροπής» (όπως ευρέως ονομάστηκε η WSSD του Γιοχάνεσμπουργκ) που να εναντιώνονται τρόπον τινά στα συμφέροντά τους.

Ο στόχος των corporate polluters στην εν προκειμένω συνδιάσκεψη ήταν να αποσπάσουν τη σιωπή για τον καταστροφικό απολογισμό της τελευταίας δεκαετίας (αυτής που μεσολάβησε ανάμεσα στην προηγούμενη Συνάντηση Κορυφής για τη Γη, όπου υποτίθεται ότι λήφθηκαν βαρυσήμαντες αποφάσεις για την εξασφάλιση του μέλλοντος του πλανήτη – βλέπε παρακάτω – και την πρόσφατη στη Νότιο Αφρική), να αρνηθούν την ευθύνη για την οικολογική και κοινωνική κρίση και να αποφύγουν οποιαδήποτε έστω και ήσσονος σημασίας απόφαση που να απαιτεί έξτρα φορολόγηση των επιχειρήσεων ή αύξηση του κόστους παραγωγής με την τήρηση κανόνων σεβασμού προς το περιβάλλον. Τα επιχειρηματικά λόμπυ, όπως ο Διεθνής Οίκος Εμπορίου (ICC) και το Παγκόσμιο Επιχειρηματικό Συμβούλιο για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη (WBCSD) άρχισαν να προετοιμάζονται για την παγκόσμια συνδιάσκεψη του Γιοχάνεσμπουργκ οργανώνοντας μόνιμες ομάδες εργασίας από το 1999! Τον Απρίλιο του 2001, οι δύο οργανισμοί εισήγαγαν ένα κοινό σχήμα: την Επιχειρηματική Δράση για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη (BASD), μια ομάδα πίεσης σχεδιασμένη μόνο και μόνο για την υπονόμευση της συνδιάσκεψης του Γιοχάνεσμπουργκ, μετά από την οποία αυτόματα θα διαλυόταν. Η Επιχειρηματική Δράση διεξήγαγε μια τελική συνάντηση για την αποσαφήνιση της στρατηγικής της τον Οκτώβριο του 2001 στο Παρίσι. Βασικό προϊόν αυτής της συνάντησης ήταν ο ιδεολογικός επανακαθορισμός της στάσης των μεγάλων εταιρειών απέναντι στη λειτουργία και τη σκοπιμότητα αυτών των συνδιασκέψεων: δεν πρέπει πλέον ούτε να διανοούνται ότι έχουν την αποστολή να λαμβάνουν υποχρεωτικές αποφάσεις για τους εμπλεκόμενους στην οικολογική κρίση. Το ζήτημα εφεξής εξαντλείται στην «εθελοντική δράση» και τον «αυτο-περιορισμό» των επιχειρήσεων χωρίς έξωθεν επιβολή. Ο πλανήτης οφείλει επιτέλους να εμπιστευθεί τη δημιουργικότητα και την ευαισθησία τους. Στην υπεράσπιση αυτών των νέων αρχών, το BASD, παράλληλα σπατάλησε στη συνδιάσκεψη του Γιοχάνεσμπουργκ τεράστια ποσά στην προβολή επιλεκτικών και μεμονωμένων ή καθαρά προσχηματικών χειρονομιών οικολογικής ευαισθησίας από μέλη του, αναλώθηκε στη χορηγία όχι μόνο για τις δαπάνες της διοργάνωσης, αλλά και προγραμμάτων μη κυβερνητικών οργανώσεων που είναι διατεθειμένες να συνεργαστούν ή ήδη συνεργάζονται μ’ εταιρείες. Γενικά αυτά τα λόμπυ κινητοποιούν έναν ακατάσχετο εσμό από ψευτο-περιβαλλοντιστές, οργανώσεις-σφραγίδες, εκπροσώπους κυβερνητικών υπηρεσιών μ’ αντικείμενο την «προστασία του περιβάλλοντος», «ειδικούς» και επιστήμονες και φυσικά τα συνήθη ύποπτα ελεγχόμενα ΜΜΕ. Η πρακτική αυτή στο παρελθόν είχε ασκηθεί με τον πιο κυνικό τρόπο από τον «Global Climate Coalition», οργανισμό που φτιάχτηκε από πολυεθνικούς γίγαντες στις Ηνωμένες Πολιτείες οι οποίοι ενέχονται για απίστευτα οικολογικά εγκλήματα όχι σύμφωνα με τη δική μας άποψη, αλλά σύμφωνα με τις ισχύουσες στις περισσότερες χώρες νομοθεσίες, όπως η Shell, η BP και άλλες πετρελαϊκές και βιομηχανικές πολυεθνικές. Πριν από τη συνδιάσκεψη του Κιότο, ο οργανισμός αυτός δαπάνησε 13 εκατομμύρια δολλάρια σε διαφημιστική καμπάνια εναντίον των αμφισβητιών τους. Χρηματοδότησε το Ρεμπουμπλικάνικο και Δημοκρατικό κόμμα με 50 εκατομμύρια δολάρια εις έκαστο για να εξασφαλίσει την υποστήριξη του Κογκρέσου σύμφωνα με τις καταγγελίες της μεγαλύτερης οικολογικής οργάνωσης των ΗΠΑ «Φίλοι της Γης». Η δυσοσμία που απέπνεαν οι πρακτικές αυτού του οργανισμού προκάλεσαν τέτοιες αντιδράσεις ώστε ορισμένες βασικές επιχειρηματικές συνιστώσες του απεχώρησαν για λόγους μάρκετινγκ και συγκρότησαν ένα νέο σχήμα με την ονομασία «Επιχειρηματικό Περιβαλλοντικό Καθοδηγητικό Συμβούλιο» (BELC), το οποίο επιδόθηκε με τη σειρά του σε «πράσινη προπαγάνδα» στη συνδιάσκεψη του Γιοχάνεσμπουργκ, ένα φαινόμενο που στον αγγλοσαξωνικό κόσμο έχει ονομαστεί από τους ριζοσπαστικούς κύκλους «greenwashing». Με δεδομένη την ενεργητική εχθρότητα της κυβέρνησης των ΗΠΑ που εμποδίζει οποιαδήποτε διεθνή ρύθμιση πάνω στις ρυπογόνες βιομηχανικές δραστηριότητες γιατί αυτή βλάπτει τα συμφέροντα πρωτίστως των αμερικανικών πολυεθνικών, την απέραντη υποκρισία των ευρωπαϊκών δυνάμεων (με πρώτη τη γαλλική πολιτική ηγεσία που ενώ τάχα μέμφεται την αδιαλλαξία της κυβέρνησης Μπους, από την άλλη οραματίζεται με κύριο συνήγορο τον ίδιο το γάλλο πρόεδρο Σιράκ, ο οποίος ήταν τιμώμενος πολιτικός επισκέπτης στη συνδιάσκεψη (!), μια μεγάλη γαλλική πυρηνική υπερδύναμη) τα καπιταλιστικά συμφέροντα κινούνται λοιπόν σ’ ένα οικείο χώρο σ’ αυτές τις συνδιασκέψεις (αλλά όχι πλέον έξω απ’ αυτές …) και το παταγώδες φιάσκο είναι προδιαγεγραμμένο σε πείσμα των ιδεαλιστών που θέλουν να ταρακουνήσουν τους ισχυρούς του κόσμου με υπομνήματα.

ΕΧΟΥΝ ΓΙΝΕΙ «ΝΟΥΜΕΡΟ»

Δέκα χρόνια μετά το Ρίο τα «νούμερα» σήμερα σε αντιπαραβολή με τις τότε δεσμεύσεις των κυβερνήσεων των ισχυρών κρατών του κόσμου τις εκθέτουν ανεπανόρθωτα: είχαν υποσχεθεί τότε να παράσχουν στις αναπτυσσόμενες χώρες του Νότου επίσημη βοήθεια ίση με το 0,7% του συνολικού τους ΑΕΠ. Μέσα στη δεκαετία η αναπτυξιακή βοήθεια έπεσε από το 0,33% επί του ΑΕΠ των ανεπτυγμένων χωρών που ήταν πριν από δέκα χρόνια στο 0,22% το 2000 (!). Γενικά οι αριθμοί αποδεικνύονται κόλαφος για τους κυρίαρχους του πλανήτη. Το κόστος για τις πλούσιες χώρες προκειμένου να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που έχει ορίσει η συνδιάσκεψη του Κίοτο (που ως γνωστόν αφορούν κυρίως τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα) μέχρι το 2010 θα είναι συνολικά 56 δις δολάρια, όταν οι επιδοτήσεις τους στον τομέα των πετρελαιοειδών και λοιπόν ορυκτών καυσίμων που αποτελούν την κυριότερη πηγή εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα θα φθάσουν την ίδια περίοδο τα 57 δις δολάρια. Η συνάντηση κορυφής του Ρίο το 1992 είχε εισαγάγει το «Πλαίσιο Σύμβασης για τις Κλιματικές Αλλαγές στον Πλανήτη» που έθεσε τις βάσεις για τις συμφωνίες του Κιότο για τη μείωση των βιομηχανικών ρύπων που σχετίζονται με το φαινόμενο της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Όμως οι Ηνωμένες Πολιτείες αρνούνται ακόμη να τις επικυρώσουν! Οι ΗΠΑ με μόλις το 4% του παγκοσμίου πληθυσμού είναι υπεύθυνες για το 25% των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα παγκοσμίως, δηλαδή εκπέμπουν 8 φορές περισσότερο κατά κεφαλήν απ’ ό,τι η Κίνα. Η Ευρώπη έρχεται δεύτερη, με το 20% των παγκόσμιων εκπομπών. Τα προηγούμενα δέκα χρόνια καταστρεφόταν σ’ ετήσια βάση μια έκταση τροπικών δασών όσο τέσσερις Ελβετίες, όταν η παγκόσμια βιομηχανία υλοτομίας εισπράττει ετησίως επιδοτήσεις της τάξεως των 35 δις δολαρίων. Από την άλλη η προηγούμενη δεκαετία σύμφωνα με τις περισσότερες εκτιμήσεις ήταν η θερμότερη από κάθε άλλη εποχή τουλάχιστον μεταξύ αυτών για τις οποίες διαθέτουμε καταγεγραμμένα στοιχεία και σημαδεύτηκε από τον πολλαπλασιασμό των ακραίων εκδηλώσεων καιρικών φαινομένων (κυκλώνες, πλημμύρες, παρατεταμένη ξηρασία αναλόγως τις γεωγραφικές περιοχές του πλανήτη). 

Οι υποτιθέμενοι στόχοι που έθεσε η ατζέντα του Γιοχάνεσμπουργκ για την αντιμετώπιση της κοινωνικής κρίσης που συνδέεται μ’ ένα αξεδιάλυτο κουβάρι από σχέσεις με την πολυδιάστατη σύγχρονη οικολογική κρίση είναι διαφωτιστικοί για την κατάσταση στην οποία έχει φέρει την ανθρωπότητα ο παγκόσμιος καπιταλισμός:

  • Περιορισμός της παιδικής θνησιμότητας στις αναπτυσσόμενες χώρες κατά τα δύο τρίτα, δηλαδή στους 3.600.000 θανάτους το χρόνο …

  • Αναστροφή της τάσης εξάπλωσης του AIDS που ήδη αριθμεί 22 εκατομμύρια θανατηφόρα κρούσματα και έχει προσβάλει άλλα 36 εκατομμύρια άτομα στη συντριπτική τους πλειοψηφία στις χώρες του Τρίτου Κόσμου και ειδικά της υποσαχάριας και κεντρικής Αφρικής.

  • Ως το 2015 να μειωθεί στο μισό το πλήθος των 1,2 δισεκατομμυρίων ανθρώπων που ζουν με λιγότερο από 1 ευρώ την ημέρα.

  • Με επενδύσεις 125 δισεκατομμυρίων ευρώ να εξασφαλιστεί η πρόσβαση 1,1 δισεκατομμυρίου ανθρώπων σε πόσιμο νερό.

  • Να εξασφαλιστεί ο εφοδιασμός 2,5 δισεκατομμυρίων ανθρώπων με ηλεκτρικό ρεύμα ή γκάζι.

Όλες αυτές οι αποδείξεις της κοινωνικής βαρβαρότητας στην οποία είναι καταδικασμένο να ζει ένα τεράστιο τμήμα του ανθρώπινου πληθυσμού, όταν ταυτόχρονα μια ελάχιστη μειοψηφία συσσωρεύει το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του παραγόμενου πλούτου, όταν αυτός ο τελευταίος, προϊόν του μόχθου της συντριπτικής πλειοψηφίας των ανθρώπων, είναι ο μεγαλύτερος που παρήγαγε ποτέ η ανθρωπότητα και θα αρκούσε για την ευημερία όλων μας πάνω στον πλανήτη, καθιστούν την υποκρισία και την ανικανότητα λήψης αποφάσεων μ’ αντίκρισμα, χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτών των συνδιασκέψεων, τουλάχιστον πηγή οργής σαν κι αυτή που εμψύχωσε τους δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές και διαδηλώτριες στο Γιοχάνεσμπουργκ, ώστε να αψηφήσουν τη βαναυσότητα της αστυνομικής καταστολής.

ΒΙΩΣΙΜΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ

O Μαρξ παρόλο που αναγνώριζε τη δύναμη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής να σπάει τα μέχρι τότε δεσμά της ανθρωπότητας δημιουργώντας τις συνθήκες για το ξεπέρασμα της εγγενούς σε κάθε φάση της ιστορίας ως εκείνη την εποχή «σπάνης των αγαθών» είχε διορατικά δει ότι η τεράστια παραγωγική ικανότητα του καπιταλισμού είναι δυνατό να εξελιχθεί στο αντίθετό της, σε μια τεράστια δύναμη καταστροφής. Έτσι σ’ ένα ονομαστό προφητικό απόσπασμα από το Κεφάλαιο έχει γράψει τα εξής: «Η αυξημένη παραγωγικότητα και ποσότητα της εργασίας που τίθενται σε κίνηση ξεπληρώνονται με αντάλλαγμα τη σπατάλη και την ανάλωση από τις ασθένειες της ίδιας της εργατικής δύναμης. Επιπλέον, κάθε πρόοδος στην καπιταλιστική γεωργία είναι μια πρόοδος και στην τέχνη όχι μόνο της ληστείας του εργάτη, αλλά και της ληστείας του καλλιεργήσιμου εδάφους· κάθε πρόοδος στην αύξηση της γονιμότητας του εδάφους για μια δοσμένη περίοδο είναι και μια πρόοδος στη λεηλασία των μόνιμων πηγών αυτής της γονιμότητας. Όσο περισσότερο μια χώρα αρχίζει την ανάπτυξή της πάνω στα θεμέλια της σύγχρονης βιομηχανίας, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες για παράδειγμα, τόσο ταχύτερη γίνεται αυτή η διαδικασία της καταστροφής. Η καπιταλιστική παραγωγή, επομένως, αναπτύσσει την τεχνολογία και συνδυάζει όλες τις ποικίλες επί μέρους κοινωνικές διαδικασίες σ’ ένα σύνολο, μόνο εξαντλώντας τις πρωταρχικές πηγές κάθε πλούτου – τη γη και τον εργάτη.» 

Αυτή η διπλή έλικα της καπιταλιστικής ανάπτυξης που από τη μία πλευρά συσσωρεύει ένα τεράστιο κοινωνικά παραγόμενο πλούτο για να το νέμεται μια μικρή μειοψηφία και από την άλλη συσσωρεύει εξαθλίωση και ερήμωση για να τις υφίσταται η τεράστια πλειοψηφία δεν ήταν ποτέ περισσότερο εμφανής απ’ ό,τι σήμερα στην αυγή του 21ου αιώνα.

Το όραμα μιας βιώσιμης ανάπτυξης, όρου που καθιέρωσε η έκθεση του νορβηγού προέδρου της Παγκόσμιας Επιτροπής για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, Γκρο Χάρλεμ Μπρούντλαντ το 1987 και σημαίνει μια «ανάπτυξη που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παρόντος χωρίς να θίγει τις δυνατότητες των μελλουσών γενεών να μεριμνήσουν για τις δικές τους», είναι για τους απολογητές του καπιταλιστικού παραγωγικού μοντέλου «ειρωνεία», για τα συμφέροντα της πλειοψηφίας του ανθρώπινου πληθυσμού επιβεβλημένη ανάγκη.

Οποιαδήποτε πρόοδος στα δεκαπέντε αυτά χρόνια από την επίσημη διατύπωσή της ως προτεραιότητας, υποτίθεται, του ίδιου του παγκόσμιου συστήματος θεσμών δε μπορούσε παρά να εξαρτηθεί από την εισαγωγή ουσιαστικών και διεθνούς κλίμακας ρυθμίσεων, τουτέστι περιορισμών της ιδιωτικής οικονομικής δραστηριότητας για χάρη υπέρτερων κοινωνικών αναγκαιοτήτων. Αλλά σ’ αυτό το ίδιο διάστημα, που ονομάζεται κοινώς εποχή της παγκοσμιοποίησης, ο καπιταλισμός προχώρησε σε μια νέα φάση χειραφέτησής του από οποιοδήποτε έλεγχο και εμπόδιο υψωνόταν στο δρόμο του. Στην εποχή της απελευθέρωσης των χρηματιστηριακών συναλλαγών, του παγκόσμιου εμπορίου, της αγοράς εργασίας, ο καπιταλισμός είναι αδύνατο να δεχθεί οικολογικές νόρμες, έλεγχο στη χρήση των φυσικών και ανθρώπινων πόρων, αμφισβήτηση των επιλογών του από λογικές κοινού κοινωνικού συμφέροντος. Όμως την ίδια περίοδο για ιδεολογικούς λόγους διατηρούσε την αναφορά του στην αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης επιχειρώντας να αποδείξει ότι μόνο μέσα από την ανεξέλεγκτη καπιταλιστική επέκταση είναι δυνατή η αυθόρμητη ανάδυση μιας αυτο-ρύθμισης, μιας οικονομίας της αγοράς φιλικής στο περιβάλλον.

Ο ολέθριος απολογισμός της τελευταίας δεκαετίας που σημαδεύεται από τα δύο αυτά ορόσημα των συνδιασκέψεων του Ρίο και του Γιοχάνεσμπουργκ μπορεί να έχει και μια ελάχιστη θετική συνεισφορά μόνο με την προϋπόθεση ότι θα επιταχύνει την απώλεια των αυταπατών από τα ακτιβιστικά οικολογικά και άλλα μεταρρυθμιστικά ρεύματα για τις δυνατότητες να καθορίσουν ένα κοινό πλαίσιο μαζί με τους καταστροφείς του περιβάλλοντος μέσα στα όρια τους σημερινού διεθνούς συστήματος διακυβέρνησης και παραγωγικού μοντέλου. Αν όμως από τη μία το κίνημα της οικολογίας πρέπει να εξάγει απολογίζοντας τη δεκαετία ένα «αντικαπιταλιστικό συμπέρασμα», οι τάσεις του εργατικού και γενικότερα κοινωνικού απελευθερωτικού κινήματος που αναφέρονται στο μαρξισμό και δη τον επαναστατικό οφείλουν να βγάλουν ένα «οικολογικό συμπέρασμα» με μείζονες συνέπειες σε προγραμματικό και θεωρητικό επίπεδο. Αλλά δε μπορούμε να επεκταθούμε άλλο εδώ για ένα τόσο σημαντικό και πολυεπίπεδο ζήτημα. Τελειώνουμε με τη δέσμευση να συμβάλλουμε και μέσα από τις στήλες του Σπάρτακου ήδη από το επόμενο τεύχος σε μια πιο ουσιαστική συζήτηση που λαμβάνει χώρα συνεχώς τα τελευταία χρόνια στους ριζοσπαστικούς κύκλους σ’ άλλες χώρες, αλλά στην Ελλάδα έχει διακοπεί από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90, όταν είχε ανακινηθεί από την καθυστερημένη έλευση του πολιτικού ρεύματος της οικολογίας σε μια εποχή βαθιάς κρίσης της αριστερής ιδεολογίας και σβήσει προσωρινά με τον πρόωρο και άδοξο θάνατό της.

Παναγιώτης Σηφογιωργάκης 


Σπάρτακος 66, Σεπτέμβρης 2002

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=3076


There is one comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s