Η συνεχιζόμενη «αναγέννηση» του ευρωπαϊκού κινήματος…

Σπάρτακος 66, Σεπτέμβρης 2002


του Παναγιώτη Σηφογιωργάκη

 Για το:

ΠΡΩΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΦΟΡΟΥΜ

ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ, 6-10 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

 

Το μήνυμα του πρώτου ΕΚΦ της Φλωρεντίας

Η βασική σημασία του πρώτου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ που θα πραγματοποιηθεί ανάμεσα στις 6 και 10 Νοεμβρίου αφορά πριν απ’ όλα το ίδιο το γεγονός της πραγματοποίησής του. Δεν είναι μόνο ότι σήμερα είναι εφικτές και στον ευρωπαϊκό χώρο διοργανώσεις τέτοιας διεθνιστικής πνοής και μεγέθους αριθμητικής συμμετοχής χάρη στην ώθηση που έδωσαν τα δύο πρώτα Παγκόσμια Κοινωνικά Φόρουμ του Πόρτο Αλέγκρε. Ακόμη περισσότερο και απ’ αυτό το ΕΚΦ της Φλωρεντίας σηματοδοτεί μια αποφασιστική τομή στις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις στην Ευρώπη. 

Το ΕΚΦ καθιστά «ορατά» τα κοινωνικά κινήματα και ρεύματα αντίστασης στη σημερινή λογική οικοδόμησης της ενωμένης Ευρώπης. Το ΕΚΦ «συμβολίζει» ένα δυνητικό αντίπαλο κέντρο που αντιστρατεύεται τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική του ευρωπαϊκού καπιταλισμού· προσφέρει ένα σημείο αναφοράς σε κάθε μεμονωμένη αγωνιστική κινητοποίηση στο σημερινό ευρωπαϊκό τοπίο για να «πλαισιώνει» τους στόχους της. Είναι το λογικό επακόλουθο της συσσώρευσης των κατακτήσεων του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος (Σηάτλ, Πόρτο Αλέγκρε, Γένοβα, Βαρκελώνη) αλλά είναι και μια ποιοτικά νέα εξέλιξη μέσα στην πορεία αυτού του κινήματος.

Όλα τα παραπάνω αποκτούν μια πολύ εντονότερη «αιχμή», αν λάβουμε σοβαρά υπόψη μας την αποφασιστική πολιτική συγκυρία μέσα στην οποία τοποθετείται η διεξαγωγή του πρώτου ευρωπαϊκού κοινωνικού φόρουμ. Γιατί το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα δεν είναι μια διαδικασία που εξελίσσεται πάνω σ’ ένα απαράλλαχτο πολιτικοκοινωνικό φόντο, αλλά διασταυρώνεται με καθοριστικές μεταβολές της διεθνούς πολιτικής συγκυρίας, όπως αποδείχτηκε μετά τα γεγονότα της 11ης του περυσινού Σεπτέμβρη. Σ’ όλη την προηγούμενη περίοδο το κίνημα, παρά τις αρχικές δυσκολίες, κατόρθωσε να ανασυγκροτηθεί απαντώντας τελικά στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική εκστρατεία που καθοδηγείται από τις Ηνωμένες Πολιτείες. 

Η ειδική τρέχουσα πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη χαρακτηρίζεται προπάντων από την άνοδο των δεξιών κυβερνήσεων. Η βασική επιδίωξη της δεξιάς στις κυβερνήσεις των περισσότερων πλέον ευρωπαϊκών χωρών είναι η περαιτέρω προώθηση του νεοφιλελεύθερου προγράμματος αναδιαρθρώσεων και ιδιωτικοποιήσεων με βασικούς στόχους τις εργασιακές σχέσεις και τα ασφαλιστικά συστήματα, οι οποίες αποκτούν πιεστικό χαρακτήρα μπροστά στην προοπτική της παράτασης της ύφεσης της παγκόσμιας οικονομίας. Ταυτόχρονα παρατηρείται πανευρωπαϊκά μια σοβαρή τάση σκλήρυνσης της μεταναστευτικής πολιτικής με ολοκλήρωση του νομοθετικού οπλοστασίου της Ευρώπης-Φρουρίου. Ένα νέο κύμα ρατσισμού και ξενοφοβίας έχει κάνει την εμφάνισή του στην Ευρώπη, αποτέλεσμα της εκρηκτικής κοινωνικής κατάστασης που έχουν προκαλέσει 20 χρόνια νεοφιλελεύθερης διαχείρισης και κρατικής ρατσιστικής πολιτικής που δεν επιτρέπει την ενσωμάτωση των μεταναστών στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Απ’ αυτή την όξυνση του ρατσισμού ενισχύονται τα ακροδεξιά κόμματα, τα οποία ήδη έχουν σ’ ανησυχητικό βαθμό επιτύχει εκλογική και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση σε όχι ευκαταφρόνητο αριθμό ευρωπαϊκών χωρών. Η κατάσταση θα επιδεινωθεί αρκετά καθώς οι πολεμικές προετοιμασίες της κυβέρνησης Μπους με σκοπό την επίθεση στο Ιράκ ρίχνουν ήδη μια βαριά σκιά πάνω από το ευρωπαϊκό πολιτικό σκηνικό. Παρά τις όποιες ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις, οι δεξιές συντηρητικές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα χρησιμοποιήσουν το νέο γύρο της «αντι-τρομοκρατικής σταυροφορίας» για να επιβάλουν περιορισμούς σε δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες με κυριότερο στόχο τις ριζοσπαστικές τάσεις αμφισβήτησης αλλά και, ειδικά, το εργατικό κίνημα. Διότι αυτό το τελευταίο έχει καταφέρει να αποτελέσει μια από τις σημαντικότερες διαστάσεις της συγκυρίας.

Οι τεράστιες γενικές απεργίες σε Ιταλία και Ισπανία, αλλά και η πρόσφατη κινητοποίηση των εργατών στο κλάδο του μετάλλου στη Γερμανία αποδεικνύουν ότι η εργατική τάξη στην Ευρώπη είναι αφυπνισμένη και ικανή να συγκρούεται με τις πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού. Έτσι το βάθος της συγκυρίας δείχνει ίσως προς μια σύγκρουση στρατηγικού χαρακτήρα, καθώς με βάση τα παραπάνω μπορούμε ήδη να διαπιστώσουμε μια έκδηλη τάση πόλωσης, όπου η δεξιά μετατόπιση του ευρωπαϊκού πολιτικού σκηνικού συνδυάζεται με εμφανείς τάσεις ριζοσπαστικοποίησης σημαντικών τομέων των εργατικών τάξεων στην Ευρώπη, αλλά και με την επιμονή και ανανέωση του δυναμισμού του διεθνούς αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος.

Συνεπώς η διεξαγωγή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ τοποθετείται και χρονικά σε μια φάση, όπου είναι αναγκαία ακόμη και από τη σκοπιά των άμεσων και μεσοπρόθεσμων πολιτικών διακυβευμάτων η εξασφάλιση αυτοπεποίθησης και η εμφύσηση μιας νέας ορμής στο ευρωπαϊκό κοινωνικό κίνημα. 

Ένα τεράστιο εργαστήριο 

Μ’ όλα τα παραπάνω θελήσαμε να υπογραμμίσουμε δύο τινά: αφενός το ΕΚΦ διεκδικεί μια απαράμιλλη συμβολική σημασία τοποθετώντας τα κινήματα στο προσκήνιο· αφετέρου επιτρέπει σ’ αυτά μια πολιτική παρέμβαση με ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια εξαιρετικά περίπλοκη και εγκυμονούσα κινδύνους (και ευκαιρίες) πολιτική συγκυρία. Όλα αυτά δε θα μπορούσαν να έχουν αυτή τη διάσταση, αν δεν υποστηρίζονταν πρακτικά από ένα πρόγραμμα εργασιών που περιλαμβάνει στην εμβέλεια των στόχων του όλο το φάσμα των ζητημάτων που θίξαμε ήδη με τρόπο γενικό. Το ΕΚΦ προβάλλει μπροστά μας σαν ένα πολύτιμο πολύμορφο εργαστήριο ζύμωσης, ανταλλαγής εμπειριών, εκπαίδευσης, σύνθεσης και χάραξης προοπτικών. 

Οι ιταλοί διοργανωτές αναμένουν σύμφωνα με τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις πάνω από 5000 συμμετοχές από το εξωτερικό, 7000 – 8000 σύμφωνα με τους περισσότερους υπολογισμούς και σε κάθε περίπτωση πολλαπλάσιο αριθμό συμμετοχών από την ίδια την Ιταλία. Δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην εξασφάλιση ικανού αριθμού συμμετοχών από την ανατολική Ευρώπη, τις χώρες του Μαγκρέμπ, τη Μέση Ανατολή. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν όλα τα δίκτυα βάσης, οι ενεργοί τομείς του κινήματος σ’ ένα γεωγραφικό φάσμα που απλώνεται πολύ πέρα από ένα αριθμό χωρών της Ε.Ε πρόκειται να εκπροσωπηθούν στο φόρουμ της Φλωρεντίας και σε ορισμένες περιπτώσεις μαζικά.

Όλος αυτός ο κόσμος των κινημάτων και οργανώσεων θα φέρει σε πέρας ένα πυκνό πρόγραμμα διεργασιών και συζητήσεων που ακολουθεί σε γενικές γραμμές το πρότυπο λειτουργίας του ΠΚΦ του Πόρτο Αλέγκρε αλλά παρουσιάζει μια ιδιαίτερη συνοχή και υφή. Κάθε πρωί θα λαμβάνουν ταυτόχρονα τρεις μεγάλες συνδιασκέψεις βασισμένες σε «πάνελ» ομιλητών και ομιλητριών πάνω στους τρεις βασικούς θεματικούς άξονες που έχουν καθοριστεί: «παγκοσμιοποίηση και φιλελευθερισμός», «πόλεμος και ειρήνη» και «δικαιώματα/ιδιότητα του πολίτη/δημοκρατία» εκ των οποίων διαφορετικές πτυχές και υποενότητες θα συζητούνται κάθε μέρα στους αντίστοιχους χώρους. Έτσι δεν πρέπει να μας παραπλανά η γενικότητα των τίτλων, καθώς, για παράδειγμα, μόνο για το ζήτημα «πόλεμος και ειρήνη» έχουν οριστεί συζητήσεις που εκτείνονται από το ρόλο του ΟΗΕ, τα «δόγματα» της αμερικάνικής εξωτερικής πολιτικής, τον ευρωστρατό μέχρι το ρόλο των Μ.Μ.Ε στην «κατασκευή του εχθρού», τα κινήματα αντίστασης στον πόλεμο και αλληλεγγύης με τους λαούς-θύματα των ιμπεριαλιστικών επιθέσεων, τις τοπικές συρράξεις όπως στην Παλαιστίνη και ούτω καθεξής. Σαν αντίβαρο από την άποψη της οργανωτικής δομής προς τις πρωϊνές συνδιασκέψεις στέκουν οι απογευματινές «ολομέλειες» (plenaries) που δίνουν έμφαση στο ζωντανό διάλογο και τις «μαρτυρίες». Αυτές χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: το χώρο «των εναλλακτικών κινημάτων» (alternatives), όπου παρουσιάζονται οι εμπειρίες και οι αναλύσεις τους, στους λεγόμενους «διαλόγους» (dialogues), όπου εμπρόθετα οργανώνονται συζητήσεις ανάμεσα σε διαφορετικά ρεύματα με διαφορετικές απόψεις, και τέλος στα ονομαζόμενα «παράθυρα στον κόσμο» (windows on the world) τα οποία επιχειρούν να προεκτείνουν τις προοπτικές του ΕΚΦ σε διαφορετικές γεωγραφικές κατευθύνσεις (μεσόγειο, νότο, ανατολή).

Ανάμεσα στις πρωινές συνδιασκέψεις και τις απογευματινές ολομέλειες μεσολαβεί ένα πλήθος από σεμινάρια και workshops. Όσον αφορά τα πρώτα, οι κατευθυντήριες γραμμές δόθηκαν και οι βασικές αναλήψεις αποφασίσθηκαν ήδη στην προπαρασκευαστική συνάντηση της Θεσσαλονίκης τον Ιούλιο, αλλά οι εθνικές επιτροπές και οι άλλοι φορείς που συμμετέχουν θα πρέπει μέχρι τα μέσα του Σεπτεμβρίου να καταλήξουν στις λεπτομέρειές τους και τη σύνθεση των ομιλητών.

Όσον αφορά τα δεύτερα, η κάθε ενδιαφερόμενη ομάδα ή οργάνωση μπορεί να πραγματοποιήσει workshop της αρεσκείας της. Αυτό ισχύει ακόμη και για τα πολιτικά κόμματα, αρκεί να μην πρόκειται για απλές αυτοπροπαγανδιστικές εκδηλώσεις. Για το σκοπό αυτό έχει ανοίξει ήδη ένας κατάλογος όπου δηλώνονται τα workshop που οι ενδιαφερόμενοι/ες σκοπεύουν να πραγματοποιήσουν στο περιθώριο των εργασιών του ΕΚΦ στη Φλωρεντία.

Πολυπλευρικότητα, ευαισθησία και αιχμηρότητα χαρακτηρίζουν το μέχρι τώρα κατατεθειμένο πρόγραμμα, το οποίο μοιάζει να προεξοφλεί τη δημιουργική διαντίδραση των κινημάτων των διαφόρων χωρών στο διάστημα των εργασιών του φόρουμ της Φλωρεντίας. Άλλωστε και σε σχέση με το ΠΚΦ του Πόρτο Αλέγκρε καμμία σχεδόν από τις αποτιμήσεις δεν αρνούνταν το πλούτο των ερεθισμάτων του. Αυτές διέφεραν ως προς την εκτίμηση των σχέσεων πολιτικής ηγεμονίας στο πλαίσιο του ΠΚΦ που μπορούσαν να διαγνώσουν. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι αυτό είναι ένα πρωτεύον ζήτημα και το οποίο σχετικοποιείται μεν, αλλά δεν αίρεται από άλλες παραμέτρους αυτών των διοργανώσεων.

Συσχετισμοί και ισορροπίες

Εδώ δε μπορούμε να ανακινήσουμε την αντιπαράθεση γύρω από το Πόρτο Αλέγκρε (παραπέμπουμε γι’ αυτό στο άρθρο του συντρόφου μας Ataulfo Riera, δημοσιευμένο στο Σπάρτακο Νο 64, Απρίλιος 2002, το οποίο καλύπτει σε ικανοποιητικό βαθμό τις απόψεις μας). Είναι ανάγκη όμως να υπογραμμίσουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο κινήθηκαν οι εκπρόσωποι της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας με την ενθάρρυνση της δεξιάς πτέρυγας του βραζιλιάνικου PT (Κόμματος Εργαζομένων), που έπαιζε σημαντικό ρόλο στη διοργάνωση, στη διάρκεια του τελευταίου ΠΚΦ στο Πόρτο Αλέγκρε μαζί και με τον αποκλεισμό οργανώσεων που προκρίνουν τον ένοπλο αγώνα, έχει προκαλέσει δικαιολογημένη ανησυχία για το μέλλον αυτών των διοργανώσεων σε σημαντικούς τομείς της ριζοσπαστικής πτέρυγας του κινήματος. Αυτή είναι εύλογο να προβάλλεται και στο ερχόμενο ΕΚΦ της Φλωρεντίας.

Όμως ευθύς εξαρχής από τη διακήρυξη των κινημάτων στο ίδιο το Πόρτο Αλέγκρεπου καλούσε στη δημιουργία ηπειρωτικών κοινωνικών φόρουμ, αλλά και σ’ όλες τις προπαρασκευαστικές συναντήσεις που ακολούθησαν (Βρυξέλλες, Βιέννη, Θεσσαλονίκη) ο συσχετισμός που καταγράφεται στο συστατικό πυρήνα του εγχειρήματος βρίσκεται σαφέστατα πολύ πιο αριστερά από εκείνον που υπήρχε, για να είμαστε ακριβείς, στο «φόρουμ των κοινοβουλευτικών» στο Πόρτο Αλέγκρε. Έτσι όποια και αν ήταν η άποψή μας για το Πόρτο Αλέγκρε, τίθεται πέραν από κάθε αμφιβολία ότι στη Φλωρεντία η σοσιαλδημοκρατία δε θα έχει τα ίδια περιθώρια κινήσεων. Ο πρωτοποριακός και αποφασιστικός ρόλος που διαδραματίζει στο εγχείρημα αυτό το Ιταλικό Κοινωνικό Φόρουμ αποτελεί μια εγγύηση γι’ αυτό.

Βέβαια η ιταλική σοσιαλδημοκρατία, δηλαδή εκπρόσωποι του πρώην κυβερνώντος (στα πλαίσια του κεντροαριστερού συνασπισμού της «Ελιάς») κόμματος των Δημοκρατών της Αριστεράς και ηγετικά στελέχη της CGIL, ίσως επιχειρήσουν να αξιοποιήσουν το ΕΚΦ σα μια ακόμη ευκαιρία για να αποκαταστήσουν το κοινωνικό τους πρόσωπο. Από τη μία είναι γεγονός ότι η κεντροαριστερά στην εξουσία εφάρμοσε μια τόσο σκληρή νεοφιλελεύθερη πολιτική ώστε να «επανανομιμοποιήσει» στα μάτια του ιταλικού λαού την αξίωση του Μπερλουσκόνι να ξανακυβερνήσει τη χώρα του, όπως και ότι απουσίαζε από τη «μάχη της Γένοβα», αν δεν προετοίμασε κιόλας στη διάρκεια των τελευταίων μηνών της κυβερνητικής της θητείας την καταστολή που άσκησε η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι στο κίνημα· από την άλλη η σοσιαλδημοκρατία (η «μετριοπαθής αριστερά», όπως συνηθίζουν να λένε στη γείτονα χώρα) παρείχε ένα είδος πολιτικής κάλυψης στις εργατικές κινητοποιήσεις του τελευταίου έτους, μέχρι και που κινητοποίησε τα μέλη της σε μαζικές κομματικές διαδηλώσεις (σαν τον «παλιό καλό καιρό» του PCI) ενάντια στην πολιτική της δεξιάς κυβέρνησης. Από τη μία είναι φανερή η υποκρισία και η διπροσωπία της «μετριοπαθούς αριστεράς», από την άλλη είναι απαραίτητη μια όσο το δυνατό πλατύτερη ενότητα δυνάμεων (άρα και με το κόσμο που παραμένει κοντά στους Δημοκράτες της Αριστεράς ή πιστεύει στη σημασία της διαφοράς ανάμεσα στον «αγωνιστή» γραμματέα της CGIL Κονφεράτι και το νεοφιλελεύθερο πρώην πρωθυπουργό Ντ’ Αλέμα που αμφότεροι ανήκουν στο ίδιο κόμμα) στην αναμέτρηση με τις αντι-μεταρρυθμίσεις του Μπερλουσκόνι. Δε θα δώσουμε σ’ αυτό το άρθρο συμβουλές στους ιταλούς συντρόφους και συντρόφισσες, μόνο θα παρατηρήσουμε ότι σε κάθε περίπτωση είναι πολύ πιο εύκολο για τους ιταλούς σοσιαλδημοκράτες να δίνουν «παραστάσεις» χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά στα διάφορα κοινοβουλευτικά φόρουμ του Πόρτο Αλέγκρε, παρά στην ίδια τους τη χώρα μπροστά στο «λαό της Γένοβα».

Η απόφαση να μην υπάρξει φόρουμ κοινοβουλευτικών στη Φλωρεντία όπου οι διάφοροι μεγαλοσχήμονες της σοσιαλδημοκρατίας θα μπορούσαν πάλι να παρελαύνουν ατελείωτα συγκεντρώνοντας την προσοχή των ΜΜΕ είναι ένα ενδεικτικό προληπτικό μέτρο. Επίσης η μέριμνα να γίνει μια όσο το δυνατό αυστηρή επιλογή μέσα από τα «αυθεντικά» κινήματα ομιλητών και ομιλητριών στα διάφορα πάνελ συντελεί σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Ακόμα και το γεγονός ότι η άποψη του Ιταλικού Κοινωνικού Φόρουμ για μία περισσότερο συμμετοχική οργανωτική δομή του φόρουμ σε αντιδιαστολή προς την προτίμηση του ATTAC Γαλλίας για μια πιο «επαγγελματική και διευθυνόμενη» έχει επικρατήσει, δίνει ένα δείγμα του κυρίαρχου προσανατολισμού.

Παρολαυτά δε σημαίνει ότι δεν τίθενται καθόλου ζητήματα πολιτικών ισορροπιών και λεπτών χειρισμών στη Φλωρεντία. Το κυριότερο αφορά την εκπροσώπηση και τη στάση των μεγάλων επίσημων (και υπενθυμίζουμε: γραφειοκρατικών) συνδικαλιστικών οργανώσεων στο ΕΚΦ και εννοούμε συγκεκριμένα την Ευρωπαϊκή Συνδικαλιστική Συνομοσπονδία (CES) και τις εθνικές συνδικαλιστικές συνομοσπονδίες με προεξάρχουσα την ιταλική CGIL που ελέγχονται κατά κανόνα από τη σοσιαλδημοκρατία. Καταρχήν πρέπει να αποσαφηνίσουμε ότι έχουν μεν εκδηλώσει ενδιαφέρον για τη διαδικασία και δηλώσει την πρόθεσή τους να παρευρίσκονται το Νοέμβριο στη Φλωρεντία, αλλά αυτό δεν προεξοφλεί σε καμιά περίπτωση την έκταση της συμμετοχής ή και ενδεχομένως την ίδια την παρουσία ορισμένων απ’ αυτές στο φόρουμ.

Οι μεγάλες συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι γεγονός ότι διακατέχονται από συντηρητισμό. Επομένως το γεγονός ότι εκδηλώνουν πλέον ενεργό ενδιαφέρον για τις διαδικασίες του διεθνούς αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος αποτελεί σημάδι του σφρίγους και της απήχησης του τελευταίου. Τα μεγάλα συνδικάτα αναγνωρίζουν πια στο κίνημα αυτό ένα σημαντικό και σταθερό παράγοντα διαμόρφωσης των κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών που πρόκειται να έχει διάρκεια. Δεν είναι μόνο ότι υπόκεινται σε πιέσεις από τη βάση τους, όσο ότι διαβλέπουν ότι διανοίγονται εναλλακτικοί χώροι συμμαχιών που έλειπαν προηγουμένως προκειμένου να ενισχύσουν τη διαπραγματευτική τους δύναμη. Από την άλλη δικαιολογούμαστε να πιστεύουμε ότι τμήματα της κορυφής τους θα είναι τα τελευταία που θα εγκαταλείψουν τις έντονα χρωματισμένες από τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογική ηγεμονία θέσεις τους σε μια διαδικασία γενικευμένης ριζοσπαστικοποίησης της εργατικής τάξης στην Ευρώπη. Παρολαυτά δεν είναι ομοιογενής η στάση όλων των συνδικαλιστικών οργανώσεων όπως και ο ρυθμός με τον οποίο προσεγγίζουν το κίνημα (δε μπαίνουν στο ίδιο τσουβάλι η CGT στη Γαλλία με την ελληνική ΓΣΕΕ).

Ωστόσο χρειάζεται να λάβουμε υπόψη ότι λιγότερο ή περισσότερο το συνδικαλιστικό κίνημα (και με πολλούς τρόπους και οι υπαρκτές ηγεσίες του) ήταν παρόν στο αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα από την αρχή για να τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα για τη θέση του σε διαδικασίες σαν εκείνες του ΕΚΦ, αντίστοιχο με εκείνο που τίθεται με τα πολιτικά κόμματα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας τα οποία, απλά, δεν ήταν! Και τι δεν έχουμε να θυμηθούμε: Σηάτλ (καθοριστική παρουσία της AFL-CIO, η συνάντηση συνδικάτων και εναλλακτικών κινημάτων που έδωσε την ώθηση μαζί με την πρακτική της πολιτικής ανυπακοής σ’ ολόκληρο το κίνημα), Νίκαια (η συντριπτική πλειοψηφία των διαδηλωτών κινητοποιημένη από τη CGT), Γένοβα (πέρα από τη σημαντική παρουσία των εναλλακτικών Combas, ήταν εκεί και οι metalmechanici, μέρος της επίσημης συνδικαλιστικής οργάνωσης του ιταλικού εργατικού κινήματος) και πρόσφατα Βαρκελώνη και Σεβίλλη (με αναμφισβήτητη παρουσία των συνδικάτων).

Οι γραφειοκρατικοποιημένες συνομοσπονδίες σε πολλές χώρες έχουν όχι αμελητέες αριστερές πτέρυγες και σε ακόμη περισσότερες διατηρούν την ικανότητα μαζικής κινητοποίησης εργαζομένων (για να μην μπερδευόμαστε με τις ελληνικές προσλαμβάνουσες που όμως δε μπορούν να μεταβάλουν βασικά συστατικά στοιχεία της ανάλυσης που πρέπει να έχουμε ακόμη και για τα ελληνικά επίσημα συνδικάτα που βρίσκονται πιο πίσω από την εικόνα που περιγράφεται εδώ).

Προπάντων είναι επιβεβλημένο να σταθμίσουμε τα μηνύματα που μας στέλνουν οι πρόσφατες μεγαλειώδεις απεργιακές κινητοποιήσεις σε Ιταλία και Ισπανία. Η άνοδος των εργατικών αντιστάσεων περνάει πάλι από τις ιστορικότερες και βαθύτερα ριζωμένες δομές οργάνωσης που είναι τα συνδικάτα και μάλιστα και από τις μεγάλες συνομοσπονδίες που ενώ εχθές υιοθετούσαν βασικές παραδοχές των νεοφιλελεύθερων δογμάτων (ανταγωνιστικότητα, αποδοτικότητα κτλ) και κατά διαστήματα επέδειξαν εξαιρετική παθητικότητα στις συνέπειες των αναδιαρθρώσεων των τελευταίων δεκαετιών, σήμερα καλούν και οργανώνουν πανεθνικές κινητοποιήσεις.

Δεν είναι μόνο ότι το συνδικαλιστικό κίνημα αξιώνει να αναφέρεται σα μια από τις θεμελιώδεις συνιστώσες του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος, ούτε ότι οι γραφειοκρατικές ηγεσίες του χρειάζονται ειδική μεταχείριση από μας διότι στη συγκυρία που διανύουμε «τυγχάνει» να οργανώνουν κινητοποίησεις εκατομμυρίων όπως στην Ιταλία και την Ισπανία. Είναι η ίδια η φύση τους θεσμών που τα κάνει να μην είναι το ίδιο με τα πολιτικά κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας, ακόμη και αν η ηγεσία τους είναι σοσιαλδημοκρατική.

Το επιχείρημα λοιπόν που θέλει τους ρεφορμιστές-γραφειοκράτες των συνδικάτων να μην έχουν θέση σε μια διαδικασία σαν και αυτή του ΕΚΦ είναι το ίδιο άτοπο με το αντίθετο συμμετρικό επιχείρημα που απορρίπτει το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα σαν παρέκκλιση από τη καθεαυτή ταξική πάλη. 

Αλλά τι γίνεται τώρα με τις πραγματικά προβληματικές θέσεις των επίσημων συνδικάτων, με το ότι δεν εγκαταλείπουν τον κοινωνικό εταιρισμό (σ’ αντίθεση με το κεφάλαιο), ότι φράζουν με πολλούς άλλους τρόπους το δρόμο των εργαζομένων προς τη ριζοσπαστικοποίηση, αν και συμβαίνει να τον ανοίγουν με την οργάνωση, ενίοτε, εθνικών γενικών απεργιών; Η απάντηση που είναι μάλλον ανάγκη να δώσει η ριζοσπαστική αντικαπιταλιστική πτέρυγα του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος πρέπει να συνδυάζει την προσφορά χώρου και την παρακίνηση σ’ εντονότερη συμμετοχή, την οργανική ένταξη όσο γίνεται περισσότερων τομέων των επίσημων συνδικαλιστικών οργανώσεων με την ανυποχώρητη διατήρηση των κατακτήσεων του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος, όσον αφορά αιτήματα και μορφές οργάνωσης, και την ταυτόχρονη απαιτητική προσπάθεια προγραμματικής και στρατηγικής αποσαφήνισης.

Πέρα από το ζήτημα των συνδικάτων με το οποίο καταπιαστήκαμε κάπως παραπάνω με την πρόθεση να δείξουμε ότι το πρόβλημα δεν είναι η παρουσία τους στο ΕΚΦ, αλλά η απουσία τους (γενικά το πρόβλημα και ειδικά στη συγκυρία που περιγράφουμε), υπάρχουν δύο άλλα ζητήματα ισορροπιών λιγότερο σημαντικά, ή μάλλον με περισσότερη ενδο-ιταλική σημασία. Το ένα αφορά τις τοπικές αρχές της Φλωρεντίας και της ευρύτερης περιοχής της Τοσκάνης που ανήκουν στους Δημοκράτες της Αριστεράς (στυλοβάτες του πρώην κεντροαριστερού κυβερνητικού συνασπισμού της «Ελιάς») που όπως είναι κατανοητό η συμβολή τους είναι απαραίτητη για τη διεξαγωγή μιας διοργάνωσης τέτοιου μεγέθους (όπως για παράδειγμα για το πολύ απλό και βασικό ζήτημα της φιλοξενίας όλων αυτών των ανθρώπων σε στάδια και δημόσια κτίρια)· το άλλο τις χριστιανικές οργανώσεις που κινητοποιούνται για το ΕΚΦ. Υπάρχει στην Ιταλία ένας ικανός αριθμός καθολικών κοινωνικών και ακτιβιστικών οργανώσεων που συνολικά αθροιζόμενες συνιστούν ένα ιδιαίτερα μαζικό ρεύμα και που συμμετέχουν στα κινήματα όπως συνέβη και το περυσινό φθινόπωρο με τις μεγάλες αντιπολεμικές κινητοποιήσεις στην Ιταλία. Μερικές απ’ αυτές τις οργανώσεις είναι πράγματι ριζοσπαστικές, μαχητικές και κατηγορηματικά αντινεοφιλελεύθερες έχοντας στο στόχαστρό τους μεγάλους υπερεθνικούς οικονομικούς θεσμούς, ζητώντας την κατάργηση του χρέους του Τρίτου Κόσμου κτλ. Όμως ακόμη και αυτές χαρακτηρίζονται από μια έντονα απορριπτική στάση απέναντι στα κόμματα, που τείνει να πάρει την έκφραση της εχθρότητας απέναντι στο «κόμμα» συγκεκριμένα: τουτέστι την Κομμουνιστική Επανίδρυση που ομολογουμένως παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στο εγχείρημα του ΕΚΦ.

Ποια είναι τα καθήκοντα των επαναστατών 

Εδώ είναι ανάγκη να διερευνήσουμε το ερώτημα ποια τακτική είναι δυνατό να ορίσουν και τι στόχους να θέσουν οι επαναστάτες μαρξιστές και οι επαναστάτριες μαρξίστριες με την ευκαιρία του ευρωπαϊκού κοινωνικού φόρουμ. Ευθύς εξαρχής χρειάζεται να αποσαφηνιστεί ότι δεν έχει κανένα νόημα να θελήσουν να ασκήσουν τον έλεγχο τους στη διαδικασία του ΕΚΦ, να μανιπουλάρουν και να επιχειρήσουν να κυριαρχήσουν σ’ αυτό. 

Αφενός είναι μάταιο λόγω των διαστάσεων αυτού του γεγονότος, αφετέρου διότι δε μπορεί να χρησιμοποιούν μέσα που παραβιάζουν τη συμβιωτική υφή και δε σέβονται το πλουραλισμό του κινήματος. 

Πρέπει να θυμόμαστε ότι στο αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα η μαρξιστική διεθνιστική αριστερά βρίσκεται μαζί στην ίδια πλευρά των περισσότερων ιδεολογικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων μ’ ένα σημαντικό φάσμα (ανομοιογενών) αντικαπιταλιστικών ρευμάτων που δεν είναι απαραιτήτως μαρξιστικά.

Από την άλλη μέσα από το κίνημα αυτό, όπως έχει γίνει κοινός τόπος να λέγεται, έχουν ξεπηδήσει νέες «πρωτοπορίες» (όχι απαραίτητα ηλικιακά) που κινούνται εμπειρικά προς ένα ολοένα και εντονότερο αντικαπιταλισμό και οι οποίες όμως σε μεγάλη έκταση διακατέχονται από δυσπιστία για τις παραδοσιακές οργανώσεις της αριστεράς ακόμη και της επαναστατικής των οποίων το μοντέλο μοιάζει στα μάτια τους παρωχημένο, καταπιεστικό και πατερναλιστικό (σε ορισμένες περιπτώσεις καθόλου αδικαιολόγητα). 

Επίσης στο κίνημα είναι ενεργά πολλά ρεύματα (τάσεις των οικολογικών κινημάτων, μη κυβερνητικές οργανώσεις που δεν είναι εκφυλισμένες, άλλες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών κ.α) που είναι θα λέγαμε μεταρρυθμιστικά μ’ ένα τρόπο που δεν είναι πια η σοσιαλδημοκρατία (η οποία αν εκπροσωπεί έναν, αυτός είναι ένας μεταρρυθμισμός χωρίς μεταρρυθμίσεις). Αυτά τα ρεύματα παρόλες τις αυταπάτες τους, όπως για παράδειγμα εκείνες μερικών τάσεων που ελπίζουν σε μια μεταρρύθμιση των υπερεθνικών οικονομικών θεσμών ώστε να υποβληθούν σε δημοκρατικό έλεγχο, αν δε μπορούν άμεσα να μεταστραφούν σε ριζοσπαστικότερες θέσεις είναι προτιμότερο να παραμείνουν εντός του υφιστάμενου πλαισίου συμμαχιών, να συνεχίζουν να αγωνίζονται από κοινού με τα πιο ριζοσπαστικά κινήματα, παρά να μεταβληθούν σε θεσμικούς συνομιλήτες της εξουσίας.

Πρακτικά οι επαναστάτες μαρξιστές και οι επαναστάτριες μαρξίστριες βαδίζουν προς το ΕΚΦ με σκοπό να επαναεπιβεβαιώσουν και να διευρύνουν τις συμμαχίες τους, να προετοιμάσουν τις καμπάνιες του επόμενου χρονικού διαστήματος, να οξύνουν τα αντανακλαστικά ολόκληρου του κινήματος μπροστά στις μάχες που όπως ισχυριστήκαμε επιφυλάσσει η περίοδος, αλλά και να ζυμωθούν, να μάθουν από τις εμπειρίες των άλλων, να ακούσουν προκειμένου να ακουστούν.

Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει αρκετός χώρος για αφηρημένη επαναστατική προπαγάνδα, ανάλωση σε τεχνικές αυτοπροβολής, επιδεικτικό διαχωρισμό από τα «ακάθαρτα» ρεύματα. Χρειάζεται να αναπτυχθούν καλά τεκμηριωμένες θέσεις και να ασκηθεί μια συγκεκριμένη πολεμική στη σοσιαλδημοκρατία για ζητήματα όπως τα σχέδια για ένα ευρωπαϊκό συνταγματικό χάρτη, τη διεύρυνση της Ε.Ε προς την ανατολική Ευρώπη, τον Ευρωστρατό κ.ο.κ. Απαιτείται για παράδειγμα από τους Ιταλούς, Ισπανούς και Γάλλους και άλλους συντρόφους μας όχι γενικά και αόριστα να προπαγανδίζουν ενάντια στη ρεφορμιστική προδοσία, αλλά να δείξουν σήμερα και συγκεκριμένα τις αντιφάσεις και την υποκρισία της σοσιαλδημοκρατίας στην αντιπολίτευση που από τη μία δίνει μια πολιτική κάλυψη στις εργατικές κινητοποιήσεις και από την άλλη διατηρεί αναλλοίωτο το νεοφιλελεύθερο πολιτικό της πρόγραμμα.

Ας μην παρεξηγηθούμε, ωστόσο, και αφήσουμε να εννοηθεί ότι δε θα παίξουν σημαντικό ρόλο οι στρατηγικές συζητήσεις. Ο νέος ενθουσιασμός που ενέπνευσε «το κίνημα των κινημάτων» έχει αρχίσει εδώ και καιρό, πολύ πέρα από τους κύκλους των αμετάπειστων αμφισβητιών να αναζωογονεί την κυκλοφορία ιδεών αναφορικά με την επιθυμητή μορφή αυτού του άλλου κόσμου που τελευταία «διαδίδεται» ότι είναι εφικτός. Όλα τα μεμονωμένα ζητήματα οδηγούν με χίλιους τρόπους στη συζήτηση των στρατηγικών προοπτικών. Ποιοι θα μπορούσαν να δείξουν το βάθος των επί μέρους ζητημάτων, αν όχι οι επαναστάτες και οι επαναστάτριες; Όμως είναι πολύ δύσκολο να πεισθεί κανείς από γενικές αφηρημένες στρατηγικές συζητήσεις και ειδικά οι νέες ριζοσπαστικές πρωτοπορίες που τείνουν να θεωρητικοποιούν την παρούσα κατάσταση των κινημάτων.

Εδώ η στρατηγική υπεροχή των επαναστατών μετριέται με την κατάδειξη των συγκεκριμένων δρόμων που τώρα πρέπει να ακολουθήσει το κίνημα. Η συσσώρευση και η εμφάνιση των κινημάτων στο ευρωπαϊκό προσκήνιο ως αντίπαλος πόλος στη νεοφιλελεύθερη στρατηγική οικοδόμησης της ενωμένης Ευρώπης από το κεφάλαιο, η αυτονομία τους από τους κυβερνητικούς θεσμούς, η συσπείρωσή τους και κινητοποίησή τους ενάντια στον πόλεμο και τις επιθέσεις των δεξιών κυβερνήσεων είναι οι προτεραιότητες που οι επαναστάτες και επαναστάτριες πρέπει να θέσουν στις διεργασίες του ΕΚΦ. 

Η πρόκληση για το ελλαδικό κίνημα

Η «πυκνή» εμπειρία των κινητοποιήσεων πέρυσι το καλοκαίρι στη Γένοβα συντήρησε (μαζί με το «κέντρισμα» της βαρβαρότητας της στρατιωτικής επίθεσης του Ισραηλινού στρατού στα «αυτόνομα» εδάφη της Παλαιστίνης και την ηρωική αντίσταση της παλαιστινιακής ιντιφάντα) -σε μια χρονιά όχι ιδιαίτερα ενθαρρυντική- τον αγωνιστικό παλμό ενός σημαντικού τμήματος του κινήματος που συνδέθηκε έντονα (με τη φυσική του παρουσία αλλά και χωρίς αυτήν) μ’ αυτήν τη μάχη. Ο απόηχος επηρέασε σοβαρά και ορισμένες τάσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς που είχαν αρχικά συκοφαντήσει το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα ως εκδήλωση «επαναστατικού τουρισμού».

Ένας από τους καρπούς αυτού του ζωντανού ενδιαφέροντος ήταν η ομολογουμένως επιτυχημένη και αντάξια του επιπέδου ανάλογων διεθνών κινηματικών εκδηλώσεων προπαρασκευαστική συνάντηση για το ΕΚΦ που συγκλήθηκε στη Θεσσαλονίκη και αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στην πορεία προς τη Φλωρεντία. Παράλληλη και συνυφαινόμενη, πολύ θετική εγχώρια εξέλιξη ήταν η συγκρότηση της Πρωτοβουλίας για το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ. Με βασικό κορμό τις δυνάμεις που είχαν ήδη συσπειρωθεί γύρω από τη «Διεθνή Δράση», αλλά και με τη σημαντική προσθήκη δύο ακόμη οργανώσεων της ριζοσπαστικής αριστεράς (Α/Συνέχεια, ΟΚΔΕ/Εργατική Πάλη) και την καταρχήν υποστήριξη – υπέγραψαν τη ιδρυτική διακήρυξη- των μεγάλων επίσημων συνδικαλιστικών ενώσεων της χώρας (ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ κτλ). Τρεις στοχεύσεις, αλληλοσυνδεόμενες, ορίζουν το πεδίο δράσης αυτής της πρωτοβουλίας: ΕΚΦ, μαζική κινητοποίηση εν όψει της ελληνικής προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης το πρώτο εξάμηνο του 2002 (με πιθανή κορύφωση μια μεγάλη διεθνή διαδήλωση στη Θεσσαλονίκη τις πρώτες μέρες του Ιούλη κατά της συνάντησης κορυφής των ευρωπαίων ηγετών), συγκρότηση ενός αυθεντικού, κεντρικά και τοπικά οργανωμένου ελλαδικού κοινωνικού φόρουμ που θα μπορούσε κάτω υπό ορισμένες προϋποθέσεις να εισάγει σε μια νέα εποχή το κοινωνικό κίνημα της χώρας.

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η «Πρωτοβουλία» αποτελεί τη μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση αριστερών και κοινωνικών δυνάμεων πάνω σε μόνιμη βάση που έχει να επιτευχθεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια και ο τρόπος με τον οποίο οι δυνάμεις της κατά κύριο λόγο έφεραν εις πέρας την προπαρασκευαστική συνάντηση της Θεσσαλονίκης αποτελεί ένα θετικό προηγούμενο σ’ αυτό το πολλαπλάσια δύσκολο εγχείρημα.

Το βασικό «λειτουργικό» πρόβλημα (όχι ιδιαίτερα πρωτότυπο) αφορά τις λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στο κατά βάση μάχιμο, προερχόμενο από τη ριζοσπαστική αριστερά (ή από τις πιο ακτιβίστικές και μη «ενδεικτικές» πλευρές του Συνασπισμού) δυναμικό της πρωτοβουλίας και τις επίσημες συνδικαλιστικές ηγεσίες που υπέγραψαν τη διακήρυξή της. Είναι γνωστό ότι η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ (ήτοι ο κυβερνητικός συνδικαλισμός) έβαλε τις πλάτες της εσχάτως στο να περάσει η κυβέρνηση τη δεύτερη εκδοχή της αντιασφαλιστικής της επίθεσης, οδηγώντας το εργατικό κίνημα σε συνθηκολόγηση, όταν η δυναμική των κινητοποιήσεων της περυσινής άνοιξης έδειχνε ότι ήταν δυνατό να αναχαιτισθεί και πάλι η αντεργατική πολιτική της κυβέρνησης. Όμως είναι εξίσου αλήθεια ότι οι μαχητικές και ασυμβίβαστες δυνάμεις της ριζοσπαστικής (κυρίως διεθνιστικής) αριστεράς που τυγχάνει να έχουν πρωταγωνιστήσει στην προώθηση και στην Ελλάδα του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος δε μπορούν να θέτουν σαν όρο, προκειμένου να επιδιώξουν την οργανωμένη συμμετοχή των συνδικάτων σ’ ένα ευρωπαϊκό κοινωνικό φόρουμ ή να έχουν για κάθε άλλο λόγο πολυεπίπεδη συνεργασία μαζί τους, να έχουν αλλάξει πρώτα την ηγεσία τους. Όταν οι συνδικαλιστικές ηγεσίες υποτάσσουν τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των εργαζομένων σε πρόσκαιρους δυσμενείς συμβιβασμούς με την εκάστοτε κυβέρνηση, εμείς πρέπει να έχουμε ένα πιο μακρόπνοο όραμα και να εμπλέκουμε τα συνδικάτα από τώρα σε διαδικασίες στις οποίες είναι ανάγκη αργά ή γρήγορα να βρουν τη θέση τους, να αντιμετωπίσουμε τις σημερινές δυσχέρειες με βάση τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των εργαζομένων.

Χρειάζεται να βρεθεί ένα modus vivendi έτσι ώστε σε κάθε υπαναχώρηση των ηγεσιών των συνδικάτων (κυρίως πάνω σε τι πρέπει να κινητοποιηθούν ή όχι) να μη διακυβεύονται συνολικά όλες οι γέφυρες του συνδικαλιστικού κινήματος με το διεθνές αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα, αλλά και να μη καταπνίγονται οι διαθέσεις των αγωνιστών και αγωνιστριών του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος για κινηματικές καμπάνιες με ριζοσπαστικό λόγο. 

Όποιος θέλει να κάνει τα πράγματα πιο «εύκολα», να κάνει πέρα τους πασόκους γραφειοκράτες χωρίς να μας πει πώς, πότε και από ποιόν θα γίνει αυτό το άλλο ταξικό κίνημα που όλοι ονειρευόμαστε δεν έχει παρά να ακολουθήσει το ΚΚΕ ή την καρικατούρα του ΚΚΕ στο πρόσωπο των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς που απέχουν πολύ από τη λογική της «Πρωτοβουλίας».

Βέβαια να ξεκαθαρίσουμε για το ΚΚΕ ότι ως κόμμα με ορισμένο ανάστημα υπόκειται πιο έντονα στις πιέσεις του κινήματος και μερικές φορές και της βάσης του και νοιώθει τη μοναξιά του στο διεθνές περιβάλλον αφού μέχρι και όλα τα «αδελφά» κόμματα, που κουβαλιούνται στις συνάξεις που το ίδιο οργανώνει, είναι αναφανδόν υπέρ του ΕΚΦ και το κατατάσσουν στις πρώτες τους προτεραιότητες. Έτσι πέρυσι ματαίωσε την τελευταία στιγμή την εθιμοτυπική «αντι-νατοϊκιά» εξόρμηση για εσωτερική κατανάλωση στον Τύρναβο (!) για να εκστρατεύσει μαζικά (και με πλήρη περιχαράκωση από τις άλλες ελληνικές αποστολές) στη Γένοβα. Γι’ αυτό το λόγο από τη προπαρασκευαστική συνάντηση της Βιέννης τον Μάιο έκανε τη βαρύγδουπη εμφάνιση του στις διεθνείς συντονιστικές και οργανωτικές διαδικασίες του κινήματος. Βέβαια δεν του έφτανε μία συνάντηση και χρειάστηκε και η Θεσσαλονίκη για να καταλάβει ότι στο διεθνές κίνημα δεν περνάει η αρχή «ένα είναι το κόμμα».

Κάνοντας ό,τι ήταν δυνατό να μη διοργανωθεί από οποιοδήποτε άλλο πλην ελεγχόμενο απ’ αυτό σχήμα μια τέτοια διεθνής συνάντηση, «σύρθηκε» τελικά στην προπαρασκευαστική που εννόησε να γίνει χωρίς την έγκρισή του. Εκεί παρά τους λεονταρισμούς και τις φασαρίες της πρωινής εναρκτήριας συνάντησης της πρώτης μέρας, στο τέλος συνεργάστηκε υπακούοντας σε κάποιους κώδικες καλής συμπεριφοράς και ορισμένα μέλη του σε κάποιες από τις συναντήσεις της τελευταίας μέρας έμοιαζαν σαν να ήταν από χρόνια μαζί με τους υπόλοιπους/ες σε τέτοιες κοινές διαδικασίες. Αλλά εκεί τελειώνουν τα «ειδυλλιακά τετ-α-τετ» με το ΚΚΕ, καθότι «κάλλιο πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη». Υπάρχει ο στόχος της διαδήλωσης ενάντια σε Ε.Ε και ΝΑΤΟ στη Θεσσαλονίκη του 2003 για να αποκαταστήσει την τιμή του μοναδικού κόμματος της εργατιάς και του λαού.

Αν το ΚΚΕ είναι ένα κόμμα του 5%, το ΣΕΚ τι είναι για να ασχολούμαστε μαζί του; Η σχέση που έχει το ΣΕΚ με τη διαδικασία του ΕΚΦ είναι εκείνη του εγχώριου «πλιάτσικου», της υφαρπαγής υπογραφών, της προσποίησης και της εξαπάτησης μέσω κίβδηλων τίτλων ότι αντιπροσωπεύει κάτι σε σχέση με την κινητοποίηση για το ΕΚΦ. Ενώ σε συμπαιγνία με το ΚΚΕ έκανε τα αδύνατα δυνατά για να μη γίνει η προπαρασκευαστική συνάντηση στη Θεσσαλονίκη γιατί εκ των πραγμάτων θα πρωταγωνιστούσε η Διεθνής Δράση, που ως γνωστόν είναι σε θέση να διοργανώνει τέτοιες συναντήσεις, ενώ το ΣΕΚ μόνο να μαζεύει υπογραφές, όχι μόνο ζήτησε, αφότου το θέμα έκλεισε, να συμμετάσχει καθυστερημένα στην οργανωτική επιτροπή, αλλά διεκδίκησε και θέση στο προεδρείο. Όμως στην πολιτική η «τέχνη του φαίνεσθαι» έχει ασκηθεί από πολύ καλύτερους ηθοποιούς στο παρελθόν.

Τώρα άλλες πολύ σημαντικότερες -και αξιοπρεπέστερες του ΣΕΚ- οργανώσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς κινούνται σε μια αδιέξοδη κατεύθυνση. Οι εύκολες αποστροφές περί «κλωνοποιημένων φόρουμ» λειτουργούν σα δικαιολογίες για να προταθούν ξαναζεσταμένα τα παλιά σχήματα, τα «καθαρούτσικα μέτωπα» όπως θα λέγε και ο γερο-Λένιν. Είναι τελείως αποκαρδιωτικό να βλέπεις το ΝΑΡ και τους εγκάρδιους συμμάχους του ό,τι και αν κάνουν σε κοινωνικό μετωπικό επίπεδο (με αξιομνημόνευτη εξαίρεση την οργάνωση των αποστολών αλληλεγγύης στον παλαιστινιακό λαό) να αποτελεί μια επανάληψη (ολοένα και σε μικρότερη κλίμακα σύντροφοι!) της πάλαι ποτέ Μαχόμενης Αριστεράς (αυτή ήταν τουλάχιστον εκλογικό σχήμα). Αλλά δεν μπορείς να προτείνεις την υπαρκτή σου περιθωριοποίηση (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σύντροφοι και συντρόφισσες αυτών των οργανώσεων δεν είναι από τους πιο μαχητικούς και μαχητικές σε μια σειρά από κοινωνικούς χώρους) ως μορφή οργάνωσης του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος στην Ελλάδα.

Και τι είναι πάλι αυτό το επιχείρημα ενάντια στην πλατφόρμα της Διακήρυξης των Κινημάτων στο Πόρτο Αλέγκρε που καθιστά απαγορευτική τη συμμετοχή σας στο ΕΚΦ της Φλωρεντίας; Δε σας ζητάει κανείς δήλωση μεταμέλειας από τις πολιτικές θέσεις για να γίνετε δεκτοί στα κοινωνικά φόρα. Όπως όλοι οι άλλοι και άλλες αντικαπιταλιστές και αντικαπιταλίστριες του κόσμου κατάλαβαν, αυτή η πλατφόρμα δεν είναι μάξιμουμ, αλλά μίνιμουμ. Δε συνιστά μια κοινά αποδεκτή μορφή ορθοδοξίας του νέου κινήματος οπότε οι άλλες απόψεις κηρύσσονται αιρετικές. Δε στοχεύει να κλείσει την πόρτα σ’ αυτούς που λένε περισσότερα για τον ιμπεριαλισμό και έχουν συνολικότερες στρατηγικές επιδιώξεις ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά, όπως και οι υπόλοιποι έχουν καταλάβει, στο αντίθετο: συνιστά μια πρωτόλεια προσπάθεια να αρχίσουν να μπαίνουν διαχωριστικές γραμμές μ’ αυτούς που λένε λιγότερα ακόμη και απ’ αυτήν τη πλατφόρμα, όπως οι «κοινοβουλευτικοί» του Πόρτο Αλέγκρε. Η ίδια η πρωτοβουλία (Διακήρυξη των Κινημάτων και όχι συνολικά όλων όσοι ήταν στο Πόρτο Αλέγκρε) έγινε σ’ ένα όχι αμελητέο βαθμό και σε αντίδραση προς το πνεύμα που επικρατούσε σε ορισμένους άλλους χώρους του WSF II την περασμένη άνοιξη (αν και ούτως ή άλλως ήταν αναγκαίο να ληφθεί σαν πρωτοβουλία). Όλες οι διαχωριστικές γραμμές πρέπει να επανανακαλυφθούν από τα νέα κινήματα μέσα από μακρόχρονες και συχνά επώδυνες διαδικασίες· δεν έχουν τη δυνατότητα να κάνουν χρήση ήδη ετοίμων.

Πρέπει να γίνει κατανοητό: τέτοιες μεγάλες, πλουραλιστικές, πολυεπίπεδες διεργασίες και εκδηλώσεις αποτελούν θεμελιώδες στοιχείο του νέου κινήματος· δε μπορείς να το αφαιρέσεις, δίχως να στερήσεις από το κίνημα μια σημαντική πηγή της δύναμής του. Χρειάζονται κάποιες διακηρυκτικές πλατφόρμες σα μίνιμουμ απαραίτητη βάση τους. Έχει αποδειχθεί στην πράξη ότι χωρίς να καταντούν να επιτελούν μια αστυνομική λειτουργία είναι χρήσιμες ώστε να αποφευχθούν μορφές εκφυλισμού που προέρχονται κυριότατα από τον πολιτικό τυχοδιωκτισμό ή τις σκοπιμότητες ορισμένων που ουσιαστικά είναι άσχετοι αν όχι εχθρικοί προς το κίνημα. Σ’ αυτές όμως δε μπορεί να είναι κραυγαλέα αποτυπωμένες οι απόψεις της μίας ή της άλλης τάσης ή ακόμα και να εκβιάζεται μια επαναστατικότητα που δεν ανταποκρίνεται στο υπαρκτό επίπεδο της συνείδησης εκείνων που πραγματικά συμμετέχουν στο κίνημα. Αυτές οι πλατφόρμες όμως δε μπορεί να αποτελούνται από διασκευές του προγράμματός σας σύντροφοι.

Έτσι δεν καταλαβαίνουμε τους «κόκκινους προφέσορες», Γιάννη Ελαφρό και Σάββα Μιχαήλ που στο Πριν της 21ης Ιουλίου ανέλαβαν να μας διαφωτίσουν σε σχέση με τα διδάγματα της Γένοβα, ένα χρόνο μετά, χωρίς να μας θυμίσουν τι έλεγαν ένα μήνα πριν. Ο μεν πρώτος αφού αναφέρεται στη «συναίνεση του Πόρτο Αλέγκρε» (συναίνεση ποιων με ποιους, αν εννοεί το βραζιλιάνικο το κίνημα των ακτημόνων MST, τις Μητέρες της πλατείας του Μάη από την Αργεντινή, τους νοτιοκορεάτες συνδικαλιστές και το CONAIE από το Εκουαδόρ για παράδειγμα, που σφράγισαν με την παρουσία τους το WSF II – φυσικά όχι δίνοντας παραστάσεις στο κοινοβουλευτικό φόρουμ- να μας υποδείξει με ποιους και σε τι συναίνεσαν), σε «ιεραρχικές τελικά οργανωτικές δομές», «πολιτικές πλατφόρμες κοπιράιτ», «πολυχρωμία φολκλόρ και όχι ουσίας» και βέβαια επισημαίνει ότι θα συμμετέχει ο «εγγυητής της κοινωνικής ειρήνης στην ήπειρο», δηλαδή η Ευρωπαϊκή Συνδικαλιστική Συνομοσπονδία. Τέτοιες κεντρικά καθοδηγούμενες δομές και ιεραρχικές, μάλιστα, είναι κατασκεύασμα του αρθρογράφου Ελαφρού, καθότι η δημιουργία ηπειρωτικών φόρουμ δε βασίζεται σε κανένα καταστατικό, δεν εκλέγει καμία ηγεσία και δε δέχεται καμία υπαγόρευση από κάποιο ανώτερο καθοδηγητικό όργανο, αφού αυτό δεν υπάρχει. Όσο για τις πολιτικές πλατφόρμες κοπιράιτ, υπενθυμίζουμε ότι η διακήρυξη της «Πρωτοβουλίας για το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ» είναι πρωτότυπο κείμενο και όχι κοπιράιτ και αν φαντάζεται ότι οργανώσεις τόσο ζωντανές και τόσο πρωτότυπες (όποια πολιτική διαφωνία και αν έχει κανείς μαζί τους), όπως το ΑTTAC ή το Ιταλικό Κοινωνικό Φόρουμ έχουν ανάγκη από «αντιγραφή» αυταπατάται. Επίσης εκτός από την «πολυχρωμία φολκλόρ» υπάρχει και η «μονοχρωμία φολκλόρ» της επαρχιώτικης ελληνικής άκρας αριστεράς. Κατά τα άλλα οι χιλιάδες εκπρόσωποι κινημάτων και αγωνιστές/τριες που συμμετείχαν στα Παγκόσμια Φόρα του Πόρτο Αλέγκρε εξασφάλισαν την πιο ουσιαστική πολυφωνία και πολυχρωμία: αυτή του να αγωνίζεσαι κάτω από τις πιο διαφορετικές συνθήκες στις πιο διαφορετικές γωνίες του πλανήτη για σκοπούς που τελικά συγκλίνουν σε μια κοινή, ενιαία απελευθερωτική διαδικασία. Αυτή η πολλαπλότητα γίνεται ουσιαστική και δεν εμμένει στη γραφικότητα της «διαφοράς» και του «ιδιαίτερου χρώματος», όταν κατορθώνει να εντάσσεται σε παγκόσμια κοινότητα νοήματος. Όσο για τους «εγγυητές της κοινωνικής ειρήνης», ο σύντροφος Ελαφρός θα πρέπει να μας δείξει τον τρόπο με τον οποίο θα εξασφαλίσουμε τα συνδικάτα χωρίς τις γραφειοκρατίες τους, γιατί προς το παρόν με τις μεθόδους Ελαφρού (που βέβαια δεν είναι ατομική του εμμονή, αλλά συλλογική στάση) το υπαρκτό συνδικαλιστικό κίνημα χαρίζεται δια παντός στη γραφειοκρατία του και θέτουμε τη συζήτηση με ανύπαρκτους όρους. Ο κόκκινος δάσκαλος Ελαφρός (δεν έχουμε τίποτε προσωπικό με τον άνθρωπο, απλά αυτά τα άρθρα τα γεμάτα ανακρίβειες και διαστρεβλώσεις «επικαιροποιούν» κομματικές γραμμές) τελειώνει το βασικό του άρθρο στο ίδιο φύλλο του Πριν (τα παραπάνω ήταν παρμένα από ένα συμπληρωματικό σημείωμα με τον εύγλωττο τίτλο «Η συναίνεση του Πόρτο Αλέγκρε» – ναι, τόσες συκοφαντίες μέσα σ’ ένα σημείωμα): «Το σίγουρο είναι ότι η Γένοβα προχώρησε την ταξική πάλη περισσότερο από μια `ντουζίνα προγράμματα’ σε σκονισμένα κομματικά ράφια». Ο μαθητής Ελαφρός δεν έχει καταλάβει τίποτε απ’ αυτά και θα συνεχίζει να αραδιάζει «ενότητες στη βάση της στρατηγικής» και «διαφωνίες στο περιεχόμενο» (οι εκφράσεις – φετίχ) που πρακτικά σημαίνουν «ενότητα στη βάση της δικής μας στρατηγικής» και «συμφωνία στο περιεχόμενο του δικού μας προγράμματος». 

Όσο για το Σάββα Μιχαήλ -δε ξέρουμε ποιος πάπας έχρισε ένα τέτοιο καρδινάλιο- γιατί με ύφος χιλίων καρδιναλίων δηλώνει ότι μαζί με το «ρόπαλο» της καταστολής στη Γένοβα έρχεται και το «καρότο» του WSF· μοιρασμένη, δηλαδή, η δουλειά ανάμεσα στο Μπερλουσκόνι και το Ραμονέ· ανάμεσα στο Στέητ Ντηπάρτμεντ και τη δεξιά πτέρυγα του PT· μήπως δεν είναι και τόσο εκλεπτυσμένη (μήπως είναι χυδαία;) αυτή η μαρξιστική ανάλυση; Αλλά τι λεπτότητα να ζητήσουμε από κάποιον που τολμά να λέει ότι στη πλατφόρμα του ΕΚΦ «αποκηρύσσεται μετά βδελυγμίας (σημ: σάλια μίσους είχαν μουσκέψει την κόλλα χαρτιού, όπου γράφτηκαν τα πρώτα σχεδιάσματά της) `κάθε χρήση βίας για πολιτικούς σκοπούς’ και δηλώνεται η πλήρης στήριξη και νομιμοφροσύνη απέναντι στο αστικό κοινοβουλευτικό σύστημα». Ή δεν την έχει διαβάσει ή μόνος αυτός τη διαβάζει με ένα πολύ συγκεκριμένο τρόπο ώστε να λέει κάτι άλλο απ’ αυτό που όλοι άλλοι κατάλαβαν.

Οι διάφορες εκδοχές του «εθνικού κομμουνισμού» (ΝΑΡ, ΑΡΑΣ, Αριστερή Κίνηση, Αριστερές Συσπειρώσεις κτλ) δεν έχουν μπορέσει να κατανοήσουν τη δυναμική και τον τρόπο λειτουργίας του διεθνούς αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος. Τι θα κάνουν σε σχέση με τη Φλωρεντία; Απλά, θα απουσιάζουν. Αυτό είναι αρνητικό και για τις ίδιες, αλλά και για το αριστερό κίνημα στην Ελλάδα. Διότι παρά τη σοβαρότητα της κριτικής, που τους ασκούμε, όπως αποδεικνύεται και απ’ αυτό το άρθρο, είναι οργανώσεις που συγκεντρώνουν ένα πολύτιμο δυναμικό αγωνιστών και αγωνιστριών με το οποίο θα προτιμούσαμε να πορευτούμε μαζί στο νέο διεθνές κίνημα.

Παναγιώτης Σηφογιωργάκης


Σπάρτακος 66, Σεπτέμβρης 2002

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=3094


There is one comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s