Δώδεκα μήνες πολέμου κατά της τρομοκρατίας 

Σπάρτακος 66, Σεπτέμβρης 2002


 Έτος μηδέν

του Phil Hearse

Στις 26 Φεβρουαρίου του 1993 ισλαμιστές τρομοκράτες πυροδότησαν μια βόμβα σε υπόγειο γκαράζ στους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης που είχε σαν αποτέλεσμα έξι νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες. Οι βομβιστές παρακολούθησαν την έκρηξη από τον ποταμό Hudson, η οποία όμως δεν κατέληξε στην κατάρρευση των κτιρίων όπως είχαν ελπίσει.

Αναφερόμενος σ’ αυτό το περιστατικό, ο καθηγητής Ειρηνευτικών Σπουδών του πανεπιστημίου του Bradford, Paul Rogers, σχολιάζει: «Αν η επίθεση είχε την αναμενόμενη έκβαση, οι συνέπειες θα ήταν καταστροφικές όχι μόνο για τη Νέα Υόρκη αλλά και γενικότερα για τις ΗΠΑ». Όμως ο Rogers θεωρεί ότι κάτι τέτοιο δε θα ανάγκαζε τις ΗΠΑ να αναθεωρήσουν τις σχέσεις τους με τον Τρίτο Κόσμο. «Το πιθανότερο αποτέλεσμα θα ήταν ένα μαζικό και βίαιο στρατιωτικό χτύπημα εναντίον οποιασδήποτε ομάδας στη Μέση Ανατολή, ύποπτης για την παραμικρή ανάμειξη στην επίθεση.» 

Έτσι κι έγινε. Η στρατιωτική απάντηση όμως των ΗΠΑ στην επίθεση στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου και το Πεντάγωνο, κρύβει πίσω της όχι μόνο αυτοκρατορικές βλέψεις αλλά και κάτι παραπάνω. Ο Bush και η ανακυκλωμένη ρηγκανική ομάδα του ξεκίνησαν μια πολιτική και στρατιωτική επίθεση της οποίας ο βασικός στόχος ήταν η βίαιη επέκταση της ηγεμονίας του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και των Ηνωμένων Πολιτειών σε όλο τον κόσμο, καταφέρνοντας ισχυρά χτυπήματα στους θεωρούμενους ως εχθρούς και αντιπάλους της κυβέρνησης Μπους: στα απελευθερωτικά κινήματα του τρίτου κόσμου, στο κίνημα για παγκόσμια δικαιοσύνη, στους εσωτερικούς πολιτικούς αντιπάλους και στους οικονομικούς και πολιτικούς ευρωπαίους ανταγωνιστές. Οποιοσδήποτε απολογισμός από τις 11 Σεπτέμβρη θα απαντά στην εξής ερώτηση: μέχρι ποιο σημείο πέτυχε αυτή η επίθεση; Επιπλέον, τι μας αποδεικνύει αυτό σχετικά με το χαρακτήρα της διαχείρισης του Bush, τις γεωπολιτικές βλέψεις του και τους μακροπρόθεσμους στόχους του; 

Θα πρέπει να θυμόμαστε ότι ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας ξεκίνησε αρχικά για να βρεθούν και να τιμωρηθούν οι ένοχοι της επίθεσης. Σε στρατιωτικό επίπεδο, ο πόλεμος που ξεκίνησε στο Αφγανιστάν στις 5 Οκτωβρίου φαινόταν ότι θα κατέληγε σε συντριπτική νίκη με ελάχιστες απώλειες – και πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς – δεδομένων των τεράστιων ποσοτήτων πυρομαχικών που χρησιμοποιήθηκαν και της συνολικής αμερικανικής υπεροχής. Επιτεύχθηκε πράγματι η «αλλαγή καθεστώτος» στο Αφγανιστάν, παρόλο που οι Ταλιμπάν αντικαταστάθηκαν από μια κυβέρνηση που δεν έχει καμία ισχύ εκτός Καμπούλ, καθώς η χώρα βρίσκεται σε εθνική αντιπαράθεση και ο έλεγχος έχει περιέλθει στα χέρια τοπικών οπλαρχηγών. Το γεγονός αυτό αφήνει παντελώς αδιάφορες τις Ηνωμένες Πολιτείες που ανέθεσαν στους Ευρωπαίους την αποστολή της ανόρθωσης της χώρας. Η κατάρρευση του καθεστώτος των Ταλιμπάν στην Καμπούλ το Δεκέμβριο του 2001 έκανε τον Βush και τους διεθνείς υποστηρικτές του να πανηγυρίζουν τη «νίκη». Αν βέβαια δει κανείς τα γεγονότα από τη σκοπιά του αν πραγματικά χτυπήθηκε η τρομοκρατία – π.χ. αν εξοντώθηκε ο Μπιν Λάντεν, αν διαλύθηκε η Αλ Κάιντα ή αν αποδόθηκαν οι πραγματικές αιτίες της τρομοκρατίας – τότε πρόκειται για ήττα. Αν αυτό δεν απασχολεί καθόλου την ομάδα των Bush-Cheney-Rumsfeld-Wolfowitz-Rice, είναι γιατί για αυτούς η τρομοκρατία τύπου Αλ Κάιντα είναι πρόβλημα ήσσονος σημασίας και η καταπολέμησή της, εντελώς δευτερεύων στόχος.

Ο «άξονας του Κακού»

Το Δεκέμβριο του 2001 βρεθήκαμε, επίσης, ενώπιον της πρώτης δημόσιας αντιπαράθεσης της Ευρώπης με την Αμερική, αντιπαράθεση που δεν εκφράστηκε μόνο στους κόλπους του αντιπολεμικού κινήματος και της αριστεράς: αφορούσε ένα σφοδρό κύμα κριτικής στον τρόπο με τον οποίο οι ΗΠΑ αντιμετώπισαν τους Ταλιμπάν και τους αιχμαλώτους της Αλ Κάιντα στον κόλπο Γκουαντανάμο, στην κατάφωρη παραβίαση της συνθήκης της Γενεύης από τον Rumsfeld και τη διάχυτη υποψία των ευρωπαίων ηγετών ότι οι αιχμάλωτοι υφίστανται βασανιστήρια.
Οι σχέσεις των ευρωπαϊκών κρατών με τις ΗΠΑ έφτασαν στο χειρότερο σημείο τους τον Ιανουάριο του 2002, όταν ο Bush εκφώνησε την «προγραμματική διακήρυξη της Ένωσης», όπου μίλησε για τον «άξονα του κακού». Ο λόγος αυτός αντιπροσωπεύει τις κεντρικές, δημόσιες προγραμματικές δηλώσεις των στόχων των ΗΠΑ. Όπως επισημαίνει ο Peter Gowan «ο λόγος ήταν έτσι σχεδιασμένος ώστε να δεσμεύει όλες τις προσκείμενες στον Bush δυνάμεις εναντίον της τρομοκρατίας, εντός και εκτός της χώρας, σε ένα ολοκαίνουργιο σχέδιο στρατηγικών στόχων, με άλλα λόγια να τις δεσμεύσει στην υποστήριξη του δικαιώματος των ΗΠΑ να προχωρήσουν σε προληπτική στρατιωτική δράση και να επιτεθούν στο Ιράκ, το Ιράν, τη Βόρεια Κορέα και σε άλλα κράτη που θεωρούνται εχθρικά προς τις ΗΠΑ και γι’ αυτό υποτίθεται ότι αναπτύσσουν παραγωγή όπλων μαζικής καταστροφής…. Η ομιλία του επίσης άφηνε να φανεί ξεκάθαρα ότι ο ίδιος ο Bush δεσμευόταν να επιτεθεί στρατιωτικά και πολιτικά σε ένα ευρύ φάσμα μουσουλμανικών και αραβικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή που συνδέονται μεταξύ τους κυρίως όχι χάρη στην Αλ Κάιντα, αλλά εξαιτίας της αραβο-ισραηλινής διένεξης. Οι τέσσερις από τις πέντε «τρομοκρατικές» οργανώσεις που ανέφερε, καθώς και τα δύο από τα τρία κράτη – το Ιράν και το Ιράκ – εμπλέκονταν σ’ αυτή τη διαμάχη. Το τρίτο κράτος, η Βόρεια Κορέα, συνδέθηκε με το Ιράν στη βάση υποψιών ότι πωλεί στο Ιράν πυραύλους μεσαίου βεληνεκούς. Το Ιράν, με τη σειρά του, έχει μια ξεχωριστή θέση χάρη στην υποστήριξή του προς τη Χεζμπολάχ και την υποτιθέμενη προμήθεια όπλων της Παλαιστινιακής Αρχής από αυτό.

Ο Bush προκάλεσε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη που ενδέχεται να διστάσουν να εφαρμόσουν αυτή την απίστευτη αρχή των προληπτικών στρατιωτικών χτυπημάτων: «Κάποιες κυβερνήσεις θα δείξουν ατολμία απέναντι στην τρομοκρατία. Αλλά ας μη γελιούνται. Αν αυτές δε δράσουν, θα το κάνει η Αμερική.»

Ο λόγος για τον «Άξονα του Κακού» είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικός ως προς τη νέα μορφή που έχουν πάρει οι στόχοι και οι μέθοδοι του επιτελείου του Bush, σε σχέση με τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Οι άνθρωποι-κλειδιά αυτού του επιτελείου – σχεδόν όλοι προέρχονται από το επιτελείο του Ρήγκαν – είναι πεπεισμένοι ότι έχουν διαμορφωθεί οι κατάλληλες συνθήκες για τη γενικευμένη χρήση στρατιωτικών δυνάμεων, καθώς και ότι το γεγονός αυτό θα οδηγήσει στην ενδυνάμωση των ΗΠΑ ως πολιτική και οικονομική κυρίαρχη δύναμη παγκοσμίως.

Σε γελοιογραφικές αναφορές της αμερικανικής προσέγγισης, ο απερίσκεπτος μιλιταρισμός θεωρείται σαν κάτι που ανέκαθεν υπήρχε, πράγμα όμως που δεν είναι αληθές. Για παράδειγμα, ο πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας Zbigniew Brzezinski σχολιάζοντας το 1997 το ρόλο της αμερικανικής στρατιωτικής δύναμης στο κλασσικό έργο του για τις διεθνείς σχέσεις “The Grand Chessboard” λέει: «…η Αμερική είναι πολύ δημοκρατική στο εσωτερικό της ώστε να είναι απολυταρχική στο εξωτερικό. Το γεγονός αυτό περιορίζει την εξουσία της και ιδιαίτερα τη δυνατότητά της για στρατιωτικό εκφοβισμό. Ποτέ στο παρελθόν μια λαϊκή δημοκρατία (sic) δεν κατάφερε να κυριαρχήσει σε παγκόσμιο επίπεδο. Η αναζήτηση της δύναμης δεν είναι κάτι που μπορεί να κατευθύνει τη βούληση του λαού, παρά μόνο αν κάτι άλλο απειλούσε την κοινώς εννοούμενη εθνική ευημερία. Η οικονομική δαπάνη για αμυντικό εξοπλισμό και οι ανθρώπινες απώλειες (ακόμη και μεταξύ μισθοφόρων) είναι ασύμβατες ως προς το δημοκρατικό αίσθημα. Η δημοκρατία είναι ασύμβατη ως προς τον ιμπεριαλισμό.»

Στην εποχή του Άξονα του Κακού, τα παραπάνω μοιάζουν με λόγια περασμένων ημερών. Ο Brzezinski θα μπορούσε βέβαια να ισχυριστεί ότι η προσέγγισή του δε θα ίσχυε για την 11η Σεπτεμβρίου, η οποία είναι ακριβώς αυτό που «θα απειλούσε την κοινώς εννοούμενη εθνική ευημερία» και θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα εναλλακτικό σενάριο. Παρ’ όλα αυτά, η προσέγγιση του Brzezinski θέλει να δείξει ότι η ηγεμονία των ΗΠΑ εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, από τους οποίους ένας είναι και ο στρατιωτικός (και μάλιστα ιδιαίτερα λανθάνων). Οι παράγοντες αυτοί περιλαμβάνουν την οικονομική υπεροχή, την τεχνολογική ανωτερότητα, την έλξη που ασκεί το πολιτικό μοντέλο των ΗΠΑ, τη γοητεία της ποπ κουλτούρας – πόλος έλξης κυρίως για τους νέους, τη στρατιωτική δύναμη (κυρίως έλεγχο των ωκεανών), και γενικά την αποδεδειγμένη επιτυχία του αμερικάνικου κοινωνικού μοντέλου. Το μοντέλο αυτό που κυρίως κινητοποιεί τη φαντασία των πιο δυναμικών, δημιουργικών και φιλόδοξων ανθρώπων του κόσμου. Η σημερινή χρήση της αμερικάνικης στρατιωτικής δύναμης θα είναι – για τον Brzezinski πάντα – ένας παράγοντας που θα χάνει ολοένα και περισσότερο τη σημασία του στο μετά-σοβιετικό κόσμο. Αντίθετα, οι ελιγμοί, η διπλωματία, η δημιουργία συμμαχιών, οι αμοιβαίοι συμβιβασμοί και η μελετημένη ανάπτυξη των πολιτικών στόχων είναι τα συστατικά μιας επιτυχημένης άσκησης γεωστρατηγικής δύναμης. Οι πολεμιστές του Bush πέταξαν επιδεικτικά τέτοιου είδους ιδέες στο καλάθι των αχρήστων. 

Στόχοι παγκόσμιας κυριαρχίας

Όλοι οι διανοούμενοι που συμμετέχουν σε συζητήσεις για την άμυνα των ΗΠΑ συμφωνούν ότι το κλειδί της αμερικανικής ηγεμονίας συνίσταται στη δυνατότητά της να κυριαρχεί στην «Ευρασία» – το κομμάτι που περιλαμβάνει τη Μέση Ανατολή στα νότια, την Κίνα και την Ιαπωνία στα ανατολικά και τη Δυτική Ευρώπη στην αντίθετη πλευρά. Αυτή η περιοχή κατέχει την τεράστια πλειοψηφία των οικονομικών και φυσικών πόρων, καθώς και ανθρωπίνου δυναμικού και υποσκελίζει τις ΗΠΑ σε όλους τους τομείς. Η κυριαρχία της Αμερικής βασίζεται στην εξάλειψη κάθε πιθανού ανταγωνιστή στην Ευρασία και ο πολιτικός διχασμός μεταξύ των πιθανών ευρασιατικών συμμαχιών εμποδίζει μέχρι τώρα τον αντιαμερικανικό ανταγωνισμό. Τώρα λοιπόν, τι σημασία αποδίδει το επιτελείο του Bush στους πολιτικούς και στρατιωτικούς στόχους διατήρησης της υποταγής της Ευρασίας;

Αρχικά, η άποψη που υποστηρίζουν ο Brzezinski και κάποιοι άλλοι, ότι, δηλαδή, η δυτική Ευρώπη πρέπει να παραμείνει υπό αμερικανική κηδεμονία, προκαλεί μεγάλη καχυποψία. Επιπλέον, οι παραδοσιακές θέσεις σχετικά με το ποιος είναι ο στρατηγικός πυρήνας της Ευρασίας έχουν αλλάξει εντελώς προς τα ανατολικά, με πολύ μεγαλύτερη έμφαση να δίνεται πια στην κεντρική και ανατολική Ασία. Τέλος η ζωτική οικονομική και στρατηγική σημασία της Μέσης Ανατολής επαναεπιβεβαιώνεται, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι βασικοί αντίπαλοι της αμερικανικής κυριαρχίας στην περιοχή είναι οι Ευρωπαίοι.

Σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να αντιληφθεί κανείς τις νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις των Αμερικάνων. Το επιτελείο του Bush περιλαμβάνει πολλούς ειδικούς για θέματα ανατολικής Ασίας, οι οποίοι καμία αμφιβολία δεν έχουν για το που βρίσκεται η πιθανότερη μελλοντική απειλή για τις ΗΠΑ: στην Κίνα. Οι νέες στρατιωτικές βάσεις των αμερικάνων στο Αφγανιστάν, το Τατζικιστάν και το Ουζμπεκιστάν, συμπληρώνουν την αυξημένη αμερικανική παρουσία στη Νότια Κορέα και την Ταϊβάν. Ας μην ξεχνάμε και τους 10.000 στρατιώτες που στάλθηκαν στις Φιλιππίνες και που είχαν σαν στόχο να ισχυροποιήσουν την ασιατική παρουσία των ΗΠΑ και να κυκλώσουν την Κίνα με την ελπίδα να εμποδίσουν μελλοντικές απόπειρες αυτής της τελευταίας να γίνει ο επικεφαλής οποιωνδήποτε ασιατικών πολιτικών συμμαχιών.

Η πολιτική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, κυρίως η άκριτη στήριξη του Σαρόν στο διαρκή πόλεμό του εναντίον των Παλαιστινίων, η κήρυξη πολέμου στο Ιράκ για να εκτοπιστεί ο Σαντάμ και οι αυξανόμενες απειλές στο Ιράν, όλα έχουν σα σκοπό να εμποδίσουν οποιαδήποτε ευρωπαϊκή πολιτική επιρροή σ’ αυτές τις περιοχές. Επιπλέον, αποβλέπουν στο να υποβιβάσουν τις πρωτοβουλίες της Ε.Ε. στην Παλαιστίνη στην αξιοθρήνητη φάρσα ανίσχυρων εκκλήσεων και να εμποδίσουν (το κατά δύναμη) την ανάπτυξη οικονομικών σχέσεων της Ευρώπης με το Ιράν και το Ιράκ.

Πέραν όλων αυτών, ο Bush σημείωσε μια μεγάλη επιτυχία χρησιμοποιώντας τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας για να απειλήσει και να δωροδοκήσει το απαίσιο ρωσικό καθεστώς Putin, παρέχοντας αμερικανική βοήθεια στον πόλεμο στην Τσετσενία και υποσχέσεις για μελλοντικά πολιτικά και οικονομικά οφέλη, με αντάλλαγμα την εγκατάλειψη των ρωσικών αντιρρήσεων για τον πόλεμο των άστρων και την επέκταση του ΝΑΤΟ στα ανατολικά. Η κατάσταση αυτή ανατρέπει ολοσχερώς τις προσδοκίες για ρωσική αντίσταση στα στρατιωτικά, πολιτικά και οικονομικά σχέδια των ΗΠΑ στην Ευρώπη.

Αντιδράσεις σε όλο τον κόσμο

Σε κάποιες χώρες, ο πόλεμος των ΗΠΑ κατά της τρομοκρατίας αντιμετωπίσθηκε με αμηχανία, ως ακόμα μια επίδειξη αμερικάνικης ωμότητας, που δεν είχε όμως ιδιαίτερη σημασία τόσο για τη δεξιά, όσο και για την αριστερά. Η αποτυχία των περισσότερων κομμάτων της γαλλικής πολιτικής σκηνής να αντιδράσουν ζωηρά στον πόλεμο είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρ’ όλα αυτά όμως, η αλήθεια είναι ότι η επίθεση του Bush στόχευε στην ισχυροποίηση των απανταχού αντιδραστικών και δεξιών δυνάμεων και κυρίως αυτών οι οποίες συντάχθηκαν ανοιχτά με τις επιδιώξεις των ΗΠΑ. Οι αντιδραστικοί στόχοι του Bush είναι πολλαπλοί και μόνο μερικοί θα αναδειχθούν εδώ:

Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ – κυρίως στη Μέση Ανατολή, την Κολομβία και τις Φιλιππίνες – που εμπλέκονται σε αντεπαναστατικούς πολέμους πήραν το πράσινο φως για να συνεχίσουν. Ο πρώην πρόεδρος της Κολομβίας, Παστράνα, άρχισε πάλι τον πόλεμο εναντίον των αριστερών ανταρτών του FARC, ακολουθήθηκε, δε, από τον ακόμη δεξιότερο Ουρίμπε Βέλες, ο οποίος θα συνεχίσει τον πόλεμο αυτό με τεράστια βοήθεια από τους αμερικάνους και ενισχύσεις από ειδικές δυνάμεις. Στις Φιλιππίνες, η αποστολή 10.000 αμερικανών συμβούλων αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση εκ νέου της αμερικάνικης παρουσίας στη χώρα αλλά και στην ένοπλη επίθεση εναντίον ισλαμιστών ανταρτών.

Τα μεγαλύτερα θύματα του αντεπαναστατικού πολέμου είναι βέβαια οι Παλαιστίνιοι, με την παραδοσιακή πρακτική ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ να θυσιάζεται στη πλήρη στήριξη του Ισραήλ.

Ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας έκανε εντονότερο το ρατσισμό και τη ξενοφοβία στην Δυτική Ευρώπη. Αναγορεύοντας τον Μπιν Λάντεν σε νούμερο ένα κίνδυνο και υπογραμμίζοντας το ισλαμικό στοιχείο, ενισχύθηκε το λαϊκό στερεότυπο Μουσουλμάνος = Πρόσφυγας = Εγκληματίας = Τρομοκράτης. Μια πρόσφατη έρευνα στην Ιταλία έδειξε ότι το 40% του πληθυσμού θεωρεί τους μετανάστες απειλή για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια. Αυτό σε μια χώρα που είναι κυρίως μεταβατικό σημείο για τους πρόσφυγες και όχι τελικός προορισμός τους. Οι ξενοφοβικές αντιδράσεις είχαν αρνητικές επιπτώσεις που φάνηκαν με την επιτυχία του Pym Fortuyn στην Ολλανδία, το ποσοστό του LePen στις γαλλικές προεδρικές και τις ήσσονος σημασίας επιτυχίες του Βρετανικού Εθνικού Κόμματος, καθώς και τη σχεδόν απόλυτη συναίνεση εναντίον εκείνων που ζητούν άσυλο, στα βρετανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης και την επίσημη πολιτική σκηνή.

Ένας πιθανός – αλλά όχι ακόμη σκληρός – φιλοαμερικανικός άξονας έχει αναδειχθεί στην Ευρώπη γύρω από δεξιές κυβερνήσεις, κυρίως του Μπερλουσκόνι στην Ιταλία, του Αθνάρ στην Ισπανία και του Μπλερ στη Βρετανία. Η φιλοαμερικανική στάση αυτών των κυβερνήσεων είναι πολύ πιο εμφανής από εκείνη της Γαλλίας και της Γερμανίας. Βέβαια, όλες οι κυβερνήσεις είναι δεσμευμένες στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο, η στάση όμως των ΗΠΑ έχει σαν αποτέλεσμα την ισχυροποίηση των πιο ακραίων δεξιών.

Οι πιο αντιδραστικές συνέπειες εκδηλώθηκαν βέβαια μέσα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ας μην ξεχνάμε ότι μια διαδήλωση-μαμούθ υπέρ της «παγκόσμιας δικαιοσύνης» στην Ουάσιγκτον που είχε προγραμματισθεί στις αρχές Οκτωβρίου 2001, αναβλήθηκε πάραυτα λόγω της επίθεσης της 11ης Σεπτεμβρίου. Το αμερικανικό κίνημα υπέρ της «παγκόσμιας δικαιοσύνης», αν και εξακολουθεί να υπάρχει, δεν είναι σε θέση να υψώσει τη φωνή του από τότε. Αυτό που ακολούθησε την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου είναι μια αντιδραστική κινητοποίηση σε μια κλίμακα που όμοιά της δεν έχει γνωρίσει η Αμερική από τη ζοφερή περίοδο του μακαρθισμού και του πολέμου της Κορέας στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Είναι δύσκολο για κάποιον «εκτός των τειχών» να αντιληφθεί το μέγεθος αυτής της κινητοποίησης. Το κύμα πατριωτικού εθνικισμού ενισχυμένο από τη συμμετοχή εξεχόντων δημοσίων προσώπων -πολιτικοί, άνθρωποι των μέσων μαζικής ενημέρωσης, αθλητές, μουσικοί και εκκλησιαστικοί ηγέτες- ήταν σαρωτικό. Σταδιακά, αντίθετες φωνές άρχισαν να ακούγονται, αλλά όπως και στο κυνήγι μαγισσών της δεκαετίας του ’50, υπήρχε πάντα ο φόβος της συκοφαντίας και της καταστροφής της καριέρας όσων εκφράζουν αντίθετη άποψη. Η ικανότητα του αμερικανικού ριζοσπαστικού κινήματος να ξεφύγει από αυτήν την κατάσταση θα είναι αποφασιστικής σημασίας για το αν θα πετύχει η επίθεση του Bush.

Πέραν της κατάχρησης ιμπεριαλιστικής βίας και της επίθεσης της αντίδρασης, διεξάγεται ένας πόλεμος κατά των ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων. Πολλά παραδείγματα μπορούν να αναφερθούν αλλά τα πιο χαρακτηριστικά συνέβησαν εντός των ΗΠΑ. Εδώ και σχεδόν ένα χρόνο, εκατοντάδες άνθρωποι κρατούνται χωρίς δίκη και το πού βρίσκονται πολλοί από αυτούς είναι άγνωστο. Οι ΗΠΑ, αφού καταπάτησαν τη συνθήκη της Γενεύης και προχώρησαν σε βασανιστήρια στον κόλπο Γκουαντανάμο, τώρα επιφυλάσσουν στον εαυτό τους το δικαίωμα να συλλαμβάνουν, να φυλακίζουν χωρίς δίκη, να βασανίζουν ή να απαλλάσσονται από οποιονδήποτε στον κόσμο υποψιάζονται ότι είναι αναμεμειγμένος σ’ αυτό που οι ίδιες ορίζουν ως τρομοκρατία. 

Εμπόδια στην επιτυχία των ΗΠΑ

Ποια είναι τα εμπόδια που συναντούν οι ΗΠΑ στην επιχείρηση επανασχεδιασμού της παγκόσμιας πολιτικής μέσω τη χρήσης και απειλής στρατιωτικής βίας; Κατά την άποψή μου το θεμελιώδες δίλημμα μπορεί να τεθεί ως εξής: η πολιτική Bush στην προσπάθειά της να αναλάβει θεαματική πρωτοβουλία εναντίον πολλών αντιπάλων ταυτόχρονα, ενισχύει τον ανταγωνισμό μεταξύ των κυβερνητικών και μη-κυβερνητικών δυνάμεων παγκοσμίως, οι οποίες ξεχωριστά αλλά και συμπράττοντας μπορούν να οδηγήσουν το όλο εγχείρημα σε αποτυχία. Από την άλλη πλευρά, αν το εγχείρημα καταλήξει σε φιάσκο, οι αρνητικές επιπτώσεις για τον αμερικάνικο καπιταλισμό μπορεί να είναι ακόμα μεγαλύτερες και από τις επιπτώσεις της ήττας στο Βιετνάμ. Σ’ αυτήν την κρίσιμη περίοδο, η υπερεκτίμηση της αποτελεσματικότητας της αμερικάνικης στρατιωτικής υπεροχής ή η υποτίμηση της πιθανής αντίστασης, θα είναι μεγάλο λάθος.

Το πρώτο γιγάντιο εμπόδιο στην επιτυχία είναι η θεαματική επιχειρηματική κρίση και η κατάρρευση των χρηματιστηριακών αγορών στις ΗΠΑ. Αυτό είναι ένα επιπλέον στάδιο στο ξεπέρασμα του “dot.com boom”, μια τεράστια κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, η οποία ξεκίνησε με τις οικονομικές εκρήξεις στην Ασία το 1997 και τη Ρωσία το 1998. Η αγορά μετοχών παρουσιάζει πτωτική τάση εδώ και περισσότερο από δύο χρόνια και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει που θα τελειώσει όλο αυτό.

Σημαντική από ιδεολογική πλευρά είναι η συνειδητοποίηση από εκατομμύρια κόσμου ότι στη καρδιά του τρόπου λειτουργίας του κεφαλαίου είναι η απάτη (δε μας απασχολεί εδώ αν πρόκειται για παράνομη ή νόμιμη απάτη). Εκατομμύρια Αμερικανοί εξαπατήθηκαν και έχασαν τις οικονομίες τους ή θα δουν τις συντάξεις τους να εξαφανίζονται. Οι θεωρίες περί ελκυστικότητας του αμερικάνικου «κοινωνικού μοντέλου» θα δοκιμαστούν σκληρά. Αυτά όλα σε συνδυασμό με το γεγονός ότι πολλά από τα κορυφαία στελέχη του επιτελείου του Bush είναι αναμεμειγμένα στις μεγάλες επιχειρήσεις· αυτό βέβαια πάντα συνέβαινε στην πολιτική ζωή των ΗΠΑ, αλλά η προσωπική περιπέτεια του Bush και του Cheney προκαλεί -το λιγότερο- ενόχληση. Όταν ο Bush λέει: «ο αμερικάνικος λαός μπορεί να χάσει την πίστη του στο ελεύθερο επιχειρηματικό μας σύστημα», αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει. Τα νέα σχέδια επίθεσης στο Ιράκ θα μπορούσαν κάλλιστα να συνδέονται με τους ρεπουμπλικανικούς φόβους για κακό εκλογικό αποτέλεσμα στις εκλογές του Νοεμβρίου εξαιτίας των οικονομικών ατασθαλιών. Γιατί ενώ οι Δημοκρατικοί υποστήριξαν ανοιχτά τον πόλεμο, ήταν οι πρώτοι που αναμόχλευσαν το θέμα της εταιρικής διαφθοράς.

Ο δεύτερος κίνδυνος για το επιτελείο του Βush βρίσκεται στην αντίδραση των ευρωπαίων «συμμάχων» σε μια επίθεση στο Ιράκ. Απ’ τη μία πλευρά το πρόβλημα αυτό φαίνεται μάλλον επιλύσιμο εξαιτίας της νίκης δεξιών κομμάτων στις ευρωπαϊκές εκλογές. Οι αστάθμητοι παράγοντες βέβαια εντοπίζονται στον αντίκτυπο των αντιπολεμικών κινητοποιήσεων και στο δημόσιο συναίσθημα. Εδώ πρέπει να πούμε ότι και το κίνημα για παγκόσμια ειρήνη στις ΗΠΑ δεν επιβεβαίωσε τους φόβους που το έβλεπαν να διαλύεται εξαιτίας της αντιτρομοκρατικής επίθεσης.

Αντίθετα μάλιστα, βοήθησε να αναδειχθεί μια αντιπολεμική κινητοποίηση που όμοιά της δεν είχε δει η Αμερική από τις μέρες του Βιετνάμ.

Οι προετοιμασία της δεύτερης επίθεσης εναντίον του Ιράκ προκαλούν σοβαρές τριβές με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Έχουν δίκιο οι πολεμιστές του Bush να αμφιβάλλουν για την πολιτική υποτέλεια της Ευρώπης. Η αιτία γι’ αυτό είναι ειρωνική. Όπως υπογράμμισε λεπτομερώς σε ένα σημαντικό πρόσφατο άρθρο του ο Peter Gowan, η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης αύξησε σε δραματικό βαθμό τη δύναμη των ΗΠΑ και ταυτόχρονα υπονόμευσε την πολιτική τους κυριαρχία στην Ευρώπη, π.χ. το ΝΑΤΟ ως απάντηση στη Σοβιετική απειλή.

Από τις 11 Σεπτέμβρη έχουν γίνει τεράστιες κινητοποιήσεις από μέρους του αντιπολεμικού κινήματος και του κινήματος υπέρ της «παγκόσμιας δικαιοσύνης» για δικαιοσύνη στον κόσμο, έχει πραγματοποιηθεί το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ στο Πόρτο Αλέγκρε με επιτυχία και η γιγάντια διαδήλωση των 600.000 ατόμων στη Βαρκελώνη. Τα κέντρα της αντιπολεμικής κίνησης κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Αφγανιστάν ήταν η Ιταλία και η Βρετανία. Οι θριαμβολογίες λοιπόν που ακολούθησαν την 11η Σεπτεμβρίου στο δεξιό τύπο Αμερικής και Βρετανίας σχετικά με το τέλος του κινήματος υπέρ της «παγκόσμιας δικαιοσύνης» διαψεύστηκαν από τα γεγονότα. Αν το Ιράκ χτυπηθεί ξανά, το έδαφος είναι έτοιμο για τεράστιες αντιπολεμικές κινητοποιήσεις. Όπως προαναφέρθηκε, μόνο στις ΗΠΑ το κίνημα υπέρ της «παγκόσμιας δικαιοσύνης» έχει ανασταλεί

Ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας κάνει εντονότερη την παγκόσμια αστάθεια και μπορεί να έχει απρόβλεπτες συνέπειες. Για παράδειγμα, οι ΗΠΑ έχουν να αντιμετωπίσουν μεγάλα προβλήματα από τη διαμάχη Ινδίας και Πακιστάν, προβλήματα που πανικοβάλλουν σχεδόν την Ουάσιγκτον σχετικά με την προοπτική ενός πυρηνικού πολέμου και σπαταλούν τεράστια αποθέματα για την εύρεση έστω και μιας προσωρινής λύσης.

Η παγκόσμια αστάθεια και αναταραχή με την υπονόμευση της αμερικανικής αξιοπιστίας και του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, τα τελευταία χρόνια επικεντρώθηκε στη Λατινική Αμερική με την πολιτική αναστάτωση στην Παραγουάη, την κατάρρευση της αργεντίνικης οικονομίας και η Ουρουγουάη με τη Βραζιλία να περιμένουν τη σειρά τους. Παρόλα αυτά οι τεράστιες κινητοποιήσεις και η αυτοοργάνωση του λαού της Αργεντινής δεν παρήγαγε μια λαϊκή, αριστερή εναλλακτική λύση για την κυβέρνηση. Η αίτια δεν είναι άγνωστη ακόμα και για τους ελάχιστα εξοικειωμένους με τις μαρξιστικές θεωρίες σχετικά με τις πολιτικές κρίσεις και τη μαζική πολιτική – πρόκειται για την απουσία οποιασδήποτε πολιτικής δύναμης με το παραμικρό πολιτικό όραμα και επαναστατικό συναίσθημα που θα έχει αληθινή λαϊκή βάση και θα μπορεί να ενοποιήσει τις αποκλίνουσες απόψεις της λαϊκής δύναμης και κινητοποίησης προς την κατάκτηση της εξουσίας.

Ένα νέο στάδιο: Πόλεμος τον Οκτώβριο;

Λεπτομερή σχέδια και ένα προκαταρκτικό χρονοδιάγραμμα για τον πόλεμο στο Ιράκ είναι σχεδόν έτοιμα από τις ΗΠΑ σε συνεργασία με τη βρετανική κυβέρνηση. Τα ΜΜΕ σε όλον τον κόσμο μεταδίδουν φήμες ότι οι βομβαρδισμοί θα ξαναρχίσουν τον Οκτώβριο. Η ημερομηνία αυτή επιλέχθηκε γιατί συμπίπτει με την εθνική επέτειο της 11ης Σεπτεμβρίου, όπου ο πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία θα επαναεπιβεβαιωθεί και η εθνική ενότητα θα αναγεννηθεί. Επιπλέον, θα προηγηθεί των εκλογών του Νοεμβρίου για το 1/3 των εδρών στο κοινοβούλιο και τη γερουσία, ελπίζοντας στην άνοδο των ποσοστών τους Βush.

Στην πραγματικότητα ο Βush, ο Rumsfeld και ο Wolfowitz και το υπόλοιπο επιτελείο είναι πεισμένοι ότι αν δεν υπάρξει ένας πόλεμος για την αντικατάσταση του Σαντάμ Χουσεΐν θα θεωρούνταν μια μεγάλη ήττα και κατ’ επέκταση θα υπονόμευε την αξιοπιστία του δόγματος των προληπτικών χτυπημάτων ενάντια στα ανυπάκουα κράτη. Ο πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία εξαρτάται από τις εξελίξεις στο Ιράκ. Εάν δεν μπορεί να εκδιώξει το Σαντάμ, παρόλη την προπαγάνδα που τον συνοδεύει, τότε είναι εντελώς άσκοπος.

Τη στιγμή που γράφεται το άρθρο αυτό (τέλος Αυγούστου), οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να αρνηθούν την αποστολή επιθεωρητών προβλέποντας ότι ο Σαντάμ θα μπορούσε να τους δεχτεί. Αυτό είναι ένα σημάδι της απόφασης των ΗΠΑ για τη διεξαγωγή του πολέμου και αν χρειαστεί χωρίς καν να χρησιμοποιήσουν τη δικαιολογία των «όπλων μαζικής καταστροφής». Φήμες, που προέρχονται πιθανότατα από τη βρετανική κυβέρνηση, ότι ο Tony Blair υποστηρίζει δημόσια τον πόλεμο, ενώ παρασκηνιακά προσπαθεί να μεταπείσει τον Βush είναι άνευ σημασίας, ακόμα κι αν είναι αληθινές. Ο Blair έχει τον τρόπο του να επηρεάζει τον Βush αλλά όχι στο σχεδιασμό της αμερικάνικης στρατηγικής.

Τώρα αντιμετωπίζουμε την προοπτική ενός ξεσπάσματος ιμπεριαλιστικής βίας με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και την ενδυνάμωση της πολιτικής αντίδρασης. Αυτό που προτείνουν ο Βush και οι σύμβουλοι του δεν είναι ένας αποφασιστικός πόλεμος ενάντια στον «άξονα του κακού» αλλά ένα νέο παράδειγμα για το πως η αμερικάνικη αυτοκρατορία θα διατηρήσει στο εξής την κυριαρχία της: με διαρκή πόλεμο. Η ήττα αυτής της βάρβαρης προοπτικής σημαίνει τη μεγιστοποίηση του αντιπολεμικού κινήματος παγκοσμίως.

Phil Hearse

Δημοσιεύτηκε στο International Viewpoint 343, September 2002.

Σημειώσεις

1. Losing Control, Paul Rogers, εκδ. Pluto Press 2000, σ.118

2. Western Europe in the Face of the Bush campaign, Peter Gowan, Labour Focus on Eastern Europe, τεύχος 71 σ. 6-7

3. Ιδιαίτερα οι «άνθρωποι του πολέμου» ο Rumsfeld, ο Wolfowitz και ο Cheney. Στις ΗΠΑ, αντίθετα με το διαδεδομένο μύθο, ο στρατός είναι υποταγμένος στις πολιτικές και οικονομικές επιλογές. Έχει αποδειχθεί ότι από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο στρατός δεν μπορεί να οργανώσει έναν πόλεμο και στηρίζεται σε επιχειρηματίες και συμβούλους που είναι ειδικοί στα λογιστικά, το σχεδιασμό και την επιμελητεία. Οι στρατιωτικοί σύμβουλοι σπάνια προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε αξιωματικούς και συνήθως έχουν ισχυρότερους δεσμούς με ακαδημαϊκούς και επιχειρηματίες.

4. Brzezinski, The Grand Chessboard, εκδ. Basic books, 1997

5. Brzezinski, βλ. πρ. σ. 35-6

6. Brzezinski, βλ. πρ. σ. 25-7

7. Brzezinski, βλ. πρ. σ. 36

8. Gowan, βλ. πρ. 


Σπάρτακος 66, Σεπτέμβρης 2002

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=3091


There is one comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s