Ιστορία: ο ελληνικός τροτσκισμός στην κατοχή

Σπάρτακος 65, Ιούνης 2002


Για την ιστορία του ελληνικού τροτσκιστικού κινήματος στην κατοχή

Βιβλιοκριτική στις «Αιρετικές Διαδρομές. Ο ελληνικός Τροτσκισμός και ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος» του Μ. Εμμανουηλίδη, από τις Εκδόσεις Φιλίστωρ.

του Φιλ. Καλογερίδη

Η αναδίφηση και η μελέτη στιγμών ή περιόδων της ιστορίας του εργατικού κινήματος προσφέρει πάντα χρήσιμα συμπεράσματα όχι μόνο στους ερευνητές αλλά και σε ένα ευρύτερο κοινό νέων κυρίως αγωνιστών που προσλαμβάνουν την ιστορική μνήμη ως καθημερινό μεθοδολογικό συστατικό για την προσέγγιση και την ερμηνεία της ταξικής πάλης. Κι όταν η έρευνα αυτή γίνεται από μη μαρξιστές μελετητές ακόμη και τότε είναι ευπρόσδεκτη, αφού αν μη τι άλλο επιβεβαιώνεται στους σημερινούς χαλεπούς και εξαιρετικά αντιφατικούς καιρούς ένα ευρύτερο ενδιαφέρον για κρίσιμες καμπές της ιστορικής διαδρομής του ελληνικού κινήματος και ιδιαίτερα μειοψηφικών τάσεων και αγωνιστών που έγραψαν ιστορία κρατώντας αναπεπταμένες τις σημαίες της ταξικής ανεξαρτησίας και της προλεταριακής επανάστασης, ακόμη και τότε που εχθρικά και φίλια όπλα τους πολυβολούσαν.

Έτσι λοιπόν είναι σημαντική η προσπάθεια που καταβάλει ο Μ. Εμμανουηλίδης με την μελέτη του «Αιρετικές Διαδρομές Ο ελληνικός Τροτσκισμός και ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος» που εκδόθηκε πρόσφατα από τον εκδοτικό οίκο Φιλίστωρ, με πρόλογο του γάλλου ιστορικού Πιερ Μπρουέ.

Κριτήριο όμως για τη θετική τους συμβολή είναι πρωτίστως η ακρίβεια των ιστορικών γεγονότων και η αντιμετώπιση των «παγίδων» που κρύβουν διάφορα αρχειακά υλικά ή ακόμη και μαρτυρίες παλιών αγωνιστών. Τούτο πρακτικά σημαίνει δηλαδή τη σε βάθος μελέτη της διηγούμενης περιόδου και την κατανόηση (όχι κατ’ ανάγκην τη συμφωνία) του προγραμματικού πλαισίου που καθόρισε την πολιτική και τη δράση της συγκεκριμένης τάσης και εν προκειμένω του τροτσκιστικού κινήματος στην μελετώμενη ιστορική εποχή.

Ωστόσο, φαίνεται πως ο συγγραφέας δεν έχει γνωρίσει σε βάθος τα βασικά χαρακτηριστικά της ιστορούμενης εποχής και ιδιαίτερα της γέννησης και εξέλιξης του ελληνικού ρεύματος του επαναστατικού μαρξισμού.

Βεβαίως όμως ακόμη και ο Μπρουέ στον πρόλογο του δεν αποφεύγει την καταγραφή λανθασμένων ιστορικών πληροφοριών, αν και μεθοδολογικά η προσέγγιση του είναι ορθή. Είναι προφανές πως οφείλεται σε λανθασμένη ενημέρωση, αλλά δεδομένου όμως ότι ο Μπρουέ έχει την ιδιότητα του ιστορικού, η λανθασμένη πληροφόρηση δεν μπορεί να λειτουργήσει ως άλλοθι.

Γενικά μιλώντας κατ’ αρχήν πρέπει να σημειώσουμε ότι η προαναφερόμενη μελέτη είναι σημαντική διότι καταδεικνύει μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίοδο του κινήματος του επαναστατικού μαρξισμού στην Ελλάδα, αυτή της κατοχής, αλλά ο συγγραφέας της είναι εμφανές πως δεν έχει κατανοήσει το προγραμματικό πλαίσιο του επαναστατικού μαρξισμού, που χαρακτήρισε σ’ αυτή ή την άλλη του εκδοχή την δράση των τροτσκιστικών ομάδων. Τούτο διαπιστώνεται στα σημεία εκείνα που επιδιώκει να συμπερασματολογήσει ή να παρέμβει θεωρητικά για να ερμηνεύσει. Κι αυτά τα σημεία είναι αρκετά.

Σ’ αυτό το σημείωμα όμως δεν πρόκειται να επιδιώξουμε μία συνολική ανασκευή της μελέτης· τούτο είναι πρακτικά αδύνατο. Θα αρκεστούμε απλώς σε ορισμένες επισημάνσεις. Αλλά ωστόσο θα ήταν χρήσιμο αν ο συγγραφέας αποδεχόταν μία πρόσκληση του Σπάρτακου για τη διοργάνωση μιας ανοιχτής συζήτησης, με βασικό θέμα τον πυρήνα της μελέτης του και φυσικά να υποστεί την βάσανο της τεκμηριωμένης κριτικής. Εμείς από την πλευρά μας είμαστε θετικοί σ’ ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Εν πάση περιπτώσει.

Ορισμένα Λάθη από την Εισαγωγή του Π. Μπρουέ

Α) Δεν συμμετείχε ο Δημοσθένης Λιγδόπουλος στην ομάδα του Κομμουνισμού, ηγέτης της οποίας ήταν ο Φρ. Τζουλάτι. Αν διαβάσει κανείς τη νεκρολογία για τον Λιγδόπουλο στο αντίστοιχο τεύχος του Κομμουνισμού μπορεί να το αντιληφθεί αμέσως.

Β) Στη διάρκεια της μικρασιατικής εκστρατείας δεν υπήρχε ΚΚ, αλλά το ΣΕΚΕ, το οποίο δεν «αρνείται κάθε δράση». Τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Το ΣΕΚΕ είχε καταδικάσει την εκστρατεία και συνέχιζε την αντιπολεμική του προπαγάνδα, γι’ αυτό και ο Ριζοσπάστης σύρονταν συνεχώς στα δικαστήρια. Τόσο η επίσημη κομματική προπαγάνδα, όσο και η προπαγάνδα των πυρήνων του μετώπου ήταν πατσιφιστική, «να γυρίσουμε πίσω». Η μόνη ομάδα που έκανε επαναστατική προπαγάνδα περιορισμένων όμως δυνατοτήτων ήταν του Κομμουνισμού, δημοσιεύοντας μέσα στη φωτιά του πολέμου την μελέτη των Λένιν µηνόβιεφ «Σοσιαλιστές και Πόλεμος», ενώ ορισμένα άρθρα (όπως τι τα θέλουμε τα όπλα κλπ) τέτοιας αντίληψης δημοσιεύονται και στον Εργατικό Αγώνα, επίσημο όργανο του ΣΕΚΕ.

Γ) Όπως επίσης οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα ο τρόπος με τον οποίο γενικεύεται η στάση του Π. Πουλιόπουλου και του Σ. Μάξιμου στα πρώτα χρόνια του κομμουνιστικού κινήματος. Σημειώνεται συγκεκριμένα ότι «τους βλέπουμε στη διάρκεια αυτών των αποφασιστικών χρόνων να διστάζουν, να απέχουν μερικές φορές». Για όσους γνωρίζουν την ιστορία εκείνων των χρόνων του κομμουνιστικού κινήματος (1922-1926) είναι προφανές ότι η σημείωση του Μπρουέ είναι εκτός τόπου και χρόνου, χωρίς βεβαίως να αποκρύπτονται αυταπάτες ή και λάθη που παρατηρήθηκαν για τους προαναφερόμενους αγωνιστές.

Δ) Η σχέση του Τρότσκι με τους αρχειομαρξιστές και την Αριστερή Αντιπολίτευση (ηγούνται ήδη οι Πουλιόπουλος και Μάξιμος) είναι ένα κρίσιμο θέμα για το οποίο έχουν διατυπωθεί μεταγενέστερα και όχι μόνο έκτοτε διάφορες απόψεις. Εμείς υποστηρίζουμε την άποψη ότι πρόκειται για μία λανθασμένη επιλογή του Τρότσκι, πράγμα που λίγα χρόνια αργότερα επιβεβαιώθηκε. Μελέτες της εποχής εκείνης για τον χαρακτήρα, την λειτουργία και τη πολιτική του Αρχείου είναι δημοσιευμένες τόσο στο Σπάρτακο 1930 – 32, όσο και στο Δελτίο της ΚΕΟ 1931 – 32, αλλά και σε μεταγενέστερα έντυπα, όπως η Εργατική Πρωτοπορεία της ΟΚΔΕ 1934-36 και ο Νέος Δρόμος 1936. Πρόκειται για ένα θέμα που έχει προκαλέσει δύο ερμηνείες και παραμένει ακόμη υπό συζήτηση (θα αναφερθούμε σ’ αυτό σε μεταγενέστερο άρθρο). Χρήσιμη ωστόσο είναι η συνεισφορά επί του θέματος του μακαρίτη αγωνιστή Χρ. Αναστασιάδη που δημοσιεύτηκε στο Μαρξιστικό Δελτίο 1983-84 (το οποίο αν και όχι τόσο δικαιολογημένα ο Μπρουέ, αλλά σε κάθε περίπτωση αδικαιολόγητα ο Εμμανουηλίδης δεν έλαβε καθόλου υπόψη του, αρκούμενος απλώς στα αρχεία Τρότσκι).

Ε) Λανθασμένη όμως είναι και η προσέγγιση του Μπρουέ σχετικά με τη δολοφονία του εργάτη Γεωργοπαπαδάκου που έγινε το 1926. Στο επεισόδιο που οδήγησε στη δολοφονία δεν συμμετείχε μόνο ο Σακαρέλος, αλλά και οι µαχαριάδης, Φλουτσάκος και Θωμάζος. Όλο το περιστατικό, που είναι εξαιρετικά διδακτικό έχει να κάνει με την κλοπή κομματικών βιβλίων. Ο χώρος είναι περιορισμένος για να κάνουμε μία εκτενή αναφορά σ’ αυτό. Μάλιστα «η πέτρα του σκανδάλου» ο τυπογράφος Γιαννόπουλος έχει διηγηθεί το περιστατικό σε τεύχος του Σπάρτακου του 1933, αλλά και ο Κ. Καστρίτης κάνει εκτενή αναφορά στην ιστορία του Μπολσεβικισμού-Τροτσκισμού στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από τη θέση που παίρνει. Επίσης δεν δραπέτευσε το 1930 ο Σακαρέλος, αφού το 1933 δημοσιεύει στο Ριζοσπάστη επιστολή του από τις φυλακές για τα δεκαπεντάχρονα του Κομμουνιστικού Κόμματος.

ΣΤ) Είναι αμφίβολο κατά πόσο απετέλεσε αριστερή αντιπολίτευση του ΚΚΕ στην περίοδο της γραμματείας του µαχαριάδη ο Ασημίδης, ο οποίος καθαιρέθηκε και διαγράφτηκε ως κριτική άποψη στην κομματική πολιτική από τα δεξιά. Βεβαίως στην κομματική απόφαση χαρακτηρίζεται ακόμη και σαν τροτσκιστής. Γνωρίζουμε ωστόσο ότι η «ταμπέλα» του τροτσκιστή αποτελούσε μόνιμη κατηγορία για την καταδίκη της διαφορετικής άποψης εκείνη την εποχή. Επίσης δεν ήταν ηγέτης της Κομμουνιστική Νεολαίας, αλλά μέλος του Π.Γ. και γραμματέας της Περιφερειακής Επιτροπής Θεσσαλονίκης, που καθαιρέθηκε στις 28 Οκτωβρίου 1933 και ακολούθως διαγράφτηκε (βλέπε έκδοση του ΚΚΕ Πέντε Χρόνων Αγώνες, Μάης του 1936).

Ζ) Το ΚΚΕ και ο µαχαριάδης δεν αρνήθηκαν την ταξική πάλη μετά το 1935 και δεν επεδίωξαν τον συνασπισμό με τη βρετανική αστική τάξη (!!!). Πρόκειται για πρωτοφανή αναφορά, που δείχνει παντελή άγνοια της ελληνικής ιστορίας του μεσοπολέμου, εκτός κι αν είναι λανθασμένη η μετάφραση από το γαλλικό κείμενο. Από το 1932 μέχρι και την ημέρα εκδήλωσης της βασιλομεταξικής δικτατορίας, την 4η Αυγούστου 1936, έγιναν εκατοντάδες αν όχι χιλιάδες απεργιακές κινητοποιήσεις με εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες (η σχετική βιβλιογραφία της εποχής είναι αρκετά διδακτική και ενημερωτική). Ακόμη και για την ημέρα εκδήλωσης του πραξικοπήματος είχε προγραμματιστεί γενική απεργία, η οποία σε ορισμένες πόλεις πραγματοποιήθηκε. Το ΚΚΕ έπαιξε σημαντικό ρόλο σ’ αυτές τις κινητοποιήσεις και πολλές απ’ αυτές τις καθοδήγησε, ας μην ξεχνάμε πως στην αριστερά του εργατικού κινήματος είχε πλέον κυριαρχήσει. Η κριτική που του ασκούσε και του ασκεί το ρεύμα του επαναστατικού μαρξισμού, ιδιαίτερα για την εξέγερση της Θεσσαλονίκης του 1936, αλλά και γενικότερα για όλο αυτό το ξέσπασμα του εργατικού κινήματος, συνίσταται στη διαπίστωση πως όχι μόνο δεν πάλεψε για τη γενίκευση της εξέγερσης και για το άμεσο ξεδίπλωμα της προλεταριακής επανάστασης, αλλά αντιθέτως συνομολόγησε στη λογική του λαϊκού μετώπου την παράδοση της, αυταπατώμενο πως η συμμαχία του με την «δημοκρατική» αστική μερίδα της ελληνικής πολιτικής θα κατορθώσει να φράξει τον δρόμο στη δικτατορία. Έπ’ αυτού είναι σπουδαίο ντοκουμέντο η κριτική που ασκεί η ΟΚΔΕ από την εφημερίδα της Εργατική Πρωτοπορεία αμέσως μετά την εξέγερση (η αναδημοσίευση του σχετικού πολιτικού κειμένου έγινε στο Σπάρτακο του Ιουλίου του 2001) στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στη Θεσσαλονίκη και η προφητική της επισήμανση πως η ήττα της εξέγερσης οδηγεί αναπόφευκτα στη δικτατορία.

H) O Mπρουέ αναφέρει ακόμη για κάποιους τροτσκιστές που ήταν πιο κοντά στην «προλεταριακή στρατιωτική πολιτική» του Τρότσκι και πίστευαν πως με τα όπλα στο χέρι πρέπει να πολεμήσουν τον ταξικό εχθρό. Τόσο στη μελέτη του Εμμανουηλίδη που ακολουθεί, όσο και στα κείμενα που έχουμε υπόψη μας, δεν υπήρξε τροτσκιστική ομάδα, η οποία να προτείνει το αντάρτικο. Αυτό που είναι γνωστό είναι πως διάφορες, ξεκομμένες μεταξύ τους, ομάδες αρχειομαρξιστών (Αγρίνιο, Ήπειρο κλπ) ανέβηκαν στο βουνό και λίγο αργότερα εξολοθρεύτηκαν από τον ΕΛΑΣ.

Αρκετές αναφορές περί αυτού υπάρχουν στην μεταπολεμική Πάλη των Τάξεων και στις διαλέξεις του ΚΚΕ με τους Τροτσκιστές και τους Αρχειομαρξιστές. Αντιθέτως οι τροτσκιστικές ομάδες παρέμειναν στις πόλεις παλεύοντας μέσα στο εργατικό κίνημα για τα καθημερινά προβλήματα των εργατών και προπαγανδίζοντας τους στόχους της προλεταριακής επανάστασης, χωρίς βεβαίως να λείψουν λάθη κυρίως σεχταριστικού χαρακτήρα. Υπάρχουν μόνο μεμονωμένες απόψεις τροτσκιστών για την συμμετοχή στο αντάρτικο (π.χ. Στ. Βερούχης) που όμως σε καμία περίπτωση δεν χαρακτηρίζουν το ρεύμα του επαναστατικού μαρξισμού.

Μερικές Κριτικές Παρατηρήσεις Για Την Ακρίβεια των Ιστορικών Πληροφοριών μέχρι το 1940

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί στον τίτλο τον όρο «αιρετικές» και αναφερόμενος στον τροτσκισμό κάνει λόγο στον πρόλογο του για «αιρετική ιδεολογία». Μπορούμε να αποδεχθούμε αυτό τον όρο μόνο υπό την έννοια ότι ο τροτσκισμός συγκροτούσε μία μειοψηφική αντίληψη μέσα στο εργατικό κίνημα, δεδομένου ότι και οι πολιτικοί μας πρόγονοι, αλλά και εμείς σήμερα, όπως και ο Τρότσκι, υποστηρίζουμε πως αυτό το ρεύμα του επαναστατικού μαρξισμού αντιπροσώπευε τον μπολσεβικισμό του Λένιν και αντιθέτως ο Σταλινισμός δεν ήταν παρά η άρνηση του. Επίσης σηκώνουν πολύ συζήτηση οι αναφορές του για ανάδυση του τροτσκισμού και των τροτσκιστών από τη λήθη της ιστορίας, όπως και η καινοφανής επισήμανση του πως επειδή ο τροτσκισμός ήταν ένα εξαιρετικά μειοψηφικό ρεύμα δεν έγραψε ιστορία.

Η προφανής δηλαδή αντίληψη του συγγραφέα πως ιστορία γράφουν μόνο οι πλειοψηφίες ή έστω οι μεγάλες μειοψηφίες, δεν δείχνει παρά άγνοια για την διάχυση και την υπόγεια διαδρομή των ιδεών στο χώρο της ιστορίας, για τον ρόλο του «σήμερα» που λειτουργεί ως πυροκροτητής στην εκρηκτική ύλη, που έχει συσσωρεύσει η ιστορική συνείδηση. Αλλά ταυτόχρονα η άποψη αυτή συνιστά ταυτόχρονα και μία αντίφαση εν εαυτή, αφού ο ίδιος δαπανά χρόνο και ενέργεια για να συγκροτήσει μία μελέτη 180 σελίδων γι’ αυτούς που δεν έγραψαν … ιστορία!!!

Στο εισαγωγικό κείμενο της κυρίως μελέτης από τις σελίδες 31 μέχρι και 38 ο συγγραφέας κάνει αρκετά λάθη. Στη σελίδα 31 αναφέρει ότι η αριστερή αντιπολίτευση στην Ελλάδα εμφανίστηκε το 1923, εννοώντας την κυκλοφορία του περιοδικού Αρχείο του Μαρξισμού. Τούτο δείχνει να αγνοεί την κομματική ιστορία από το 1918 μέχρι και το τέλος του 1927 (βλέπε στο προηγούμενο τεύχος του Σπάρτακου το άρθρο «Ορισμένες Σημειώσεις για μία Περιοδολόγηση των πρώτων χρόνων του Κομμουνιστικού Κινήματος»ζζζ). Στο διάστημα αυτό εκτός από το γεγονός ότι παρουσιάστηκαν πολλές τάσεις, μικρής ή μεγάλης διάρκειας, η ενδοκομματική σύγκρουση εστιάστηκε κυρίως μεταξύ του κομμουνιστικού και του σοσιαλδημοκρατικού ρεύματος. Μία από αυτές τις τάσεις ήταν κι αυτή που εξέδωσε το περιοδικό Αρχείο του Μαρξισμού την πρωτομαγιά του 1923. Άρα το να υποστηρίζει κανείς την δημιουργία της ελληνικής Αριστερής Αντιπολίτευσης στα 1923 δείχνει να αγνοεί την διαλεκτική της εσωκομματικής αντιπαράθεσης. Επίσης ο Δ. Γιωτόπουλος δεν «αναρριχήθηκε» στην ηγεσία της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης, αφού ήταν ο «απόλυτος άρχων» του αρχειομαρξισμού από το 1925 κι όταν ο Τρότσκι ζήτησε κάποιο στέλεχος να ενισχύσει την κεντρική δουλειά της ΔΑΑ ήταν φυσικό να αποσταλεί αυτός, αφήνοντας «στο πόδι» του τον περιώνυμο Καβαδά (Σφυρή). Εν μέρει ορθώς στη σελίδα 34 ο συγγραφέας αναφέρει ότι ο Πουλιόπουλος έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο για την συγκρότηση της Αριστερής Αντιπολίτευσης στην Ελλάδα, όχι όμως μόνο μετά την διαγραφή του (25/9/1927). Όλη η κομματική σταδιοδρομία του Πουλιόπουλου τον εντάσσει κατ’ αρχήν στο κομμουνιστικό ρεύμα έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική νίκη επί του σοσιαλδημοκρατικού ρεύματος ενώ ως ιδιαίτερη τάση, η Μαρξιστική Αριστερά, δίνει την μάχη από τον Σεπτέμβριο του 1926. Ο συγγραφέας θα μπορούσε να ανατρέξει στον ανατυπωμένο Σπάρτακο (1928 και 1930 32) όπου θα μπορούσε να διαβάσει τα φυλλάδια του Νέου Ξεκινήματος γραμμένα από τους Πουλιόπουλο και Π. Γιατσόπουλο, πριν διαγραφεί η Μαρξιστική Αριστερά από το ΚΚΕ.

Στο κεφάλαιο «Οι Άνθρωποι και οι Οργανώσεις» ο συγγραφέας προσπαθεί να ανασυνθέσει την ιστορική διαδρομή του ελληνικού τροτσκισμού και να εξηγήσει σε ποιους λόγους οφείλεται η «μεταπλαστική ευκολία των οργανωτικών σχημάτων».

Συνοπτικά λοιπόν αναφέρει τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης (φυλακές, εξορίες κλπ), την διαφορετική πολιτική προέλευση των μελών των οργανώσεων, την πολιτική του απομόνωση και το «ναρκισσισμό των μικρών διαφορών». Και οι τέσσερις λόγοι προσεγγίζουν με μερικό τρόπο το ρεύμα του επαναστατικού μαρξισμού, ενώ αγνοούν κατ’ ουσίαν την γέννηση και την εξέλιξη των ομάδων και οι μεσοπολεμικοί χρόνοι του τροτσκισμού κρίνονται έτσι με υπεριστορικό τρόπο, και δεν λαμβάνεται υπόψη το ιστορικό πλαίσιο διαμόρφωση τους. Η σύγκρουση του Σπάρτακου και του Πουλιόπουλου με τον Αρχειομαρξισμό, αλλά και η αντίθεση του Πουλιόπουλου με τον Στίνα, δεν μπορούν να προσεγγιστούν με «ψυχολογικό» τρόπο. Αν έκανε τον κόπο να εξετάσει τις παράλληλες διαδρομές του Πουλιόπουλου και του Στίνα από το 1927 μέχρι και το τέλος των συζητήσεων της Ακροναυπλίας, το 1941, θα μπορούσε να καταλάβει γιατί η συνύπαρξη των δύο αγωνιστών ήταν αδύνατη σε μία οργάνωση (τούτο αποτελεί θέμα άλλης συζήτησης). Αλλά και η σχέση Σπάρτακου Αρχείου (ΚΟΜΛΕΑ) είναι εξαιρετικά διδακτική.

Η διαφορετική πολιτική προέλευση των μελών των οργανώσεων που σημειώνει ο συγγραφέας είναι ορθή, αλλά θα πρέπει να κατανοήσει πρώτον, την φύση και τον χαρακτήρα του αρχειομαρξισμού, αλλά και πέραν αυτού, κυρίως, δύο ουσιώδη στοιχεία: πρώτον, ότι ο Πουλιόπουλος χρησιμοποιούσε πάντα το όπλο της κριτικής στην πρόσληψη των πολιτικών του αντιλήψεων και δεν είχε κανένα πρόβλημα να συγκρουστεί ακόμη και με τον ίδιο τον Τρότσκι, του οποίου το σύνολο σχεδόν των θέσεων ταυτόχρονα υπεράσπιζε και δεύτερον, η εσωτερική λειτουργία του Σπάρτακου ήταν απόλυτα δημοκρατική δεν υπήρχε ίχνος γραφειοκρατικής παραμόρφωσης – εν αντιθέσει με το Αρχείο που ήταν σαφέστατα αντιδημοκρατική και μάλιστα στα όρια του απολυταρχισμού. Η εξέλιξη λοιπόν του Σπάρτακου από το 1928, αλλά και η ιστορική διαδρομή του Αρχειομαρξισμού, κυρίως μετά από το 1925, όταν εντός αυτού εγκαθιδρύει την μονοκρατορία του ο περίφημος «Σταύρος» ή «Εργασία» (Δ. Γιωτόπουλος), είναι αυτά που καθορίζουν τις «οργανωτικές μεταπλάσεις» του τροτσκισμού μέχρι το ξέσπασμα του πολέμου. Επίσης χρήσιμα εργαλεία για την κατανόηση της περιόδου λίγο πριν από την δικτατορία είναι οι θέσεις της ΟΚΔΕ «Για το νέο επαναστατικό κόμμα» του Νοεμβρίου του 1935, αλλά και ο τρόπος της διάσπασης της ΚΔΕΕ. Η εφημερίδα Νέος Δρόμος, στο πρώτο της φύλο, 1η Ιουνίου 1936, φέρει ως υπότιτλο «Δεκαπενθήμερο Όργανο της Κεντρικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνιστικής Ένωσης Ελλάδας (ΚΔΕΕ)» και μέχρι την δικτατορία, που εκδόθηκαν, αν δεν κάνω λάθος, πέντε τεύχη υπήρχαν δύο ΚΔΕΕ, η άλλη ήταν των Γ. Βιτσώρη και Στίνα και εξέδιδε το Εργατικό Μέτωπο. Η συγκεκριμένη τάση έσπασε στην επιλογή της ενότητας με την ΟΚΔΕ, η οποία όμως καθυστερημένα πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 1937. Η ΚΔΕΕ δημιουργήθηκε στα τέλη του 1935 με αρχές του 1936 (δεν έχουν βρεθεί τα δύο πρώτα τεύχη του Εργατικού Μετώπου) από την ομάδα του Μπολσεβίκου (Οργάνωση Μπολσεβίκων Λενινιστών) τον Στίνα και μερικούς αγωνιστές που έφυγαν από την ΟΚΔΕ.

Σχετικά με τον Περιθωριακό Ρόλο των Τροτσκιστών

Η σταδιακή κυριαρχία του σταλινισμού στο ελληνικό εργατικό κίνημα, που αρχίζει από το 1931, λίγο πριν από την δικτατορία γίνεται πλέον καταθλιπτική. Ωστόσο όμως η επισήμανση του συγγραφέα πως «η Αριστερή Αντιπολίτευση στην Ελλάδα, ως τροτσκισμός, δεν θα μπορεί να βρει ερείσματα στο εργατικό κίνημα και θα παραμείνει στο πολιτικό περιθώριο» δεν είναι σωστή ή μάλλον δεν είναι ακριβώς έτσι. Ο ελληνικός τροτσκισμός και το 1935, αλλά και το 1936, διαθέτει εργατική σύνθεση, ενώ η παρουσία του σε αρκετά σωματεία της Αθήνας, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης (ακόμη και σε κάποια του Βόλου ή Πάτρας) είναι εμφανής και διακριτή. Για να το διαπιστώσει κάποιος δεν χρειάζεται να ξεφυλλίσει τα έντυπα του αυτών των χρόνων, μπορεί να το δει και από τις επιθέσεις τις συνεχείς που δέχεται από τον Ριζοσπάστη και την Κομμουνιστική Επιθεώρηση. Οι σχέσεις των τροτσκιστών με συγκεκριμένα τμήματα του εργατικού κινήματος που εγκαθιδρύονται στο μεσοπόλεμο, φτάνουν οι ίδιες μέχρι και τη δεκαετία του 1960. Προφανέστατα όμως είναι εξασθενημένος σε σχέση με τις αρχές της δεκαετίας του 1930.

Αναφορικά με τη θεωρητική συνεισφορά του μεσοπολεμικού τροτσκισμού αξίζει να σημειωθεί ότι οι αναλύσεις του καθ’ όλο το διάστημα της δεκαετίας του 1930, κυρίως (αν όχι αποκλειστικά) της ομάδας του Σπάρτακου και της ΟΚΔΕ, είναι εξαιρετικής μαρξιστικής συγκρότησης, μεθοδολογίας και προσέγγισης, ενώ τα κείμενα του Πουλιόπουλου και της τάσης του στις φυλακές (1939-41) είναι ισάξια ακόμη και σήμερα πανεπιστημιακών συγγραμμάτων διαλεκτικής αντίληψης (π.χ. τα κείμενα για τη δικτατορία κλπ).

Ένα όμως από τα πιο σημαντικά λάθη του συγγραφέα είναι πως χρησιμοποίησε άκριτα τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκδοση «Τα αρχεία Τρότσκι για την Ελλάδα». Η κριτική που άσκησε ως προς την εγκυρότητα των πληροφοριών που περιέχουν ο Χρ. Αναστασιάδης στα προαναφερόμενα τεύχη του Μαρξιστικού Δελτίου συνιστούν επιστημονική συμβολή για την μελέτη των αρχείων, την οποία βεβαίως ο συγγραφέας αγνοεί. Σ’ αυτό το σημείωμα δεν είναι δυνατόν να επαναλάβουμε εκείνη την κριτική. Θα ήταν όμως σκόπιμο ο ίδιος ο συγγραφέας να την λάβει υπόψη του για τη μελέτη της εποχής.

Τροτσκισμός και Κατοχή

Η αντιμετώπιση του ρεύματος του επαναστατικού μαρξισμού από τον σταλινισμό στη διάρκεια της κατοχής -το αναπτύσσει με εξαιρετική σαφήνεια ο συγγραφέας, και το επισημαίνει και ο Μπρουέ στην εισαγωγή του- δεν έχει αναλογία σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Το μίσος της σταλινικής γραφειοκρατίας, που προετοίμασε την ήττα δύο επαναστάσεων, ήταν ασύλληπτο. Την ίδια στιγμή που υπέγραφαν τις συμφωνίες του Λιβάνου, της Καζέρτας και της Βάρκιζας, δολοφονούσαν με τον πιο ανηλεή τρόπο τους προλετάριους και διανοούμενους της μαρξιστικής κριτικής.

Στη συνέχεια ο συγγραφέας, στο κεφάλαιο «Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η ΕΣΣΔ και το Όραμα» ενώ καταγράφει με πιστότητα τις θέσεις των ομάδων του επαναστατικού μαρξισμού, επιχειρεί ανεπιτυχώς να τις σχολιάσει θεωρητικά και έτσι δεν αποφεύγει τις κακοτοπιές. Υπάρχουν διάφορες θεωρητικές του επισημάνσεις, ορισμένες εκ των οποίων είναι μέχρι και ακατανόητες, όπως π.χ. «ουτοπική συνείδηση»(;), η οποία κατά τον συγγραφέα αποτελεί μέρος της τροτσκιστικής ανάλυσης για τον Β’ Π.Π. και στο ίδιο σημείο διαπιστώνει ως ουτοπικό στοιχείο του τροτσκισμού την έλλειψη κατανόησης της εθνικής συνείδησης. Λίγο πιο κάτω προσπαθεί να ερμηνεύσει τον διεθνισμό των επαναστατών και μάλιστα του Α’ Π.Π., εμμέσως ως «επαναστατικό τουρισμό» των διανοουμένων του κινήματος. Κι όλα αυτά για να αποδείξει πως ο κατοχικός διεθνισμός των επαναστατών ήταν ανεδαφικός, ουτοπικός, αφού και στον Α’ Π.Π. ήταν μειοψηφικός και αφορούσε περισσότερο τους διανοούμενους που ταξίδευαν από χώρα σε χώρα παρά τους εργάτες. Έτσι αν και στη βιβλιογραφία της μελέτης αναγράφονται οι εκδοθείσες θεωρητικές προσεγγίσεις του Τρότσκι και του Λένιν σχετικά με τον πόλεμο και τον διεθνισμό του επαναστατικού προλεταριάτου ο συγγραφέας δεν κατόρθωσε να τις κατανοήσει (δεν είναι υποχρεωτική βέβαια η συμφωνία μαζί τους). Αλλά και η επαναστατική πάλη των τροτσκιστών ερμηνεύεται πλέον με … ψυχολογικό τρόπο, σαν να πρόκειται για ανθρώπους που ταλαιπωρούνται από εμμονές και δεν μπορούν να τις αποβάλουν γιατί αρνούνται να πάρουν το «φάρμακο» της «εθνικής συνείδησης». Κάτι δηλαδή σαν «ωραίους τρελούς»!!!

Ένα άλλο ολίσθημα του συγγραφέα είναι η προσπάθεια σχολιασμού και ερμηνείας της συζήτησης που έχει ανοίξει στην Ακροναυπλία σχετικά με τον χαρακτήρα της ΕΣΣΔ και την θέση των τροτσκιστών έναντι αυτής. Είναι γνωστό πως ο Πουλιόπουλος και η ΕΟΚΔΕ στη συζήτηση αυτή υπεράσπισαν τον εργατικό χαρακτήρα της Σοβιετικής Ένωσης και τάχθηκαν στο πλευρό της, χωρίς ωστόσο να υποστείλουν ούτε στιγμή την κριτική τους στην πολιτική της σταλινικής γραφειοκρατίας. Αυτή τη θέση ο συγγραφέας δεν κατόρθωσε να την κατανοήσει κάνοντας την αναφορά πως «Ο Πουλιόπουλος δύο φορές άγγιξε τα όρια της θέσης ότι η ΕΣΣΔ ασκεί ιμπεριαλιστική πολιτική» , και σημειώνοντας λίγο πιο κάτω πως πρόκειται για παλινδρομήσεις. Μία σοβαρή μελέτη των κειμένων της Ακροναυπλίας, αλλά και της συλλογής του Τρότσκι «Στην υπεράσπιση του Μαρξισμού» θα τον βοηθήσει πολύ να κατανοήσει πως τα πράγματα δεν είναι «άσπρο και μαύρο» αλλά πολύ πιο σύνθετα και «πολύχρωμα», δηλαδή διαλεκτικά.

Στη σελίδα 93 εκτιμούμε πως ο συγγραφέας με πολύ επιγραμματικό τρόπο καταγράφει το θεωρητικό σχήμα της μελέτης του και ετοιμάζεται να κατακεραυνώσει μία άλλη βασική θέση του επαναστατικού μαρξισμού, την άποψή του για την έλλειψη προλεταριακής ηγεσίας, λέγοντας: «Όμως στον τροτσκισμό ο τεχνολογικός ντετερμινισμός (που έλκει την καταγωγή του στις θεωρίες της Β’ Διεθνούς για την αυτόματη κατάρρευση του καπιταλισμού) «παντρεύτηκε» με τον βολονταρισμό, καθώς θεωρήθηκε ότι η επιτυχία ή όχι του επαναστατικού σχεδίου θα εξαρτηθεί από την κατάσταση της ηγεσίας του. Σύμφωνα με τον Τρότσκι «η τωρινή κρίση του ανθρώπινου πολιτισμού είναι η κρίση της προλεταριακής ηγεσίας»». Παρ’ ότι χαρακτηρίζει ως βολονταρισμό τη θέση πέρι έλλειψης επαναστατικής ηγεσίας, στη σελίδα 94 παραδέχεται ότι η τροτσκιστική αντίληψη για την ηγεσία δεν είναι παρά η λενινιστική άποψη.

Στο σημείο όμως της μελέτης που ο συγγραφέας έχει πραγματική «τρικυμία εν κρανίω» είναι στη σελίδα 102 που προσπαθεί, προφανέστατα ανεπιτυχώς, να εξηγήσει τους λόγους της μη ενοποίησης της ΕΟΚΔΕ και της ΚΔΕΕ, που το μόνο στοιχείο που βρίσκεται εντός πραγματικότητας είναι πως ένας από τους λόγους ήταν το λεγόμενο «ρώσικο ζήτημα» όπως έλεγαν οι παλιοί αγωνιστές. Εκτιμά πως οι θέσεις των τροτσκιστών για την ΕΣΣΔ δε συνιστούσαν ταξική ανάλυση, προφανή αδυναμία κατά τον συγγραφέα, αλλά ωστόσο «δειλά και υπογείως» έθεσαν τις βάσεις για μία «κοινωνιολογική ανάλυση»! Και υπομνηματίζει τις αναφορές του Στίνα, μιλώντας συγχρόνως και για τους Καστοριάδη και Ταμτάκο, που από το 1937 άρχισαν να αλλάζουν θέση για τον τροτσκισμό. Η ιστορική πραγματικότητα όμως είναι εντελώς διαφορετική. Πότε άλλαξε γνώμη ο Στίνας για την ΕΣΣΔ και την Τέταρτη Διεθνή, αφού ακόμη μέχρι την δικτατορία του Μεταξά διεκδικούσε μετά μανίας για την ΚΔΕΕ τον ρόλο του ελληνικού τμήματος και κατακεραύνωνε την ομάδα του Νέου Δρόμου και την ΟΚΔΕ; Ο παράγοντας που επέδρασε πραγματικά στο να αλλάξει γνώμη για την ΕΣΣΔ μία συγκεκριμένη τάση αγωνιστών, ήταν το περίφημο σύμφωνο Μολότωφ-Ρίμπεντροπ του 1939.

Τέλος, επειδή οι τροτσκιστές υποβάθμισαν μέχρι μηδενισμού τις διαφορές μεταξύ της δημοκρατίας και του φασισμού (πότε συνέβη αυτό;) και την πραγματικότητα της εθνικής συνείδησης ο συγγραφέας έβγαλε την ετυμηγορία πως τελικώς «τέθηκαν εκτός ιστορίας». Είναι προφανές πως η αντίληψη του συγγραφέα για το τι είναι ιστορία, πως γράφεται και πως ταξιδεύει η μνήμη στον ιστορικό χρόνο είναι εξαιρετικά ελλειμματική. Ο «Προλετάριος» και ο «Διεθνιστής» της κατοχής, αυτά τα μικρά εφημεριδάκια, που με επαναστατική αποκοτιά προλετάριοι και διανοούμενοι έγραφαν και διακινούσαν μέσα στο κατοχικό σκοτάδι που ο εθνικοπατριωτισμός ήταν απόλυτος κυρίαρχος, αποδεικνύουν πως οι πραγματικοί κομμουνιστές μπορούν και όχι μόνο μία φορά, να κολυμπούν κόντρα στο ρεύμα, γράφοντας με το αίμα τους την ιστορία του κινήματος μας.

Το γεγονός της ιστορικής διαδρομής της Μαρξιστικής Αριστεράς από το 1926 μέχρι και τις ημέρες μας, η συνέχεια δηλαδή, αποδεικνύει πως η δύναμη των ιδεών του επαναστατικού μαρξισμού είναι καταγεγραμμένη στον ιστορικό χωροχρόνο του εργατικού κινήματος και πρόκειται για μία αδιάψευστη απόδειξη της ιστορικότητας του τροτσκισμού. Είναι το μόνο ρεύμα μαρξιστικών ιδεών που δεν συντηρήθηκε και δεν αναπαράχθηκε μέσα από μηχανισμούς κρατικής εξουσίας και δεν έβαψε «τα χέρια του» με αίμα προλεταρίων επαναστατών.

Το ρεύμα του επαναστατικού μαρξισμού είναι οι ιδέες του μέλλοντος μας.

Φιλ.Καλογερίδης


[Απάντηση του συγγραφέα του βιβλίου «Αιρετικές διαδρομές», Μάριου Εμμανουηλίδη, με τον τίτλο «Μια τελετουργικά προβλέψιμη κριτική», καθώς και σχετικό σημείωμα της σύνταξης μπορεί να βρεθεί στο επόμενο τεύχος, 66, του Σπάρτακου]


Σπάρτακος 65, Ιούνης 2002

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=3025

There are 2 comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s