Δημοτικές εκλογές: πρόκληση για την αριστερά

Σπάρτακος 65, Ιούνης 2002


Οι δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές του 2002…

Πρόκληση για την αντικαπιταλιστική αριστερά

του Ν. Συμεωνίδη

Οι δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές του Οκτώβρη 2002 βάζουν ξανά στην αντικαπιταλιστική, αλλά και στην ευρύτερη, αριστερά μια σειρά προβλήματα που ζητούν απάντηση. Στο άρθρο που ακολουθεί παρουσιάζεται το, γενικό και ειδικότερο, πλαίσιο μέσα στο οποίο θα γίνουν οι εκλογές του Οκτώβρη και αναπτύσσεται μια άποψη για τη θέση που πρέπει να υιοθετηθεί σε αυτές.

Το πολιτικό πλαίσιο

Οι δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές του Οκτώβρη 2002 γίνονται μέσα σε ένα πολιτικό κλίμα που χαρακτηρίζεται από:
Την κραυγαλέα και, μάλλον, αναντίστρεπτη φθορά του ΠΑΣΟΚ λόγω της νεοφιλελεύθερης, αντεργατικής και αντικοινωνικής πολιτικής που ακολουθεί σαν κυβέρνηση εδώ και αρκετά χρόνια.

Την άνοδο της ΝΔ αλλά χωρίς να είναι, για την ώρα τουλάχιστον, σε θέση να δημιουργήσει ένα ενεργό λαϊκό ρεύμα υπέρ της. Απλά εκμεταλλεύεται τη φθορά του ΠΑΣΟΚ και προβάλλει σαν η μόνη υπαρκτή εναλλακτική λύση.

Τη στασιμότητα της επίσημης αριστεράς που αδυνατεί να επωφεληθεί, σε μια σταθερή βάση, από τη φθορά του ΠΑΣΟΚ και είτε προσβλέπει σε μια συνεργασία μαζί του (Συνασπισμός), είτε αυτοπεριχαρακώνεται σεκταριστικά (ΚΚΕ) θεωρώντας όποιον διαφωνεί μαζί του ταξικό εχθρό.

Την πολυδιάσπαση της άκρας αριστεράς και την αδυναμία της να εμφανισθεί ενιαία, ακόμη και σε τελείως πρακτικά θέματα, λόγω του σεκταρισμού των σημαντικότερων αριθμητικά οργανώσεων του χώρου.

Στις εκλογές αυτές προβάλλει επομένως επιτακτικά η ανάγκη για την αποδοκιμασία του ΠΑΣΟΚ, για την πολιτεία του σαν κυβέρνηση, της ΝΔ για την πολική που ετοιμάζεται να ακολουθήσει μόλις γίνει κυβέρνηση, την κριτική, αλλά όχι με σεκταριστικό τρόπο, στα κόμματα της επίσημης αριστεράς για την πολιτική που ακολουθούν και την προβολή της αναγκαιότητας της ενιαίας δράσης στις οργανώσεις της άκρας αριστεράς.

Ωστόσο με τους γενικούς αυτούς πολιτικούς στόχους δεν κλίνει αλλά απλά ανοίγει το θέμα των επόμενων δημοτικών εκλογών, γιατί υπάρχει το τεράστιο ζήτημα των άμεσων και των τοπικών προβλημάτων για τα οποία καλείται να τοποθετηθεί όποιος θέλει να παρέμβει ουσιαστικά σε αυτές.

Η δημοτική εξουσία σήμερα

Το πρώτο θέμα είναι η εκτίμηση για το ρόλο της δημοτικής και περιφερειακής εξουσίας σήμερα. Μέχρι τα μέσα της περασμένης δεκαετίας οι δήμοι δεν κατείχαν ουσιαστική εξουσία για να προωθήσουν τη λύση οποιουδήποτε ζητήματος. Έτσι η κατάκτηση της δημοτικής αρχής σε μια σειρά δήμους ήταν περισσότερο θέμα γοήτρου για τα πολιτικά κόμματα, αριστερών συμπεριλαμβανομένων, και εργαλείο για τα πολιτικά παιχνίδια τους στις βουλευτικές εκλογές. Οι δημοτικές εκλογές αποτελούσαν μια σφυγμομέτρηση για τις βουλευτικές και τίποτα περισσότερο.

Από τότε τα πράγματα άλλαξαν ουσιαστικά. Ο νόμος για την τοπική αυτοδιοίκηση («“Καποδίστριας»)” επιβεβαίωσε τη νέα πραγματικότητα. Στους Δήμους ανατίθενται όλο και περισσότερες αρμοδιότητες για τη ρύθμιση τοπικών ζητημάτων και οι προϋπολογισμοί τους οποίους καλούνται να διαχειριστούν αυξάνονται ραγδαία. Ταυτόχρονα προβάλλει πιεστικά το θέμα των πόρων που οι δήμοι πρέπει να εξασφαλίσουν για καλύψουν τους προϋπολογισμούς αυτούς. Η κρατική χρηματοδότηση καλύπτει μέρος μόνο, και μάλιστα διαρκώς μικρότερο, των σχετικών χρημάτων. Τα υπόλοιπα οι δήμοι καλούνται να τα εξασφαλίσουν με τη φορολόγηση των δημοτών (παράλληλα και ανεξάρτητα από την κρατική φορολογία), την πληρωμή από τους δημότες των υπηρεσιών που τους παρέχουν (ανταποδοτικότητα), τα έσοδα από τις δημοτικές επιχειρήσεις που δημιουργούν (και προέρχονται γενικά από τους δημότες), τα κοινοτικά κονδύλια (με τους όρους που κάθε φορά παρέχονται) και τις χορηγίες από ιδιωτικές εταιρίες. Ταυτόχρονα οι δήμοι καλούνται να προωθήσουν την “αξιοποίηση” της περιουσίας τους σε συνεργασία με ιδιωτικές επιχειρήσεις και την μείωση του λειτουργικού τους κόστους με την ανάθεση μέρους των δραστηριοτήτων τους είτε άμεσα σε ιδιώτες είτε σε δημοτικές επιχειρήσεις, όπου οι εργαζόμενοι δεν έχουν τις παροχές των δημοτικών υπαλλήλων.

Με δυό λόγια οι δήμοι καλούνται να μεταβληθούν, όλο και περισσότερο, σε επιχειρήσεις με πελάτες τους δημότες. Το κράτος εκχωρεί σε αυτούς μέρος των αρμοδιοτήτων και εξουσιών του, χωρίς να τους παραχωρεί και το σύνολο των αντίστοιχων για την υλοποίηση τους πόρους. Έτσι οι δήμοι προχωρούν σε μία επιπλέον φορολόγηση, άμεση και έμμεση, των δημοτών για να εκτελέσουν το έργο που τους αναθέτει το κράτος. Είναι επομένως σωστός ο χαρακτηρισμός των δήμων σαν “μακρύ χέρι του κράτους”.

Η επίσημη αριστερά πρόβαλε από παλιά την άποψη ότι ο δήμος είναι ένας λαϊκός θεσμός και, αν περάσει στα χέρια τους, μπορεί να λειτουργήσει έτσι. Ωστόσο διαπιστώνουμε ότι από την κυρίαρχη σήμερα λογική της λειτουργίας των δήμων δεν ξέφυγε ούτε η επίσημη αριστερά. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα φανερό στους Δήμους που τυχαίνει να είναι επικεφαλής πρόσωπα τόσο από το Συνασπισμό, κατά κανόνα σε συμμαχία με το ΠΑΣΟΚ, όσο και από το ΚΚΕ . Σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις έχουμε και μια τόσο βαθιά εμπλοκή τους στις διαδικασίες μετατροπής των δήμων σε επιχειρήσεις ώστε πραγματικά φτάνει κανείς να αναρωτιέται τι το περισσότερο θα έκαναν οι δηλωμένοι νεοφιλελεύθεροι. Το χειρότερο είναι ότι βλέπουμε τους αριστερούς τοπικούς άρχοντες να θεωρητικοποιούν μια τέτοια πολιτική σαν τη σωστή, ενώ ταυτόχρονα ισχυρίζονται ότι στα χέρια τους οι Δήμοι είναι “λαϊκά κάστρα”.

Πόλεις που ασφυκτιούν

Οι πόλεις σήμερα, με κορυφαίο παράδειγμα την Αθήνα, ασφυκτιούν. Χαρακτηρίζονται από πυκνή δόμηση, έλλειψη ελεύθερων χώρων και υπερσυγκέντρωση πληθυσμού και δραστηριοτήτων. Οι υπηρεσίες που πρέπει να παρέχονται στους κατοίκους των πόλεων (υγεία, παιδεία, συγκοινωνία, καθαριότητα κλπ.) υποβαθμίζονται διαρκώς. Όλα αυτά οδηγούν σε υποβάθμιση της ποιότητας ζωής των ανθρώπων και όξυνση των σχετικών προβλημάτων, ιδιαίτερα για τα φτωχότερα και πιο απροστάτευτα στρώματα (μετανάστες, γυναίκες, παιδιά, ανάπηροι κλπ.). Ταυτόχρονα όμως δημιουργούν τη βάση για μια μεγάλη κερδοσκοπία σε βάρος της πλειοψηφίας του αστικού πληθυσμού από μια συγκεκριμένη μερίδα συμφερόντων (εργολάβοι, προμηθευτές, εταιρίες παροχής διαφόρων υπηρεσιών κλπ.).

Ταυτόχρονα η Αττική ζει, εδώ και μερικά χρόνια, στον αστερισμό των “μεγάλων έργων” : μετρό, αεροδρόμιο Σπάτων, περιφερειακή Υμηττού, λεωφόρος Σταυρού Ελευσίνας, ανισόπεδοι κόμβοι, τραμ είναι μερικά από τα έργα που προωθούνται. Το μέγεθος τους δεν έχει καμιά σχέση με τα κλασσικά δημόσια έργα που δεν σταμάτησαν ποτέ να γίνονται. Τα έργα αυτά υποτίθεται ότι γίνονται για να καλύψουν τα προβλήματα που δημιούργησε στην Αττική η υπερσυσσώρευση ανθρώπων και δραστηριοτήτων. Η ανάθεση και η επίβλεψη τους γίνεται αποκλειστικά από το κράτος, με άμεση εμπλοκή των ανώτατων στελεχών του (υπουργοί, πρωθυπουργός). Η εκμετάλλευση πολλών από αυτά (αεροδρόμιο, λεωφόροι) ανατίθενται στις ιδιωτικές εταιρίες που τα κατασκευάζουν. Σε πολλές περιπτώσεις η κατασκευή τους δεσμεύει ή καταστρέφει ελεύθερους χώρους και γι’ αυτό προκαλεί την αντίδραση όσων κατοικούν κοντά τους.

Αλλά τη χαριστική βολή στην Αττική έρχεται να δώσει η Ολυμπιάδα του 2004. Μέσω αυτής εισάγονται μια σειρά νέα στοιχεία που οξύνουν ακόμη περισσότερο τα προβλήματα : Τα ολυμπιακά έργα είναι μικρής χρησιμότητας για τους κατοίκους της πόλης αλλά τεράστιου κόστους και απορροφούν κονδύλια από άλλα, αναγκαία για την ανακούφιση των κατοίκων, έργα. Ο προσανατολισμός πολλών από τα μεγάλα έργα είναι η εξυπηρέτηση των αγώνων και όχι των κατοίκων, π.χ. στο τραμ κατασκευάζεται πρώτα η γραμμή Σύνταγμα – Παραλιακή που εξυπηρετεί κύρια ολυμπιακές εγκαταστάσεις αντί για τη γραμμή Ομόνοια – Δυτικά Προάστια που θα εξυπηρετούσε περιοχές εξαιρετικά πιο πυκνοκατοικημένες και υποβαθμισμένες. Προωθούνται μέτρα ασφαλείας και αστυνόμευσης που περιορίζουν τα δημοκρατικά δικαιώματα των πολιτών. Με πρόσχημα την εξυπηρέτηση των αγώνων γενικεύεται η προώθηση ευκαιριακών δουλειών με ελαστικά ωράρια.

Ήδη σε μια σειρά περιοχές της Αττικής (Γαλάτσι, Γουδί, Καλλιθέα- Μοσχάτο) έχουν δημιουργηθεί από τα κάτω επιτροπές για την απόκρουση των συνεπειών των ολυμπιακών έργων στην περιοχή τους. Οι αντιδράσεις πολλαπλασιάζονται όσο διαπιστώνονται οι καταστρεπτικές συνέπειες των Ο.Α. 2004 και των μεγάλων έργων σε πολλούς τομείς της ζωής στην Αττική.

Σε ότι αφορά τα πολιτικά κόμματα, το ΠΑΣΟΚ και η Ν.Δ. στηρίζουν ομόφωνα τους Ο.Α. 2004 και τα μεγάλα έργα στην Αττική. Ο Συνασπισμός ξεκίνησε κριτικός για τους Ο.Α. αλλά σταδιακά εξελίχθηκε σε υπερασπιστή τους, έτσι βουλευτές του ψηφίζουν τα σχετικά νομοσχέδια στη Βουλή και δημοτικές του κινήσεις υπερασπίζονται τα μεγάλα έργα. Αυτό βέβαια δεν εξαλείφει το γεγονός ότι τμήμα των μελών του, όπως οι νεολαίοι, διαφωνούν με την πολιτική του κόμματος στο θέμα αυτό και συμμετέχουν σε εκδηλώσεις κατά των αγώνων. Το ΚΚΕ ξεκίνησε όχι αρνητικά για τους Ο.Α. του 2004, την τελευταία περίοδο έχει επικρίνει πολλές από τις εκδηλώσεις τους αλλά σε καμιά περίπτωση δεν τους αμφισβήτησε συνολικά ούτε κινητοποιήθηκε για την αποτροπή των συνεπειών τους ή εκείνων των μεγάλων έργων.

Τα προβλήματα αυτά, αλλά και η πρόσφατη επιδείνωση τους, δεν έπεσαν από τον ουρανό. Είναι αποτέλεσμα της διαδικασίας ανάπτυξης κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και επιδεινώνονται ραγδαία σαν συνέπεια της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης και της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που ακολουθείται εδώ και 15 χρόνια από τις ελληνικές κυβερνήσεις σύμφωνα και με τις ντιρεκτίβες της Ε.Ε.

Για μια αντικαπιταλιστική παρέμβαση

Όλη αυτή η κατάσταση πρέπει να παρθεί σοβαρά υπόψη σε οποιαδήποτε παρέμβαση στις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές. Δεν μπορεί να αγνοηθεί ούτε η γενική πολιτική κατάσταση ούτε τα άμεσα προβλήματα.

Γι’ αυτό είναι αδύνατη οποιαδήποτε συνεργασία τόσο με τους συνδυασμούς της Ν.Δ. όσο και με εκείνους του ΠΑΣΟΚ. Αλλά και με τις παρατάξεις του ΚΚΕ και του ΣΥΝ η συνεργασία δεν είναι εφικτή, στην τεράστια πλειοψηφία των περιπτώσεων. Αυτό δεν οφείλεται τόσο στις γενικότερες πολιτικές διαφωνίες μαζί τους. Ούτε μόνο στο γεγονός ότι το μεν ΚΚΕ ουσιαστικά αρνείται οποιαδήποτε συνεργασία ενώ ο ΣΥΝ συνεργάζεται, σε πολλές περιπτώσεις, με το ΠΑΣΟΚ κάνοντας προβληματική την οποιαδήποτε συνεργασία μαζί του. Οφείλεται, κυρίως, στο γεγονός ότι στα άμεσα προβλήματα, που εκτέθηκαν παραπάνω, όχι μόνο δεν κινητοποιούνται αλλά, συχνά, βρίσκονται στην αντίθετη πλευρά του οδοφράγματος. Άλλωστε σχεδόν οπουδήποτε έχουν εμπλακεί στη διαχείριση των δήμων η πολιτική τους δεν διαφοροποιείται από εκείνη του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, αν δεν είναι και χειρότερη. Χωρίς, θεωρητικά, να αποκλείεται η συνεργασία με τους αγωνιστές της κοινοβουλευτικής αριστεράς, στις περισσότερες περιπτώσεις σκοντάφτει στα εμπόδια που περιγράφτηκαν παραπάνω.

Μένει λοιπόν ο χώρος της άκρας αριστεράς. Μια παρέμβαση του στις εκλογές αυτές με μια γενική πολιτική πλατφόρμα, σαν να επρόκειτο για βουλευτικές, και με σχήματα που συγκροτούνται την παραμονή των εκλογών για να διαλυθούν την επομένη τους δεν έχει κανένα νόημα, ούτε πρόκειται να βρει την παραμικρή απήχηση ανάμεσα στους ανθρώπους που ενεργοποιούνται στους διάφορους αγώνες για τα παραπάνω θέματα. Ωστόσο από το χώρο αυτό προέρχονται μια σειρά ενιαιομετωπικών κινήσεων που λειτουργούν, εδώ και 4-8 χρόνια, σε μια σειρά δήμους (Χαλάνδρι, Βύρωνας, Νέα Σμύρνη, Νίκαια, Πάτρα κλπ). Στις συσπειρώσεις αυτές μετέχουν μέλη ακροαριστερών οργανώσεων αλλά και αρκετοί ανεξάρτητοι αγωνιστές με ανάλογες αντιλήψεις. Οι κινήσεις αυτές, σε γενικό κανόνα, έχουν ξεκάθαρες θέσεις για τα τοπικά προβλήματα, μια διαρκή κινηματική παρουσία γύρω από αυτά και έχουν αποκτήσει ένα ευρύτερο ακροατήριο όπως απέδειξαν ήδη τα ποσοστά των ψήφων τους (από 1% έως 3,5%) στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές. Ανεξάρτητα από τις γενικές απόψεις ορισμένων από εκείνους που τις αποτελούν αποτελούν ένα μοντέλο συσπείρωσης που βασίζεται σε μια κοινή αντίληψη για τα τοπικά, με την ευρεία έννοια του όρου, προβλήματα και μια κοινή επιθυμία για μια κινηματική απάντηση σ’ αυτά. Ταυτόχρονα σε όσα γενικότερα πολιτικά θέματα (μαθητικές κινητοποιήσεις, ασφαλιστικό, πόλεμος, Παλαιστίνη κλπ) υπάρχει συμφωνία οι κινήσεις αυτές ενεργοποιούνται τοπικά.

Οι επόμενες δημοτικές εκλογές αποτελούν μια πρόκληση για την ενίσχυση με κάθε τρόπο των κινήσεων αυτών αλλά και ευκαιρία για τη δημιουργία νέων όπου δεν υπάρχουν, ήδη προωθούνται σχετικές διαδικασίες σε αρκετούς δήμους. Ταυτόχρονα πρέπει να διερευνηθεί σοβαρά η περίπτωση καθόδου στις νομαρχιακές εκλογές όπου αυτό είναι δυνατόν, και ειδικότερα στην Αττική λόγω της ιδιαίτερης σημασίας αυτής της νομαρχίας που καλύπτει το μισό του πληθυσμού της χώρας. Το εγχείρημα δεν είναι καθόλου εύκολο και μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο εφόσον υπάρχουν αρκετές δυνάμεις που θα συμμετέχουν ενεργά σε αυτό. Είναι όμως μια ευκαιρία για την άκρα αριστερά, αν καταφέρει να ξεπεράσει τους σεχταρισμούς της, για να αρθρώσει ένα λόγο που διαφοροποιείται ουσιαστικά από τους άλλους πολιτικούς χώρους και αγγίζει πράγματα που μπορούν να γίνουν κατανοητά από ένα κοινό, πολύ ευρύτερο από εκείνο στο οποίο συνήθως απευθύνεται.

Νίκου Συμεωνίδη

Μάιος 2002


Σπάρτακος 65, Ιούνης 2002

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=3034

There is one comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s