D. Bensaïd: Για το λενινισμό στον 21ο αιώνα

Σπάρτακος 64, Απρίλης 2002


Συνέντευξη με τον Ντανιέλ Μπενσαΐντ


Ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ, βασικός ηγέτης της γαλλικής Κομμουνιστικής Επαναστατικής Λίγκας (LCR γαλλικό τμήμα της 4ης Διεθνούς) μίλησε στην εκδήλωση «Μαρξισμός 2001» που οργανώθηκε τον Ιούνιο από το βρετανικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα με θέμα «Ο Λενινισμός στον 21ο αιώνα». Η συνέντευξη που ακολουθεί λήφθηκε κατόπιν αυτής της εισηγήσεως.


  • Ο Λένιν έκανε σημαντικές συμβολές στη μαρξιστική σκέψη σχετικά με τον ιμπεριαλισμό, το εθνικό ζήτημα, την επαναστατική στρατηγική και τη σοσιαλιστική δημοκρατία. Αλλά όταν οργανώσεις αυτοαποκαλούνται «λενινιστικές» γενικά αναφέρονται σε οργανωτικές φόρμες. Εντούτοις η νεώτερη εμπειρία τέτοιων οργανώσεων έχει δείξει ότι έχουν αρκετά διαφορετικές οργανωτικές πρακτικές. Τι ειδικό έχει ο «λενινισμός» ως μια οργανωτική φόρμα;

Πρέπει να αρχίσουμε με την υπενθύμιση ότι ο ίδιος ο όρος λενινισμός εμφανίστηκε μετά τον θάνατο του Λένιν, ειδικώς στον λόγο του Ζηνόβιεφ στο Πέμπτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (1924). Αντιστοιχεί στην κωδικοποίηση ενός οργανωτικού μοντέλου που τότε συνδεόταν με την «Μπολσεβικοποίηση» της Κομιντέρν, που επέτρεψε στο Κρεμλίνο να καθυποτάξει βάναυσα τα Κομμουνιστικά Κόμματα στη δική του κηδεμονία, στο όνομα της μάχης κατά της σοσιαλδημοκρατίας η οποία είχε διαφθαρεί από τον κοινοβουλευτισμό.

Η επινόηση του «λενινισμού» ως μιας θρησκευτικά μουμιοποιημένης ορθοδοξίας ήταν μέρος της διαδικασίας γραφειοκρατικοποίησης της Κομιντέρν και της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτός είναι ο λόγος που, όσο είναι δυνατό, εγώ προσωπικά αποφεύγω να χρησιμοποιήσω αυτόν τον «-ισμό». Μολοντούτο, αν επιχειρούσα να συνοψίσω τι παρουσιάζεται ουσιαστικό στις οργανωτικές ιδέες του ίδιου του Λένιν, θα τόνιζα δύο ιδέες που μου φαίνονται ουσιαστικές επαναστατικές συλλήψεις για την εποχή τους και που διατηρούν την εγκυρότητά τους σήμερα.

Η πρώτη, που ήταν στο κέντρο της πολεμικής στο «Τι να κάνουμε» και στο «Ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω», ήταν η διάκριση μεταξύ του (επαναστατικού) κόμματος και της (εργατικής) τάξης, που αρνείται όλες τις «κονφουζιονιστικές» απόπειρες να συναιρεθούν ή να ταυτιστούν αυτά τα δύο. Αυτή η διάκριση, στοιχειώδης για τον μαρξισμό της Δεύτερης Διεθνούς, υποδηλώνει στοχασμό μέσα από την ιδιαιτερότητα του πολιτικού πεδίου, τις δικές του σχέσεις δυνάμεων και τις δικές του έννοιες.

Αυτό το έδαφος δεν είναι απλά μια αντανάκλαση ή μια προέκταση του κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων. Εκφράζει τον μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων (και της ταξικής πάλης) σε πολιτικούς όρους, με τις δικές του όπως οι ψυχαναλυτές λένε μεταθέσεις και συμπυκνώσεις. Θα έδινα προπάντων έμφαση στο ότι η διάκριση αυτή, μεταξύ κοινωνικού και πολιτικού, μεταξύ κομμάτων και τάξεων, παραδόξως εγκαινιάζει την δυνατότητα να σκεφτούμε μέσα από την ιδέα του πλουραλισμού. Αν το κόμμα δεν είναι απλά η ενσάρκωση της τάξης, η άμεση έκφραση της κοινωνικής της υπόστασης, τότε γίνεται διανοητό ότι η τάξη μπορεί να εκπροσωπηθεί από μια πολλαπλότητα κομμάτων.

Ως φυσική συνέπεια η τάξη μπορεί να οικοδομήσει εργαλεία αντίστασης ανεξάρτητα από τα κόμματα. Έτσι δεν μου φαίνεται τυχαίο ότι ο Λένιν είχε την πιο σωστή θέση στη διάρκεια της αντιπαράθεσης στις αρχές της δεκαετίας του 1920 στη Ρωσία σχετικά με τον ρόλο των συνδικάτων.

Η δεύτερη ουσιαστική ιδέα σχετίζεται με αυτό που μοιάζει να είναι ένα απ’ τα πιο αμφισβητήσιμα χαρακτηριστικά του λενινισμού, τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό. Στο βαθμό που αυτή η ιδέα έχει συνδεθεί με τον γραφειοκρατικό συγκεντρωτισμό της σταλινικής περιόδου, αυτό που κανείς θυμάται πάνω απ’ όλα είναι ο συγκεντρωτισμός και η εικόνα μιας ημι-στρατιωτικής πεθαρχίας.

Έτσι, για μας, η δημοκρατική άποψη είναι θεμελιώδης. Αν, μετά από ελεύθερη συζήτηση, δεν υφίσταται συλλογική προσπάθεια και αμοιβαία εμπλοκή στο να βάλουμε όλες τις αποφάσεις στη δοκιμασία της πράξης, η δημοκρατία μιας οργάνωσης παραμένει τυπική και «κοινοβουλευτική». Περιορίζεται σε μια ανταλλαγή γνωμών χωρίς πραγματικές συνέπειες όπου ο καθένας συμμετέχει στη συζήτηση με τις πεποιθήσεις του χωρίς μια κοινή πρακτική δοκιμασίας της εγκυρότητας ενός πολιτικού προσανατολισμού.

  • Με ποιο τρόπο η αντίληψη της LCR για τον λενινισμό έχει εξελιχθεί από το ιδρυτικό της συνέδριο το 1969;

Εξαιτίας των ισχυρών αυθορμητιστικών ψευδαισθήσεων που το κίνημα του Μάη του 1968 στη Γαλλία είχε προκαλέσει μεταξύ της νεολαίας, η ίδρυση της Ligue Communiste ως τμήματος της 4ης Διεθνούς το 1969 ήταν το αποτέλεσμα μιας ζωηρής συζήτησης, κυρίως πάνω στο ζήτημα της οργάνωσης. Με περισσότερα από 30 χρόνια διάγνωσης, αυτή η ιδρυτική συζήτηση μου φαίνεται αποφασιστική. Μας επέτρεψε να δημιουργήσουμε μια οργάνωση που αντιστάθηκε στην υποχώρηση μετά το 1968 και επιβίωσε απ’ τη δοκιμασία των μεταγενέστερων ηττών.

Ωστόσο, μια κριτική επισκόπηση αυτής της περιόδου είναι απαραίτητη. Μέσα στα συμφραζόμενα της περιόδου είχαμε μια τάση να φετιχοποιούμε το κόμμα σαν ένα ευθύ και άμεσο αντίπαλο του κράτους (εμπνεόμενοι από μια αμφίβολη ανάγνωση του Πουλαντζά) και δώσαμε στον «λενινισμό» μας μια ελαφρώς «μιλιταριστική» διαστρέβλωση (υπερ-αριστερή, αν προτιμάτε). Σ’ αυτήν μπορείτε να δείτε την επίδραση του Γκεβάρα, τον βολονταρισμό του και τον ρόλο που απέδιδε στις «παραδειγματικές» πράξεις.

Μ’ αυτήν την έννοια, η ερμηνεία μας γέννησε ένα είδος «λενινισμού στα βιαστικά», τον οποίο κριτίκαρε ο Regis Debray στο βιβλίο του «Μια Κριτική των Όπλων».

  • Για περισσότερο από μια δεκαετία έχουμε δει ομάδες που αναφέρονται στον λενινισμό να λειτουργούν μέσα σε αρκετά πλατιούς σχηματισμούς όπως το PT στη Βραζιλία, την PRC στην Ιταλία και τώρα έχουμε τη εμπειρία του Σκωτσέζικου Σοσιαλιστικού Κόμματος. Δεν υπάρχει ο κίνδυνος, η παρατεταμένη απορρόφηση σε αυτά τα κόμματα να κάνει ατροφική την πολιτική ανεξαρτησία τέτοιων λενινιστικών ομάδων και να επηρεάσει αρνητικά την ικανότητά τους να λειτουργούν σαν μια συνεκτική δύναμη κρούσης σε καιρούς πολιτικής κρίσεως;

Τα παραδείγματα που αναφέρθηκαν στην ερώτηση αντιπροσωπεύουν διαφορετικές εμπειρίες συγκρότησης κομμάτων, καθεμιά διαφορετική στα συμφραζόμενά της, καθεμιά ιδιαίτερη, από την γέννηση ενός μαζικού εργατικού κόμματος (Βραζιλία) ως τις συγκρούσεις στο εσωτερικό των παλιών Κομμουνιστικών Κομμάτων (Ιταλία), ως τις ανασυνθέσεις ριζοσπαστικών ρευμάτων.

Πέραν τούτου, παρά αυτήν την ποικιλία, οι εμπειρίες αυτές είναι βαθιά τοποθετημένες σε μια κατάσταση επανακαθορισμού και πολιτικής ανασύνθεσης που εγκαινιάστηκε με το τέλος του «σύντομου 20ου αιώνα» από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την αποσύνθεση της Σοβιετικής Ένωσης. Δεν είναι παρά μόνο η αρχή μιας μακράς περιόδου μετάλλαξης και επανακαθορισμού δυνάμεων μέσα στα προοδευτικά κοινωνικά κινήματα.

Η ιδέα μιας «παρατεταμένης εμβάπτισης» δεν μου φαίνεται κατάλληλη για να μιλήσουμε για αυτές τις εμπειρίες, στο βαθμό που φαίνεται να απηχεί τις πρακτικές του «εισοδισμού» στα μαζικά εργατικά κόμματα, στη δεκαετία του ’30 και έπειτα από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν υπάρχει τίποτα το «εισοδιστικό» σχετικά με την παρουσία επαναστατικών ρευμάτων στο βραζιλιάνικο PT. Συμμετέχουν σε μια διαδικασία συγκρότησης πλουραλιστικού κόμματος αρκετά παρόμοιου με τα μαζικά εργατικά κόμματα πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (όπου η έννοια του «εισοδισμού» δεν είχε επίσης κανένα νόημα).

Μέσα σ’ αυτές τις εμπειρίες υπάρχουν αντιφάσεις που πρέπει να αναγνωρίσουμε και να αναλάβουμε. Ένα κόμμα σαν το βραζιλιάνικο PT υπόκειται σε ισχυρές πιέσεις εξαιτίας της παρουσίας του στο Κοινοβούλιο και του ρόλου του σε τοπικές και περιφερειακές κυβερνήσεις. Ταυτόχρονα, καθιστά ικανή τη συσσώρευση κοινωνικών εμπειριών σε μια μεγάλη κλίμακα. Άραγε αυτό σημαίνει ότι ένα επαναστατικό ρεύμα κινδυνεύει να αμβλύνει την αιχμή του και να χάσει το επαναστατικό του πνεύμα; Αναμφίβολα. Αλλά από την άλλη πλευρά, εάν ένα επαναστατικό ρεύμα παραμείνει χωριστά κινδυνεύει να χάσει την επαναστατική ψυχή του και να γίνει απλά μια σέκτα που καταγγέλλει χωρίς να βρομίζει τα χέρια της.

Ανάμεσα στα δύο ρίσκα είναι αναγκαίο να διαλέξουμε, ζητώντας τις καλύτερες λύσεις στους κινδύνους (όπως η εκπαίδευση των αγωνιστών), γνωρίζοντας ότι δεν υπάρχουν απόλυτες εγγυήσεις.

Σε κάθε περίπτωση, κάθε οργάνωση δημιουργεί συντηρητικές τάσεις (συμπεριλαμβανομένου του Μπολσεβίκικου κόμματος το 1917) και κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι θα «πιάσει δουλειά» αν υπάρξει μια επαναστατική κρίση. Η ίδια η κρίση είναι μια δοκιμασία του σχεδίου συγκρότησης και η ετυμηγορία δεν είναι γνωστή εκ των προτέρων.

  • Γιατί από θέση αρχής δεν θα ‘πρεπε ο καπιταλισμός να ανατραπεί από μια συμμαχία μαζικών κοινωνικών κινημάτων το καθένα απ’ τα οποία είναι οργανωμένο γύρω από μερικά απελευθερωτικά σχέδια ειδικά αν όλα βλέπουν τον καπιταλισμό σαν εχθρό;

Η ερώτηση αυτή δεν μου φαίνεται να είναι ο καλύτερος τρόπος για να προσεγγίσουμε το θέμα. Από μια ορισμένη οπτική γωνία, ο καπιταλισμός πραγματικά θα ανατραπεί από μια συμμαχία, ή μια σύγκλιση, μαζικών κοινωνικών κινημάτων. Αλλά ακόμη κι αν αυτά τα κινήματα, εξαιτίας των απελευθερωτικών τους σχεδίων, αντιλαμβάνονται τον καπιταλισμό ως τον εχθρό τους (τέτοια είναι ίσως η περίπτωση για το Γυναικείο Κίνημα ή για το περιβαλλοντικό κίνημα, όχι μόνο το εργατικό κίνημα), δεν νομίζω ότι όλα αυτά τα κινήματα παίζουν έναν ισοδύναμο ρόλο. Και όλα σχίζονται από διαφορές και αντιφάσεις που αντανακλούν τη θέση τους ενώπιον του κεφαλαίου ως παγκόσμιου τρόπου κυριαρχίας.

Υπάρχει ένας «νατουραλιστικός» φεμινισμός και ένας φεμινισμός που είναι επαναστατικός, ένας βαθιά αντι-ουμανιστικός περιβαλλοντισμός, και ένας ουμανιστικός και κοινωνικός περιβαλλοντισμός. Συζητώντας αυτό το θέμα, κάποιος θα μπορούσε ίσως να συμπεριλάβει τις κοινωνιολογικές συνεισφορές των Max Weber και Pierre Bourdieu πάνω στην αυξανόμενη κοινωνική διαφοροποίηση της μοντέρνας κοινωνίας και την πολλαπλότητα των κοινωνικών πεδίων σύγκρουσης. Αν θεωρείτε ότι αυτά τα πεδία δεν δομούνται σε μια ιεραρχία αλλά αντιπαρατίθενται απλώς, τότε ίσως να μηχανευτείτε μια τακτική σύστασης μεταβαλλόμενων συνασπισμών (μορφής «τόξου» πάνω σε άμεσα ζητήματα). Όμως δεν θα υπήρχε καμιά σταθερή στρατηγική σύγκλιση σε μια τέτοια προσέγγιση.

Νομίζω, αντιθέτως, ότι μέσα σ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο παραγωγής (καπιταλισμός), οι σχέσεις εκμετάλλευσης και η ταξική σύγκρουση συγκροτούν ένα υπερπροσδιορίζον πλαίσιο που διατρέχει και ενοποιεί τις άλλες αντιφάσεις. Το ίδιο το κεφάλαιο είναι ο μεγάλος ενοποιητής που υποτάσσει κάθε άποψη της κοινωνικής παραγωγής και αναπαραγωγής, τροποποιώντας τη λειτουργία της οικογένειας, καθορίζοντας την κοινωνική διαίρεση της εργασίας και υπάγοντας τις συνθήκες κοινωνικής αναπαραγωγής της ανθρωπότητας στο νόμο της αξίας. Αν αυτή πράγματι είναι η κατάσταση, ένα κόμμα και όχι απλά το άθροισμα των κοινωνικών κινημάτων είναι ο καλύτερος μεσολαβητής της συνειδητής ενοποίησης.

  • Το θεμέλιο της στρατηγικής του Λένιν μετά το 1914 ήταν ότι ο ιμπεριαλισμός βρισκόταν σε «επιθανάτια αγωνία» και αποτελούσε μια εξ’ ορισμού περίοδο καπιταλιστικής παρακμής. Με ποιο τρόπο αυτά αντέχει μετά από εννέα δεκαετίες;

Δεν ερμηνεύω αυτόν τον χαρακτηρισμό εποχής, μια εποχή πολέμων και επαναστάσεων, σαν μια περιστασιακή κρίση ή σα μια μηχανική κρίση σχετικά με την αναπόφευκτη κατάρρευση του συστήματος. Αναδρομικά, ο 20ος αιώνας εμφανίζεται πράγματι σαν ένας αιώνας πολέμων και επαναστάσεων. Και ο 21ος αιώνας, αλίμονο, δεν θα είναι κάτι διαφορετικό από αυτήν την άποψη. Οι μορφές της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας αλλάζουν αλλά δεν εξαφανίζονται. Η σημασία της κληρονομιάς του Λένιν και του Τρότσκυ, κατανοητή με έναν κριτικό και μη-δογματικό τρόπο, βρίσκεται στη σύγχρονη πραγματικότητα του κεφαλαίου και του ίδιου του ιμπεριαλισμού.

  • Διάφορες επαναστατικές οργανώσεις, έξω από την Τέταρτη Διεθνή (για παράδειγμα η LO, το SWP, το Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα της Αυστραλίας) τείνουν να επιχειρηματολογούν ότι η γαλλική LCR είναι κακά οργανωμένη και έχει έλλειμμα πολιτικού συγκεντρωτισμού. Συμφωνείτε ότι η βαθιά και διαρκής εμπλοκή της LCR στα ποικίλα κοινωνικά κινήματα και ενιαία μέτωπα έχει μειώσει την ικανότητά της για ταχεία κινητοποίηση γύρω από κεντρικές καμπάνιες; Και αν ναι, πρόκειται για μια αναπόφευκτη επιλογή στις μοντέρνες συνθήκες;

Υπάρχει ένα στοιχείο αλήθειας σε αυτό. Η LCR ήταν ικανή να αντισταθεί στις ήττες των δεκαετιών του 1980 και 1990 ουσιαστικά χάρη στη δραστηριότητά της στο μαζικό κίνημα στα συνδικάτα και στα μαζικά κοινωνικά κινήματα (άνεργων, γυναικών και αντιρατσιστικό). Ο καθένας/μία στη Γαλλία αναγνωρίζει ότι η ανανέωση του μαχητικού συνδικαλισμού ή αυτός της AC! και του Ras Le Front, δεν θα είχαν γνωρίσει το ίδιο επίπεδο ανάπτυξης χωρίς τους αγωνιστές της LCR.

Αλλά το γενικό πλαίσιο εξασθένησης της εργατικής αντίστασης, του ατελέσφορου των μαζικών κοινωνικών κινημάτων φαινόταν περισσότερο προφανές από εκείνο μιας οργάνωσης σαν τη δική μας, που θα μπορούσε να εμφανίζεται απλά σαν ένα δίκτυο και ένα φόρουμ για τη συζήτηση ιδεών.

Αυτό βέβαια οδήγησε σε μια οργανωτική χαλάρωση για την οποία μετανιώνουμε και προσπαθούμε να διορθώσουμε εδώ και αρκετά χρόνια, ας πούμε από το 1995-97.

Αλλά προτιμούμε αυτό το πρόβλημα από το να είμαστε μια «πολιορκημένη ακρόπολη». Η Lutte Ouvriere έχει σίγουρα διατηρήσει ένα υψηλότερο επίπεδο κομματικού πατριωτισμού, αλλά το τίμημα είναι υπέρογκο: μια σεκταριστική απολίθωση και μια ακατανοησία των κοινωνικών κινημάτων.

Έπειτα πάλι, υπάρχει πάντα μια ένταση ανάμεσα στην οικοδόμηση ενός πολιτικού κόμματος και στην παρέμβαση σε ενιαία μέτωπα, ανάμεσα στο ρίσκο της σεκταριστικής αντίδρασης και στη διάλυση του πολιτικού σου προφίλ. Δεν μπορεί κανείς με μια μαγική φόρμουλα να αντισταθεί σ’ αυτό το διπλό πειρασμό παρά να ανοίξει ανάμεσα τον δικό του δρόμο συγκεκριμένα σε κάθε περίπτωση.

Σε μια διαδήλωση, η LO (αν συμμετέχει) μπορεί να έχει ένα μπλοκ αριθμητικά μεγαλύτερο από εκείνο της Λίγκας, αλλά οι αγωνιστές της Λίγκας είναι επίσης παρόντες στα μπλοκ των συνδικάτων τους, στο ATTAC, στο Ras Le Front και ούτω καθεξής. Νομίζω ότι κάνουμε περισσότερα για να αναπτύξουμε το «πραγματικό κίνημα για την κατάργηση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων» το οποίο είναι ο αληθινός ορισμός του κομμουνισμού.

  • Το πρόσφατο επιτυχημένο σχολείο «Μαρξισμός 2001», που οργανώθηκε από το SWP, έδειξε ξανά ότι το ηλικιακό προφίλ των ακροαριστερών οργανώσεων στην Ευρώπη δεν είναι τόσο καλό (η πλειοψηφία πάνω από 30 με μια υψηλή αναλογία πάνω από 40). Γιατί; Τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό;

Αυτό που με εκπλήσσει και μου φαίνεται σημαντικότερο είναι η ανανέωση του ενδιαφέροντος για την μαρξιστική κριτική της μοντέρνας κοινωνίας και της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Βεβαίως, θα προτιμούσαμε μια μεγαλύτερη νεολαιΐστικη συμμετοχή, αλλά το γεγονός ότι ένα τμήμα της γενιάς του ’60 έχει πολιτικά επιβιώσει μέσα από τα «χρόνια της Θάτσερ» ή τα «χρόνια του Μιτεράν» είναι κάτι σαν παρακαταθήκη για το μέλλον. Υπάρχει η δυνατότητα της συνέχειας και της μεταβίβασης εμπειριών. Βασιζόμενοι σ’ αυτό πρέπει να επιχειρήσουμε να βρούμε τον τρόπο να προσπελάσουμε τις σημερινές μορφές πολιτικοποίησης των νέων ανθρώπων. Γιατί αυτές σίγουρα υπάρχουν.

Στις σημερινές κινητοποιήσεις εναντίον της παγκοσμιοποίησης μπορούμε να δούμε αναλογίες με τους αγώνες πριν το 1968 όπως αναφορικά με το Βιετνάμ ή τον πόλεμο της Αλγερίας. Δεν θα ‘πρεπε, με την ευκαιρία, να μυθοποιήσουμε ή να υπερβάλουμε αυτήν την προ του 1968 ριζοσπαστικοποίηση.

Μπορούμε επίσης να δούμε τη σημερινή ριζοσπαστικοποίηση σε μουσικά ή πολιτιστικά φαινόμενα. Απ’ την άλλη πλευρά, αν οργανώσεις σαν το SWP και την LCR έχουν κατά κάποιο τρόπο μια «μαύρη τρύπα» όσον αφορά τη γενιά του ’80, φαίνονται να κατανοούν την απαρχή μιας νέας προοπτικής μεταξύ της νεολαίας.

  • Ήταν ένα αξίωμα για τις τροτσκιστικές οργανώσεις στις δεκαετίες του ’60, του ’70 και του ’80 ότι λενινισμός σημαίνει ένα διαρκώς υψηλό επίπεδο δραστηριότητας απ’ όλα τα μέλη. Συχνά αυτό περιείχε ηθικολογικές και ημι-θρησκευτικές συνυποδηλώσεις. Είναι ρεαλιστικό να προσδοκούμε από ένα μεγάλο αριθμό αγωνιστών να διατηρούν υψηλά επίπεδα δραστηριότητας για δεκαετίες; Ανεξάρτητα από την πολιτική κατάσταση;

Μια (θεληματική) εμπλοκή σ’ έναν επαναστατικό αγώνα δεν είναι χόμπυ για το σαββατοκύριακο. Μοιάζει λογικό να συνεπάγεται στράτευση, θυσίες καριέρας και οικονομική ζημιά. Αυτό δεν σημαίνει ένα μυστικισμό αυτοθυσίας ή θρησκευτικό αίσθημα ιεραποστόλων. Επιπλέον οι οργανώσεις που ντοπάρουν μ’ αυτόν τον τρόπο ιδεολογικά τα μέλη τους αποδεικνύονται συχνά οι περισσότερο ευάλωτες στην ανηθικότητα: η απώλεια των ψευδαισθήσεων και η απογοήτευση είναι ανάλογες προς την (αρχική) παρώθηση υπερβολικής ευφορίας. Πέραν κάθε αμφιβολίας το είδος ακτιβισμού που συχνά χρησιμοποιούνταν το ’70 συνδεόταν πολλές φορές με μια υπερβολική εκτίμηση των ευκαιριών που είχαν οι σοσιαλιστές, αλλά επίσης και με τη διαθεσιμότητα μελών που ήταν στη συντριπτική τους πλειοψηφία νέοι και δεν είχαν ακόμη σταθερή εργασία ή οικογένεια. Ισχυριζόμαστε ότι έχουμε ωριμάσει και ότι η στράτευσή μας έχει «εξομαλυθεί» ως προς τον ρυθμό και τις ανάγκες της. Από ‘δω και πέρα διατρέχουμε τον αντίθετο κίνδυνο: να πέσουμε στη «ρουτίνα».

  • Είναι ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός ένας πραγματοποιήσιμος στόχος σ’ ένα διεθνές επίπεδο; Θα δούμε ποτέ ξανά μια μαζική Διεθνή οργανωμένη σαν την Κομιντέρν; Στο φως της νεώτερης εμπειρίας είναι πράγματι αλήθεια ότι οι επαναστατικές οργανώσεις που βρίσκονται εκτός μιας Διεθνούς πάσχουν αναπότρεπτα από εθνικοκομμουνιστικές παρεκκλίσεις;

Είδαμε προηγουμένως ότι η έννοια του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού είναι δύσκολο να καθοριστεί. Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο σ’ ένα διεθνές επίπεδο. Η Τέταρτη Διεθνής καθορίστηκε από την εποχή της γένεσής της ως ένα παγκόσμιο κόμμα. Το γεγονός αυτό δημιούργησε σύγχυση με το να επιτρέπει την άποψη ότι είναι δυνατόν να λειτουργεί με το βαθμό συγκεντρωτισμού που είναι εφικτός σ’ ένα εθνικό κόμμα. Επέτρεψε ατυχείς περιπέτειες όπως εκείνη του 1952, όταν η εκλεγμένη ηγεσία του γαλλικού τμήματος τέθηκε σε διαθεσιμότητα από την Διεθνή Γραμματεία. Τέτοια πράγματα είναι αδιανόητα σήμερα. Οι αποφάσεις που υιοθετήθηκαν το 1974 αναγνωρίζουν την αυτονομία των εθνικών ηγεσιών. Το συνέδριο του 1985 κατέστησε σαφές ότι η Διεθνής αποτελείται από τμήματα και όχι από άτομα – μέλη και αυτό συνεπάγεται μια αρκετά ομοσπονδιακή δομή.

Είναι αναγκαίο να συνεχίσουμε να στοχαζόμαστε σχετικά με τον τύπο της δυνατής δημοκρατίας σε ένα διεθνές επίπεδο. Αν είναι εφικτό να υιοθετήσουμε κοινές θέσεις όσον αφορά τα μεγάλα διεθνή γεγονότα, είναι εντούτοις παράλογο ευρωπαίοι αντιπρόσωποι να ψηφίζουν για εκλογικές τακτικές στο Περού ή για συνδικαλιστικές τακτικές στη Βραζιλία. Από το να συζητάμε για μια φόρμουλα (παγκόσμιο κόμμα, δημοκρατικός συγκεντρωτισμός), θα ήταν ίσως καλύτερα τώρα να συζητάγαμε για ένα νηφάλιο και αντικειμενικό απολογισμό εμπειριών και πρακτικών, να αναζητήσουμε τη σωστή ισορροπία μεταξύ ενός καταστρεπτικού υπερ-συγκεντρωτισμού και ενός απλού δικτύου συζητήσεων χωρίς καμμία κοινή δέσμευση ή αμοιβαιότητα.

Είναι επίσης απαραίτητο να ακολουθήσουμε προσεκτικά τις εμπειρίες της διεθνιστικής ανανέωσης ειδικά στο κίνημα εναντίον της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, συνεχίζοντας τη συζήτηση περασμένων εμπειριών. Προσωπικά παραμένω αρκετά προσκολλημένος στην αναγκαιότητα μιας Διεθνούς και δεν πιστεύω ότι είναι αναγκαία μόνο στη διάρκεια περιόδων ορμητικών επαναστατικών εξελίξεων. Ωστόσο δεν νομίζω ότι η Κομιντέρν είναι ένα μοντέλο γι’ αυτήν πλέον.

  • Οι μικροσκοπικές ομάδες που αγωνίζονται να οικοδομήσουν λενινιστικά κόμματα έκαναν τα πρώτα αποφασιστικά τους βήματα στα μέσα και στο τέλος της δεκαετίας του ’60. Μετά από μια περισσότερο από τριαντάχρονη προσπάθεια θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι τα αποτελέσματα είναι λίαν μέτρια. Αναμφίβολα ένα μεγάλο μέρος απ’ τις αιτίες έχει τη ρίζα του σε βαθείς αντικειμενικούς παράγοντες ήττες της εργατικής τάξης, νεοφιλελευθερισμός, κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» κλπ. Επιχειρώντας μια αναδρομή, ποια ήταν τα μεγαλύτερα σφάλματα που έγιναν; Θα μπορούσαν τα αποτελέσματα να είναι καλύτερα;

Τα αποτελέσματα, χωρίς αμφιβολία, θα μπορούσαν να είναι καλύτερα. Κάποιος θα μπορούσε να ανασκοπήσει την ιστορία των 30 χρόνων και να δώσει μια ιστορία των λαθών. Στην πραγματικότητα δεν θα ήταν κάτι ολότελα ανώφελο γιατί όλος αυτός ο πλούτος σκέψης, αφοσίωσης και θυσιών δεν μπορεί νά’ναι εξολοκλήρου χωρίς αντίκρυσμα.

Πάντως, αν θεωρήσουμε τα αποτελέσματα περιορισμένα, όταν τόσοι δρόμοι εξερευνήθηκαν, τόσες θεωρητικές ερμηνείες δοκιμάστηκαν, τότε αναμφισβήτητα οι συγκυρίες ήταν πολύ σκληρές. Λέω, οι συγκυρίες και όχι οι αντικειμενικές συνθήκες διότι υφίσταται ένα πρόβλημα ως προς την αντιδιαστολή μεταξύ αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών. Αμφότερες είναι προφανώς συνδεδεμένες. Αν τις αποσυνδέσεις εντελώς, πέφτεις σε παράδοξα τα οποία είχαν συχνά καταστρεπτικές συνέπειες στο τροτσκιστικό κίνημα. Αν οι αντικειμενικές συνθήκες ήταν τόσο εξαιρετικές, όπως κανείς μπορεί να πιστεύει, και το επαναστατικό κίνημα δεν μπορούσε να κεφαλαιοποιήσει πάνω σ’ αυτές τότε ήταν οι οργανώσεις, οι ηγεσίες τους, οι αγωνιστές που απέτυχαν · ή διαφορετικά υπήρχαν στο εσωτερικό τους προδότες. Αυτός ο τύπος παράνοιας δεν κάνει καλό σε κανένα.

[Μετάφραση: Παναγιώτη Σηφογιωργάκη]


Σπάρτακος 64, Απρίλης 2002

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=2915

There is one comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s