Το νόημα της αργεντίνικης εξέγερσης

Σπάρτακος 63, Γενάρης 2002


Το άρθρο αυτό του συντρόφου Κλαούντιο Κατς γράφτηκε στα τέλη Δεκέμβρη, σαν απολογισμός, πολιτική ανάλυση και πρόταση σε σχέση με την πορεία της αργεντίνικης εξέγερσης, του argentinazo. Παρόλο που η μετάπειτα πορεία της ήδη ανέτρεψε την ώς τότε κρυστάλλωση της πολιτικής και οικονομικής απάντησης του συστήματος (ανατροπή και του Ρ.Σάα), επιβεβαιώνοντας άλλωστε το συγγραφέα, το άρθρο αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον εντοπισμό και την ανάλυση των ουσιαστικών συνιστωσών και της επαναστατικής δυναμικής της εξέγερσης. [Σπάρτακος]


του Claudio Katz[1]

Οι επαναστατικές ημέρες της αργεντίνικης εξέγερσης (αυτού που ονομάστηκε argentinazo) αποτελούν οριοθέτηση για την ιστορία των λαϊκών εξεγέρσεων, εξαιτίας της εξαιρετικής μαζικότητας του ξεσηκώματος, της σαρωτικής νίκης επί των δυνάμεων καταστολής και της επιτυχίας στην ανατροπή μιας ληστρικής κυβέρνησης. Ταυτόχρονα αποτελούν αποκορύφωση σε μια δεκαετία έντονων προετοιμαστικών αγώνων και ανοίγουν μια περίοδο πιο ριζοσπαστικών και μαζικών κινημάτων, όπως ήδη το απέδειξε το «κίνημα της κατσαρόλας» (cacerolazo) που εξανάγκασε τη νέα κυβέρνηση του Ροντρίγκες Σάα να απολύσει τους πιο διεφθαρμένους του υπαλλήλους και τείνει να διαλύσει και την ίδια τη δική της προσωρινότητα.

Η πτώση μιας πολιτικής κυβέρνησης «προοδευτικής» προέλευσης, στην υπηρεσία του ΔΝΤ, σαν αποτέλεσμα της άμεσης δράσης της λαϊκής κινητοποίησης έχει πολύ λίγα προηγούμενα στον κόσμο. Η επιτυχία της εξέγερσης εξηγείται από τη σύγκλιση στην πάλη όλων των τμημάτων του πληθυσμού που έπληξε η προσαρμογή. Η σύγκλιση αυτή των εργαζομένων, των ανέργων, της μεσαίας τάξης και της νεολαίας διέλυσε σε 48 ώρες τους Cavallo και De la Rua και την κατάσταση πολυορκίας τους.

Οι πρωταγωνιστές

Μια μακρυά σειρά από εξεγέρσεις, που άρχισαν με την εξέγερση στο Σαντιάγο το 1993 και συνέχισαν με τους ξεσηκωμούς στα Cutral-Co και General Mosconi, προηγήθηκαν της έκρηξης του argentinazo. Στις δύο κύριες μέρες αυτής της εξέγερσης επικράτησε κυρίως η κινητοποίηση των ανέργων και των επισφαλώς εργαζομένων, οι οποίοι βγήκαν ζητώντας τροφή με μεθόδους άμεσης δράσης. Τα εκατομμύρια συντρόφων που είχαν καταδικαστεί στην απόλυτη εξαθλίωση πρωταγωνίστησαν στις συνοικίες τους και έδωσαν τον ρυθμό και την κατεύθυνση στο δρόμο σε όλους τους άλλους κινητοποιημένους τομείς. Παρόλο που, σε αυτή τη φάση, η οργανωμένη δράση του κινήματος των piqueteros είχε μικρότερο βάρος, οι μορφές πάλης που είχε εισάγει ήδη χαρακτηρίζουν το πλαίσιο όλων των λαϊκών κινητοποιήσεων.

Το argentinazo συμπύκνωσε σε ένα ποτάμι όλες τις απεργίες και διαδηλώσεις των εργαζομένων στις επικοινωνίες, στην αεροναυπηγική, κεραμική, σιδηρόδρομους, δημοτικές αρχές και εκπαίδευση, που είχαν μεγάλη εμβέλεια πριν και μετά από τη μαζική απεργία της Πέμπτης 13 Δεκεμβρίου, την οποία είχαν συγκαλέσει οι τρεις συνδικαλιστικές συνομοσπονδίες. Όπως συνέβαινε και παραδοσιακά στην Αργεντινή, οι στάσεις αυτές εργασίας αποτέλεσαν την αυλαία του γενικού ξεσηκωμού, αποδεικνύοντας για νιοστή φορά ότι οι απεργίες «χρησιμεύουν σε κάτι» και ότι η εργατική τάξη -που κοινωνικά έχει υποστεί πολλά πλήγματα- συνεχίζει να παίζει αποφασιστικό ρόλο στις μεγάλες συγκρούσεις. Ωστόσο, η οργανωμένη παρέμβαση της εργατικής τάξης δεν πήρε, στις δύο κρίσιμες ημέρες της εξέγερσης, το βάρος που είχε στις 17 Οκτωβρίου, στην εξέγερση της Κόρβοδα ή στη γενική απεργία του ’75: ο φόβος μην ξεπεραστούν από τις λαϊκές μάζες έκανε και τις δύο CGT και την CTA να παραμείνουν σε δεύτερο πλάνο, πολύ μακρυά από το επίκεντρο της πάλης.

Η μεσαία τάξη ηγήθηκε της αυθόρμητης έκρηξης της Τετάρτης 19 Δεκεμβρίου, η οποία κορυφώθηκε με την κατάληψη της Plaza de Mayo. Η απαλλοτρίωση των σταθερών δόσεων και η αναγκαστική τραπεζοποίηση αποτέλεσαν τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι μιας εβδομάδας διαμαρτυριών στις τράπεζες και πολλών χρόνων αντίστασης στην εξαθλίωση. Οι ψηφοφόροι της Alianza, που είχαν ξεκινήσει τις διαμαρτυρίες της κατσαρόλας από τα χέρια του Chacho κατέληξαν να κάνουν έναν εκκωφαντικό θόρυβο μπροστά στο σπίτι του εταίρου του, Cavallo. Ήδη είχαν βγει στο δρόμο, σε προηγούμενες διαμαρτυρίες (για παράδειγμα, ενάντια στις πλημμύρες), αλλά τη φορά αυτήν κανείς δεν έμεινε σπίτι του.

Η σημασία του cacerolazo βρίσκεται στο ότι εισήγε την διατυπωμένη απαίτηση να τελειώσουμε με τους Ντε λα Ρούα και Καβάγιο μέσα από μια πορεία προς το κέντρο της εξουσίας: αυτή διέλυσε την κυβερνητική πρόταση να διασπαστεί ο πληθυσμός σε «πλιατσικολόγους των συνοικιών» και σε «ιδιοκτήτες του κέντρου» και έθαψε την επιχείρηση «ψύχωση των λεηλασιών» που έστησαν οι μυστικές υπηρεσίες και τα μέσα επικοινωνιών, για να τρομοκρατήσουν τη μεσαία τάξη, με στόχο να την στρέψουν ενάντια στους «βανδάλους». Η κυβέρνηση ακριβώς έπεσε, γιατί βρέθηκε μπροστά σε ανοιχτή απόρριψη της κατάστασης πολυορκίας από αυτό το τμήμα του πληθυσμού. Αντίθετα από το 55, η μεσαία τάξη δεν είναι συρόμενη από εχθρότητα προς την εργατική τάξη, ούτε προσφέρει κοινωνική στήριξη σε στρατιωτικά πραξικοπήματα. Περιλαμβάνει ένα πολύ εξαθλιωμένο, πολύ λαϊκό και πολύ ριζοσπαστικό τμήμα.

Η νεολαία προσέφερε στους δρόμους το σώμα της ενάντια στην καταστολή: αγνόησε τα κλομπς, υπέφερε τα δακρυγόνα, και επανακατακτούσε επανειλημμένα κάθε εκατοστό της Plaza de Mayo απέναντι στα άλογα και στις σφαίρες, πράγμα που έδωσε στη μάχη της Πέμπτης 20 Δεκεμβρίου το θρίαμβο της κινητοποίησης. Η δράση αυτή αποτέλεσε το αποφασιστικό βάπτισμα του πυρός για μια ολόκληρη γενιά που δεν γνώρισε τη στρατιωτική διχτατορία, αλλά υπέστη την κοινωνική γενοκτονία και την αστυνομική βαναυσότητα των τελευταίων 20 χρόνων. Οι φοιτητές, οι υπάλληλοι, οι εργαζόμενοι που αντιστάθηκαν βήμα προς βήμα μαζί με τις Μητέρες στην Πλατεία επανέφεραν τον ηρωισμό της δεκαετίας του ’70. Τα παιδιά του cordobazo ήδη μετρούν στο ενεργητικό τους την επιτυχία ενός argentinazo και αποτελούν την κιντήρια δύναμη των μαχών που ξεκινούν από το θρίαμβο αυτόν.

Το μόνο πολιτικό ρεύμα που ήταν παρόν στις τέσσερεις δυνάμεις που συγκλίνανε στην εξέγερση είναι η αριστερά. Κανένας υπάλληλος, βουλευτής ή πολιτικός αντιπρόσωπος άλλης τάσης δεν ήταν στο δρόμο κατά τις επικίνδυνες στιγμές της καταστολής. Οι άνθρωποι αυτοί ξέρουν να βγάζουν λόγους όλων των ειδών, αλλά δεν ξέρουν να βρεθούν μαζί με το λαό στα οδοφράγματα. Την ώρα που η δεξιά απαιτούσε περισσότερα χτυπήματα ενάντια στους διαδηλωτές και την ώρα που οι περονιστές μαγείρευαν την νέα κυβερνητική αλλαγή, οι κεντροαριστεροί τέως υποστηρικτές της Allianza προτίμησαν να νίψουν τα χέρια τους. Συμμετέχοντας ενεργά στη δράση, η πλειοψηφία των κομμάτων της αριστεράς επέδειξε σοβαρή και επαναστατική συμπεριφορά. Αλλά τώρα βρίσκεται προστά σε μια πρόκληση άλλου είδους: να βρει ένα δρόμο πολιτικής συγχώνευσης με τις μάζες που να επιτρέψει να ανοίξει η πορεία προς το σοσιαλισμό.

Η νέα κατάσταση

Η κυβέρνηση που ξεκίνησε το 1999 δολοφονώντας εργαζομένους (Corrientes) φεύγει με μια εκατόμβη 27 θυμάτων της αστυνομικής βαναυσότητας. Η κατάσταση πολυορκίας δεν ήταν μια «υπερβολή». Ήταν ένα μέτρο που απαίτησαν όλα τα φερέφωνα της άρχουσας τάξης (εφημερίδα La Nacion, βιομήχανοι, τραπεζίτες, UIA), οι οποίοι απαίτησαν να «αποκατασταθεί η τάξη» με τις παλιές μεθόδους των διχτατοριών. Για αυτό και ο αριθμός των νεκρών είναι διπλάσιος από της κρίσης του 89. Δόθηκε το ελεύθερο για να σκοτώνουν, όπως το αποδεικνύει η χρήση των πυροβόλων όπλων ενάντια στα ζωτικά όργανα των πυροβολημένων, η έλλειψη πληροφόρησης στα νοσοκομεία, οι καταγγελίες για βασανιστήρια, η απόκρυψη αποδεικτικών από τους δικαστές και η ύπαρξη σχεδίου για παρέμβαση 10.000 στρατιωτών εάν η αστυνομία ξεπερνιόταν.

Η λαϊκή νίκη διέλυσε το αρχικό σχέδιο για στρατιωτικοποίηση και έθεσε τους θύτες σε άμυνα, έως και σε ενδεχόμενη περικύκλωσή τους. Οι άμεσοι υπεύθυνοι για τη σφαγή (Mathov, Santos) μπορεί και να καταλήξουν στη φυλακή, εάν συνεχίσει η κινητοποίηση ενάντια στην ατιμωρισία τους. Επιπλέον, ήδη βρίσκεται σε πορεία η απελευθέρωση των κρατουμένων από τις διαδηλώσεις και η μάχη για την απαλλαγή όλων των κοινωνικών αγωνιστών. Η περιπαίουσα κυβέρνηση του Ροντρίγκες Σάα επίσης εξαναγκάστηκε να δεχτεί τις Μητέρες και να επανεξετάσει την κατάργηση του διατάγματος που απαγορεύει τον εκπατρισμό των γενοκτόνων που ζητάει η δικαιοσύνη.

Αλλά εάν ο θρίαμβος του argentinazo σταμάτησε τη στρατιωτικοποίηση, επίσης έθεσε σε ετοιμότητα την ύπαρξη ενός κατασταλτικού μηχανισμού που είναι έτοιμο να επέμβει με πυρά και με αίμα ενάντια στο λαό. Ο μηχανισμός αυτός έμεινε σε εφεδρία απέναντι στη λαϊκή ορμητικότητα, αλλά η αστική τάξη κρατάει αυτό το αντεπαναστατικό χαρτί, για να το παίξει απέναντι σε μια ακραία κατάσταση και, για αυτό, πρέπει να υπονομευτεί μέσα από τη δίκη και την τιμωρία των υπευθύνων όλων των εγκλημάτων ενάντια στο λαό. Όπως το αποδεικνύει και η αναμφισβήτητη δολοφονία τριών νέων στη Φλορέστα, στις 29 Δεκεμβρίου, υπάρχουν πολλοί από τον κατασταλτικό μηχανισμό που είναι έτοιμοι να ριχτούν σε ανοιχτή πολεμική αιματοχυσία σε όλη τη χώρα. Πρέπει επίσης να προσέξουμε απέναντι στη δράση πολλών προβοκατόρων που προωθούν τον «πόλεμο των φτωχών ενάντια σε φτωχούς», όπως το κατήγγειλαν και οι ηγέτες των πικετέρος.

Η πάλη των τάξεων επιταχύνεται στην Αργεντινή, επειδή οι εκμεταλλευτές βρέθηκαν στην άμυνα από τη λαϊκή κινητοποίηση και είναι τρομοκρατημένοι. Ο Καβάγιο ήδη έχει πάψει να βγάζει λόγους από βήμα και παρακαλάει για προσωπική προστασία, έως και στην ήσυχη κατοικία του στο νότο. Ο Ντε λα Ρούα είδε να του απαγορεύεται η έξοδος από τη χώρα, ενώ οι αστυνομικοί διευθυντές προσπαθούν να σωθούν από ενδεχόμενη δίκη. Οι μαφιόζοι, όπως ο Grosso, που πίστεψαν ότι θα βάλουν εύκολα χέρι στηνέα κυβέρνηση πλιατσικολογώντας την κρατική λεία, είδαν να ανατρέπονται από τη λαϊκή αντίδραση μέσα σε 24 ώρες και η ίδια μοίρα περιμένει και όλους αυτούς της νέας κυβέρνησης που έχουν στην πλάτη τους κάμποσες δικαστικές υποθέσεις (Franco, Frigeri, Vernet, Gabrielli). Ούτε καν ο μενεμικός Barra μπορεί να πιει με την ησυχία του καφέ δημοσίως και ακόμα και οι δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου βρίσκονται στο στόχαστρο του λαϊκού θυμού. Το κλίμα αυτό μίσους ενάντια στα πιο προβεβλημένα κεφάλια της καταστολής είναι ιστορικά το κλασικό σύμπτωμα μιας επανάστασης σε εξέλιξη.

Η άρχουσα τάξη είναι αποπροσανατολισμένη απέναντι στη λαϊκή ανυπακοή και επιχειρεί διάφορους τρόπους για να απενεργοποιήσει το ηφαίστειο, χωρίς να μπορεί να σχεδιάσει μια σταθερή στρατηγική κυριαρχίας. Οι θεωρητικοί της δεν έχουν ακόμα χωνέψει το πλήγμα της εξέγερσης, ούτε και την κατάρρευση των νεοφιλελεύθερων φαντασιώσεων. Αλλά όλοι αναγνωρίζουν την εμβέλεια του argentinazo, που τη συγκρίνουν με την «Τραγική Εβδομάδα» του ’19 (R.Fraga), ανάλογη μιας «πολιτειακής εξέγερσης» (Morales Sola), αποδίδοντάς την στην κατάπτωση της κυβέρνησης (M.Grondona) και στο απρόσμενο πέρασμα στην ενεργή εξέγερση της μεσαίας τάξης (V.Massot).

Το argentinazo έχει επίσης προκαλέσει σεισμό στη διανόηση μιας κεντροαριστεράς συντετριμμένης από την απογοήτευση. Οι πιο στενοχωρημένοι είναι οι οπαδοί της περιφρονητικής ιμπεριαλιστικής αντίληψης («οι Αργεντίνοι είναι αδιόρθωτοι») και των παλιών φιλελεύθερων προκαταλήψεων («επιστροφή στο λαϊκισμό»). Μερικοί εκτιμούν πως η πτώση της κυβέρνησης ήταν «δυστυχές επεισόδιο» (N.Jitrik), άλλοι θεωρούν ότι «δεν υπάρχει λαός, υπάρχουν μόνο συμμορίες κρούσης» (T.Abraham), αναρωτιούνται γιατί «πάντα οι φασίστες νικούν» (M.Giardinelli) ή υπονοούν ότι η βαρβαρότητα έχει θάψει τον πολιτισμό μέσω «μιας επιστροφής στον 19ο αιώνα» (B.Sarlo) και στον «αυταρχικό ηγετισμό» (T.E.Martinez). Όσοι είχαν διακηρύξει το «τέλος των λαϊκών κινητοποιήσεων» (Romero) και το θρίαμβο του καταναλωτικού ατομικισμού έχουν σοκαριστεί από μια εξέγερση που αντικρούει όλη τους την πίστη. Μερικοί φτάνουν στο απίστευτο σημείο να αναρωτιούνται για την «έλλειψη συμμετοχής» του πληθυσμού ακριβώς στο ζενίθ των κινητοποιήσεών του (E.Martinez). Αλλά το argentinazo έθεσε επίσης σε σοβαρές δυσκολίες και τους ριζοσπάστες θεωρητικούς που προτείνουν «αγώνα χωρίς κατάληψη της εξουσίας», γιατί η εξέγερση ήταν σαφώς προσανατολισμένη προς την αποπομπή μιας κυβέρνησης και θέτει το ζήτημα του πώς και με τί να αντικατασταθεί.

Οι προκλήσεις για την αριστερά

Όλα τα συνθήματα που φώναζαν οι διαδηλωτές κατά τη διάρκεια και μετά το argentinazo είναι στραμμένα ενάντια στο πολιτικό καθεστώς. Δεν στρέφονταν μόνο ενάντια στον Καβάγιο και τον Ντε λα Ρούα, αλλά και ενάντια σε «όλο τον πολιτικό κόσμο… γιατί όλοι τους είναι κλέφτες». Το λαϊκό αυτό συναίσθημα είναι τόσο κυρίαρχο που μόνο μια εβδομάδα μετά την πτώση της Alianza τα ίδια ακούγονταν και ενάντια στον Ρ.Σάα και στους «διεφθαρμένους υπαλλήλους» του. Το σύνθημα «χωρίς ριζοσπάστες ούτε περονιστές θα ζούμε καλύτερα» εκφράζει με σαφήνεια αυτή την αηδία απέναντι στα 18 χρόνια κυβερνήσεων με διαφορετικά άτομα αλλά από το ίδιο σύστημα. Μια σαφής ένδειξη αυτής της απόρριψης του καθεστώτος είναι οι νέες πορείες προς τα δικαστήρια για να καταγγελθούν οι «δικαστές της χαρτοπετσέτας» («τον ρίξαμε τον Ντε λα Ρούα, τώρα πάμε και για τη Βουλή»).

Όμως, ώς τώρα, η πλειοψηφία των διαδηλωτών ξέρει τί δεν θέλει, αλλά όχι και ποιά θα μπορούσε να είναι η εναλλακτική λύση. Στο παρελθόν αυτό το κλίμα χρησιμοποιόταν από τους στρατιωτικούς για να προετοιμάσουν πραξικοπήματα, αλλά τώρα είναι τόσο ανυπόληπτοι όσο και οι πολιτικοί. Η δεξιά, μέσα από τα μέσα επικοινωνίας, κάπως κινείται σε αυτή την ατμόσφαιρα, προσπαθώντας να βρει μια σανίδα σωτηρίας με κάποιο αντιδραστικό σχέδιο.

Από την ιστορία της και τη συμπεριφορά της, η αριστερά δεν ταυτίζεται με τον «πολιτικό κόσμο», αλλά ούτε και παίζει ηγετικό ρόλο. Αντιμετωπίζει την πρόκληση του να αντικρούσει το δεξιόστροφο χειρισμό των λαϊκών συναισθημάτων και του να βρει ταυτόχρονα τις γέφυρες μεταξύ μαζικής συνείδησης και σοσιαλιστικού σχεδίου. Θα μπορούσε να συζητηθεί η καταλληλότητα του συνθήματος για «συντακτική συνέλευση», για να παίξει το προωθητικό αυτό ρόλο (τοποθετώντας κατάλληλα μια ριζοσπαστική αλλαγή, παρόλο που επίσης υπήρξε κάτι που είχε μαγειρευτεί και από το μισητό πολιτικό σύστημα). Αλλά αυτό που είναι αναμφισβήτητο είναι η ανάγκη να διαρθρωθούν πολιτικές, αιτήματα και συνθήματα που να ευνοούν τη σοσιαλιστική ωρίμανση του argentinazo. Η εμπειρία από τις άλλες χώρες και επαναστάσεις δείχνει πως η εξέλιξη αυτή ποτέ δεν έγινε αυθόρμητα μέσα από μια «αυτο-σύγκληση των μαζών».

Το ότι το σημερινό κίνημα δεν διαθέτει αναγνωρισμένη ηγεσία και πολιτική ευθυγράμμιση αποτελεί μεγάλη πρόοδο σε σχέση με την παραδοσιακή κυριαρχία του περονισμού. Αλλά η απόστασή του από το σοσιαλισμό αποτελεί εμπόδιο που επίσης πρέπει να αναγνωριστεί και να αναζητηθεί η μορφή για το ξεπέρασμά του μέσα στο πολύ μικρό περιθώριο που θέτει η κρίση. Η εξύμνηση της απο-πολιτικοποίησης ή η ενεργητική παρουσία των κομμάτων της αριστεράς όχι μόνο είναι αρνητική στη μάχη για να αποκτήσει σοσιαλιστικό περιεχόμενο η σημερινή διαδικασία, αλλά και επιπλέον είναι εξαιρετικά επικίνδυνη απέναντι στην αντι-κομματική προπαγάνδα της δεξιάς.

Το κατηγορούν δάκτυλο του λαού δείχνει τους πολιτικούς και τους δικαστές του συστήματος: τώρα είναι η ώρα των τραπεζιτών, που είναι και οι μεγάλοι προστατευόμενοι των θεσμών του καθεστώτος. Η προπαγάνδα που ξεκίνησε η αριστερά είναι ζωτική για να μπορέσουν να εντοπιστούν οι τραπεζίτες και χρηματιστές σαν ο αληθινός εχθρός, που κατέχει την πραγματική εξουσία πίσω από τα δικαστήρια και το κοινοβούλιο.

Στο εντωμεταξύ υπάρχουν δύο μεγάλοι συμπληρωματικοί χώροι για να εκλαϊκευτούν οι προτάσεις για σοσιαλιστική διέξοδο από την κρίση: τα άμεσα όργανα των αγωνιζόμενων μαζών και ο εκλογικός χώρος. Μερικές εμβρυακές μορφές άμεσης αντιπροσώπευσης υπήρχαν στο argentinazo, αλλά όπως και με τα προηγούμενα των πικετέρος και των λαϊκών συνελεύσεων ακόμα δεν αποτελούν μορφές εναλλακτικής εξουσίας. Και, παρόλο που μια πλήρης κατάρρευση της λειτουργίας του κράτους θα μπορούσε να ωθήσει μια γρήγορη ανάπτυξή τους σαν εργαλεία που να υποκαθιστούν τις βασικές κρατικές λειτουργίες, κανείς δεν μπορεί να προφητεύσει μια τέτοια ανάπτυξη. Είναι πολύ σωστή επιλογή της αριστεράς να προωθήσει το σχηματισμό τέτοιων οργάνων, αλλά δεν υπάρχει κανένας νόμος στην ιστορία που να οδηγεί στη μαζική τους ανάδυση.

Εάν οι εκλογές του Μαρτίου γίνουν, η αριστερά θα ξυπνήσει μια μεγάλη ελπίδα και μόνο από το γεγονός ότι η πολιτική σκηνή θα παραμείνει εξαιρετικά πολωμένη μεταξύ περονισμού, κεντροαριστεράς και αριστεράς. Ένα πλαίσιο τέτοιου τύπου θα επέτρεπε να συγκεκριμενοποιηθεί το άλμα ιστορικής διείσδυσης του σοσιαλισμού που ήδη άρχισε να υπονοείται από τις αρχές της 14ης Οκτωβρίου και που ξετυλίγεται με πολύ επιταχυνόμενους ρυθμούς. Ένας συνασπισμός της αριστεράς, για παράδειγμα, μόλις κατάφερε να κερδίσει, για πρώτη φορά, από τους ριζοσπάστες την ηγεσία της Πανεπιστημιακής Ομοσπονδίας, δείχνοντας τον τύπο εκθετικής ανάπτυξης που θα υπήρχε εάν χρησιμοποιόταν η ευκαιρία.

Για να προωθηθεί ένας τέτοιος ρυθμός θα πρέπει χωρίς δισταγμούς να προωθηθεί, για παράδειγμα, πολύ πιο πριν, μια ενιαία εκλογική λίστα της αριστεράς με υποψηφίους που να μπορούν να οριοθετήσουν την πολιτική αυτή στροφή. Η ενότητα, στην περίπτωση αυτή, δεν είναι απλώς αυτό που χρειάζεται, είναι και άμεσα αναγκαία για να μπορέσει ο αγωνιζόμενος πληθυσμός να δει συγκεκριμένη εναλλακτική προοπτική. Δεν έχει κανένα νόημα μια «προγραμματική παρέμβαση» μικρής ομάδας, όταν όλες οι συνθήκες έχουν συγκεντρωθεί για ένα γιγαντιαίο άλμα από τις δυνάμεις της αριστεράς. Πρέπει να χειριστούμε τις διαφωνίες με θετικό τρόπο, μέσα από ένα γενικό προχώρημα του σοσιαλιστικού πλαισίου και πρέπει να αβλυνθεί η συγκρουσιακή εμμονή για ηγεμονία. Ο δρόμος προς την ενότητα έμεινε ανοικτός με την παρέμβαση μέσα στο argentinazo, ιδιαίτερα κατά την κοινή πράξη του Σαββάτου 22 Δεκεμβρίου.

Η αποχή αποτελεί εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί για να προχωρήσει η αριστερά, γιατί η εκλογική μάχη προσφέρει για την ώρα ένα γόνιμο χώρο για να συγκεκριμενοποιηθεί η σοσιαλιστική εναλλακτική προοπτική προς τον πληθυσμό. Είναι τελείως λάθος να αντιπαρατίθεται προς την πάλη στους δρόμους, για όσο δεν είναι ορατή άλλη εργατική εξουσία, γιατί η αριστερά επίσης χρειάζεται να κερδίσει πολύ κύρος και πολιτική φερεγγυότητα. Αντιπροσωπεύει μια μειοψηφική δύναμη, αλλά που μπορεί να μεταλλαχτεί γρήγορα σε μαζική επιλογή, εάν συνειδητοποιήσει τη σημερινή εξαιρετική ευκαιρία. Για να θέσει υποψηφιότητα στην κατάκτηση της εξουσίας, πρέπει να μπορέσει να αποκτήσει από πριν την ένταξη των εργαζομένων και αυτό παραμένει ζητούμενο. Δεν υπάρχει πλέον η αντι-σοσιαλιστική προκατάληψη του παρελθόντος, γιατί, αντίθετα από την περίοδο που ακολούθησε το cordobazo και την απεργία του ’75, η Περονική Νεολαία είναι ένα φάντασμα και, αντίθετα από τη δεκαετία του ’80, ο αλφονσινισμός δεν έχει καμία στήριξη. Ο χρόνος επιταχύνεται για να οικοδομηθεί μια δύναμη της αριστεράς που να δώσει νόημα στη θυσία των 27 συντρόφων που έπεσαν και για να οικοδομήσει τη νέα κοινωνία ισότητας και δικαιοσύνης την οποία ακριβώς οραματίζονται οι νέοι που καθημερινά αγωνίζονται στους δρόμους.

Claudio Katz

30 Δεκεμβρίου 2001

 

[για δημοσίευση στο Σπάρτακο, αρ.63, Γενάρης 2002

απόδοση από τα ισπανικά: Η.Αλτίνογλου]

[1] Ο Claudio Katz είναι οικονομολόγος, καθηγητής της UBA, ερευνητής της Conicet και σοσιαλιστής αγωνιστής.


Σπάρτακος 63, Γενάρης 2002

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=2869

There is one comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s